Menu

EAGAINST.com

Λάμπε ρατ – η κλιμάκωση της νεοφασιστικής βίας & η διαχείρισή της από το πολιτικό σύστημα

Μετά τις εκατοντάδες επιθέσεις και τους τραμπουκισμούς εναντίον μεταναστών, μετά τη δολοφονία του Σαχτζάτ Λουκμάν, μετά τις καταδρομικές επιχειρήσεις εναντίον στεκιών και αγωνιστών της αντεξουσίας και της αριστεράς, έφτασε η ώρα μιας εν ψυχρώ δολοφονίας με μαχαίρι ενός έλληνα υπηκόου, του Παύλου Φύσσα. Σε μια περιοχή όπου η Χ.Α. σημείωσε υψηλά εκλογικά ποσοστά και έχει απλώσει για τα καλά τα πλοκάμια της. Ήταν προφανώς θέμα χρόνου. Η νεοφασιστική βία κλιμακωνόταν για όποιον είχε μάτια για να δει και αυτιά για ν’ ακούσει. Η δολοφονία έγινε από έναν εξαχρειωμένο λούμπεν εργάτη που έπαιρνε εθνικιστικά μεροκάματα από το κόμμα και, απ’ ό,τι φάνηκε, είχε μια ιδιαίτερη εξοικείωση με τραμπούκικες – μπραβιλίδικες μεθόδους και πρακτικές.

Ήταν προσχεδιασμένη δολοφονία στο πλαίσιο της αλλαγής αντζέντας της Χ.Α. (απ’ το μεταναστευτικό στον αντικομμουνισμό), όπως υποστηρίζουν σύντροφοι (βλ. εδώ); Ήταν πολιτική παρέμβαση για να δοθεί νέα ώθηση στο κόμμα, αφού η αντιμεταναστευτική αντζέντα του ενσωματώθηκε από τον Ξένιο Δία και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως ισχυρίζεται διανοούμενος του ΣΥΡΙΖΑ (βλ. εδώ);

Όπως έχουμε ξαναπεί αλλού, η Χ.Α. κινείται παράλληλα σε δύο επίπεδα: και κόμμα και κίνημα. Το κίνημα συμμορφώνεται στη γενική κατεύθυνση που υποδεικνύει κάθε φορά το κόμμα. Η ντιρεκτίβα που προφανώς έχει δοθεί τους τελευταίους μήνες είναι: «πάμε καλά δημοσκοπικά, αυξάνουμε την ισχύ μας, οπότε προχωράμε τα σχέδιά μας και κλιμακώνουμε τη δράση μας». Συγκεκριμένα για τη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος, είχαν πρόσφατα εξαγγείλει τη δημιουργία «εθνικιστικού φορέα εργατών». Δεν ήταν λοιπόν τυχαία η επίθεση στα μέλη σωματείων της Ζώνης που πρόσκεινται στο Κ.Κ.Ε. στις 12-9-2013. Αλλά και ο Π. Φύσσας και ο πατέρας του ήταν μέλη του συνδικάτου μετάλλου. Ίσως λοιπόν να τον στοχοποίησαν όχι μόνο ως αντιφασίστα αλλά και για αυτή την ιδιότητά του, προκειμένου να στείλουν το μήνυμα ότι δεν αστειεύονται. Να σημειωθεί ότι τα σωματεία εργαζομένων στη Ζώνη, σε ανακοίνωσή τους στις 21-6-2012, είχαν μεταξύ άλλων αναφέρει ότι: «Ομάδα εργοδοτών είναι πίσω από μια σειρά από προσπάθειες τα τελευταία 2-3 χρόνια να διαλύσουν τα σωματεία μας ή να τα βάλουν στο χέρι. Αφού εξάντλησαν κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο, το τελευταίο διάστημα έχουν συνάψει σχέσεις με τη γνωστή σε όλους μας για τη δράση της και τις μεθόδους που χρησιμοποιεί, Χρυσή Αυγή, αλλά και με ανθρώπους του υποκόσμου, για να αναλάβουν εργολαβία την με κάθε τρόπο, μια για πάντα, εκκαθάριση της Ζώνης από εμάς».

Από την παραπάνω ντιρεκτίβα και τη συγκεκριμένη στοχοποίηση όμως μέχρι την εντολή για δολοφονία έλληνα υπηκόου υπάρχει μια απόσταση που δεν καλύπτεται και τόσο εύκολα από ένα κοινοβουλευτικό πλέον κόμμα. Εκτιμούμε λοιπόν ότι ουδέποτε δόθηκε άνωθεν εντολή για δολοφονία, χωρίς βέβαια αυτό να «αθωώνει» την ηγεσία, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω. Τι νομίζουμε ότι έγινε; Ο τοπικός πυρήνας της Χ.Α., έχοντας αυξήσει την ισχύ του, ένιωσε έτοιμος να πάει ένα βήμα πιο πέρα, κι έτσι επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Οι κατά τόπους πυρήνες της Χ.Α. προφανώς εξαρτώνται από το κόμμα και λογοδοτούν σ’ αυτό. Δεν είναι επ’ ουδενί αυτόνομοι. Ως εκτελεστικά όργανα των άνωθεν εντολών και οδηγιών όμως, έχουν «διακριτική ευχέρεια» κατά την εκτέλεσή τους. Κάτι αντίστοιχο με την αστυνομία και τα όργανά της δηλαδή. Δεσμεύονται μεν σε ένα γενικό πλαίσιο, από κει και πέρα όμως ενδέχεται να επιδείξουν «υπερβάλλοντα ζήλο», να προβούν σε «κατάχρηση εξουσίας». Πρόκειται όμως για «κατάχρηση» εγγενή στο αρχικό πλαίσιο εξουσίας και στη δομή του καθήκοντός τους. Τα όρια απ’ τα οποία «παρεκκλίνουν» είναι ήδη, εξαρχής, ξεχειλωμένα και ρευστά. Η ωμή εξουσία που ασκείται υπαγορεύεται από μια de facto σκοπιμότητα και η επιτυχία της εξαρτάται αποκλειστικά από το βαθμό καταστροφής που επιφέρει. Αν τώρα, η «κατάχρηση» αυτή νομιμοποιείται -ανάλογα με το υποκείμενο στο στόχαστρο, τη συγκυρία και τους σκοπούς που εξυπηρετεί- από το καθεστώς, τότε όλα καλά, δεν τρέχει κάστανο (βλ. π.χ. την αδίστακτη και πέραν της τυπικής νομιμότητας στάση-δράση της στρατοαστυνομίας στην πρόσφατη περίπτωση των δραπετών των φυλακών Τρικάλων). Αν όμως διαβεί το κατώφλι, αν ξεπεράσει όρια που δεν έπρεπε να ξεπεραστούν -τουλάχιστον όχι ακόμα, αν προκαλέσει υπολογίσιμες κοινωνικές αντιδράσεις και αν, αφού καταγγελθεί από μάρτυρες με αδιάσειστα στοιχεία, συλληφθεί ο δράστης-θύτης, τότε αυτός αποκόπτεται βιαίως από το πλαίσιο που ως εκείνη τη στιγμή τον προστάτευε και αφήνεται έκθετος. Τα όργανα δηλαδή είναι αναλώσιμα. Αυτό έγινε με τον Κορκονέα, έτσι και με τον Ρουπακιά. Ο Πατέρας τότε δεν αναγνωρίζει το παιδί του και το εγκαταλείπει στα όρνεα να το κατασπαράξουν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, και το αρχικό -εγγενώς ρευστό- πλαίσιο εξουσίας μένει στο απυρόβλητο, και αστική δικαιοσύνη αποδίδεται, και κανείς δεν διαμαρτύρεται. Η Χ.Α. σφυρίζει αδιάφορα για τον Ρουπακιά («ήταν απλά ένας συμπαθών»), όπως η ΕΛ.ΑΣ. απέταξε τον Κορκονέα («ήταν ένας κακός, ανεκπαίδευτος, αστυνομικός»).

Όσον αφορά δε τη σχέση Χ.Α. – καθεστώτος, όπως έχουμε πει σε παλιότερα κείμενα: «…η Χ.Α. είναι ένα από τα οχήματα πάνω στα οποία ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός (με τα νεοφιλελεύθερα κράτη έκτακτης ανάγκης που του προσιδιάζουν) θα προσπαθήσει να επαναρυθμίσει την κοινωνία με ευνοϊκούς για τη λειτουργία του Συστήματος όρους, να την εκφασίσει και να τη στρατιωτικοποιήσει εθίζοντάς τη στη βία, την ασχήμια και τη χυδαιότητα, να την οδηγήσει στην πλήρη βιοπολιτική επιτήρηση, να χειραγωγήσει τις αντιστάσεις των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων προς εξωτερικούς και εσωτερικούς (μετανάστες, εξαθλιωμένους, τεμπέληδες, τσαμπατζήδες, απεργούς, αντιφρονούντες: οι νέοι asozialen) εχθρούς…»· «…η Χ.Α., με την αντισυστημική ρητορική, την παθιασμένη στράτευση, τον ακτιβισμό, τα μεροκάματα στα «παλικάρια» που θα τη στελεχώνουν και «το κοινωνικό έργο» (που θα ενισχυθεί στο μέλλον -βλ. π.χ. «συσσίτια μόνο για έλληνες»- με τη χρηματοδότηση που θα λάβει ως κόμμα του κοινοβουλίου), είναι απαραίτητη στο Σύστημα στους καιρούς της άγριας μετάβασης και των ταραχών γιατί αυτή τη στιγμή τα υπόλοιπα κόμματα του νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού και του βιοπολιτικού ελέγχου έχουν απωλέσει την κοινωνική τους νομιμοποίηση, δεν έχουν κοινωνικά ερείσματα και ούτε πρόκειται να αποκτήσουν σύντομα γιατί δεν υπόσχονται πια τίποτα πέρα από την αυτοκρατορία του μικρότερου κακού, ούτε μπορούν πλέον, ως άμεση συνέπεια του πρώτου, να εμπνεύσουν μαζικά ακροατήρια…»· «…η Χ.Α. είναι το πεδίο απο-ταύτισης με το Σύστημα, το πεδίο παραβίασης του Συστήματος, που το ίδιο παράγει σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία για να δώσει στους αγανακτισμένους και οργισμένους υποτελείς την ψευδαίσθηση της αντίστασης στις προσταγές του Κεφαλαίου και να μπορέσει να αναπαραχθεί αποτελεσματικά χωρίς τον κίνδυνο της ριζικής αμφισβήτησης…»· «…ο φασισμός/ναζισμός είναι ο κένταυρος του αρχαίου ελληνικού μύθου: το ανθρωπόμορφο παιδί του Θεού Δία-Κυρίαρχου, ο άρπαγας, υβριστής, αγροίκος και ασελγής που δεν σέβεται τα όρια ούτε του ίδιου του πατέρα-αφέντη· είναι ο «αληταράς» γιος που όσο πάει κόντρα στον Πατέρα του άλλο τόσο διαπνέεται από τις ίδιες (κυριαρχικές) αρχές και αξίες…»· «…η διαδικασία που τη συγκροτεί [τη Χ.Α.] είναι μάλλον ολοποιητική παρά εξατομικευτική: είναι οργανωμένο κοινοβουλευτικό κόμμα, με ιδεολογική πλατφόρμα και συγκεκριμένες στοχεύσεις, με διασυνδέσεις και χρηματοδότηση, ένα τυπικό κόμμα που ευνοείται και προμοτάρεται από το πραγματικό κόμμα (διαπλοκή κεφαλαίου – μίντια – πολιτικής – μαφίας) και με τη σειρά του προσπαθεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που του παρέχονται απ’ το πραγματικό κόμμα με σκοπό να ενδυναμώσει τόσο τη θέση του μέσα στο σύστημα όσο και το ίδιο το σύστημα…». Με βάση τα παραπάνω λοιπόν, η Χ.Α. δεν είναι τόσο το μακρύ χέρι του καθεστώτος -παρόλο που de facto έχει και αυτή τη διάσταση-, όσο το νόθο τέκνο με πολλαπλή λειτουργική αξία για τον Πατέρα. Ανάμεσα στη Χ.Α. και το καθεστώς υπάρχει μια διαλεκτική σχέση. Από τη μία η Χ.Α. προσπαθεί να ενισχύσει τη θέση της μέσα στο Κράτος, μέσα στο κρατικοποιημένο έγκλημα, μέσα στο διαπλεκόμενο σχήμα «κεφάλαιο (λευκό και μαύρο) – μίντια – πολιτικό σύστημα». Από την άλλη το καθεστώς χρησιμοποιεί – αξιοποιεί τη Χ.Α. με την έννοια ότι έχει οφέλη τόσο από την ίδια τη δράση της όσο και από τη διαχείριση της δράσης της. Βέβαια, το πρώτο βιολί σ΄αυτή τη σχέση το παίζει το βαθύ κράτος και τα αφεντικά. Όπως την έβγαλαν από την αφάνεια, έτσι και θα μετασχηματίσουν τον ρόλο της αν προκρίνουν «μια πιο σοβαρή Χ.Α.», όπως είπε κι ο Μπάμπης Παπαδημητρίου, αυτός ο έμμισθος τσανακογλείφτης του καθεστώτος.

Ας δούμε τώρα πώς διαχειρίστηκε το πολιτικό σύστημα τη δολοφονία του Π. Φύσσα. Καταρχάς, η διαχείριση δεν ήταν ενιαία. Οι πολιτικοί παίχτες είναι πλέον πολλοί, και συχνά διαφωνούν μεταξύ τους. Επειδή όμως συμφωνούν στα μείζονα, οι φαινομενικά αντιθετικές πλευρές της διαχείρισης καταλήγουν να έχουν μια συμπληρωματικότητα. Είτε έτσι είτε αλλιώς, όλες αποτελούν εν τέλει μέρος μιας διακυβέρνησης με κύριους σκοπούς την ενίσχυση του διαμεσολαβητικού ρόλου του Κράτους και την αντίστοιχη αφαίρεση δύναμης από τους υποτελείς, την ανανέωση της πίστης στους θεσμούς (συμπεριλαμβανομένων των κομμάτων και των μίντια, τα οποία συντονίζονται με το κοινό περί δικαίου αίσθημα για να επανακτήσουν το κύρος τους στις συνειδήσεις των υποτελών), την ιδεολογικοποίηση και ως εκ τούτου την απονεύρωση της τρέχουσας κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας, τον εγκλεισμό των υποτελών στο μαντρί της νομιμοφροσύνης ή της νόμιμης αντίστασης, την εκτροπή του κοινωνικού πολέμου σε κατευθύνσεις που διαιρούν τους υποτελείς και γίνονται εύκολα αντικείμενο διαχείρισης.

Η κυβέρνηση, δια του πρωθυπουργικού διαγγέλματος, παίζει σε πολλά επίπεδα: εθνική ενότητα κάτω από την κρατική κηδεμονία («Δεν είναι ώρα για εσωτερικές διαμάχες. Ούτε για ένταση. Οι όποιες πολιτικές διαφωνίες λύνονται με διάλογο δημοκρατικό, όχι με διαφωνίες εμπρηστικές, ούτε με τη βία, απ’ όπου και αν προέρχεται, και –πολύ περισσότερο– όχι με το αίμα. Που μας διαιρεί μέσα και μας εκθέτει έξω από την Ελλάδα. Όπως συνέβη με την απάνθρωπη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, που κάθε Έλληνας καταδικάζει με απέχθεια. Αγωνίζομαι και θα αγωνιστώ μέχρι τέλους για να τελειώσει η ανηφόρα των θυσιών του ελληνικού λαού.»), δημοκρατικός ανθρωπισμός («απάνθρωπη δολοφονία του Παύλου Φύσσα», «η κατηφόρα της βίας»), συγκινησιακός – ηθικιστικός λαϊκισμός («ας σεβαστεί λοιπόν ο καθένας το λαό, τους κόπους και τις θυσίες του»), επίκληση στο πατριωτικό συναίσθημα («να αποκτήσει η Ελλάδα εκείνο που της αξίζει: ανάπτυξη, ειρήνη και ευημερία», «της χώρας που γέννησε τη Δημοκρατία»), πρόσδοση ιστορικά φορτισμένης ταυτότητας στη Χ.Α. («επίγονοι των ναζί») ώστε να κατευθύνει τη σκέψη σε μια συγκινησιακή καταδίκη του απόλυτου Κακού και να την απομακρύνει από την ανίχνευση του ρόλου της Χ.Α. στην τρέχουσα συγκυρία, μηδενική ανοχή – αποφασιστικότητα – πυγμή ενάντια στους «εχθρούς της Δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής». Έτσι λοιπόν, «η Δημοκρατία», ήτοι το καπιταλιστικό Κράτος, αφενός εμφανίζεται ως εγγυητής της κοινωνικής σταθερότητας, ως επιδιαιτητής ανάμεσα στα «άκρα», ως ο αυταρχικός -όταν χρειάζεται- ηθικός προστάτης και τιμωρός του Κακού και αφετέρου δείχνει τα δόντια, όχι βέβαια στη Χ.Α. αλλά στους πραγματικούς ή δυνάμει αντιπάλους της, ενός ντεσιζιονιστή απόλυτου Κυρίαρχου που διακρίνει κατά το δοκούν σε φίλους και εχθρούς (και ψάχνει αφορμές για να ανανεώσει το νομικό του οπλοστάσιο -ή για να διαστείλει το ήδη υπάρχον- ενάντια στα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα).

Παράλληλα, μια άλλη κίνηση, αυτή τη φορά από τον υπουργό ΠΡΟ.ΠΟ., παράγει το προς μαζική κατανάλωση θέαμα της αμείλικτης διασφάλισης της δημόσιας τάξης. Ο υπουργός καταθέτει στον εισαγγελέα του αρείου πάγου μια λίστα με ποινικά αδικήματα που αποδίδονται στη Χ.Α., που είναι βέβαια πταίσματα σε σχέση τόσο με αυτά που δεν βεβαιώνονται από καμιά δικογραφία όσο και με αυτά που βεβαιώνονται μεν αλλά βρίσκονται εκτός λίστας. Τι μήνυμα στέλνει το Κράτος στη Χ.Α. με αυτή την κίνηση; «Το παρακάνατε μάγκες! Πρέπει να κρατήσουμε τα στοιχειώδη προσχήματα». Κάποιοι αναλώσιμοι οπαδοί – κινηματίες της Χ.Α. μπορεί να συλληφθούν και να καταδικαστούν το πολύ για σωματική βλάβη, και μέχρι εκεί θα φτάσει -προς το παρόν- το χέρι του ποινικού νόμου.

Όσον αφορά κάποιες φράξιες του ΠΑΣΟΚ, την «κεντροαριστερά», τις φυλλάδες τους και τα κανάλια τους, στην προσπάθειά τους να βρουν τη θέση τους στο αναδομούμενο πολιτικό σκηνικό, παίζουν τώρα το χαρτί του αντιφασισμού – αντιναζισμού. Αυτοί οι ευαίσθητοι δημοκράτες συγκλονίστηκαν από τη δολοφονία «ενός νεαρού ανθρώπου», και έτσι ενεργοποιήθηκαν τα πάλαι ποτέ αντιφασιστικά αντανακλαστικά τους. Στηλιτεύουν την ανοχή που για καιρό επιδείκνυε η Ν.Δ. προς τη Χ.Α., απορρίπτουν απερίφραστα τη θεωρία των δύο άκρων ως ανιστόρητη. Το περιβόητο «συνταγματικό τόξο» (sic), στο οποίο βέβαια εντάσσουν και τον ΣΥΡΙΖΑ, οφείλει να έρθει σε συννενόηση ενάντια στον «κοινό εχθρό». Δείχνουν με το δάχτυλο τη Χ.Α., στην προσπάθειά τους να αυξήσουν την ισχύ τους συσπειρώνοντας τους «κεντρώους δημοκρατικούς, προοδευτικούς πολίτες», την «κοινωνία των πολιτών». Παράγουν συστηματικά έναν λόγο αληθείας σύμφωνα με τον οποίο ο μεγαλύτερος εχθρός είναι από τη μία ο νεοναζισμός και από την άλλη η λαϊκή αντιβία, και όχι οι πολιτικές λεηλασίας και αρπαγής και ο θεσμικός αυταρχισμός που τις συνοδεύει. Χτυπούν εξάλλου συνεχώς τα από τα κάτω ριζοσπαστικά κινήματα (βλ. π.χ. Σκουριές Χαλκιδικής), εγκαλούν και ταυτόχρονα προσεταιρίζονται τον ΣΥΡΙΖΑ (πολύ θα ήθελαν μια συνεργασία με έναν μετριοπαθή, αποκαθαρμένο από αριστεριστές και κινηματίες ΣΥΡΙΖΑ). Στο εξής, αυτοί οι απατεώνες θα επιμένουν ολοένα και περισσότερο στην ανάγκη συγκρότησης μιας «κεντροαριστεράς» που θα στέκει ως «η κύρια δύναμη σταθερότητας στην χώρα, ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη δεξιά και την αριστερίστικη και λαϊκιστική αριστερά».

Ως προς τους κρατιστές του ΣΥΡΙΖΑ, εγκαλούν το κράτος ότι δεν κάνει καλά τη δουλειά του και ζητούν απ’ αυτό -ιδίως την αστυνομία και τη δικαιοσύνη- «να τσακίσει τη Χ.Α.», με αποτέλεσμα να καλλιεργούν αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, να αφαιρούν δύναμη από τον λαϊκό παράγοντα και να ενισχύουν τόσο την διαμεσολάβηση του Κράτους στις κοινωνικές σχέσεις όσο και το κρατικό μονοπώλιο της απόφασης. Επίσης, προσπαθούν διαρκώς να επαναφέρουν την ιδεολογική διαιρετική τομή αριστεράς – δεξιάς, να επανασυγκροτήσουν τον πάλαι ποτέ «αντιδεξιό λαό», απαντώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο με το ίδιο νόμισμα στις τακτικές συσπείρωσης ενός συντηρητικού και φοβικού ακροατηρίου που εφαρμόζει η κυβέρνηση. Έτσι όμως χάνεται από το προσκήνιο η σύγκρουση ζωής και θανάτου που θα διατρέξει ολόκληρο τον 21ο αιώνα. Αυτή δεν είναι η σύγκρουση αριστεράς – δεξιάς, γιατί έχει απωλέσει την καθαρότητα, τη ζωντάνια, την ενέργεια και την ικανότητα να εμπνέει και να κινητοποιεί που είχε κάποτε, κουβαλά τα βαρίδια και τον τρόπο σκέψης του παρελθόντος, διαιρεί τους υποτελείς λόγω της ιστορικής της φόρτισης και μόνο, έχει πια καταστεί αφηρημένη και σχετική όσα νοήματα κι αν επενδυθούν στους δύο όρους, είναι ξεπερασμένη, αναχρονιστική, αποπροσανατολιστική και εύκολα διαχειρίσιμη στην τρέχουσα ιστορική συγκυρία. Η σύγκρουση ζωής και θανάτου λοιπόν δεν είναι άλλη από τη σύγκρουση της Ζωής με τον Θάνατο, των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων (ανταγωνισμός, φιλελεύθερος ωφελιμισμός, ταχύτητα κ.α.) με τον κοινωνικό κομμουνισμό (αμοιβαιότητα, αλληλοβοήθεια, συνεργασία, βραδύτητα κ.α.), του Κράτους με την ελεύθερη ένωση προσώπων, του εμπορεύματος με τις κοινωνικές ανάγκες, της λιτότητας ή της ανάπτυξης με την αρμονική και βιώσιμη σχέση με τη φύση πέρα από τα δίπολα που θέτει ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής και πέρα από το κυρίαρχο πολιτισμικό-ανθρωπολογικό μοντέλο, της Προόδου -που σωρεύει ερείπια επί ερειπίων- με το φρένο στην Πρόοδο, του καπιταλιστικού χάους και ανασφάλειας με την αξιοπρεπή ζωή, της ανεργίας και της αναπόδραστης αναγκαιότητας της μισθωτής εργασίας με την ελεύθερη και με ανθρώπινους ρυθμούς συνεργασία, της ηθικής εξαχρείωσης με την common decency, της λοβοτομημένης σκέψης με την ελεύθερη σκέψη.

Παλιότερα σχετικά κείμενα: [1] [2] [3] [4] [5]

Υ.Γ. (28/9/2013):

Η σύλληψη της ηγεσίας και των βουλευτών της Χ.Α. για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης αλλάζει εν μέρει, και ως προς δευτερεύουσες μόνο όψεις, το σκηνικό που περιγράψαμε. Εκεί που μιλούσαμε για απλή παραγωγή θεάματος προς κατανάλωση από τους υποτελείς, τώρα μπορούμε να μιλήσουμε για θεαματική βόμβα, για δημιουργία εντυπώσεων στο μέγιστο δυνατό βαθμό, για μια ευφυέστατη τακτική κίνηση που κάνει τους αντιπάλους του καθεστώτος να φαίνονται αναξιόπιστοι και γελοίοι: το Κράτος είναι εδώ για να επιβάλλει τον Νόμο και την Τάξη, βροντοφωνάζουν· οι θεσμοί της Δημοκρατίας (και ιδίως οι τόσο λοιδωρημένες δικαιοσύνη και αστυνομία) λειτουργούν· βουλώστε το όλοι εσείς που τολμήσατε να αμφισβητήσετε την ουδετερότητα του Κράτους. Εκεί δε που μιλούσαμε για «τράβηγμα του αυτιού» της Χ.Α., τώρα μπορούμε να μιλήσουμε για έναν αυστηρό παραδειγματισμό από το καθεστώς, που ίσως επιταχύνει τη διαδικασία συγκρότησης μιας πιο «σοβαρής Χ.Α». Άλλα μέλη του κόμματος θα πάρουν τη θέση των συλληφθέντων βουλευτών, που πιθανότατα θα παραιτηθούν, και μαζί με την αλλαγή προσώπων ίσως δούμε και μια σταδιακή μετατόπιση στη ρητορική του κόμματος, μια άμβλυνση της αντιμνημονιακής και της αντισυστημικής ρητορικής. Το δε κίνημα, αργά ή γρήγορα, θα χωριστεί σε δύο στρατόπεδα: σε αυτούς που απολάμβαναν υλικά οφέλη από τη δράση τους και θα ακολουθήσουν τη νέα γραμμή και στους πιο ιδεαλιστές που απογοητευμένοι θα αναζητήσουν άλλη πολιτική στέγη. Ανοίγει έτσι λοιπόν διάπλατα κι ο δρόμος για ένα πιο καθαρό, πιο ιδεολογικό, πιο σκληρό, πιο αντικοινοβουλευτικό εθνικιστικό – ρατσιστικό μόρφωμα, που όχι μόνο δεν θα υπολείπεται αλλά θα υπερτερεί με άνεση της Χ.Α. σε βίαιο εξτρεμισμό εναντίον των «εσωτερικών εχθρών».

λάμπε ρατ
τέλη σεπτέμβρη 2013