Τρομοκρατία: κρατική και ατομική

Η τρομοκρατία, όπως και πολλά άλλα φαινόμενα που θεωρούνται πανάρχαια, αποτελεί σύγχρονο εφεύρημα. Ως πολιτική ιδέα αναδύθηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης – πράγμα που στην πράξη σημαίνει ότι κατά κάποιον τρόπο, αναπτύσσεται παράλληλα με τη σύγχρονη δυτική «δημοκρατία». Στην εποχή του Ροβεσπιέρου και του Δαντόν, η τρομοκρατία ταυτιζόταν με την κρατική τρομοκρατία: ήταν η βία που εξαπέλυε το κράτος εναντίον των αντιπάλων του, και όχι τα χτυπήματα που κατάφερναν σε οποιαδήποτε εξουσία οι ανώνυμοι εχθροί της. Η κρατική τρομοκρατία θα μπορούσε να οριστεί ως η πολιτική ενός αυταρχικού κράτους που κυβερνά με τη χρήση του τρόμου και του φόβου, ώστε να δημιουργήσει υπηκόους και όχι πολίτες και προκειμένου να υιοθετηθεί από την κοινωνία η νοοτροπία της υποταγής μέσω της διαρκούς ενοχής και ενός απροσδιόριστου φόβου. Το κράτος – αυθεντία (ο Λεβιάθαν), είχε πάντοτε εξ ορισμού δίκιο, είτε διότι ενσάρκωνε την παρουσία του Θεού στη Γη δια μέσω των εκπροσώπων του – ηγετών, είτε διότι είχε δήθεν εξασφαλίσει τους καλύτερους δυνατούς θεσμούς ώστε να λειτουργεί ομαλά η κοινωνία. Από τη μία πλευρά είχαμε τους «πεφωτισμένους» της εξουσίας και τα «Ιερατεία της Γνώσης» και από την άλλη τους «αμαρτωλούς και κολασμένους» που τιμωρούνταν για οποιαδήποτε παρεκτροπή, είτε με εξοντωτικές αλλά «καθαγιασμένες» (δηλαδή νομικά θεσμοθετημένες και άρα ηθικά αναμφισβήτητες) ποινές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν οι εκτελέσεις, οι βασανισμοί, οι εξορίες, είτε με έκνομες (τυπικά παράνομες αλλά στην πράξη απολαμβάνουσες την κρατική ασυλία) πρακτικές όπως π.χ. δολοφονίες (που συνήθως αναλάμβαναν διάφοροι παρακρατικοί μηχανισμοί), πάντα για «παιδαγωγικούς σκοπούς». Χαρακτηριστικό παράδειγμα κρατικής τρομοκρατίας ο Πολ Ποτ που για να «διαπαιδαγωγήσει/αναμορφώσει» πέντε εκατομμύρια Καμποτζιανούς σφάγιασε περίπου ενάμιση εκατομμύριο εσωτερικούς «εχθρούς»  (σήμερα, στην σύγχρονη πολιτικο-δημοσιογραφική διάλεκτο θα αποκαλούνταν «προβοκάτορες»).

Στην πιο πλατιά της σημασία, βέβαια, η τρομοκρατία είναι τόσο παλιά, όσο και η ανθρωπότητα. Οι άνθρωποι μακελεύονται ήδη πριν τον Homo Sapiens… Ακόμη και με την πιο στενή έννοια του όρου, η τρομοκρατία διατρέχει ολόκληρο τον προ-νεωτερικό κόσμο. Εκεί βλέπει το φως η έννοια του ιερού, και η ιδέα του τρόμου συνδέεται, παραδόξως, στενά με τη διφορούμενη αυτή σύλληψη. Διφορούμενη γιατί η λέξη sacer (ιερός) σημαίνει ευλογημένος και μαζί καταραμένος, άγιος και βέβηλος, και υπάρχουν στον αρχαίο πολιτισμό είδη τρόμου δημιουργικά όσο και καταστροφικά, ζωοποιά όσο και θανάσιμα.  Η σύνδεση της ιερότητας με την τρομοκρατία ίσως ακούγεται άσχετη με την τρομοκρατία της δικής μας εποχής. Δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαιτέρως ιερό στο να καίγονται π.χ. τα παιδιά των Ιρακινών στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης δημοκρατίας, ή στο να κόβονται κεφάλια στο όνομα του Αλλάχ του «Πολυεύσπλαχνου». Είναι όμως αδύνατον να κατανοήσουμε πλήρως την τρομοκρατία δίχως να περιεργαστούμε αυτό το δίκοπο μαχαίρι. Ο τρόμος ξεκινά είτε σαν ιδέα θρησκευτική (καθώς η θρησκεία έχει να κάνει με δυνάμεις βαθιά διφορούμενες, που σαγηνεύουν κι εξολοθρεύουν, σώζουν ή τιμωρούν), ή σαν δόγμα που υπερασπίζεται τη μία και μοναδική αλήθεια και αντιλαμβάνεται την ιστορία και τις ανθρώπινες κοινωνίες σαν μάζες ατόμων που αποτελούν άβουλα υποκείμενα κάποιων ιστορικών νόμων ή αυστηρά ετερόνομων αξιών (ετερόνομων διότι δεν επιδέχονται καμία απολύτως αμφισβήτηση), και υιοθετούνται σαν να πρόκειται για μια νομοτελειακής φύσης αναγκαιότητα. Με βάση το σκεπτικό αυτό, οι διάφορες θρησκευτικές, Μαρξιστικές, ακροδεξιές και αναρχομηδενιστικές σέκτες που υιοθετούν τέτοιου είδους αντιλήψεις, μη μπορώντας (ή μη θέλοντας) να κατανοήσουν ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες αυτο-θεσμίζονται και στην ουσία μπορούν να λάβουν μια Α κατεύθυνση μόνο όταν τα ίδια τα μέλη της αντιληφθούν ότι η δική τους δράση είναι αυτή που καθορίζει τις εξελίξεις των πραγμάτων και την πορεία της ίδιας της ιστορίας, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «αξίζει» να αφανιστούν ανθρώπινες ζωές προκειμένου να κατακτήσουμε (ποιοί ;) το επιθυμητό (ποιών ;) αντί να επιδιώκουν την μεταστροφή των «αστών», των «μπάτσων» κλπ. • ή αδυνατούν να προσεγγίσουν το διαφορετικό ως ίσο (τουλάχιστον αυτό σε ό,τι αφορά την περίπτωση των ακροδεξιών/νεοφασιστικών ομάδων), μεταθέτοντας έτσι προς κάποιον εξωτερικό εχθρό το μίσος που οι ίδιοι νιώθουν για τον εαυτό τους.

Αν επιλέξει κανείς να θεωρήσει την τρομοκρατία ως το δίκαιο αγώνα του αδύνατου απέναντι στον δυνατό, βρίσκεται σύντομα αντιμέτωπος με κάποια φλέγοντα ερωτήματα. Σε ποιές περιπτώσεις μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι ο ίδιος έχει απόλυτο δίκιο ώστε όχι μόνο να βλέπει τον αντίπαλο (σαν φυσικό πρόσωπο) ως ηθικά μή αναγνωρισμένο αλλά και ως κάποιον που αξίζει να εξοντωθεί; Τα μέλη των τρομοκρατικών κινημάτων βλέπουν τους εαυτούς τους, κατά κανόνα, ως πολεμιστές, ως ήρωες που έχουν να εκπληρώσουν μια αποστολή,  και διαπράττουν τις ενέργειες τους χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν τους ότι θα πληγούν και τρίτοι – μη εμπλεκόμενοι (δικαιολογημένα ή μη) στον δικό τους πόλεμο – πολίτες. Εστιάζοντας στις  αγριότητες που διέπραξαν κράτη που είχαν εμπλακεί σε πόλεμο τον 20ό αιώνα, μπορούν φυσικά κι αυτοί να ισχυριστούν ότι η αδίστακτη  μεταχείριση εναντίον πολιτών ασκείται κατά κανόνα από τα ίδια τα κράτη (πράγμα που ισχύει).  Όμως, οι περισσότεροι τρομοκράτες  θεωρούν συνένοχο στην καταπίεση κάθε πολίτη που μένει απαθής σε ό,τι αφορά την πολιτική. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι η αδιαφορία αποτελεί κατά κάποιον τρόπο μια πολιτική θέση υπέρ του καταπιεστή. Υιοθετώντας όμως την αρχή πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, σε συνδυασμό με την αδυναμία εύρεσης απαντήσεων αναφορικά με τους κοινωνικο-πολιτκούς λόγους που καλλιεργούν την απάθεια, ποιά η διαφορά μας από τον Ροβεσπιέρο που χώρισε την κοινωνία στα δύο, σε εχθρούς και φίλους, και προάσπισε τη δική του αρετή, τρομοκρατώντας τους αντίπαλους ως προδότες του λαού; Σε τι θα διέφερε το μέσο με το  οποίο θα επιχειρούσαμε να αλλάξουμε τους θεσμούς της κοινωνίας μας, από  την τρομοκρατία του δικτάτορα Παπαδόπουλου και των βασανιστών του, ή από τον Στάλιν, που έστειλε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης μερικά εκατομμύρια Σοβιετικούς που είτε θεωρήθηκαν αυθαίρετα «ταξικοί εχθροί», είτε ήταν σοσιαλιστές αλλά και επικριτές του καθεστώτος. Όπως λέει ο V.Fainberg: «κατά τη γνώμη μου, η τρομοκρατία  και ο ολοκληρωτισμός ταυτίζονται. Εκείνος που σκοτώνει ένα περαστικό διαβάτη γα να επιβάλει τη δική του άποψη, ακολουθεί κι αυτός την ολοκληρωτική ιδεολογία. Αν κάποτε οι τρομοκράτες κατορθώσουν ν’ αρπάξουν  την εξουσία, σίγουρα θα συμπεριφερθούν σύμφωνα με τα πρότυπα του  ολοκληρωτισμού.».

Οι πρώτοι «τρομοκράτες»

Το φαινόμενο της ατομικής (μη κρατικής) τρομοκρατίας είναι πολύ παλιό, όχι μόνο στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά ακόμη και στη θρησκευτική-μυθική αφήγηση των λαών. Ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτονας που δολοφόνησαν τον τύραννο Ίππαρχο στην Αθήνα, πέρασαν στην ιστορία ως τυραννοκτόνοι. Σήμερα θα ήταν τρομοκράτες, στον ίδιο βαθμό που ήταν και ο Παναγούλης.

Ζηλωτές

Για πολλούς, οι Εβραίοι Ζηλωτές μπορούν να θεωρηθούν η πρώτη τρομοκρατική ομάδα της ιστορίας. Το χρονικό διάστημα γύρω από την (όπως λέγεται) γέννηση του Χριστού (δεν θα υπεισέλθουμε στη συζήτηση περί ύπαρξής του η μη ως ιστορικού προσώπου με τον τρόπο που έχει φτάσει έως σήμερα)  αγωνίζονταν εναντίον της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που εξαπλωνόταν και στερέωνε τον έλεγχο της στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Οι Ζηλωτές, πριν τη γέννηση του Ιησού, ανήκαν σε ένα επαναστατικό κίνημα, του οποίου ηγέτης αναφέρεται πως ήταν ο Ιούδας ο Γαλιλαίος. Ο Ιούδας ήταν ένας γνωστός αγωνιστής της εποχής του, ο οποίος προέτρεπε τους συμπολίτες του να αρνηθούν την πληρωμή φόρων στους Ρωμαίους. Μάλιστα, αυτή η προτροπή του έγινε το έναυσμα για μια γενική εξέγερση εναντίον των κατακτητών, την οποία συνέχισαν άλλοι μετά το θάνατο του. Η άρνηση των Ζηλωτών να αποδώσουν φόρους και η προτροπή σε εξέγερση, αντιμετωπίστηκε από τους Ρωμαίους με τρομερή βία. Οι δρόμοι προς τη ρωμαϊκή επαρχία γέμισαν σταυρούς, εκεί όπου κρέμονταν οι σχεδόν δύο χιλιάδες εξεγερμένοι. Ακόμη και ο ήρεμος ιεροκήρυκας και γιος του μαραγκού, Ιησούς, εκλήφθηκε από του Ρωμαίους ως «ταραξίας» και γι’ αυτό τον μεταχειρίστηκαν με τον ίδιο τρόπο, όπως τους Ζηλωτές. Η ρωμαϊκή μηχανή βασανιστηρίων κι εκτελέσεων, ο ξύλινος σταυρός, θα γινόταν το σύμβολο για μια παγκόσμια θρησκεία. Σύμφωνα με κάποιες εικασίες, μάλιστα, ο Ιούδας παρέδωσε τον χαρισματικό Ιησού στις αρχές, ώστε να τον κάνει ένα χρήσιμο μάρτυρα στον αγώνα των Ζηλωτών ενάντια στη ρωμαϊκή εξουσία. Πέρα λοιπόν από τις επί μέρους δοξασίες της εβραϊκής και χριστιανικής μυθολογίας, ήδη από εκείνο τον καιρό τουλάχιστον, υπάρχουν οι πρώτες αναφορές για την πολιτική δράση ομάδων που χρησιμοποιούν τη βία όχι μόνο άμεσα αλλά και ως ιδεολογικό όπλο προκειμένου να πετύχουν τους σκοπούς τους.

Ασασίνοι

Μια άλλη πρώιμη μορφή τρομοκρατών ήταν οι επονομαζόμενοι Ασασίνοι (Χασίσιοι), οι οποίοι ήταν αντιρρησίες του πολιτικού καθεστώτος και θεωρούνται «πρόγονοι» του πολιτικού αντάρτικου. Ασασίνοι, στα αραβικά σημαίνει κατά λέξη «αυτός που τρώει χασίς», και πήραν αυτό το όνομα καθώς δολοφονούσαν, στο όνομα του Αλλάχ, υπό την επήρεια χασίς (σύμφωνα με άλλη εκδοχή πήραν το όνομα τους από το όνομα του ηγέτη τους Χασάν ή για να υποτιμηθεί η επιχειρησιακή τους ικανότητα). Από το κεντρικό στρατηγείο τους στο σημερινό Ιράν, οι ασασίνοι αγωνίζονταν, με ηγέτη τον Hasan ibn Sabbah εναντίον των Σελτζούκων που είχαν καταλάβει την εξουσία σε μεγάλα τμήματα αυτού που σήμερα αποκαλούμε Μέση Ανατολή αλλά και πολλές φορές εναντίον των ευρωπαίων Σταυροφόρων. Η τακτική τους, επειδή ήταν στρατιωτικά υποδεέστεροι, ήταν να στέλνουν μικρές ομάδες από τους μαχητές τους σε επιθέσεις εναντίον των στρατοπεδευμένων εχθρών και να δολοφονούν τους επικεφαλής αξιωματικούς. Το όνειρο του ηγέτη τους, ήταν να επανιδρύσει ένα σιιτικό χαλιφάτο, δηλαδή να διαφυλάξει το αξίωμα του χαλίφη μόνο για τους απογόνους του «Προφήτη».

Οι ρίζες της επαναστατικής τρομοκρατίας στον σύγχρονο κόσμο

Με βάση την Hannah Arendt η τρομοκρατία και η κάθε τυφλή άσκηση βίας δεν αποτελεί πολιτική πράξη. Πρόκειται για μια μέθοδο επίλυσης διαφορών που πηγάζει από αντιλήψεις πολύ πριν τη γένεση της πολιτικής σκέψης στο Δυτικό κόσμο (Αθηναϊκή πολιτεία). Στο βιβλίο της, On Revolution [1], τοποθετεί την ένδεια κάτω από τη δικτατορία των βιολογικών αναγκών των ανθρώπων, διατυπώνοντας ότι κάθε πράξη που αφορά τις βιολογικές μας ανάγκες ισοδυναμεί με μια μορφή αναγκαιότητας. Στο “The Human Condition” (1969) [2], αναλύει την τάξη των δούλων στην Αρχαία Αθήνα, οι οποίοι ήταν αποκλεισμένοι από την δημόσια σφαίρα και αναγκασμένοι να απασχολούνται μόνο με την εξασφάλιση των βασικών αγαθών για τη ζωή τόσο των ιδιοκτητών τους όσο και του εαυτού τους. Η δημόσια σφαίρα ήταν η σφαίρα της πολιτικής, όπου ο κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα όχι μόνο να συνευρίσκεται με τους υπόλοιπους και να συναποφασίζει για θέματα που αφορούσαν την πολιτεία και τη λειτουργία της, αλλά, ταυτόχρονα, αποτελούσε και τη σφαίρα των πολιτικών και φιλοσοφικών συζητήσεων/αναζητήσεων. Εδώ, λοιπόν γεννήθηκε κατά κάποιον τρόπο το πρώτο σπέρμα δημοκρατίας στο Δυτικό κόσμο. Σε αντίθεση, όμως, με την δημόσια (ή πολιτική) σφαίρα, η ιδιωτική, συμπεριλάμβανε τη ζωή των νοικοκυριών και την καθημερινότητα των διαπροσωπικών σχέσεων στα πλαίσια της συμβίωσης της οικογένειας με την ευρεία έννοια, όπου οι σχέσεις μεταξύ των μελών της (συμπεριλαμβανομένων και των δούλων) ήταν προ-πολιτικές, παρόμοιες δηλαδή με αυτές που ίσχυαν σε κοινωνίες πριν την γένεση της Αθηναϊκής δημοκρατίας (εξ ού και ο ορισμός «προ-πολιτική») – κοινωνίες απολυταρχικές και μοναρχικές. Προ-πολιτικές έχουμε στον περιορισμό των πολιτικών δικαιωμάτων ενός ατόμου, στην άρνηση δηλαδή του δικαιώματός του να καταστεί άρχον και αρχόμενο, όπου το μόνο μέσο επίλυσης διαφορών είναι η καταπίεση, η υπεροχή και η σωματική βία παρά ο Λόγος.

Η ένδεια, λοιπόν, ωθεί κάθε άτομο στην κατάσταση της αναγκαιότητας (ο κάθε άνθρωπος είναι αναγκασμένος να βρει τρόπους προκειμένου να καλύπτει τις άμεσες βιολογικές του ανάγκες. Και ο μόνος τρόπος σε κατάσταση απόλυτης καταπίεσης είναι η βίαιη εξέγερση). Την αναγκαιότητα αυτή, γνωρίζουν όλοι οι άνθρωποι «από την πιο οικεία τους εμπειρία και έξω από κάθε εικασία. Ήταν υπό την επήρεια αυτής της αναγκαιότητας» (On Revolution, 50), της προ-πολιτικής δηλαδή αντίληψης των πραγμάτων: «όταν το πλήθος έσπευσε να βοηθήσει τη Γαλλική Επανάσταση, εμπνεύστηκε από αυτήν, την οδήγησε προς τα εμπρός, και τελικά την έστειλε στην καταστροφή της». Η ένδεια, λοιπόν, γέννησε την οργή, η οποία ωθεί το άτομο να αντιδρά περισσότερο με το συναίσθημα, αν όχι απλά και μόνο ενστικτωδώς, παρά με τη λογική. Έτσι, κάτω από αυτές τις συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης και κοινωνικής οργής, γεννήθηκε με τη σειρά της η τρομοκρατία, οδηγώντας τον Ροβεσπιέρο, τον Μαρά και τους υπόλοιπους επαναστάτες να ξεκινήσουν τον πόλεμο κατά της υποκρισίας, μια διαδικασία η οποία οδήγησε την επανάσταση στην ίδια της την καταστροφή. Αυτού του είδους την τρομοκρατία μιμήθηκε και το καθεστώς των Μπολσεβίκων στη Ρωσία το 1917, οδηγώντας στη δημιουργία των εκτελεστικών αποσπασμάτων της Τσεκά, οι οποίοι κατά πρότυπο των Γάλλων επαναστατών, είχαν την δυνατότητα να εκτελούν οποιονδήποτε θεωρούνταν «επικίνδυνος για τα σχέδια της σοσιαλιστικής κυβέρνησης». Βέβαια, εδώ υπάρχουν μερικές θεμελιώδης διαφορές: α) Η τρομοκρατία των Γάλλων πυροδοτήθηκε μέσω μιας γενικευμένης λαϊκής εξέγερσης και οργής ενώ το καθεστώς των Μπολσεβίκων δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα πραξικόπημα μιας ομάδας ατόμων (Λένιν, Στάλιν, Τρότσκι, Ζινόβιεφ και άλλων) οι οποίοι κατάφεραν να ξεσηκώσουν μερικούς φαντάρους και εν μέσω μίας νυκτίς κατέλαβαν τα χειμερινά ανάκτορα ανατρέποντας την προσωρινή κυβέρνηση των Εσέρων. β) Η τρομοκρατία του Ροβεσπιέρου ήταν ένας πόλεμος κατά της υποκρισίας, δηλαδή αποσκοπούσε στο να βγάλει τη μάσκα από το πρόσωπο διεφθαρμένων ατόμων της Γαλλικής αριστοκρατίας σε αντίθεση με την κόκκινη τρομοκρατία των Μπολσεβίκων η οποία φόρεσε τη μάσκα της διαφθοράς σε αθώους πολίτες, δαιμονοποιώντας τους και καταδιώκοντάς τους ως «εχθρούς του λαού». (Εδώ, βέβαια, τίθεται το ζήτημα, μέσα και σκοπός, που θα συζητηθεί παρακάτω).

Βία

Αυτό που πρέπει να συλλάβουμε για την βία, ως κοινωνικό φαινόμενο, είναι ότι δεν υπάρχει ένα μόνο είδος βίας. Υπάρχουν πράξεις με διαφορετικό βαθμό βιαιότητας, κι αυτό συνεπάγεται διαφορετικό ποιόν της βίας κάθε φορά. Aν κάποιος εκτελεστεί από ένα απόσπασμα, γι’ αυτόν η βία δεν έχει διαβαθμίσεις και είναι απόλυτη. Αλλά στα κοινωνικά φαινόμενα η βία αξιολογείται, διαβαθμίζεται και, ανάλογα με το βαθμό και την έκταση της, συνιστά διαφορετική ποιότητα πράξης, αν βέβαια υπάρχει αντικειμενική αντιμετώπιση. Σε ένοπλες επαναστάσεις ή εμφυλίους πολέμους, που η βία μπορεί να είναι άνιση, αλλά, εντούτοις, και οι δύο πλευρές είναι οπλισμένες, τότε λειτουργεί ένας άλλος νόμος. Αν δεν πυροβολήσεις πιο γρήγορα από τον αντίπαλο, τότε το θύμα είσαι εσύ. Οι Άγγλοι εργάτες της γης, των αρχών του 19ου αιώνα, θεωρούσαν τη βία ενάντια στην ιδιοκτησία θεμιτή, τη μετρημένη βία πάνω σε ανθρώπους δικαιολογημένη σε ορισμένες περιστάσεις, αλλά απέφευγαν συστηματικά να σκοτώνουν, πλην όμως σε διαφορετικές περιστάσεις, όπως σε συμπλοκές ανάμεσα σε λαθροθήρες και θηροφύλακες, οι ίδιοι άνθρωποι δεν δίσταζαν να σκοτώσουν πάνω στη σύγκρουση. Είναι, λοιπόν, εντελώς άχρηστο να αντιμετωπίζουμε αυτούς τους διαφορετικούς τύπους και βαθμούς βίαιης πράξης ως απαράλλαχτους ουσιαστικά, καθώς πράξεις με τον ίδιο ακριβώς βαθμό βιαιότητας ενδέχεται να διαφέρουν ως προς τη νομιμοποίηση τους ή τη δικαιολόγηση τους, τουλάχιστον κατά την «κοινή γνώμη» [3] ή την εκάστοτε κυρίαρχη αντίληψη (κρατούσα ή μη αρκεί να είναι υπαρκτή σε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού) . Οπότε και το δημοφιλές σήμερα ρητό «καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» δεν μπορεί να είναι τίποτε παραπάνω από μια αδιέξοδη κενολογία.

Σήμερα, φαίνεται πως αυξάνονται τα καθιερωμένα συστήματα για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης, που δημιουργήθηκαν κατά την εποχή του φιλελευθερισμού στη Δύση, παράλληλα με την όλο και πιο συχνή άσκηση πολιτικής βίας από τους πολίτες (όπως η άμεση σωματική δράση, η τρομοκρατία κλπ.). Η νευρικότητα και η σύγχυση των δημόσιων αρχών, η αναβίωση των φυλάκων ασφαλείας από ιδιωτικές επιχειρήσεις και κινημάτων από αυτόκλητους προστάτες της τάξης (οι σύγχρονοι νεοναζί) είναι ικανό τεκμήριο. Από μία άποψη έχουν ήδη οδηγήσει σε μια ορισμένη εκ νέου ανακάλυψη της ελεγχόμενης βίας, όπως με την επιστροφή των περισσότερων δυνάμεων καταστολής σ’ έναν περίεργο μεσαιωνισμό -κράνη, ασπίδες, θώρακες και πάει λέγοντας- και με την εξέλιξη των διαφόρων προσωρινά παραλυτικών αερίων, των πλαστικών σφαιρών κτλ.

Αυτό είναι μέρος ενός νέου είδους βίας που εμφανίζεται σήμερα. Ως επί το πλείστον, η παραδοσιακή βία υποθέτει ότι ο σωματικός εξαναγκασμός πρέπει να χρησιμοποιείται εφόσον καμία άλλη μέθοδος δεν είναι είναι διαθέσιμη ή αποτελεσματική και επομένως ότι οι βίαιες πράξεις έχουν σκοπό συγκεκριμένο και εξακριβώσιμο, η δε χρήση εξαναγκασμού είναι ανάλογη προς τον σκοπό αυτό (αρχή που αποτυπώνεται ακόμα και στα ποινικά δίκαια της Δύσης ως αρχή της αναλογικότητας, θέλοντας να νομιμοποιήσει αλλά και να οριοθετήσει την κρατική βία σε επίπεδο ποινών και καταστολής – αρχή που όπως βλέπουμε, στις μέρες μας φα΄νεται πως έχει περάσει στη νομική, και όχι μόνο, λήθη…). Όμως μεγάλο μέρος της σύγχρονης ιδιωτικής βίας μπορεί άνετα να είναι μη λειτουργική, και ως εκ τούτου η δημόσια βία παρασύρεται σε τυφλή δράση. Απέναντι στους πραγματικά μεγάλους και θεσμοθετημένους φορείς της βίας, που είναι οι κρατικοί, είτε αυτοί κρατούν τη βιαιότητα τους σε εφεδρεία (ως διαρκής απειλή, ως Δαμόκλειο Σπάθη)  είτε όχι, η ιδιωτική βία ούτε χρειάζεται να καταφέρει και πολλά, ούτε μπορεί. H ατομική ή ομαδική τρομοκρατία είναι ένα φαινόμενο που συνήθως επιδιώκει την καταπολέμηση της κρατικής τρομοκρατίας, όμως καθώς οι αδύναμοι δεν έχουν τα ίδια μέσα με το κράτος, καταλήγει στην συντριβή. Όταν επομένως εμφανίζεται, τείνει να μετατρέπεται από πράξη, σε υποκατάστατο πράξης, μέσω του οποίου επιχειρείται να αντισταθμιστεί η ματαίωση που νιώθουν όσοι αποφασίζουν να μετέρχονται τέτοια μέσα,με πράξεις και σύμβολα βίας, ή να αντεπιτεθούν με τα μέσα που χρησιμοποιούν οι συστημικοί φορείς, στο ίδιο το σύστημα (κάτι εκ των προτέρων αδύνατο). Κάποιες πολιτικές μορφές βίας, όπως η τρομοκρατία, είναι το ίδιο παράλογες, αφού το πολιτικό τους αποτέλεσμα είναι είτε αμελητέο, είτε, συχνότερα, αντίθετο από το προσδοκώμενο.

Επαναστατική βία, πολιτικό έγκλημα και μηχανισμοί της Τρομοκρατίας

Η γέννεση της επανάστασης

Για την Hannah Arendt (On Revolution) η επανάσταση αποτελεί ένα σχετικά σύγχρονο φαινόμενο. Στην αρχαιότητα μπορούμε να δούμε ελάχιστα γεγονότα που μας θυμίζουν τις σύγχρονες επαναστάσεις με την έννοια της ανατροπής ενός καταπιεστικού καθεστώτος και της εγκαθίδρυσης ενός άλλου που θα είναι ικανό να παράσχει και να προστατεύει βασικές πολιτικές ελευθερίες. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν στην αμεταβλητότητα, και ότι το σύστημα αλλάζει όταν οι νέοι άνθρωποι εισβάλλουν σ’ αυτό, και επηρεάζουν τη σταθερότητα του κατεστημένου. Από την άλλη οι Ρωμαίοι εμφανίζονται αρκετά πιο συντηρητικοί, λέγοντας ότι οι νέοι θα πρέπει να μαθαίνουν να σέβονται τους προγόνους τους όταν εισέρχονται μέσα στο σύστημα. (Εδώ διαπιστώνουμε και το εξής φαινόμενο, ότι στην αρχαία Ρώμη για πρώτη φορά εμφανίζεται σαν ιδέα η ιστορική συνέχεια). Οι σύγχρονες επαναστάσεις είναι βίαιες εξεγέρσεις που αποσκοπούν στην χειραφέτηση, σε αντίθεση με τα πραξικοπήματα που χρησιμοποιούν τη βία ως αυτοσκοπό ακόμα και μετά την ανατροπή του παλιού καθεστώτος και, στην ουσία, αποτελούν πράξεις αλλαγής καταπιεστών απλά. Στην αρχαιότητα όμως ελάχιστες ή καθόλου τέτοιες ενέργειες δεν βλέπουμε. Η μεταφορά του Πλάτωνα και η στάσις του Αριστοτέλη δεν έχουν καμία σχέση με τις εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα τον 18ο αιώνα  και κατάφεραν ν’ αλλάξουν σε μεγάλο βαθμό την πολιτική τάξη πραγμάτων στο Δυτικό κόσμο. Ακόμα και στο μεσαίωνα, οι εξεγέρσεις που βλέπουμε δεν έχουν ως στόχο τους την χειραφέτηση αλλά την ανατροπή ενός βασιλιά και την αντικατάστασή του από κάποιον άλλον μονάρχη. Η πρώτη επανάσταση εμφανίζεται στην Αγγλία, μετά την ανατροπή της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Cromwell, το 1660 μια εποχή που κλείνει με το τέλος του Rump Parliament και την αποκατάσταση της μοναρχίας. Στην πραγματικότητα, η πολιτική και ιστορική γλώσσα της εποχής εκείνης συνδέει την επανάσταση με την παλινόρθωση της μοναρχίας αντί για την εξουδετέρωση του αυστηρά ετερόνομου αυτού θεσμού. Πρόκειται δηλαδή για έναν κύκλο γεγονότων, που ανοίγει με την αμφισβήτηση ενός θεσμού αλλά ολοκληρώνεται με την αποκατάστασή του. Πράγματι, η έννοια της επανάστασης την εποχή εκείνη αφορά στην περιστρεφόμενη (κυκλική) κίνηση των άστρων (de revolutionibus orbium coelestium) με βάση τον Κοπέρνικο και μόνο από τον 18ο αιώνα κι έπειτα άρχισε σιγά σιγά να ταυτίζεται με την κοινωνική χειραφέτηση.

Η επαναστατική βία και η πολιτική σφαίρα

Οι επαναστάσεις και οι πόλεμοι έχουν ένα κοινό: την τρομοκρατία,  αναπόσπαστο κομμάτι της οποίας είναι η βία η οποία (όπως είδαμε και  παραπάνω) αποτελούσε χαρακτηριστικό  – εκτός της Αθηναϊκής πολιτείας – μοναρχικών κοινωνιών ή μέθοδο επίλυσης των προβλημάτων δίχως τη χρήση του Λόγου και της πειθούς. Στην πολιτική σφαίρα, όπου κυριαρχεί ο Λόγος, η από κοινού σύνθεση και συνδιαμόρφωση, η (επαναστατική ή οποιαδήποτε άλλης μορφής) βία αποτελεί ένα περιθωριακό φαινόμενο. «Το θέμα εδώ είναι ότι η βία αυτούσια είναι ανίκανη να κατευθύνει τον Λόγο και δεν είναι ο Λόγος αυτός που δεν μπορεί να βοηθήσει τις καταστάσεις επειδή επισκιάζεται από τη βία» (9) λέει η Arendt, και, ταυτόχρονα, τονίζει το γεγονός πως οι Ρωμαίοι ξεχώριζαν πολύ καλά τη διαφορά μεταξύ επιθετικής βίας και αμυντικής, κάτι που σημαίνει ότι θα πρέπει να διακρίνουμε κι εμείς μερικές  θεμελιώδης διαφορές στο θέμα άσκησης βίας: α) Η βία που ασκείται δίχως  κανέναν λόγο και αιτία, μόνο και μόνο για σκοπό την επιβολή και την  κυριαρχία ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων απέναντι σε κάποια άλλη για καθαρά ωφελιμιστικό σκοπό (απόλυτη κυριαρχία και καταπίεση) και β) αυτή  που ασκείται με σκοπό την εκδίωξη του καταπιεστή και την κοινωνική χειραφέτηση. Έτσι, σε περιπτώσεις όπου ένα σύνολο ανθρώπων βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία  ενός καταπιεστικού καθεστώτος αλλά νιώθει και αποσκοπεί στη δημιουργία κάποιας πολιτικής (δημόσιας) σφαίρας δεν απομένει άλλη διέξοδος παρά αυτή της σύγκρουσης, αναπόσπαστο κομμάτι της οποίας είναι η βία, αλλά η χρήση της είναι ξεκάθαρα στοχευμένη. Άλλωστε, η δημιουργία της Αθηναϊκής πολιτείας ήταν αποτέλεσμα συγκρούσεων μεταξύ πολιτών οι οποίοι αγωνίστηκαν για τη δημιουργία ενός καθεστώτος πολιτικής ελευθερίας και εξουσιαστών/ολιγαρχικών. Ώς εκ τούτου, αυτό που τονίζει η Arendt είναι ότι η βία δεν θα πρέπει να είναι ο αυτοσκοπός σε κάποια επανάσταση ή πολιτικό αγώνα, αλλά το αίτημα της κοινωνικής αλλαγής το οποία λαμβάνει σάρκα και οστά μόνο όταν η βία χρησιμοποιείται για τη δημιουργία πολιτικού σώματος, μόνο όταν η χειραφέτηση από το καταπιεστικό καθεστώς οδηγεί στην δημιουργία μιας κατάστασης ελευθερίας. Πώς, όμως, προστατεύεται ένα πολιτικό σώμα, ή η δημόσια, τέλος πάντων, σφαίρα από το ξέσπασμα σοβαρών διαφωνιών εντός της που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εμφύλιες συρράξεις, (έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για την κοινωνία, με βάση τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους); Ο Αριστοτέλης δίνει μια ξεκάθαρη απάντηση πάνω σ’ αυτό: Οι ισχυροί δεσμοί φιλίας μεταξύ των πολιτών αποτρέπουν τέτοιου είδους φαινόμενα.

Τρομοκρατία και επανάσταση

Σήμερα, η έννοια της ατομικής τρομοκρατίας διαφοροποιείται από την έννοια της τρομοκρατίας εν γένει. Διαφοροποίηση που μάλιστα έχει αποτυπωθεί και σε σχεδόν όλους τους Ποινικούς Κώδικες των χωρών του “Δυτικού” πολιτισμού. Ατομική τρομοκρατία πλέον θεωρείται η χρήση βίας από ένα άτομο, που έχει ως υποκειμενικό στόχο την αντίσταση και που, αντικειμενικά – νομικά, εκλαμβάνεται από την Πολιτεία ως μια αντικοινωνική συμπεριφορά που είναι ένα βήμα παραπάνω από το απλό έγκλημα (όπως αυτό κάθε φορά νοηματοδοτείται από το ισχύον νομικό πλαίσιο) και ένα βήμα πίσω από την ένταξη σε μια «τρομοκρατική οργάνωση» που έχει ή προσπαθεί να εκπονήσει ένα δικό της σχέδιο με απώτερο σκοπό την ανατροπή μιας παγιωμένης κατάστασης που η ομάδα θεωρεί πως πρέπει να αποδομηθεί πλήρως και με κάθε μέσο. Η εννοιολογική αυτή διαφοροποίηση, δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον και μάλιστα όχι μόνο από νομικοτεχνικής απόψεως – ζήτημα το οποίο δεν συντρέχει λόγος να αναλυθεί εδώ – αλλά κυρίως από ιδεολογική σκοπιά και μάλιστα με τρόπο διττό: Τρομοκράτης θεωρείται κυρίως αυτός που έχει αναγάγει σε πολιτική του επιδίωξη την αλλαγή μιας πολιτικής κατάστασης με τη χρήση βίας, όταν η πολιτική του αυτή επιδίωξη είναι κοινός σκοπός μιας ομάδας/οργάνωσης που έχει κοινή αντίληψη τόσο ως προς τον σκοπό όσο και ως προς τα αναγκαία μέσα (πολιτικό έγκλημα). Ο ατομικός τρομοκράτης ταυτίζεται τόσο με τον κοινό εγκληματία όσο και με τον εν δυνάμει πολιτικό «εγκληματία». Ιδεολογικό αποτέλεσμα αυτών των επιχειρούμενων νομικών εννοιολογικών διαφοροποιήσεων είναι η έμμεση διάχυση στην κοινωνία, της αντίληψης ότι αφ’ ενός, το «πολιτικό έγκλημα» δεν υπάρχει (άρα η πολιτική πάλη πρέπει να γίνεται πάντα με τα μέσα που η ίδια η εξουσία επιτρέπει και θεωρεί θεμιτά – κάτι που ουσιαστικά σημαίνει απαγόρευση της καθολικής αμφισβήτησής της) )και αφετέρου ότι ο «πολιτικός εγκληματίας» δεν είναι παρά ένας κοινός ποινικός (άρα τα κίνητρα κρίνονται με βάση το αποτέλεσμα της πράξης, όπως όμως αυτή αξιολογείται από όσους έχουν την αρμοδιότητα να κρίνουν, δηλαδή την εξουσία στις 3 μορφές της: νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική [4]).

Το γεγονός ότι το «πολιτικό έγκλημα» είναι καταδικαστέο εντός ενός επαναστατικού σκεπτικού (π.χ. γιατί υποκρύπτει ολοκληρωτικές αντιλήψεις και όχι πραγματικά επαναστατικές, π.χ. γιατί είναι εξίσου βάρβαρο σαν πρακτική και μετέρχεται μέσα που δεν συνάδουν με τους επαναστατικούς σκοπούς, γιατί είναι αναποτελεσματικό ακόμα και με «επαναστατικούς όρους» κλπ.) δεν σημαίνει ότι μπορεί ή πρέπει να ταυτιστεί με την έννοια του κοινού εγκλήματος. Κι αυτό γιατί η πολιτικά εσφαλμένη προσέγγιση δεν παύει να πρέπει να κριθεί με κριτήρια πολιτικά ή έστω και πολιτικά (αν θέλουμε να βγάλουμε ορθά πολιτικά συμπεράσματα και να δούμε ποια μέσα είναι πράγματι αποδεκτά, αποτελεσματικά και δικαιωμένα από μια «επαναστατική ηθική» που δεν μπορεί παρά να υπάρχει σε κάθε κίνημα το οποίο έχει ως πραγματικό σκοπό την δημιουργία των συνθηκών για μια καλύτερη ζωή για όλη την κοινωνία, χωρίς εξαιρέσεις). Συνεπώς, ο υποβιβασμός κάθε πολιτικής παρεκτροπής σε κοινό έγκλημα, ανοίγει τον δρόμο για μια άκριτη και αβασάνιστη ενοχοποίηση της επαναστατικής βίας, ακόμα και στην περίπτωση που αυτή θα ήταν: α) ιδιαίτερα μαζική, β) συνειδητή, γ) προϊόν αυτοάμυνας και απόφαση που συνδιαμορφώθηκε από την ίδια την εξεγειρόμενη κοινωνία.

Επίσης, ένα άλλο σημείο που πρέπει να ξεκαθαριστεί, είναι ότι η τρομοκρατία ταυτίζεται με την βία κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της γενετήσιας ελευθερίας και γενικά όλων των δικαιωμάτων που έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη υπόσταση. Η προσβολή όμως άλλων εννόμων αγαθών (έννομα αγαθά ονομάζονται όσα ο νόμος θεωρεί ως άξια προστασίας), όπως π.χ. η ιδιοκτησία, δεν πρέπει να ταυτίζονται (τουλάχιστον χωρίς πολλή σκέψη) με την τρομοκρατία ως πολιτικό φαινόμενο των σύγχρονων «Δημοκρατιών». Από τον Γιάννη Αγιάννη που κλέβει ένα καρβέλι ψωμί, έως τον λαό της Αργεντινής που απαλλοτρίωσε μαζικά τα καταστήματα τροφίμων ή ένδυσης προκειμένου να καταφέρει να επιβιώσει, υπάρχει μια «παραβατικότητα», ατομική ή γενικευμένη, που από την μεν Εξουσία χαρακτηρίζεται (ή τείνει να χαρακτηριστεί) ως «Τρομοκρατία», ενώ από την πλειοψηφία της κοινωνίας χαρακτηρίζεται αυτονόητη αντίδραση ή ηθικά νομιμοποιημένη κοινωνική πρακτική.

Ο χαρακτηρισμός όλο και περισσότερων πράξεων ως «τρομοκρατικών» λοιπόν, εκ μέρους των εξουσιαζόντων (χαρακτηρισμός που επιτυγχάνεται μέσω του νομικού χαρακτηρισμού και του ιδεολογικού αποτελέσματος που ο νομικός χαρακτηρισμός γεννά), δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνει δεκτός από την κοινωνία αβασάνιστα. Βία που δεν στρέφεται κατά προσώπων, αλλά που αποσκοπεί π.χ. στην δίκαιη κατανομή βασικών αγαθών σε όλους, δεν είναι τρομοκρατία. Απεναντίας, μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για επαναστατικές πολιτικές πρακτικές που απεγκλωβίζονται από τη μυθολογία της στοχοποίησης των πολιτικών αντιπάλων ως ατόμων, αποφεύγοντας τη διαιώνιση άσκοπων και απάνθρωπων πρακτικών όπως είναι όλες οι αιματοχυσίες χωρίς εξαίρεση. Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι κάθε προσπάθεια που συνέβαλε στην κατάκτηση δικαιωμάτων που αποτελούν έστω και ένα βήμα παραπέρα προς μια κοινωνία ισοπολιτείας, δικαιοσύνης, ελευθερίας και ειρήνης, μέχρι να γίνει πραγματικότητα, χαρακτηριζόταν αρχικά από την εκάστοτε εξουσία ως «τρομοκρατία».

Έχουν χυθεί τόνοι μελάνης πάνω στο θέμα της επαναστατικής βίας, την αναγκαιότητά της ή μη, την διαφοροποίησή της από την τρομοκρατία, τη σχέση επαναστατικών μέσων και επαναστατικού σκοπού. Ίσως οι πιο εύστοχες, διαχρονικά, απόψεις ν’ ανήκουν στους Errico Malatesta και Emma Goldman. Ο πρώτος υποστήριζε πως: «Σαφώς η επανάσταση πρέπει ν΄αμυνθεί και να εξελιχθεί με μια αμείλικτη λογική. Αλλά δεν πρέπει και δεν μπορεί ν΄αμυνθεί με μέσα που αντιφάσκουν στους σκοπούς της.», ενώ η δεύτερη έγραψε: «Ξέρω πως στο παρελθόν κάθε κοινωνική και πολιτική μεταβολή απαιτούσε την βία. Με μια διαφορά: Άλλο η βία που χρησιμοποιείς στη μάχη ως μέσο άμυνας και άλλο η βία που σκοπό έχει να τρομοκρατήσει, να εμποδίσει να εκφραστούν δια του φόβου οι κοινωνικές αντιθέσεις. Αυτό λέγεται ωμή τρομοκρατία και συνεπάγεται κάθε τι το αντεπαναστατικό, είναι αντεπανάσταση»[5]. Στις φράσεις αυτές φαίνεται πως αποκρυσταλλώνεται όλος ο προβληματισμός σχετικά με την επαναστατική βία και την τρομοκρατία.

_______________________________________________
[1] Arendt, Hannah. On Revolution. (Penguin Books, Second Edition, 1973).
[2] Arendt, Hannah. The Human Condition. (The University of Chicago Press, Chicago, 1969).
[3] Κατά τον Pierre Bourdieu η «κοινή γνώμη» δεν υπάρχει, υπό την έννοια ότι οι αποφασίζοντες ουσιαστικά την δημιουργούν προκειμένου να χειραγωγήσουν τους πολίτες – ένα θέμα πάνω στο οποίο έχουν γραφτεί αμέτρητες σελίδες αντικρουόμενων απόψεων (L’opinion publique n’ existe pas, περιοδικό Les Temps Modernes αρ. 318- Ιανουάριος 1973 σελ. 1292).
[4] Για παράδειγμα, η ίδια πράξη, π.χ η ρίψη πέτρας, διαφορετικά αξιολογείται όταν την πέτρα την πετάει κάποιος στον γείτονά του επειδή κάνει φασαρία σε ακατάλληλες ώρες, διαφορετικά όταν την πετάει ένας πολίτης σε αστυνομικό σε μία συγκέντρωση και διαφορετικά όταν αυτός που πέταξε την πέτρα είχε την ατυχία να φοράει αντιασφυξιογόνο μάσκα προκειμένου ν’ αποφύγει τη χημική επίθεση των δυνάμεων καταστολής – λογιζόμενος έτσι ως μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης. Η κοινωνική απαξία της ίδιας πράξης (ρίψη πέτρας προς άλλο πρόσωπο), αποκομμένη από το αξιόποινο αποτέλεσμα που μπορεί να είναι π.χ. απειλή, ελαφριά ή βαριά σωματική βλάβη, θάνατος (ίδιες πιθανότητες για την επέλευση κάθε αποτελέσματος σε κάθε περίπτωση από τις 3 προαναφερόμενες), διαφέρει ανάλογα με το ποιο έννομο αγαθό θεωρούν οι εξουσιάζοντες ότι προσβάλλεται κάθε φορά. Ενώ λοιπόν η αμφισβήτηση της αυθεντίας της εξουσίας τιμωρείται βαρύτερα από το πετροβόλημα μεταξύ ιδιωτών, την ίδια στιγμή, διαμορφώνεται, μέσω των νόμων και της εφαρμογής τους, η αντίληψη ότι αυτή η πράξη δεν έχει και μια πολιτική διάσταση αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί καθαρά ως απλά εγκληματική συμπεριφορά. Σκεπτικό που φαινομενικά είναι αντιφατικό, αλλά επί της ουσίας, απονομιμοποιεί την αμφισβήτηση της εξουσίας, εξισώνοντας όλες τις μορφές λαϊκής αντίστασης ή αντικαθεστωτικής δράσης.
[5] Ερίκο Μαλατέστα, Αναρχία και Βία

Συγγραφή: , Michael Th, Ian Delta
Αναδημοσιεύεται (κατόπιν επεξεργασίας και αλλαγών), από το δεύτερο φύλλο της διαδικτυακής εφημερίδας, Άμεση Δημοκρατία.


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-af6

Αναρτήθηκε στις: 13/03/2012