Το Κίνημα των Πλατειών και οι δυσκολίες της δημιουργίας ενός δημοκρατικού κινήματος

Screenshot from 2014-10-15 12:25:59

Δημοσιεύτηκε αρχικά στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Πρόταγμα, για την αυτονομία και την άμεση δημοκρατία. Αναδημοσιεύουμε απασπασματικά το παρακάτω άρθρο, που παρά του ότι έχουν ήδη περάσει 3 χρόνια από την ημέρα που εκδόθηκε, εντός του αναλύονται απόψεις και ιδέες που παραμένουν έγκυρες μέχρι και σήμερα.

Από την κρίση στα νέα κινήματα

Εδώ και τουλάχιστον τρία χρόνια, η επί δεκαετίες «εστεμμένη» οικονομική ευμάρεια και σταθερότητα των ανεπτυγμένων χωρών δείχνει να εξατμίζεται μπροστά στην παγκόσμια κρίση. Οι αφηγήσεις περί του «τέλους της ιστορίας» ξεγυμνώνονται από τα σπασμωδικά τραντάγματα των επιλογών των πολιτικών ολιγαρχιών και των οικονομικών ελίτ: από την κατάρρευση των χρηματιστηρίων, το ντόμινο των κρατικών δημοσιονομικών κραχ και τη χρεοκοπία κολοσσιαίων επιχειρήσεων μέχρι τη διόγκωση της ανεργίας, την ανατροπή των κατακτήσεων του εργατικού κινήματος και την επισιτιστική κρίση σε πολλές περιοχές του πλανήτη. Ο καπιταλιστικός γίγαντας με τα πήλινα χρηματιστικά πόδια μπροστά στην πρόκληση να αντιμετωπίσει τις ίδιες του τις αντιφάσεις δε διστάζει να επιτεθεί με τα νεοφιλελεύθερα όπλα του, επιτάσσοντας μια βάρβαρη αναδιάρθρωση των κοινωνιών.

Σε αυτό το περιβάλλον των οικονομικών αδιεξόδων κάνουν την εμφάνισή τους νέες μορφές πολιτικής διαμαρτυρίας και νέα κοινωνικά κινήματα αμφισβήτησης των επιλογών των κυρίαρχων ολιγαρχιών. Οι σημερινές τάσεις αφύπνισης των λαών αναδύονται μέσα από τον κονιορτό που αφήνει η κατάρρευση των δυτικών ονείρων και η διάψευση των προσδοκιών για ευημερία και εργασιακή ασφάλεια, καθώς και η υποχώρηση της νομιμοποίησης του ολοένα και πιο ολιγαρχικού τρόπου άσκησης πολιτικής και ελέγχου της κοινωνίας. Έτσι, η πολιτική απάθεια, που κυριαρχεί στις σύγχρονες κοινωνίες, φαίνονται να δίνει -έστω δειλά και αμήχανα- τη θέση της στην κινητοποίηση των ανθρώπων. Φοιτητικές διαμαρτυρίες στην Ιταλία και την Αγγλία, αντι-νεοφιλελεύθερες κινητοποιήσεις την άνοιξη (2011) στο Ουσκόνσιν, δυναμικά κινήματα πλατειών στην Ισπανία, την Ελλάδα και το Ισραήλ, καταλήψεις δρόμων και συμβολικών στόχων και γενικές απεργίες σε πόλεις της Αμερικής. Σε αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και τις αραβικές εξεγέρσεις εναντίον των αυταρχικών δικτατοριών, που αν και εντάσσονται σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνιολογικό και πολιτικό πλαίσιο, γίνονται αναμφίβολα σημείο αναφοράς και σύμβολο έμπνευσης
για τους υπόλοιπους αγώνες ανά τον κόσμο.

Αυτό που έχει σημασία είναι να εξετάσουμε κατά πόσο αυτά τα κινήματα είναι απλά ξεσπάσματα ή έχουν την τάση να ριζώσουν και να αναδείξουν μια νέα κοινωνική καθημερινότητα και κυρίως κατά πόσο είναι σε θέση να δημιουργήσουν νέα χαρακτηριστικά στη μορφή πάλης και στο περιεχόμενό της. Αν από τη μία αναγνωρίζουμε ότι αυτοί οι αγώνες αφορούν ένα μειοψηφικό μόνο κομμάτι των πληθυσμών και ότι κουβαλούν μια αμηχανία και την έντονη αδυναμία να αναπτύξουν βαθιά κριτική στο υπάρχον σύστημα, από την άλλη παρατηρούμε ότι οι άνθρωποι αρχίζουν σιγά σιγά να αντιδρούν στα αδιέξοδα που «προσφέρει αφειδώς» ο καπιταλισμός και να ξεπερνούν την ίδια τους την απάθεια, προτάσσοντας έπειτα από πολύ καιρό το πνεύμα της αλληλεγγύης και της αυτοοργάνωσης.

Το ζήτημα λοιπόν είναι να δούμε αν αυτά τα κινήματα συνιστούν απλώς αιτήματα προστασίας απέναντι στις υπερβολές του νεοφιλελευθερισμού (όπως στην Ισπανία και στο Ισραήλ) ή αν εκφράζουν κάποια πραγματικά ριζοσπαστική πολιτική βλέψη. Ή, έστω, να προσπαθήσουμε να διακρίνουμε ποια από τα πολιτικά τους χαρακτηριστικά, ακόμα και μέσα σε ένα «συντηρητικό» γενικό πλαίσιο (συντηρητικό με την έννοια ότι θέλουν να συντηρήσουν έναν κόσμο που χάνεται, αυτόν του σοσιαλδημοκρατικού κεϊνσιανού καπιταλισμού), προσφέρουν κάποια δημοκρατική διέξοδο.

Από την αδράνεια στις Πλατείες

Για να μπορέσουμε να αποδώσουμε τον όρο «κίνημα» σε ορισμένες κοινωνικές διεργασίες, θα πρέπει αυτές να προτάξουν, εκτός από τον ακτιβισμό και την αγωνιστική επιμονή, τη δημιουργία ενός είδους νέας πολιτικής συγκρότησης, ενός νέου πολιτικού περιεχομένου. Είναι ακριβώς αυτή η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων που καταστούσε αδύναμες και αναποτελεσματικές τις σποραδικές κινητοποιήσεις και επέτρεπε στις ολιγαρχίες να επιβάλλουν εύκολα τα μέτρα τους. Η εμφάνιση στο πολιτικό σκηνικό του φαινομένου των «Αγανακτισμένων» προκάλεσε αμηχανία τόσο στην κοινή γνώμη όσο και στους επαγγελματίες της επανάστασης.

Χαρακτηριστική ήταν η δυσπιστία και η επιφυλακτικότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε το Σύνταγμα από μερίδα των πολιτικών χώρων της Αριστεράς και κυρίως των αναρχικών. Είναι βέβαια σε ένα βαθμό εύλογη η κριτική σε ένα νεφελώδες και ασχημάτιστο πλαίσιο έκφρασης της αγανάκτησης του κόσμου, το οποίο φάνηκε αρχικά ακίνδυνο, εύκολη λεία για τους δημοσιογράφους και τα κομματικά γραφεία που βιάστηκαν να τους εντάξουν σε ένα ελεγχόμενο κανάλι[7]. Από την άλλη, το καινούριο στοιχείο, που αποτέλεσε και τον πυρήνα γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκαν οι καθημερινές συγκεντρώσεις, ήταν η αμφισβήτηση και η άρνηση του ελεγχόμενου, μέχρι τότε από γραφειοκρατικές και κομματικές διαμεσολαβήσεις, τρόπου δράσης. Αυτό το καίριο -αν και όχι τόσο βαθιά συνειδητό- χτύπημα στις κάθε είδους πρωτοπορίες ήταν που πείραξε τους οργανωμένους πολιτικούς χώρους, που είχαν ως σήμερα τον έλεγχο των όποιων αγώνων.

Και σε αυτό δεν μπόρεσαν να απαντήσουν οι τελευταίοι παρά αρχικά με αμηχανία και στη συνέχεια με καπελωτική προσπάθεια χειραγώγησης και ποδηγέτησης του κινήματος των πλατειών[8]. Είναι επίσης βάσιμη η επιφύλαξη για το ετερόκλητο του διαμαρτυρόμενου πλήθους, αλλά είναι σίγουρα πιο αβάσιμο το να περιμένεις ιδεολογική ή πολιτική ομοιογένεια σε μια μερίδα του κόσμου που κατεβαίνει μαζικά για πρώτη φορά στους δρόμους. Το πολυσυλλεκτικό πλήθος μπόρεσε από τη δεύτερη κιόλας ημέρα να διοχετευθεί σε δύο διαύλους πολιτικής έκφρασης και συγκρότησης: το «πάνω» και το «κάτω» μέρος της πλατείας. Έτσι, η εκτόνωση με τις μούντζες και τα σεξιστικά ή γηπεδικού ύφους συνθήματα στο πρώτο κύλισε παράλληλα με τη συγκρότηση της λαϊκής συνέλευσης στο δεύτερο[9]. Προφανέστατα στο «πάνω» κομμάτι της πλατείας εκφράστηκε η απολίτικη συνιστώσα των διαμαρτυριών, η οποία απηχούσε κυρίως την κατά βάση συναισθηματική -και λιγότερο ιδεολογική- κριτική πολλών ενάντια στο «σάπιο πολιτικό κατεστημένο» σε συνδυασμό με διάφορα εθνικιστικά στοιχεία και αισθήματα πατριωτικής ομοψυχίας, που αν και δεν κατάφεραν τελικά να επικρατήσουν πολιτικά, επηρέασαν σημαντικά τον πολιτικό λόγο του κινήματος, όπως θα δούμε παρακάτω. Υπό αυτό το πρίσμα, το πολιτικό πρόσημο αποτυπώθηκε κυρίως από το κάτω μέρος της πλατείας με τις συνελεύσεις, τα ψηφίσματα και το αμεσοδημοκρατικό του στίγμα.

Το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας

Η δημιουργία των συνελεύσεων στην πλατεία Συντάγματος και η εξάπλωσή τους σε πολλούς δήμους και πολλές πόλεις στάθηκε ένα γεγονός ξαφνικό και αναπάντεχο, σε συνθήκες που για πολλούς φάνταζαν εντελώς «ανώριμες». Το γεγονός ότι απουσίαζαν παράλληλοι και πιο μόνιμοι κοινωνικοί αγώνες ή δράσεις στις γειτονιές μπορούμε να το δούμε ως την προβολή της εικόνας της απόρριψης από πολύ κόσμο των υπαρχουσών κινηματικών δομών, αλλά και της αδυναμίας του να προτάξει κάτι άλλο. Έτσι, οι μαζικές συγκεντρώσεις και οι συνελεύσεις στο κέντρο της πόλης αντί να κάνουν την εμφάνισή τους ως κορύφωση πιο αποκεντρωμένων αγώνων, προέκυψαν ακριβώς ως μια ξαφνική απάντηση και υπέρβαση αυτού του κενού. Η όλο και πιο οξύτερη κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και η γενικευμένη απονομιμοποίηση των «από πάνω» από τους «από κάτω» αποτέλεσε το εν δυνάμει πεδίο δράσης για πλειοψηφικά πλέον κομμάτια της κοινωνίας. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς κάθε συνδικαλιστική ηγεσία και κάθε αριστερή πυραμίδα και η επιταχυνόμενη κοινωνική κρίση πυροδότησαν αυτό το ξέσπασμα της άμεσης και αδιαμεσολάβητης κινητοποίησης και της μαζικής προσπάθειας για δημιουργία νέων συλλογικοτήτων.

Από τις πρώτες συγκεντρώσεις αναπτύχθηκε μια νέου είδους άμεση επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων που κατέβαιναν στην πλατεία. Η άρνηση της θεσμισμένης πραγματικότητας μετουσιώθηκε σε θεσμίζουσα δημιουργική θετικότητα προς κάτι καινούριο. Αυτή η ανάγκη μετέτρεψε σχεδόν άμεσα τα πηγαδάκια στη λαϊκή συνέλευση[10], η οποία ανοίχθηκε, θεσμίστηκε, προσπάθησε να αναπτύξει πολιτικό λόγο. Η πλατεία Συντάγματος, αν κάπου ξεπέρασε τις υπόλοιπες ανά τον κόσμο αντίστοιχες κινητοποιήσεις, αν προχώρησε σε κάτι ουσιαστικά καινοφανές, αυτό ήταν ότι υιοθέτησε το σύνθημα, το ψήφισμα (ή και σε μικρό βαθμό το όραμα) για την άμεση δημοκρατία[11]. Μπορεί να το έπραξε με προβληματικό τρόπο ή σε ελλειπή και επιφανειακή βάση -εξού και ορισμένα όριά της ως κίνημα-, αλλά έκανε μια σοβαρή προσπάθεια να το βιώσει, να το δοκιμάσει, να το διαδώσει σε όλη τη χώρα. Η πολιτική πράξη (και όχι η απλή εικόνα) της κατάληψης της κεντρικής πλατείας και η διακήρυξη της αμφισβήτησης του κοινοβουλευτισμού, μπροστά στο ίδιο το κοινοβούλιο, αποτελούν ένα συμβολισμό που ξεπερνά κάθε θεωρητικό πλαίσιο και κάθε πλατφόρμα λαϊκών αιτημάτων προς την εξουσία Η διάθεση των ανθρώπων να κάνουν κάτι τώρα, να δημιουργήσουν τις δικές τους συνθήκες για αγώνα, να πάρουν τις ζωές στα χέρια τους, εκφράστηκε με ένα πρωτόγνωρο πάθος να θεσμίσουν νέες μορφές συνεύρεσης. Από τη δική τους δημιουργική ικανότητα και φαντασία ξεπήδησαν οι ανοιχτές ομάδες εργασίας, οι θεματικές συνελεύσεις, η αυτοοργάνωση στη σίτιση και την ιατρική περίθαλψη. Όλο αυτό το δίκτυο σε ένα βαθμό κατάφερε να αναπτύξει αλληλεγγύη και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για αυτόνομη συλλογική δράση. Ωστόσο αρκετές φορές βρέθηκε μπροστά στο γραφειοκρατικό τοίχο αριστερών οργανώσεων που προσπάθησαν, αρκετές φορές πετυχημένα, να καπελώσουν και να κατευθύνουν τις ομάδες και τη συνέλευση. Παράλληλα, εμφανίστηκε μια αδυναμία να κατανοηθεί από τον κόσμο η συμμετοχή του στις ομάδες σε ένα πλαίσιο κυκλικότητας και εναλλαγής καθηκόντων, πράγμα που οδήγησε ορισμένες φορές σε μια «εκ των έσω» γραφειοκρατικοποίηση[12].

Οι επίμονα μαζικές λαϊκές συνελεύσεις ανέδειξαν τη μοναδική ομορφιά της ελεύθερης έκφρασης, του ζωντανού και αδιαμεσολάβητου διαλόγου, της δημοκρατικής διαβούλευσης, της ισηγορίας, της κλήρωσης των ομιλητών[13]. Μικρά παιδιά, γέροντες, γυναίκες και άνδρες μίλησαν ισότιμα, εκφράστηκαν, γκρίνιαξαν, έβρισαν, γοήτευσαν και γοητεύτηκαν. Η δημιουργικότητα των ανθρώπων μετουσιώθηκε σε ένα ζωντανό πολιτικό σώμα, στη θέσμιση μιας νέας μορφής συντροφικότητας και πολιτικής επικοινωνίας, ενός νέου είδους δημοκρατικής πολιτικοποίησης. Ασφαλώς ένα τέτοιο ποιοτικό άλμα συνάντησε σημαντικά εμπόδια, αφού αρκετές ήταν οι φορές που στις συνελεύσεις επικράτησε άλλοτε μια εργαλειακότητα των διαδικασιών και μια χειραγώγησή τους από πολιτικές οργανώσεις και άλλοτε μια τάση ομαδικής ψυχοθεραπείας και αυτοαναφορικότητας[14]. Επιπλέον αναδύθηκε μια δυσκολία για το σώμα να αποδείξει ότι είναι συνεπές με τις αποφάσεις του[15]. Ο καταιγισμός ιδεών, απόψεων και προτάσεων δε συνοδεύτηκε από μια αντίστοιχης ποιότητας οργανωτικότητα και αποτελεσματικότητα στην κινηματική δράση με αποκορύφωμα το απεργιακό διήμερο στις 28 και 29 του Ιούνη, όπου ο αποκλεισμός του κοινοβουλίου δεν προσέλκυσε παρά ελάχιστη από την προηγούμενη μαζικότητα των συμμετεχόντων στις συνελεύσεις. Όπως αναφέρει ο Β. Χριστοδούλου: «η αλήθεια είναι πως ένα “συνελευσιακό καθεστώς” από μόνο του δεν μπορεί να λύσει τίποτε. Η προσφορά του έγκειται στο ότι μπορεί να θέσει έναν στόχο, ώστε οι άνθρωποι να μην πέφτουν σε σύγχυση και να γνωρίζουν πoιά πρέπει να είναι τα πραγματικά και ουσιαστικά αιτήματά τους. Δεν φτάνει μόνο το να αποφασίζει κανείς τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει, αλλά χρειάζεται να παρθούν αποφάσεις σχετικά με το πώς θα γίνει κάτι καθώς και το πότε.

Οι συνελεύσεις περιορίζονται στο πρώτο ερώτημα και αρκετές φορές, όχι πάντα, στο δεύτερο. Το τρίτο ερώτημα δηλαδή το πότε θα τεθούν σε εφαρμογή αυτά που έχουν αποφασιστεί δεν απαντάται σχεδόν ποτέ. Tο ζήτημα της “άμεσης δημοκρατίας” καθεαυτό δεν έχει βγει προς τα έξω, ως κύριο αίτημα του κινήματος. Παρόλα αυτά όμως, μας δίνειένα νέο πεδίο πειραματισμού πάνω στο οποίο πρέπει να σταθούμε»[16]. Η εξεγερτική δύναμη του Συντάγματος μεταδόθηκε γρήγορα σε πολλές γειτονιές και σε δήμους στην επαρχία, δηλαδή σε χώρους που μπορούν να αποτελέσουν το χώρο και το πεδίο μιας τακτικής (αν όχι καθημερινής), συλλογικής συνεύρεσης και άσκησης πολιτικής από τα κάτω. Όμως, πλην εξαιρέσεων, οι προσπάθειες αυτές δεν ευδοκίμησαν στο χρόνο και απομαζικοποιήθηκαν. Αυτό που επικράτησε ήταν η αδυναμία των ανθρώπων να συσπειρωθούν γύρω από νέες διεργασίες, παραμένοντας, αντίθετα, είτε προσκολλημένοι στη λογική της ανάθεσης στους ειδικούς για τη λύση των προβλημάτων τους, είτε αρκούμενοι, στην καλύτερη περίπτωση, στην απλή διαμαρτυρία και την διεκδίκηση αιτημάτων.

Άμεση δημοκρατία και οικονομική ισότητα

Το βασικότερο, ωστόσο, μειονέκτημα του κινήματος ήταν πως δεν κατάφερε να προωθήσει το αίτημα της δημιουργίας αμεσοδημοκρατικών θεσμών πέρα από το καθεαυτό πολιτικό επίπεδο. Ενώ, πολύ σωστά, στο πολιτικό πεδίο υπήρξε αντιπαράθεση με τις αριστερές γραφειοκρατίες που ήθελαν να περάσουν ως γραμμή το αίτημα για διενέργεια «εκλογών που θα βγάλουν μια κυβέρνηση που θα πάρει πίσω το Μνημόνιο», στο οικονομικό πεδίο μόνο ελάχιστες φωνές αντιπαρατέθηκαν στην κυρίαρχη σοσιαλδημοκρατική και πατριωτική ατζέντα της αριστεράς. Αντί να τεθεί ευθύς εξ αρχής το ζήτημα της αυτοοργάνωσης μέσα στους χώρους δουλειάς, το κίνημα περιορίστηκε σε οικονομικά αιτήματα (διαγραφή του χρέους, έξοδος από την κηδεμονία της Τρόικας κ.λπ.) που δεν αμφισβητούσαν ούτε στο ελάχιστο τη δομή της σύγχρονης οικονομίας, όπως επίσης, βέβαια, και τις θεμελιωδώς ιεραρχικές σχέσεις στις οποίες βασίζεται και τις οποίες αναπαράγει. Η μόνη κίνηση που έγινε ως προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η καταγγελία των γραφειοκρατικών συνδικάτων, η οποία, πολύ σωστά, τα έθεσε στο ίδιο επίπεδο με τα κόμματα: κι όπως αυτά τα τελευταία κηρύχθηκαν ανεπιθύμητα, ως κομμάτι του πολιτικού συστήματος ενάντια στο οποίο ορθώθηκε το κίνημα, έτσι και τα πρώτα θεωρήθηκαν ως μια ακόμα προέκταση αυτού του γραφειοκρατικού οικοδομήματος, η οποία θα έθετε σε κίνδυνο τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων.

Όσον αφορά ορισμένες απόπειρες είτε κατάληψης των εργασιακών χώρων (όπως στη Δωδώνη) είτε αυτοδιαχείρισης κάποιων επιχειρήσεων που πτώχευσαν (όπως τα Applebee’s στη Θεσσαλονίκη), αυτές λειτούργησαν μόνο προσωρινά, και κατ’ επέκταση συμβολικά. Δεν παρατηρήθηκε κανένα φαινόμενο παραπλήσιο με αυτό της Αργεντινής, όπου η λαϊκή εξέγερση του 2001 συνοδεύτηκε από ένα κύμα καταλήψεων σε εργοστάσια και επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες συνέχισαν τη λειτουργία αυτών των μονάδων για αρκετό καιρό μετά το τέλος των κινητοποιήσεων. Φυσικά εδώ δεν κατηγορούμε το κίνημα των πλατειών ως υπεύθυνο για αυτή την έλλειψη: η ίδια η ελληνική κοινωνία δε γέννησε κάτι ανάλογο, οπότε είναι λογικό ένα μειοψηφικό κίνημα όπως αυτό των πλατειών να μην καταφέρει να προκαλέσει από μόνο του μια τέτοια δυναμική. Ωστόσο -και αυτό είναι το σημείο που θέλουμε να τονίσουμε- το κίνημα δεν κατάφερε να προβάλλει, έστω ως σύνθημα, τέτοιου είδους διεκδικήσεις.

Αυτή η έλλειψη αντικατοπτρίζει, φυσικά, τη δομή της ελληνικής οι κονομίας, η οποία αποτελείται, στο μεγαλύτερο μέρος της, από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, εφόσον, παραδοσιακά, η περιορισμένη ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα δεν είχε επιτρέψει τη γενίκευση της μισθωτής σχέσης. Όχι, φυσικά, ότι η ύπαρξη κάποιων υλικών ή οικονομικών προϋποθέσεων οδηγεί αναγκαστικά στη Χ ή Ψ κοινωνική συμπεριφορά· ωστόσο το φαντασιακό της κοινωνίας διαμορφώνεται σε ουσιαστικό βαθμό από τους εκάστοτε υπάρχοντες θεσμούς και τις κοινωνικές δομές ή σχέσεις (στων οποίων, φυσικά, τη δημιουργία έχει το ίδιο συντελέσει). Αυτό σημαίνει ότι, στην ελληνική περίπτωση, κυριαρχεί η λογική του αυτοαπασχολούμενου μικροϊδιοκτήτη, η οποία, ως τέτοια, δυσχεραίνει μια οπτική της κοινωνίας με όρους κοινωνικών ιεραρχιών και ταξικών διαιρέσεων. Σα να υπάρχει, με άλλα λόγια, η αίσθηση ότι όλοι είμαστε, λίγο πολύ, ίσοι, μια μεγάλη μεσαία τάξη, με την εξαίρεση ορισμένων πολύ πλούσιων οικογενειών, στην κορυφή της ιεραρχίας, και λίγων φτωχών στον πάτο της (συνταξιούχοι, μετανάστες, λούμπεν κ.λπ.). Αν αναλογιστούμε, άλλωστε, ότι η κρίση χτυπάει σήμερα σε ουσιαστικό βαθμό και την τάξη των αυτοαπασχολούμενων (εφόσον πέφτει η αγοραστική δύναμη του κόσμου, περιορίζεται η κατανάλωση και πολλές μικρές επιχειρήσεις κλείνουν), πολλοί από τους συμμετέχοντες στο «αντιμνημονιακό» μπλοκ είναι φορείς μιας τέτοιας νοοτροπίας, η οποία κοιτά κυρίως να προστατευτεί από τα δεινά της κρίσης και διόλου δεν εμφορείται από κάποιο ριζοσπαστικό πρόταγμα ισότητας και μετασχηματισμού των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων.

Πέραν όμως αυτών των «αντικειμενικών» παραγόντων, η πολιτική δυσχέρεια την οποία προσπαθούμε να περιγράψουμε σε αυτό το κομμάτι, έχει και ορισμένες καθαρά «υποκειμενικές» αιτίες, οι οποίες άπτονται της ιδεολογικής συγκρότησης πολλών συμμετεχόντων και συμμετεχουσών στο κίνημα. Πρόκειται για μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική λογική, η οποία θεωρούμε πως έπαιξε πολύ βασικό ρόλο στη διαμόρφωση του κινήματος, όχι μόνο σε ό,τι αφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά και σε ό,τι έχει να κάνει με τη γενικότερή του αντίληψη και το πρόταγμά του.

Η συντηρητική πλευρά του κινήματος: μεταξύ παρτικουλαρισμού και εθνικισμού

Αυτή η ιδεολογία μπορεί να ειδωθεί ως μια συστηματοποιημένη μορφή των ετερόνομων πλευρών του κινήματος των πλατειών. Είναι πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι, μετά το Δεκέμβριο του 2008, η αριστερά είναι σταθερά απούσα από όλες τις σημαντικές κινητοποιήσεις: ό,τι πραγματικά ελπιδοφόρο συνέβη, σε κινηματικό επίπεδο, έλαβε χώρα είτε εν αγνοία της είτε σε αντίθεση με τη γραμμή της (απεργία πείνας των 300 μεταναστών, κίνημα των πλατειών κ.λπ.). Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που στην προσπάθειά της να ακολουθήσει της εξελίξεις, η αριστερά υιοθετεί τις πιο συντηρητικές πλευρές των κινητοποιήσεων (όταν δεν ορθώνεται ανοιχτά εναντίον τους, όπως στην περίπτωση της συστράτευσης με το Κράτος, τα ΜΜΕ και το ΚΚΕ στις 20/10[20]).

Στην προκείμενη περίπτωση, η σοσιαλδημοκρατική και εαμικού τύπου προσέγγιση της αριστεράς, αναπαράγει έναν από τους πιο θεμελιώδεις κοινούς τόπους της πολιτικής κουλτούρας της νεότερης Ελλάδας. Ας κάνουμε όμως μια μικρή παρέκβαση, απαραίτητη για την κατανόηση του συλλογισμού μας. Ένα πράγμα που εκ πρώτης όψεως ίσως να μας ξαφνιάζει, είναι η αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας να συγκροτηθεί σε έθνος, με την πολιτική έννοια του όρου, προκειμένου να εξεγερθεί ενάντια σε αυτό που -ακόμα και στα πλαίσια του πολύ διαδεδομένου αντιμνημονιακού πατριωτισμού- αντιλαμβάνεται ως «προδοσία» κα «υποδούλωση της χώρας», όπως επίσης βέβαια – κυρίως θα λέγαμε εμείς- και ενάντια στη ραγδαία πτώση του επιπέδου ζωής και την εξαφάνιση κάθε μελλοντικής προοπτικής. Μέχρι τώρα δεν έχουμε δει τίποτε ανάλογο με αυτό που συνέβη στην Αργεντινή, πριν από δέκα χρόνια, ή, πολύ πιο κοντά σε εμάς, με ό,τι συνέβη στην Τυνησία και συμβαίνει ακόμα στην Αίγυπτο. Οι όποιες αντιδράσεις είναι αποσπασματικές και περιορισμένες και αυτός είναι άλλωστε κι ένας από τους λόγους που μπορεί να εξηγήσει ορισμένες από τις αδυναμίες του κινήματος των πλατειών. Για το νεοελληνικό φαντασιακό, αυτό που προέχει δεν είναι η υποχρέωση απέναντι στο κράτος, αλλά η υποχρέωση απέναντι στην τοπική κοινότητα, την οικογένεια (με τη διευρυμένη έννοια), στον «κλάδο» κ.λπ. Τα αιτήματα δεν τίθενται σχεδόν ποτέ με όρους καθολικότητας, ακόμα κι αν δεν αφορούν απαραίτητα μόνο την επιβίωση κάποιου ιδιαίτερου κλάδου. Το πολιτικό ή το ταξικό παραγκωνίζεται από το κλαδικό και το τοπικιστικό.

Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην Ελλάδα δεν έχει ακόμα καταφέρει να δημιουργηθεί έθνος με την έννοια της πόλεως. Κατά κάποιον τρόπο έχουμε περάσει κατευθείαν στην καθαρά ετερόνομη εκδοχή του έθνους, αυτή του έθνους-αυτοκρατορίας: λόγω των επιρροών του βυζαντινού μας παρελθόντος, η αντίληψη για το έθνος έχει περισσότερο τη μεγαλοϊδεατική μορφή ενός προτάγματος κατάκτησης των χαμένων πατρίδων. Το έθνος δεν παρουσιάζεται ως μια αυτοκυβερνώμενη κοινότητα, η οποία εξεγείρεται ενάντια στην αυθαιρεσία του μονάρχη, προκειμένου να αναλάβει το ίδιο την διακυβέρνηση της χώρας, όπως συνέβη, χονδρικά, στην Ευρώπη αλλά και στην Αμερική, κατά τις λεγόμενες «αστικές» επαναστάσεις του 18 ου αιώνα. Στην Ελλάδα έθνος με αυτή την έννοια δεν υπήρξε, εφόσον η κοινωνία εμφορούνταν περισσότερο από ένα τοπικιστικό φαντασιακό (οι άνθρωποι ένιωθαν πρώτα από όλα Μανιάτες, Κρητικοί, Σουλιώτες κ.λπ. παρά Έλληνες), το οποίο ενδιαφερόταν βασικά για την επιβίωση της οικογένειας και της φατριάς και όχι του έθνους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, υπό αυτή την έννοια, που κάποιοι έλληνες διανοούμενοι του 18 ου αιώνα (όπως ο Κοραής και ο Ι. Κοκκώνης) θεωρούσαν ότι ένα σύγχρονο ελληνικό κράτος θα έπρεπε να έχει μάλλον ομοσπονδιακή παρά συγκεντρωτική μορφή[21]. Ήξεραν ότι το τοπικιστικό στοιχείο ήταν κυρίαρχο, πράγμα που επιβεβαιώθηκε και κατά την Επανάσταση του ’21[22].

Επόμενο είναι, μέσα σε αυτά τα πλαίσια, να καταστεί εξαιρετικά δύσκολη κάθε προσπάθεια εθνικής ενοποίησης με όρους πολιτικής κοινότητας, όπως συνέβη σε άλλες δυτικές χώρες. Σύμφωνα, π.χ., με δύο ιστορικούς της Γαλλικής Επανάστασης, κατά το 1790, «Η Ομοσπονδία, από μέσο υλικό, γίνεται σκοπός: είναι η επιβεβαίωση ότι ένα έθνος έχει γεννηθεί, με πολίτες που καμία τοπική ή επαρχιακή ιδιαιτερότητα δεν μπορεί να χωρίσει. Ας ακούσουμε τους ομόσπονδους εκείνους που […] εκπροσωπούν τη Βρετάνη και το Ανζού: “δηλώνουμε επίσημα ότι μη όντας ούτε Βρετόνοι ούτε Ανδεγανοί, αλλά Γάλλοι και πολίτες της ίδιας επικράτειας, παραιτούμαστε από όλα τα τοπικά και ειδικά προνόμιά μας, και τα απαρνούμαστε ως αντισυνταγματικά. Θεωρούμε τον εαυτό μας ευτυχή και περήφανο που είμαστε ελεύθεροι”»[23]. Ποτέ μια τέτοια νοοτροπία δεν έγινε κυρίαρχη στην Ελλάδα, όπου η εξυπηρέτηση του άμεσου, τοπικού, κλαδικού συμφέροντος προείχε κάθε άλλης παραμέτρου. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, ο «ελληνισμός» όχι μόνο δεν έχει να επιδείξει κάποια «αντιστασιακή υφή», όπως έλεγε ο αριστερός εθνικιστής ιστορικός, Ν. Σβορώνος[24], αλλά, όλως αντιθέτως, οδηγούσε σε διαρκείς συμβιβασμούς και αλισβερίσια διάφορων ομάδων με τον ξένο παράγοντα και τις Μεγάλες Δυνάμεις, ήδη από την εποχή του 1821 και τα περίφημα «κόμματα» (αγγλικό, γαλλικό και ρωσικό).

Αυτή η κατάσταση απλώς επιδείνωσε την αντικειμενική συνθήκη κατά την οποία το νεότερο ελληνικό κράτος υπήρξε σχεδόν αδιαλείπτως ένα «προτεκτοράτο» των μεγάλων δυνάμεων, άλλοτε έμμεσα και άλλοτε ανοιχτά. Στο μεταξύ, μετά την ολοκλήρωση της επανάκτησης των πιο κοντινών «χαμένων πατρίδων» (Επτάνησα, Θεσσαλία, Κρήτη, Μακεδονία κ.λπ.), το μεγαλοϊδεατικό φαντασιακό έπαψε να εμπνέει τις μάζες. Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι σταδιακά άρχισε να αναδύεται μια νέα μορφή εθνικισμού-πατριωτισμού. Αυτό το νέο πατριωτικό φαντασιακό, που γρήγορα η αριστερά το προσεταιρίστηκε ως προοδευτικό (εφόσον ταίριαζε με τη λενινιστική ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό και τη σημασία των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων των υποανάπτυκτων χωρών), συνιστά μια, κατά κάποιον τρόπο, εκ των υστέρων προσπάθεια να συσταθεί το έθνος με την προοδευτική μορφή του 18ου αιώνα, ως ένα είδος πολιτικής κοινότητας, η οποία συσπειρώνεται για να παλέψει ενάντια στον ξένο κατακτητή και τους εντολοδόχους του. Αυτή η πατριωτική κουλτούρα, που εμπεδώνεται οριστικά στη νεοελληνική συνείδηση με την Εθνική Αντίσταση και το ΕΑΜ, θα αποτελέσει τη μορφή που θα έχει για το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου η έννοια «αριστερά»: οι αναφορές στην πάλη των τάξεων, το σοσιαλισμό, την ισότητα κ.λπ. ξεχνιούνται και αυτό που παρουσιάζεται ως προοδευτική πολιτική είναι πλέον ένας αντιαμερικανικός πατριωτισμός. Κάθε, σχεδόν, μεγάλο πολιτικό γεγονός της νεότερης ιστορίας γίνεται αντιληπτό κάτω από αυτό το πρίσμα, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το Πολυτεχνείο. Έτσι, κάθε φορά που η κοινωνία, ή, έστω, κάποια κομμάτια της, προσπαθούν να κινητοποιηθούν πολιτικά, έστω και σε επίπεδο στοιχειώδες (κατά τα Ιουλιανά, το Πολυτεχνείο κ.λπ.), οι κινητοποιήσεις παίρνουν πάντοτε έναν τέτοιο πατριωτικό-«αντιιμπεριαλιστικό» χαρακτήρα και βιώνονται ως μορφή αντίδρασης στον ξένο παράγοντα και τους εδώ υποτακτικούς του. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, το είδος του πολιτικού φαντασιακού που μπορεί να γεννηθεί είναι αυτό ενός ιδιόμορφου «αστικού» ή «ρεπουμπλικανικού» πατριωτισμού, κατά τον οποίο όλο το έθνος πρέπει να ενωθεί προκειμένου να καταστήσει τη χώρα εθνικά ανεξάρτητη και κυρίαρχη, εφόσον αυτό είναι το πρώτο βήμα προς τη «δημοκρατία»[25].

Αυτή η ιδέα της «παλλαϊκής ενότητας» όμως αφήνει ελάχιστο χώρο για την προώθηση μιας ανάλυσης με όρους κοινωνικών διαχωρισμών, ιεραρχιών και ανισοτήτων. Ο μόνος κοινωνικός διαχωρισμός που μπορεί να υπάρξει μέσα σε αυτό το σχήμα ανάλυσης είναι αυτός ανάμεσα στη μεγάλη μάζα του (κοινωνικά ομοιογενούς) πληθυσμού, από τη μια πλευρά, και της μικρής δράκας των Κουίσλινγκ (οι «προδότες πολιτικοί» κ.λπ.), από την άλλη πλευρά, δηλαδή των εντολοδόχων των ξένων ιμπεριαλιστών. Αυτή η ιδεολογία, που δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον καθεαυτό εθνικισμό -ή, έστω, με τις ακροδεξιές εκδοχές του (γι’ αυτό κι εμείς χρησιμοποιούμε τον όρο «πατριωτισμός»)-, αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, το πολιτικό DNA του Έλληνα και γι’ αυτό αναδύεται με κάθε ευκαιρία. Είναι σαν η Ελλάδα να μην έχει περάσει από το «στάδιο» των αστικών επαναστάσεων -για να το θέσουμε με μαρξιστικούς όρους-, με αποτέλεσμα να προσπαθεί κάθε φορά να το πετύχει. Η διάδοση του αντιμνημονιακού πατριωτισμού, που επηρέασε ακόμα και την πιο δημοκρατική συνιστώσα του κινήματος των πλατειών, είναι έκφραση αυτής της βαθειάς τάσης, που δίνει έμφαση στην παλλαϊκή ενότητα και στην αντίσταση σε μια υποτιθέμενα απομονωμένη και αποκομμένη από την κοινωνία κλίκα ξενόφερτων εξουσιαστών[26].

Και με αυτή την έννοια το κίνημα των πλατειών δείχνει τη δυσκολία της ανάδυσης μιας πραγματικά ριζοσπαστικής πολιτικής συνείδησης στην Ελλάδα: από τη μια μεριά το τοπικιστικό ή συντεχνιακό πνεύμα κι από την άλλη η μόνη προσπάθεια υπέρβασής του να είναι ο αστικός πατριωτισμός, του οποίου εθνικιστικό κακέκτυπο είναι η Σπίθα, το πάνω μέρος της πλατείας Συντάγματος, οι «300 Έλληνες» και όλα τα ανάλογα φαιδρά φαινόμενα.

Ξεσηκωμός και επανάσταση: αστικός πατριωτισμός και άμεση δημοκρατία

Ένας όμως από τους λόγους για τους οποίους αυτό το πατριωτικό/«ρεπουμπλικανικό» στοιχείο απέκτησε τέτοια σημασία ήταν και το πολιτικό μοντέλο που είχε κατά νου το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων στο κίνημα. Η ιδέα της κατάληψης των κεντρικών πλατειών κάθε πόλης, ως μέσο αγώνα, συνιστά ξεκάθαρη επιρροή από τον αιγυπτιακό ξεσηκωμό και το ρόλο που έπαιξε κατά τη διάρκειά του η κατάληψη της πλατείας Ταχρίρ του Καΐρου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, πολύ πριν καταληφθεί η Πουέρτα ντελ Σολ της Μαδρίτης, η ιδέα της κατάληψης της πλατείας Συνάγματος με σκοπό «να κάνουμε τη δική μας πλατεία Ταχρίρ» είχε πέσει και από διάφορες πολιτικές οργανώσεις και συλλογικότητες και στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της πορείας της 23ης Φεβρουαρίου (2012). Αυτή η επιλογή, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαντάζει πολιτικά «αθώα» -ως μια κίνηση περισσότερο συμβολικής φύσης-, στην πραγματικότητα συνιστά ενσάρκωση μιας πολύ συγκεκριμένης πολιτικής λογικής, ασχέτως του αν αυτή η τελευταία δεν είναι πάντοντε σαφής και κατανοητή στους φορείς της.Πρέπει να γίνει σαφές, απέναντι στον ερμηνευτικό μηδενισμό που κυριαρχεί σήμερα στους «επαναστατικούς» κύκλους, ότι είναι αναγκαία η διάκριση ανάμεσα σε αυτά που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως «ξεσηκωμούς» ή «εξεγέρσεις» και σε αυτό που παραδοσιακά αποκαλείται «επανάσταση». Χονδρικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η διαφορά μεταξύ των δύο έγκειται στο εξής: σε αντίθεση με μια εξέγερση ή έναν ξεσηκωμό –οι οποίες έχουν περισσότερο τη μορφή ενός ξεσπάσματος και ως στόχο ή απαίτηση τη φιλελευθεροποίηση ενός δικτατορικού ή θεοκρατικού καθεστώτος-, μια επανάσταση χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια δημιουργίας νέων, δημοκρατικών οργάνων αγώνα (αρχικά) και εξουσίας (στη συνέχεια), στα πλαίσια μιας λίγο πολύ σαφούς προσπάθειας να αντικατασταθεί το υπάρχον σύστημα από ένα νέο μοντέλο κοινωνίας που θα αποτελείται από δημοκρατικούς θεσμούς (λαϊκές συνελεύσεις, αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις κ.λπ.).

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ένα κίνημα κυρίως «αρνητικής» φύσης, το οποίο ενδιαφέρεται βασικά να αντισταθεί σε μια απολυταρχική εξουσία, απαιτώντας, σε άλλες περιπτώσεις, τη φιλελευθεροποίησή της (όπως συνέβη στο Ιράν πριν από δύο χρόνια και στις αραβικές εξεγέρσεις του 2011). Στην περίπτωση των επαναστάσεων, από την άλλη πλευρά, τίθεται ανοιχτά το ζήτημα που αποτελεί τον πυρήνα της πολιτικής, και το οποίο συνιστά την καθεαυτό «θετική» της διάσταση: τι είδους κοινωνία θέλουμε; Τι είδους θεσμούς επιθυμούμε να δημιουργήσουμε, για να αντικαταστήσουμε το υπάρχον σύστημα; Σε αυτή την περίπτωση το ουσιαστικό διακύβευμα δεν είναι η φιλελευθεροποίηση ενός αυταρχικού καθεστώτος, αλλά η δημιουργία δημοκρατικών θεσμών που θα θέσουν τις βάσεις μιας αναθέσμισης της κοινωνίας. Αν επιμένουμε τόσο πολύ σε αυτή τη διάκριση, η οποία ενδεχομένως να φαντάζει λίγο σχολαστική[27], είναι επειδή τα πολιτικά διακυβεύματα που τίθενται σε καθεμία από τις δύο περιπτώσεις κοινωνικών ξεσηκωμών είναι αρκετά διαφορετικά. Κι αυτό αφορά τόσο το καθαρά πρακτικό επίπεδο (επιλογή των μέσων και των μορφών αγώνα κ.λπ.) όσο και το θεωρητικό ή «ιδεολογικό» επίπεδο (κατάρτιση των αιτημάτων, καθορισμός των στόχων του κινήματος κ.λπ.). Το γεγονός ότι στην Ελλάδα (όπως και στην Ευρώπη άλλωστε) δεν είχε υπάρξει ιδιαίτερη πολιτική ανάλυση των αραβικών εξεγέρσεων, είχε στο μεταξύ καταστήσει αυτονόητη την ιδέα ότι τα προβλήματα της ελληνικής περίπτωσης είναι της ίδιας φύσης με αυτά της Αιγύπτου και ότι, ως εκ τούτου, τα μέσα πάλης θα έπρεπε να είναι τα ίδια και στις δύο περιπτώσεις.

Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. Στην Ελλάδα δεν έχουμε να ανατρέψουμε ένα αυταρχικό και απολυταρχικό καθεστώς, με σκοπό να εγκαθιδρύσουμε ένα Κράτος δικαίου και ένα φιλελεύθερο, κοινοβουλευτικό σύστημα. Σε γενικές γραμμές αυτό υπάρχει και το όλο ζήτημα είναι να ανατραπεί και να αντικατασταθεί από θεσμούς δημοκρατικούς και αυτόνομους. Η επιμονή με την οποία αναπαράγεται η ιδέα ότι σήμερα στην Ελλάδα έχουμε ένα είδος χούντας είναι, υπό αυτή την έννοια, προϊόν πιο πολύ αυτής της ιδεολογικής σύγχυσης -όπως φυσικά και της εντελώς κατανοητής αγανάκτησης απέναντι στην κυβέρνηση και τους εντολείς της- παρά συνέπεια ψύχραιμης ανάλυσης της πραγματικότητας[28]. Όχι ότι «οι αγορές» δεν ασκούν, όντως, ένα είδος δικτατορίας, ούτε ότι παρεμβάσεις τύπου Τρόικας δεν καταπατούν ανοιχτά βασικές πτυχές του συνταγματικού καθεστώτος των χωρών που τις υφίστανται. Αυτό όμως δεν είναι δικτατορία, αν θέλουμε να μιλάμε σωστά και να μη χανόμαστε σε ρητορικές υπερβολές. Μπορεί να μας κυβερνά ένας τραπεζίτης και οι βασικές οικονομικές αποφάσεις να λαμβάνονται στα γραφεία της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, ωστόσο, στο επίπεδο των πολιτικών ελευθεριών δεν υπάρχει καμία σύγκριση με καθεστώτα τύπου Τυνησίας, Αιγύπτου, Ιράν: δεν έχουμε αστυνομικό κράτος, το στρατό στους δρόμους να δολοφονεί διαδηλωτές, δεν έχουμε βασανιστήρια, λογοκρισία, απαγόρευση των συναθροίσεων κ.λπ.

Το σύνθημα «η Χούντα δεν τελείωσε το ‘73» αναπαράγει σε ένα επίπεδο το βασικό μύθο της αντι-αυταρχικής και ουσιαστικά φιλελεύθερης αντίληψης: η ιδέα που περνά, είναι ότι η πολιτική είναι κυρίως ένα μέσο πίεσης, ή ένα είδος στιγμιαίου ξεσηκωμού με σκοπό την εκδίωξη ενός δικτάτορα, κι όχι μια διαδικασία διαρκούς συμμετοχής σε δημοκρατικές μορφές άσκησης της εξουσίας η οποία, ως τέτοια, προϋποθέτει, φυσικά, τη δημιουργία τέτοιων δημοκρατικών θεσμών αγώνα (αρχικά) και εξουσίας (στη συνέχεια). Γι’ αυτό δεν τίθεται και το ζήτημα της αυτό-οργάνωσης μέσα στην παραγωγή και περιοριζόμαστε σε σοσιαλδημοκρατικά αιτήματα και απόψεις. Σαν το μόνο πράγμα που μπορεί να μας κάνει να πολιτικοποιηθούμε και να αντιδράσουμε μέσα σε ένα καθεστώς φιλελεύθερου καπιταλισμού (έστω ελληνικού τύπου) να ήταν οι υπερβολές και οι ακρότητες αυτού του συστήματος (τα έκτακτα μέτρα λιτότητας, οι ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές κ.λπ.) και ποτέ αυτό το ίδιο το σύστημα και η λογική του. Βλέπουμε εδώ, πώς η φιλελεύθερη ιδέα του αντι-αυταρχικού αγώνα δένει απόλυτα με τη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη, που παρουσιάζεται ως ένας αντίστοιχος αγώνας ενάντια στη «δικτατορία των αγορών»: η περίφημη αυθαιρεσία της εξουσίας, ενάντια στην οποία ορθώθηκε, ιστορικά, ο φιλελευθερισμός και ο ρεπουμπλικανικός πατριωτισμός, στην περίπτωση της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας παίρνει τη μορφή της αυθαιρεσίας των εντελώς ανεξέλεγκτων αγορών.

Αυτή η αντι-αυταρχική, ρεπουμπλικανική λογική αντικατοπτρίζεται με τον καλύτερο τρόπο στο περίφημο σύνθημα του αμερικανικού κινήματος, «είμαστε το 99%». Φυσικά η αξία ενός συνθήματος δεν κρίνεται τόσο από το κατά πόσο ανταποκρίνεται πιστά στην πραγματικότητα (διότι, με αυτή τη λογική το σύνθημα του Μάη του ’68 «CRS SS» θα ήταν εντελώς απαράδεκτο, δεδομένου ότι κάποιοι μέσα από τα CRS, τα γαλλικά ΜΑΤ, είχαν πολεμήσει ενάντια στους ναζί κατά τον Β’ Π. Πόλεμο), όσο από την ικανότητά του να συσπειρώνει τον κόσμο και να βοηθά στην ανάπτυξη ενός κινήματος. Ωστόσο, στα πλαίσια της ανάλυσης που επιχειρούμε, το συγκεκριμένο σύνθημα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της λογικής που περιγράφουμε: η κοινωνία παρουσιάζεται ταξικά αδιαφοροποίητη, εφόσον όλος ο κόσμος παρουσιάζεται έτοιμος να στραφεί ενάντια σε ένα απειροελάχιστο «1%» που υποτίθεται ότι εξουσιάζει όλη την υπόλοιπη κοινωνία.

Πώς όμως είναι δυνατό αυτό το ελάχιστο ποσοστό -που δεν αρκεί καλά καλά για να περιγράψει ούτε τα ανώτερα κλιμάκια της άρχουσας ολιγαρχίας- να κυριαρχεί το υπόλοιπο 99%, αν δεν υπάρχουν δομές που του επιτρέπουν να το κάνει, αν ένα σημαντικό κομμάτι του 99% δεν έχει λόγους να υποστηρίζει το υπάρχον σύστημα, να συνεχίζει να πιστεύει στις κεντρικές του σημασίες και τις υποσχέσεις που αυτό δίνει κ.λπ.; Όπως το είδαμε και πιο πάνω, αυτή η θεωρία για το 99% απέτρεψε το άνοιγμα μιας συζήτησης βασισμένης σε ερωτήματα περισσότερο «πολιτιστικού» χαρακτήρα, εφόσον ο πληθυσμός θεωρείται εντελώς αμέτοχος στη διαμόρφωση της κατάστασης ενάντια στην οποία ορθώνεται σήμερα το κίνημα. Δύσκολα μπορεί να γίνει μέσα σε αυτό το πλαίσιο μια κριτική της καθημερινής ζωής και των προτύπων του καταναλωτισμού και της μαζικής κουλτούρας που υιοθετούν οι άνθρωποι, αναπαράγοντας έτσι την κυρίαρχη κοινωνική θέσμιση (το «σύστημα»).

Πώς προχωράμε;

Εν όψει των μελλοντικών εξελίξεων, το ερώτημα που τίθεται είναι αν ένα κίνημα με αυτήν ακριβώς τη μορφή θα μπορούσε να πετύχει τους στόχους τους ή αν, από την άλλη πλευρά, ένα τέτοιο είδος κινητοποίησης (το οποίο, δηλαδή, προσπαθεί να αφυπνίσει την κοινωνία, παρακινώντας τη να το μιμηθεί) είναι εκ των πραγμάτων καταδικασμένο να αποτύχει και να κλειστεί στον εαυτό του (μην προσφέροντας στους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς άλλο έδαφος από την οργάνωση και τη διαχείριση της καθημερινής λειτουργίας των πλατειακών καταυλισμών). Το ερώτημα αυτό τέθηκε επανειλημμένως από κόσμο που συμμετείχε στο κίνημα, κυρίως μέσω της άποψης ότι παράλληλα με την κεντρική κινητοποίηση, που είχε κυρίως συμβολική αξία, θα έπρεπε να πέσει το βάρος και στο τοπικό επίπεδο, καθώς σε αυτήν την κλίμακα είναι που μπορεί πραγματικά να βρει κοινωνικά ερείσματα ένα κίνημα[29].

Δεδομένου ότι έχουμε μπει σε μια περίοδο μόνιμων αναταράξεων, ακόμα και η σχετική παθητικότητα της ελληνικής κοινωνίας δε θα πρέπει να μας κάνει να καθησυχάζουμε. Το κίνημα των πλατειών αποτέλεσε μια ιστορικής σημασίας πολιτική εξέλιξη και δεν πρέπει να αφήσουμε την κληρονομιά και τις εμπειρίες της να ξεχαστούν. Πρέπει να δούμε τι από αυτά μπορούν να μας βοηθήσουν για το μέλλον, ώστε σε περίπτωση μελλοντικών κοινωνικών εξάρσεων να μπορούμε να δράσουμε πιο συντονισμένα και αποτελεσματικά. Η ελληνική κοινωνία δεν είναι μαθημένη σε τέτοιες καταστάσεις, εφόσον της λείπει μια ιστορία πολιτικής πάλης, κοινωνικών αγώνων και αυτόνομων κινημάτων. Πράγμα που σημαίνει ότι σε κάθε μαζική κινητοποίηση τίθεται το ζήτημα της συμμετοχής κόσμου με ελάχιστη πολιτική εμπειρία, που κατεβαίνει για πρώτη φορά στο δρόμο, δίχως, πολύ συχνά, να έχει συμμετάσχει σε άλλες συλλογικές κινητοποιήσεις στην καθημερινή του ζωή (απεργίες, τοπικά κινήματα κ.λπ.).

Υπό αυτή την έννοια, η βασική, ίσως, συνεισφορά του κινήματος των πλατειών ήταν ότι εξοικείωσε έναν αριθμό ανθρώπων με τη λειτουργία θεσμών δημοκρατικών, καταδεικνύοντας, παράλληλα, το χρεοκοπημένο χαρακτήρα των κομματικών και συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών. Μπορεί οι πλατείες να μην έφτασαν στο σημείο να βρουν -ή να μην προώθησαν- νέους θεσμούς σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής, αλλά αυτό που κατά κάποιον τρόπο κατέφεραν είναι να δείξουν πως μόνο με την αυτενέργεια και την αυτοοργάνωση του κόσμου είναι δυνατόν να συγκροτηθεί ένα δυνατό και συνειδητοποιημένο κίνημα. Το μεγάλο στοίχημα, λοιπόν, είναι αυτές οι αμεσοδημοκρατικές εμπειρίες να αρχίσουν να επηρεάζουν τους κατά τόπους αγώνες και τις κινητοποιήσεις που θα προκύψουν, κατά πάσα πιθανότητα, στο άμεσο μέλλον. Οι αγώνες στους χώρους δουλειάς θα χρειαστεί να εμπλουτιστούν από οριζόντιες και μη γραφειοκρατικές πρωτοβουλίες, καθώς και από πειράματα καταλήψεων και αυτοδιαχείρησης. Τα εμφανιζόμενα προβλήματα στέγασης ή κάλυψης βασικών αναγκών θα πρέπει να επιλυθούν από την αυτοοργάνωση στις γειτονιές και τους δήμους. Παρόμοια δημοκρατικά εγχειρήματα ίσως αναπτυχθούν για να καλύψουν την ήδη διογκωμένη ανεπάρκεια στην παροχή εκπαιδευτικών ή ιατρικών υπηρεσιών. Αυτό που θα πρέπει να έχουμε στο νου μας όμως -ακολουθώντας και εδώ μια από τις βασικές ιδέες που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια του κινήματος των πλατειών-, είναι η εξεύρεση τρόπων για να πετύχουμε ένα γενικότερο συντονισμό ή, έστω, μια επικοινωνία ανάμεσα
στους κατά τόπους αγώνες.

Το αίτημα για πολιτειακή αλλαγή και δημοκρατικούς θεσμούς, για να ριζώσει και να γίνει πολιτικό με την ευρύτερη δυνατή έννοια, θα πρέπει να ενσαρκωθεί σε δράσεις και αγώνες που αφορούν κάθε είδος και επίπεδο κοινωνικοποίησης των ανθρώπων: από τις εργασιακές σχέσεις και τον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης αγαθών μέχρι τις διαδικασίες μόρφωσης, δημιουργίας τέχνης, επαφής με το περιβάλλον και τη φύση ή οποιαδήποτε άλλη συλλογική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου. Είναι καιρός να υπερβούν οι άνθρωποι την κλαδική και συντεχνιακή συνείδηση και πολιτική κουλτούρα, θέτοντας αιτήματα καθολικής ισχύος και εμβέλειας. Το Κίνημα των Πλατειών ήταν ένα πρώτο και ουσιαστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

[7] Η κριτική απέναντι στη μόδα των καλεσμάτων μέσω Facebook είναι μάλλον υπερβολική και προκατειλημμένη, αφού αυτά στάθηκαν μόνο ως μια αφορμή για την αρχική συνεύρεση χιλιάδων ανθρώπων. Μάλιστα χρησίμευσε τελικά ως υπεκφυγή και δικαιολογία για ένα κομμάτι των πολιτικών χώρων, ειδικά των αναρχικής και ελευθεριακής προέλευσης, προκειμένου να σνομπάρουν, με ήσυχη τη συνείδησή τους, το κίνημα των πλατειών.

[8] Βλ. την ανακοίνωση της ομάδας μας «Κάτω οι Γραφειοκρατίες, πάνω οι Πλατείες Vol 2», την οποία αναδημοσιεύουμε σε αυτό το τεύχος.

[9] Αν και ακούγεται παράδοξο, ο πολιτικός και χωροταξικός διαχωρισμός των βραδινών συγκεντρώσεων δεν επέδρασε αρνητικά στη μαζικοποίησή τους. Κατά κάποιον τρόπο αυτή η ανταγωνιστικότητα προώθησε και στήριξε την επίμονη συμμετοχή του κόσμου για πολλές ημέρες.

[10] Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ήδη τις 10 μέρες που προηγήθηκαν του ξεσπάσματος της 25/05 είχαν ξεκινήσει να πραγματοποιούνται ολιγάριθμες συνελεύσεις στο Θησείο με πρωτoβουλία Ισπανών και Ελλήνων, κάτι που ίσως στάθηκε ως η πρώτη ζύμωση της ιδέας για τις λαϊκές συνελεύσεις και τις καταλήψεις στις πλατείες

[11]«Πέραν του τι καταλαβαίνει ο καθένας ως άμεση δημοκρατία, το ότι ένα τέτοιο σύνθημα τέθηκε ως απάντηση στο πολιτειακό ζήτημα που άνοιξαν οι διαδηλώσεις στις πλατείες αποτελεί ένα υψίστης σημασίας για την Ελλάδα και τον κόσμο πολιτικό συμβάν» (Γ. Λιερός, Σκέψεις για την άμεση δημοκρατία, Αθήνα, Εκδόσεις των Συναδέλφων 2011, σσ. 7-8).

[12] Χαρακτηριστικό ήταν ότι πολλές ομάδες εργασίας λειτούργησαν για πολύ καιρό με τα ίδια μέλη που δεν εναλλάσσονταν. Η παγιωμένη σύνθεση των συλλογικοτήτων δημιουργούσε πιο πολύ ένα συν(αίσθημα) πολιτικής παρέας και δυσκολευόταν να καλλιεργήσει την υπευθυνότητα της συμμετοχής σε δημοκρατικούς θεσμούς.

[13] «Στη συνέχεια δόθηκε στις πλατείες ένα χειροπιαστό και ολοζώντανο παράδειγμα στη χώρα και έξω από αυτήν για το τι είναι η άμεση δημοκρατία. Χιλιάδες άνθρωποι πήραν το λόγο απευθυνόμενοι σε πολλαπλάσιους συμπολίτες τους σε ανοιχτές διαδικασίες, η δημοκρατικότητα των οποίων είναι ασύγκριτα ανώτερη από την αντίστοιχη οποιασδήποτε συνδιάσκεψης ή συνεδρίου της Αριστεράς» (Γ. Λιερός, Σκέψεις…. , ό. π.).

[14] Προφανώς, δεν έχουμε κάτι με την ομαδική ψυχοθεραπεία, στο βαθμό όμως που αυτή είναι ουσιαστική, με κάποιο πολιτικό περιεχόμενο και που δεν περιορίζεται σε μια στείρα αναπαραγωγή προσωπικών εμπειριών, μετατρέποντας τη συλλογική πολιτικοποίηση σε έναν «βιωματισμό».

[15] Όπως πολύ ωραία παρατηρεί ένας από τους συμμετέχοντες: «Δεν υπάρχει Συνέλευση χωρίς συμμετοχή στις αποφάσεις. Δεν είμαστε εδώ για να ανεβοκατεβάζουμε απλά τα χέρια εγκρίνοντας ψηφίσματα. Αυτό θυμίζει τη δημοκρατία της κάλπης που όλοι μουντζώνουμε ή το πνεύμα της εξέδρας. Ιερή δεν είναι η στιγμή της ψηφοφορίας αλλά η στιγμή της υλοποίησης. Άρα: ένα-δυο βασικά θέματα σε κάθε συνέλευση, καλή συζήτηση και αποφάσεις που θα υποστηρίζονται απ’ όλους μας», («Μια γνώμη για τη Λαϊκή Συνέλευση»).

[16] Β. Χριστοδούλου, «Προβληματισμοί πάνω στην “άμεση δημοκρατία”» (18/06/11)

[20] Ως προς αυτό το θέμα, βλ. την ανακοίνωση της ομάδας μας «Για να τελειώνουμε με την υπόθεση του ελληνικού σταλινισμού».

[21] Βλ. σχετικά, Ν. Σ. Παπαντωνίου, Οι μορφές ελεύθερου κράτους που οραματίζονταν οι
αγωνιστές του ’21, Αθήνα, Νεφέλη, 1988, σσ. 28-34.

[22] Οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι που ξέσπασαν κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 είναι ενδεικτικοί, εν προκειμένω: δεν είχαν ούτε πολιτικό ούτε ταξικό χαρακτήρα αλλά, αντίθετα, υπήρξαν κατά βάση προϊόν των φατριαστικών και τοπικιστικών συγκρούσεων ανάμεσα στους οπλαρχηγούς και τους πρώην κοτζαμπάσηδες, καθένας εκ των οποίων χρησιμοποιούσε το ασκέρι του ως προσωπικό, σε γενικές γραμμές, στρατό.

[23] Φρ. Φυρέ, Ντ. Ρισέ, Η Γαλλική Επανάσταση, μτφρ. Η. Αθανασιάδης, Β. Μαργώνη, Αθήνα, Εστία, 1997, σ. 137.

[24] Ν. Σβορώνος, «Η αντιστασιακή υφή του ελληνισμού», περ. Άρδην, τ. 14-15, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 1998.

[25] Με τον όρο «αστικός πατριωτισμός» ή «ρεπουμπλικανισμός», τους οποίους χρησιμοποιούμε και στη συνέχεια του κειμένου, εννοούμε το πολιτικό φαντασιακό που, σε γενικές γραμμές, εμφανίστηκε στη Δύση κατά τις λεγόμενες «αστικές» επαναστάσεις του 17ου και 18ου αιώνα. Βασικό χαρακτηριστικό αυτού του πολιτικού εθνικισμού ήταν ότι δεν αντιλαμβανόταν το έθνος με την αντιδραστική σημασία του λεγόμενου ρομαντικού εθνικισμού (που άρχισε να διαδίδεται το 19ο αιώνα), ως ένα είδος, με άλλα λόγια, μεταφυσικής κοινότητας σχετιζόμενης με το αίμα του πληθυσμού της και το χώμα της χώρας της. Για τον αστικό πατριωτισμό το έθνος είναι μια πολιτική κοινότητα που διεκδικεί την αυτοκυβέρνησή της, μην αποδεχόμενη πλέον να κυβερνάται από την αυθαίρετη εξουσία του μονάρχη. Αποτελεί, ως εκ τούτου, την πολιτική ιδεολογία των αβασίλευτων καθεστώτων (republics) των νεότερων χρόνων. Βάζουμε επίθετο «αστικός» εντός εισαγωγικών, καθώς χρησιμοποιούμε τον όρο με μια ουδέτερη, ιστοριογραφική έννοια, κι όχι με τη σημασία που δίνει στον όρο ο μαρξισμός (ή έστω οι σημερινοίυποτιθέμενοι εκπρόσωποί του), που εξισώνουν το «αστικός» με το «καπιταλιστικός».

[26] Χαρακτηριστικό είναι, υπό αυτή την έννοια, το ακόλουθο παράθεμα ενός δημοσιογράφου: «Και αφού επέβαλαν για 30 χρόνια καθεστώς ασυδοσίας για να κερδίζουν οι εργολάβοι, οι τραπεζίτες και οι προμηθευτές και μετά χρεοκόπησαν την Ελλάδα, έχουν σήμερα το θράσος να βρίζουν όλο σχεδόν τον ελληνικό πληθυσμό! Κάθε μήνα παίρνει σειρά μια κοινωνική τάξη. Οι γιατροί είναι απατεώνες, οι δικηγόροι επίσης, οι μισθωτοί είναι άχρηστοι, οι στρατιωτικοί δεν παράγουν, οι μεταφορείς φοροδιαφεύγουν, οι φαρμακοποιοί κερδίζουν πολλά, οι φουρνάρηδες πρέπει να δουλεύουν όλη μέρα και οι εργάτες να το βουλώνουν με 500 ευρώ. Και έπεται συνέχεια. Μόνον μια τάξη τη γλυτώνει από τη λύσσα των περισσοτέρων υπουργών του Γιώργου: η τάξη του χρήματος. Τυχαίο; Έτσι νομίζω» (Απ. Διαμαντής, «Μαράθηκαν οι μπαξέδες», Ε της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, 18.9.2011, σ. 22).

Με ένα ρητορικό σχήμα κοινωνικές ομάδες εντελώς διαφορετικής θέσης μέσα στην οικονομικοκοινωνική ιεραρχία και, ως εκ τούτου, εντελώς διαφορετικών συμφερόντων, ταυτίζονται μέσω της αντιπαράθεσής τους σε μια κυβέρνηση «υπερταξική», η οποία επιτίθεται με την ίδια λύσσα σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Φυσικά ο αρθρογράφος προσπαθεί να σώσει το αυθεντικό σχήμα της ανάλυσης της κοινωνίας με ταξικούς όρους, λέγοντας ότι η μόνη τάξη που εξαιρείται από τη γενική επίθεση του Κράτους είναι «η τάξη του χρήματος». Προφανώς και εννοούνται οι διάφοροι μεγαλοεπιχειρηματίες (εφοπλιστές, εργολάβοι, βιομήχανοι κ.λπ.). Αλλά αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ «ανώτερων» και «κατώτερων» τάξεων ουσιαστικά ακυρώνεται, όταν στις δεύτερες τοποθετούνται κατηγορίες όπως οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι στρατιωτικοί κ.λπ. Αυτό που μένει ως εντύπωση είναι ότι, πέραν από δύο-τρεις μεγάλες οικογένειες, όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός της ελληνικής κοινωνίας δέχεται κατά μέτωπον επίθεση από την κυβέρνηση, η οποία προσπαθεί μάλιστα να διαρρήξει την υποτιθέμενα «αυθόρμητη» αλληλεγγύη μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, στρέφοντας καθεμιά από αυτές, ενάντια σε όλες τις άλλες.

[27] Εφόσον άλλωστε -και θα πρέπει αυτό να είναι σαφές- η διάκρισή μας μεταξύ «ξεσηκωμών» και «επαναστάσεων» γίνεται επί τούτου με έναν τρόπο σχηματικό, ώστε να γίνουν απόλυτα σαφείς οι ιδιαιτερότητες των δύο διαφορετικών πολιτικών λογικών, οι οποίες στην πραγματικότητα μπορεί κάλλιστα να και να συνυπάρχουν.

[28] Φυσικά εδώ αναφερόμαστε στον ανένταχτο κόσμο κι όχι στους δημαγωγούς της αριστεράς και τους συνοδοιπόρους τους -συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, και της ουράς τους, του Τ. Φωτόπουλου-, οι οποίοι χρησιμοποιούν τον όρο «χούντα» με καθαρά λαϊκιστικά κίνητρα.

[29] Οι προσπάθειες συντονισμού, μάλιστα, με τις τοπικές συνελεύσεις από συνοικίες της Αθήνας (π.χ. η ιδέα να κατέβει κόσμος από τις συνοικίες προς το Σύνταγμα με οργανωμένα μπλοκ, κατά τις περικυκλώσεις της 15ης και των 28ης και 29ης Ιουνίου 2011) αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της τάσης. Παρόμοιες κινήσεις είδαμε και στη μεγαλειώδη απεργιακή συγκέντρωση στις 19/10, αλλά και σε σχετικά καθημερινό επίπεδο, στις πρωτοβουλίες για διαδημοτικές κινητοποιήσεις και ειδικότερα στην συλλογική αντίσταση ομάδων πολιτών και τοπικών συνελεύσεων ενάντια στα χαράτσια.

Αναρτήθηκε στις: 15/10/2014