Για το δημοψήφισμα της Σκωτσέζικης ανεξαρτησίας

A derelict cottage is seen at the side of the A9 near Blackford,Scotland

Το 55% του εκλογικό σώματος της Σκωτίας (που αντιπροσωπεύει πάνω 4 εκατομμύρια πολίτες) απέρριψε την πρόταση για ανεξαρτησία της χώρας από το Ηνωμένο Βασίλειο, έναντι του 45% που υπερψήφισε τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία. Το αποτέλεσμα – που ωστόσο έφερε ανακούφιση στο Λονδίνο, στις αγορές και τα ηγετικά στελέχη του ευρωκοινοβουλίου (οι οποίοι φάνηκαν έτοιμοι να κινήσουν ουρανό και γη προκειμένου να υπερασπιστούν τη Ένωση[1]) – ήταν ως επί τω πλείστο αναμενόμενο. Από την πρώτη ημέρα που υπογράφηκε η Συμφωνία του Εδιμβούργου το 2012 (ως αποτέλεσμα της συντριπτικής νίκης του αποσχιστικού National Party of Scotland στις εθνικές εκλογές του Μαΐου του 2011) η οποία άνοιξε το δρόμο για το δημοψήφισμα, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι μόνο το 30-35% επιθυμούσε την ανεξαρτητοποίηση. Από εκείνη την στιγμή και μέχρι την 18η του Σεπτέμβρη, όλα τα γκάλοπ δίνουν μεγάλο προβάδισμα στο ΟΧΙ με ελάχιστες μόνο εξαιρέσεις. Ποιό είναι, όμως, το πραγματικό διακύβευμα αυτής της ιστορικής πρωτοβουλίας, που εξ’ αρχής έμοιαζε να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό μας ωθεί επιτακτικά να εξετάσουμε ένα σύνολο άλλων κρίσιμων ζητημάτων που αφορούν το συνολικό πολιτικό περιεχόμενο του ΝΑΙ. Με λίγα λόγια θα πρέπει να απαντήσουμε στα εξής σαφή ερωτήματα: α) από ποιούς πολιτικούς χώρους υποστηρίχθηκε μια τέτοια κίνηση και για ποιούς λόγους, β) τί θα μπορούσε πρακτικά να σημαίνει μια πιθανή απόσχιση του κράτους αυτού από το υπόλοιπο ΗΒ (το οποίο αυτή τη στιγμή εισέρχεται σε μια άνευ προηγουμένου πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση για τα μεταπολεμικά δεδομένα), γ) τί υποδηλώνει η νίκη του ΟΧΙ και πώς μπορούμε να προσδιορίσουμε τη ροή των πολιτικών εξελίξεων από την επομένη του αποτελέσματος;

Εξ αρχής, η ιστορική διαμάχη μεταξύ Άγγλων και Σκωτσέζων είναι γνωστή σχεδόν σε όλους, όπως και ο στρατιωτικο-πολιτικός ρόλος της Αγγλίας στην ευρύτερη περιοχή των Βρετανικών νησιών καθώς και την Ιρλανδία. Από το 596 μ.χ. μέχρι και τον 16ο αιώνα η βόρεια Βρετανία πλήττεται από αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των δύο αυτών λαών, με τους πολυάριθμους και υπερεξοπλισμένους Εγγλέζους να υπερισχύουν στις περισσότερες μάχες (φυσικά με βαρύτατες συνέπειες για τον λαό της Σκωτίας: βαριά φορολογία, δουλοπαροικία και ασύμμετρη καταστολή). Ο Πόλεμος για την Σκωτσέζικη Ανεξαρτησία (1296-1357), καθώς και το Rough Wooing (1544-1551) αποτελούν μερικές από τις πιο σημαντικές στιγμές του ιστορικού αυτού διχασμού. Μόλις το 1603, η Αγγλία και η Σκωτία σχημάτισαν μια «Προσωπική Ένωση», όταν ο βασιλιάς James VI της Σκωτίας ανέλαβε το θρόνο της Αγγλίας ως King James I., με άμεση συνέπεια ο πόλεμος μεταξύ των δύο πλευρών να σταματήσει προσωρινά, για να αναζωπυρωθεί και πάλι λίγα χρόνια αργότερα με τους Πολέμους των Τριών Βασιλείων τον 17ο αιώνα, και την εξέγερση των Ιακωβιτών. Ως συνέπεια όλων αυτών των ιστορικών γεγονότων, όπου ο λαός της Σκωτίας όφειλε να ταπεινωθεί στην υπεροπλία των Άγγλων σχεδόν τις περισσότερες φορές, το πάθος για ανεξαρτησία, για αποτίναξη του Αγγλικού ζυγού παραμένει εν μέρει ακόμη και σήμερα ζωντανό σε μια χώρα που το μέλλον της μοιάζει δυσοίωνο, καθώς η ανεργία και το χαμηλό βιωτικό επίπεδο μαστίζουν μεγάλο ποσοστό του Σκωτσέζικου πληθυσμού (κυρίως περιοχές της Γλασκόβης και του Dundee όπου η εξαθλίωση έχει πλέον καταστεί μόνιμη πληγή). Για όλα αυτά, και φυσικά για το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η Σκωτία υστερεί σε κάθε τομέα (υποδομών και οικονομικής ανάπτυξης) οι Σκωτσέζοι εθνικιστές (και, ως ένα βαθμό, δικαίως) επιλέγουν να επιρρίψουν κάθε ευθύνη στην κυβέρνηση του Λονδίνου, η οποία γι’ αυτούς αποτελεί μια αντανάκλαση της εθνικής τους υποτέλειας που ουδέποτε γνώρισε τέλος. Για τους ίδιους, η Σκωτία πάντα υπήρξε ο αδύναμος κρίκος του Ηνωμένου Βασιλείου, μια χώρα φυσικά πλούσια σε ορυκτά κοιτάσματα που οι λόρδοι και η Αγγλική αριστοκρατία επιθυμούσαν να εκμεταλλευτούν για δικό της όφελος, αλλά και ένας λαός που δεν μπορεί να συνδεθεί πολιτισμικά με την Αγγλική κοινωνία (άλλωστε η πλειοψηφία των Σκωτσέζων σήμερα αποφεύγουν να αυτοπροσδιοριστούν ως «Βρετανοί»). Ο διαχρονικά θυματικός αυτός εθνικισμός – που άλλοτε αναπαράγει τάσεις έντονου σοσιαλσωβινισμού, παστοραλισμού και απομονωτισμού ενώ σε άλλες περιπτώσεις υιοθετεί μια ρεπουμπλικανικής φύσης ρητορική (βέβαια, οι πιο κλειστοφοβικές και εθνοτικές του τάσεις – βλ ethnic nationalism – δεν εκφράζουν κάποια πλειοψηφική δύναμη ούτε πρόκειται για το βασικό διακύβευμα της καμπάνιας του ΝΑΙ) – συνιστά σίγουρα έναν από τους λόγους που οι φωνές υπέρ της ανεξαρτησίας πολλαπλασιάζονται σταδιακά.

Δεν είναι, ωστόσο, δόκιμο να ισχυριστεί κανείς ότι αυτή η ιστορική σύγκρουση είναι η μόνη αιτία που προκαλεί αποστροφή προς οτιδήποτε φέρει την Αγγλική σφραγίδα και ωθεί ολοένα και περισσότερους Σκωτσέζους να σκέφτονται σοβαρά το ενδεχόμενο αποχώρησης. Άλλωστε η Φουκωική (δηλαδή η ταλμουδικά γενεαλογική) ερμηνεία της ιστορίας ως ιστορία-των-ιδεών, βαθύτατα εγκλωβισμένη σε ντετερμινισμούς και λογικά άλματα (κατά βάση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της αντι-νεωτεριστικής μόδας του 80) είναι πέρα για πέρα μυωπική και υπεραπλουστευτική, καθώς αγνοεί όλες τις διαστάσεις του σύγχρονου κοινωνικού πράττειν, το οποίο επιδιώκει χοντροκομμένα και επιτηδευμένα να ταυτίσει με κάποιο φαντασιακό που αναλλοίωτο ταξιδεύει μέσα στους αιώνες. Έτσι, το βαθύ παρελθόν, όσο και αν διαμορφώνει τη συνείδηση της συγκεκριμένης εθνότητας δεν μπορεί να θεωρείται ο μοναδικός παράγοντας που οδηγεί αυτόν τον λαό (μπορεί όχι την πλειοψηφία του, αλλά μεγάλο ποσοστό του) σε αυτήν την απόφαση. Αν κάτι τέτοιο ήταν απόλυτα αληθινό τότε θα έπρεπε να περιμένουμε από τους Σκωτσέζους μια έξαρση εθνικισμού όχι όμως με αριστερο-ρεπουμπλικανικά χαρακτηριστικά (όπως επικαλείται το SNP – το οποίο εκτός των άλλων, τάσσεται κατά του ρατσισμού και υπέρ των δικαιωμάτων των μεταναστών, υπέρ των κοινωνικών παροχών και δικαιώματα, τουλάχιστον στα χαρτιά) – αλλά αντιθέτως με χαρακτηριστικά ακραίου laissez faire καπιταλισμού (όπως το United Kingdom Independence του Nigel Farage που καταδικάζει απερίφραστα το ΝΑΙ και στο καταστατικό του κάνει λόγο για πιο δραστικά μέτρα περικοπών ακόμα και από τους Συντηρητικούς, και δε διστάζει να λοιδορεί τους Σκωτσέζους ότι δήθεν επιθυμούν να ζουν με τα κρατικά επιδόματα που τα πληρώνει ο «σκληρά εργαζόμενος» Βρετανός φορολογούμενος), δεδομένου ότι ο Σκωτσέζικος Διαφωτισμός υπήρξε μια από τις πιο καθοριστικά λιμπεραλιστικές συνιστώσες του φιλοσοφικού αυτού ρεύματος (βλ. Adam Smith, David Hume) [2]. Απεναντίας, οι Σκωτσέζοι όχι μόνο δεν υποστήριξαν το UKIP στις ευρωεκλογές (που ενώ στην Αγγλία υπήρξε ο μεγάλος νικητής, αντίθετα στη Σκωτία μόνο ένα 10% από αυτούς που προσήλθαν στις κάλπες την ημέρα εκείνη – δηλαδή ένας πολύ μικρός αριθμός του εκλογικού σώματος, δεδομένης καί της υψηλής αποχής – επέλεξε το αντιδραστικό αυτό μόρφωμα) αλλά διαχρονικά υπήρξαν αντίθετοι με τις Θατσερικές πολιτικές (και μάλιστα σε μια εποχή όπου η Σιδηρά Κυρία στις περισσότερες περιοχές της Αγγλίας είχε με το μέρος της μια συντριπτική πλειοψηφία), ενώ το SNP αντιτάχθηκε στον τριπλασιασμό των διδάκτρων για τα Βρετανικά πανεπιστήμια[3]. Έτσι, για πολλούς που εναντιώνονται στα εξευτελιστικά μέτρα λιτότητας του Λονδίνου (όπως το περιβόητο Bedroom Tax, τις μειώσεις στα κρατικά επιδόματα και την υποχρέωση όλων των ανέργων να εργάζονται σε πολυκαταστήματα ή σε κοινοτικές εργασίες προκειμένου να συνεχίσουν να λαμβάνουν ταμείο ανεργίας) η έξοδος της Σκωτίας από το ΗΒ δείχνει να είναι η μόνη διέξοδος[4]. Ίσως αυτό να εξηγεί και τη σταδιακή άνοδο των ποσοστών του ΝΑΙ σε σχέση με δύο χρόνια πριν, αλλά και την απερίφραστη υποστήριξη των αριστερών κομμάτων στην καμπάνια της απόσχισης.

Φυσικά όλα αυτά τα γνωρίζουν πολύ καλά όσοι ζουν σε περιοχές της Αγγλίας που έχουν στραγγαλιστεί από τη λιτότητα. Έτσι, Άγγλοι πολίτες και δημότες δίχως καμία ελπίδα για κοινωνική ανέλιξη, δεν είχαν κανέναν λόγο να μην υποστηρίξουν το ΝΑΙ (άλλωστε σημειώθηκαν και μικρές συγκεντρώσεις σε διάφορες περιοχές της Αγγλίας υπέρ της Σκωτσέζικης ανεξαρτησίας, προσδίδοντας έτσι μια χροιά “παραδοξολογικού” διεθνισμού στην καμπάνια), ενώ όσοι φανατικά απεχθάνονται τους Tories και τις πολιτικές τους (δίχως, ωστόσο, να υποστηρίζουν τους Εργατικούς οι οποίοι τάχθηκαν με το ΟΧΙ) έβλεπαν την πρωτοβουλία της αποχώρησης με μεγαλύτερη συμπάθεια, κάτι που επί της ουσίας δείχνει πως το κίνημα για την ανεξαρτησία δεν αποτελεί αποκλειστικά και μόνο έκφραση ενός ρομαντικοποιημένου εθνικιστικού σοσιαλσωβινιστικού φαντασιακού ναρκισσιστικής αυτοθυματοποίησης (φυσικά, εθνικοαπελευθερωτικές φανφάρες δεν απουσίαζαν ποτέ από κινήματα αποσχιστικού χαρακτήρα), αλλά μήτε κατάφεραν να κυριαρχήσουν στη δημόσια σφαίρα οι διχαστικές φωνές που επί της ουσίας είναι παραπλανητικές διότι επιδιώκουν να στρέψουν την προσοχή μας μακριά από το βασικό πρόβλημα που είναι κοινό για όλους (την ιεραρχική κοινωνική δόμηση και τον αποκλεισμό των πολιτών από τη διαχείριση της εξουσίας που γεννά, αναπαράγει και διαιωνίζει de facto κάθε είδους ανισότητα) σε εθνικού τύπου διαμάχες (Άγγλος vs Σκωτσέζος). Η Καμπάνια του ΝΑΙ κατά βάση αντανακλά βαθιά προβλήματα με ανθρωπιστικές, υλικές και πολιτικές βάσεις, και ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει μεγάλες πολιτικο-κοινωνικές αποκλείσεις μεταξύ των δύο αυτών λαών, δίχως ωστόσο να προβάλει συνολικά κάποιο φαντασιακό απομονωτισμού ή τη λογική του διχασμού. Αυτό διαφαίνεται εξίσου καθαρά μέσα από εθνικιστικές αφηγήσεις του ΝΑΙ οι οποίες, ωστόσο, αντιτίθενται στις ξενοφοβικές – και άλλοτε φασίζουσες – υστερίες που μεγάλο κομμάτι των Ενωτιστών (και κυρίως των Τόριδων και του UKIP) ενστερνίζονται και αναπαράγουν, καλώντας τους μετανάστες και τις μειονότητες να υπερψηφίσουν την πρωτοβουλία. Ένα μεγάλο κομμάτι μεταναστών και μειονοτήτων τάχθηκε υπέρ του ΝΑΙ για πολλούς και διάφορους λόγους: ο πιο σημαντικός είναι η άνοδος του UKIP σε πολλές περιοχές της Αγγλίας που ανάγκασε τους Συντηρητικούς να υιοθετήσουν κομμάτι της ατζέντας του προκειμένου να εμποδίσουν τη διαρροή ψήφων προς τον Farage. Έτσι, τα σοσιαλδημοκρατικά και ρεπουμπλικανικά αιτήματα (βλ. civic nationalism) του ΝΑΙ βρίσκουν σύμφωνους πολλούς μετανάστες στη Σκωτία ενώ την ίδια στιγμή, το SNP, το κατεξοχήν κόμμα του ΝΑΙ δεν θα ήθελε να χάσει την βέβαιη υποστήριξη μιας μεγάλης μερίδας πληθυσμού που με τίποτα δεν θα υπερασπιζόταν τις πολιτικές της Βρετανικής δεξιάς. Αυτό αφορά κυρίως τους Ευρωπαίους μετανάστες οι οποίοι βρίσκονται συνεχώς κάτω από το φόβο μιας επικείμενης αποχώρησης της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση με στόχο να μπει ένα τέλος στις ελεύθερες μετακινήσεις εργατικού δυναμικού από τις χώρες του νότου. Εξίσου άλλη επιλογή δεν είχαν ούτε οι μουσουλμάνοι, Ασιάτες και Αφρικανοί μετανάστες (γνωστοί και ως Asian Scots) ενώ οι εβραϊκοί πληθυσμοί της Σκωτίας φαίνονται να είναι διχασμένοι, θέτοντας το εξής ερώτημα; Ποιά θα είναι η στάση του νέου αυτού κράτους απέναντι στο Ισραήλ; Αν το SNP υποστηρίξει το αντι-Ισραηλινό μποϋκοτάζ, ποιά θα είναι η θέση των Εβραίων μέσα στην κοινωνία αυτή; Αυτό τουλάχιστον έμμεσα ή άμεσα αναπαράγουν οι πιο συντηρητικές Ενωτιστικές εφημερίδες, οι οποίες φυσικά επενδύουν στις καλές σχέσεις που πάντα είχαν οι Εβραίοι της Βρετανίας με τους Συντηρητικούς Ενωτιστές (βλ, Benjamin Disraeli, ο πρώτος Βρετανός Εβραίος πρωθυπουργός), παίζοντας έτσι και αυτές το παιχνίδι της ψηφοθηρίας. Βέβαια, αγνοούν όσο τίποτα το γεγονός ότι το εβραϊκό στοιχείο είναι εξίσου βαθιά ριζωμένο στη Σκωτία, και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του Σκωτσέζικου φολκλόρ, ενώ όταν η τοπική κυβέρνηση του SNP ανέλαβε για πρώτη φορά τη διοίκηση, χρηματοδότησε επισκέψεις μαθητών στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου, εν όψη του προγράμματος Lessons from Auschwitz που υποστηρίχθηκε από το Holocaust Educational Trust με επιπλέον £500.000 χρηματοδότηση.

Τίποτα από όλα αυτά, φυσικά, δεν υποδηλώνει ότι η καμπάνια του ΝΑΙ είναι ιδανική (και προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης, η Σκωτία ως κάθε άλλο από παράδεισος για τους μετανάστες μπορεί να χαρακτηριστεί). Παρά ταύτα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τα θετικά της σημεία (που την καθιστούν προτιμότερη από το ΟΧΙ σε κάθε περίπτωση), όπως για παράδειγμα το κάλεσμα για δημιουργία ενός κράτους που τουλάχιστον θα υιοθετεί στάση ουδετερότητας, μάλλον κατά το Ελβετικό ή Ιρλανδικό πρότυπο, σε θέματα εξωτερικής πολιτικής αντί να συμμετέχει στη διεξαγωγή άδικων πολέμων και εκστρατειών[5], αλλά πάνω απ’ όλα, το πιο σημαντικό αίτημα της πρωτοβουλίας είναι η δημοκρατία καθ’ αυτή: αν και κατά βάση πρόκειται για καθαρή κοινοβουλευτική ψευδοδημοκρατία (ανοιχτή μεν και περιεκτική σε κάθε της μορφή) ωστόσο μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι τούτη η κίνηση θα απαλλάξει τους Σκωτσέζους από τις ισόβιες εξουσίες της βασιλικής οικογένειας και της βουλής των Λόρδων (οι οποίοι εξίσου μήτε εκλέγονται από τον λαό, μήτε ασκούν λογοδοσία), ένα βασικό βήμα για την περαιτέρω διεκδίκηση πολιτικών δικαιωμάτων προς την κατεύθυνση της άμεσης δημοκρατίας και της αυτονομίας εν γένει. Ως εκ τούτου, χρίζει εξέχουσας σημασίας να εστιάσουμε την προσοχή μας σε αυτήν την πτυχή της καμπάνιας του ΝΑΙ, που δεν βλέπει την ανεξαρτησία σαν ένα εθνικό ζήτημα αλλά ως βαθύτατα πολιτικό, καθώς και σε όσους την ενστερνίζονται λόγω απόρριψης των πολιτικών λιτότητας που φέρουν τη σφραγίδα των Τόριδων, ή και των Εργατικών στο μέλλον, οι οποίοι έχοντας υπάρξει αρχιμάστορες των περικοπών δεν θα διστάσουν να επιβάλουν και πάλι τα ίδια μέτρα με τους Συντηρητικούς, περικοπές που σταδιακά αφαιρούν βασικά κοινωνικά δικαιώματα που κερδήθηκαν με αιματηρούς πολιτικούς αγώνες κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, δικαιώματα που μόνο η πολιτική συμμετοχή που προτάσσει η άμεση δημοκρατία, δηλαδή ο πλήρης έλεγχος των δημόσιων αγαθών από τους ίδιους τους πολίτες (αν φυσικά οι ίδιοι το επιθυμούν) μπορεί να εγγυηθεί ανά πάσα στιγμή. Οφείλουμε, την ίδια στιγμή, να απορρίψουμε τις εξαγγελίες του SNP για πλήρη ένταξη της Σκωτίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι επί της ουσίας αυτή η κίνηση δεν έχει να προσφέρει τίποτα παρά μια γραφειοκρατικής φύσης ψευδοαλλαγή: η έξοδος της Σκωτίας από το ΗΒ μπορεί μεν να σημαίνει απαλλαγή από το στέμμα και τις εμετικές αριστοκρατίες (φυσικά ούτε κουβέντα για την Τράπεζα της Αγγλίας), αλλά την ίδια στιγμή μεταφέρει κομμάτι της εξουσίας στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους μή εκλεγμένους τεχνοκράτες των Βρυξελλών (γνωστοί και ως ευρωκράτες), ένας μηχανισμός που καταπατά κάθε δημοκρατικό δικαίωμα αν αυτό δε συμβαδίζει με τους «ιερούς» νόμους των αγορών (βλ, Ιρλανδία και Δημοψήφισμα για τη Συνθήκη της Λισαβόνας).

Αν πραγματικά ο λαός της Σκωτίας επιθυμεί να καταστεί αυτόδικος και αυτοτελής, τότε δεν έχει άλλη λύση παρά να αναλάβει από μόνος του τη διαχείριση της εξουσίας, εγκαταλείποντας α) κάθε τάση εθνικιστικής αυτοθυματοποίησης, β) κάθε αντίληψη πως το Λονδίνο αποτελεί τη μοναδική εγγυητήρια πηγή σταθερότητας για τους ίδιους και γ) κάθε ανάθεση της πολιτικής διαχείρισης σε γραφειοκρατικούς θεσμούς (όπως, για παράδειγμα, το SNP). Επιπλέον, όπως ο θυματικός εθνικισμός είναι κατακριτέος, έτσι και ο ενωτισμός (δηλαδή ο Βρετανικός – φιλελεύθερος ή δεξιός – εθνικισμός της καμπάνιας του One Nation) είναι εξίσου απαράδεκτος. Ο πρώτος διότι συνδέει τη λαϊκή κυριαρχία με τη γεωπολιτική ελευθερία ενώ ο δεύτερος αναθέτει τη διακυβέρνηση σε μια κεντρική και αυταρχική διοίκηση που παίρνει αποφάσεις ερήμην (όπως το ίδιο πάνω κάτω θα συμβεί και με τις υποσχέσεις για ένταξη μιας ανεξάρτητης Σκωτίας στην Ε.Ε). Καί οι δύο εμμονικές μορφές εθνικισμού επισκιάζουν συνολικά τις σχέσεις εκμετάλλευσης εντός της ίδιας της χώρας που μόνο η πολιτική ισότητα – δηλαδή τα συμβούλια πολιτών (a.k.a άμεση δημοκρατία) – έχει τη δυνατότητα να ανατρέψει. Πόσο μακριά είμαστε όμως από κάτι τέτοιο; Πόσο απέχει η εξαθλιωμένη Σκωτία από το να στραφεί σε προτάγματα αυτοοργάνωσης, ιδίως έπειτα από την ταπεινωτική ήττα του ΝΑΙ; Αναμφισβήτητα, η νίκη του ΟΧΙ δεν σημαίνει αυτόματα ότι όλα χάθηκαν. Στο σημείο αυτό, οι δεξιοί και αριστεροί οπαδοί των θεωριών συνωμοσίας  (που αρνούνται να πιστέψουν ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν σκέφτεται όπως οι ίδιοι ή, στις πιο ακραίες περιπτώσεις, χλευάζουν ασύστολα τη γνώμη της πλειοψηφίας αν έρχεται σε αντίθεση με τα δικά τους πιστεύω, και γι’ αυτό επενδύουν στη λογική του ad nauseum παραλογισμού ενώ εκφράζονται με χυδαίο μίσος για την άμεση δημοκρατία) μιλούν συνεχώς για το κλίμα τρομοκρατίας των Βρετανικών ΜΜΕ και για το πώς κατάφερε η δημοσιογραφική ιντελιγκέντσια να χειραγωγήσει τους Σκωτσέζους να στραφούν υπέρ του ΟΧΙ. Βέβαια, κανείς δεν αμφισβητεί την υστερική και χυδαία μεμψιμοιρία όχι μόνο των Μέσων Ενημέρωσης (που εξόργισε τους υποστηρικτές του ΝΑΙ) αλλά και της πολιτικής ελίτ (πως αν νικήσει η καμπάνια για ανεξαρτησία θα χαθούν θέσεις εργασίας και οι Σκωτσέζοι θα αναγκαστούν να πάρουν το δρόμο της μετανάστευσης, θα καταστραφεί η οικονομία της χώρας ολοσχερώς κτλ). Ωστόσο θα πρέπει να ξέρουμε ότι, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, το ΟΧΙ δεν κατέστη πλειοψηφικό απλά μέσα στις τελευταίες δύο βδομάδες, ενώ μόνο μια φορά μέσα στα δύο αυτά χρόνια κατάφερε να βγει μπροστά κατά δύο μονάδες σε μια μεμονωμένη δημοσκόπηση. Επιπλέον, ακόμα και οι υποστηρικτές του ΝΑΙ ήταν βέβαιοι για την εκλογική τους αποτυχία και αυτό θα ήταν λάθος να το αποδώσουμε στην εκστρατεία φόβου. Οι ίδιοι οι Σκωτσέζοι γνωρίζουν καλά ότι η μοναδική στιγμή ευημερίας που γνώρισαν ήταν όταν η χώρα υπήρξε ενωμένη με το ΗΒ, οπότε και δεν μπορούμε να βασιστούμε απόλυτα στο σενάριο της (χυδαίας κατά τ’ άλλα) μιντιακής τρομοκράτησης, μήτε μια καμπάνια 2 χρόνων μπορεί να αναιρέσει βάσιμα ιστορικά δεδομένα που παίζουν σημαντικότατο ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Δεδομένου, φυσικά, του γεγονότος όπου το ΝΑΙ κατάφερε μέσα σε δύο χρόνια να ανέβει από το 30% στο 40% δείχνει ότι το μοναδικό εμπόδιο ήταν ο χρόνος. Εν κατακλείδι, το ΝΑΙ ηττήθηκε, όπως όλοι περιμέναμε και ουδείς γνωρίζει αν μετά την 18η Σεπτεμβρίου οι υποστηρικτές της αποχώρησης θα συμβιβαστούν με την ιδέα της Ένωσης εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια στο μέλλον, αν θα διασπαστούν σε χίλιες δυο συνιστώσες, αν θα ενσωματωθούν σε κάποια άλλη καμπάνια ή θα συνεχίσουν μέχρι στην τελική να βγει κάτι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι για πρώτη φορά στη Σκωτία ένα τόσο σοβαρό ζήτημα έγινε αντικείμενο συζήτησης σχεδόν παντού, σε όλους τους δημόσιους χώρους της Γλασκόβης, του Εδιμβούργου, του Aderdeen, του Inverness… Για πρώτη φορά, Σκωτσέζοι πολίτες (μαζί και μετανάστες) εγκαταλείπουν την απάθεια και έρχονται σε επαφή με την πολιτική πραγματικότητα. Κι ενώ ο δρόμος για την κοινωνική χειραφέτηση είναι μακρύς και δύσβατος, κάθε προσπάθεια δημιουργίας μιας δημόσιας σφαίρας πρέπει να αναγνωρίζεται ως μια αρχή. Η συνέχεια θα κριθεί μέσα στους επόμενους μήνες, όπου και οι εξελίξεις στην υπόλοιπη Ευρώπη αναμένεται να καθορίσουν ριζικά το πολιτικό σκηνικό σε ολόκληρη τη Βρετανία.

[1] Γνωστή είναι η αντίδραση του των φιλοευρωπαϊστών συντηρητικών στην εκτίναξη των ποσοστών του ΝΑΙ που έκαναν λόγο για σοβαρότατες επιπτώσεις και στην υπόλοιπη Ευρώπη σε μια πιθανή περίπτωση εξόδου από το ΗΒ αλλά και του Μπαράκ Ομπάμα ο οποίος μόλις 11 ώρες πριν το δημοψήφισμα ευχήθηκε υπέρ της Ένωσης. Επιπλέον, με δημόσιο διάγγελμα η βασίλισσα παρακαλούσε τους ψηφοφόρους να σκεφτούν απορρίψουν την ιδέα της αποχώρησης και, ταυτόχρονα, προέτρεψε τους τρεις ηγέτες των μεγάλων βρετανικών κομμάτων (τους Συντηρητικούς, τους Εργατικούς και τους Φιλελεύθερους) να υποστηρίξουν την Ένωση με καμπάνιες και εκστρατείες υπέρ του ΟΧΙ.

[2] Σε όλα αυτά θα πρέπει αν συνυπολογίσουμε και το εξής γεγονός: Η Σκωτία, έπειτα από την ένωσή της με την Αγγλία το 1707, γνώρισε μια άνευ προηγουμένου ανάπτυξη. Η ντόπια αριστοκρατία ξεπεράστηκε από μια ισχυρή ανερχόμενη αστική τάξη. Η συντριβή της φεουδαρχίας είχε ως αποτέλεσμα το Εδιμβούργο και η Γλασκόβη να μεταμορφωθούν σε βιομηχανικές ζώνες που για χρόνια αποτελούσαν σημαντικά και καθοριστικά οικονομικά κέντρα της Μεγάλης Βρετανίας. Ως εκ τούτου, οι μέρες όπου οι Σκωτσέζοι έβλεπαν τον εαυτό τους υποτελείς στα συμφέροντα του Λονδίνου έμοιαζαν με μακρινό παρελθόν. Σκωτσέζοι κεφαλαιούχοι συμμετείχαν εξίσου σε επενδύσεις για αποικιοκρατικές υποθέσεις και στην εξαγωγή της εξουσίας (πράγμα που αναιρεί όλες τις αφηγήσεις τριτοκοσμισμού που αναπαράγει η αριστερά, περί θυματοποίησης των Σκωτσέζων απέναντι στον αποικιοκράτη Άγγλο, δεδομένου ότι η Σκωτία συνέβαλε όσο κανείς άλλος στρατιωτικά και πολιτικά στην Βρετανική παντοδυναμία κατά την περίοδο της ακμής της). Παρά την καπιταλιστική ανάπτυξη που μετέτρεψε μια χώρα αγροτική σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του δυτικού αστικού πολιτισμού, η ιδεολογία του laissez faire ουδέποτε υπήρξε βασική συνιστώσα στο σύγχρονο πολιτικό της γίγνεσθαι (ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας ότι από την περίοδο του μεσοπολέμου κι έπειτα η Σκωτσέζικη οικονομία βρίσκεται αποδεκατισμένη και σε κατάσταση διαρκούς ύφεσης, με μερικές μόνο εξαιρέσεις). Το κόμμα των Συντηρητικών σχεδόν πάντα αποτελούσε μειοψηφία (μάλιστα στις εκλογές του 2010 μόλις με τα βίας βρέθηκε στην τέταρτη θέση δίνοντας μόνο μία έδρα, με τους Εργατικούς να κερδίζουν πανηγυρικά, ενώ την ίδια στιγμή τα ποσοστά τους καταποντίζονται στην υπόλοιπη Αγγλία. Το SNP βρέθηκε στη δεύτερη θέση, και την τρίτη θέση καταλαμβάνουν οι Φιλελεύθεροι.

[3] Στα περισσότερα πανεπιστήμια της Αγγλίας, τα δίδακτρα ανέρχονται σε 9.000£ ετησίως, οι προπτυχιακές σπουδές στη Σκωτία αγγίζουν μόλις το ποσό των 1,820£ (φυσικά με αρκετές εξαιρέσεις ανά πανεπιστήμιο)

[4] Επιπλέον, οι πολίτες της παραδοσιακά φτωχής Γλασκόβης (μια πόλη που έχει υποφέρει αρκετά από τα μέτρα λιτότητας) υπερψήφισαν την πρωτοβουλία (54%), ενώ το εύπορο Εδιμβούργο γύρισε την πλάτη στην καμπάνια του ΝΑΙ.

[5] Όταν το αεροδρόμιο της Γλασκόβης το καλοκαίρι του 2007 έγινε στόχος Ισλαμιστών τρομοκρατών, υπήρξε αφορμή για να τεθεί στο “δημόσιο” διάλογο το ζήτημα της Σκωτσέζικης ανεξαρτησίας για έναν επιπλέον λόγο: τη μή αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, πράγμα που δεν μπορεί να καταστεί εφικτό κάτω από τις υπάρχουσες συνθήκες, με τη Σκωτία να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του Ηνωμένου Βασιλείου.

Αναρτήθηκε στις: 20/09/2014