Menu

EAGAINST.com

Όλοι αυτοί οι… «χωρίς»

Πριν μερικά χρόνια, περπατούσες στο δρόμο και δεν έβλεπες κανέναν από «αυτούς», παρά μόνο κανέναν εδώ και εκεί καθιστό, στο πεζοδρόμιο πολυσύχναστων δρόμων. Άλλες φορές, τριγύριζαν στις καφετέριες ζητώντας από τους θαμώνες χρήματα, πριν προλάβουν να τους διώξουν οι ιδιοκτήτες. Είχαμε συνηθίσει την παρουσία τους και πολλές φορές δεν τους δίναμε τίποτε γιατί… «μας τα είχανε πρήξει». «Είναι τεμπέληδες και δεν πάνε να δουλέψουν. Τους αρέσει να τους τρέφουν οι άλλοι. Βάζουν τα παιδιά τους να ζητιανεύουν την ίδια στιγμή που αυτοί κάθονται σε καφενεία και πίνουν μπύρες». Ήταν οι αποκαλούμενοι «γύφτοι» ή κάτι «τελειωμένοι Αλβανοί». Μόνον αυτοί έκαναν αυτή τη δουλειά. Κάπως έτσι σκεφτόμασταν, χωρίς να φανταστούμε ότι κάποια στιγμή «αυτοί» θα γίνουν τόσοι πολλοί. «Αυτοί», είναι πλέον, οι φτωχοί.

Σήμερα τους συναντάμε παντού. Έξω από τα super-markets, από τα ψιλικατζίδικα, σε σταθμούς λεωφορείων, στο μετρό, κλπ. Το μόνο σημείο που εγώ τουλάχιστον δεν τους έχω συναντήσει ποτέ είναι εντός των μεγάλων εμπορικών κέντρων. Γιατί άραγε; Απλώς αναρωτιέμαι. Η κοινωνική ομάδα που κάποτε αποτελούνταν κυρίως από γύφτους ή κάποιους άτυχους στη ζωή ανθρώπους, σήμερα έχει διευρυνθεί κοινωνικά και περιλαμβάνει όλους αυτούς που είναι πλέον «χωρίς» . Χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς οικογένεια, χωρίς χαρτιά διαμονής, χωρίς κοινωνική ταυτότητα, χωρίς μέλλον και φυσικά χωρίς δημοκρατία. Στην περίπτωση δε που κάποιος συνδυάζει όλα τα παραπάνω, είναι και χωρίς… παρόν. Το σήμερα αυτών των ανθρώπων, είναι το αύριο που τους αφαίρεσαν χθες.

Ο σημαντικότερος ρόλος των φτωχών στην κοινωνία ήταν ανέκαθεν διττός. Από τη μία αποτελούσαν το παράδειγμα προς αποφυγή για τους εργάτες. Αντιπροσώπευαν τον τρόμο πως μπορεί και αυτοί να καταντήσουν έτσι κάποια μέρα. Η ύπαρξή τους και μόνο χαμηλώνει το κόστος εργασίας, υπονομεύοντας την ισχύ του εργάτη έναντι του εργοδότη. Από την άλλη μεριά οι φτωχοί είναι μία μη πολιτική μορφή, άνθρωποι εξ ορισμού αποκλεισμένοι από την πολιτική, με εικονικά δικαιώματα που ποτέ δεν πρόκειται να ασκήσουν. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι κομμουνιστές αλλά και οι σοσιαλιστές -που υποτίθεται ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για τον άνθρωπο απ’ ότι οι καπιταλιστές- υποστηρίζουν πως από τη στιγμή που οι φτωχοί αποκλείονται από την παραγωγή θα πρέπει να αποκλειστούν και από την πολιτική οργάνωση. Οι κομμουνιστές πιστεύουν ότι το κόμμα πρέπει να απαρτίζεται από την λεγόμενη πρωτοπορία των εργατών που εργάζονται σε βασικές μορφές παραγωγής και όχι από φτωχούς εργάτες ή πολύ περισσότερο από άνεργους. Οι φτωχοί ως κοινωνικά παράσιτα, θεωρούνται επικίνδυνοι και από ηθικής απόψεως – κλέφτες , πόρνες, ναρκομανείς – αλλά και από πολιτικής απόψεως γιατί είναι ανοργάνωτοι, αντιδραστικοί αλλά κυρίως απρόβλεπτοι. Αποτελούν για όλες τις κομματικές ιδεολογίες την «επικίνδυνη τάξη».

Αυτές οι «επικίνδυνες τάξεις» αποτελούνται κυρίως από ανθρώπους που στο φαντασιακό της κοινωνίας ορίζονται ως κατώτερες τάξεις. Είναι όλοι αυτοί που βρίσκονται έξω από κάθε ιεραρχία, χωρίς την ευκαιρία αλλά ούτε και την ανάγκη να επανενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο. Όχι μόνο δεν έχουν ρόλο σε αυτή την κοινωνία αλλά δεν μας προσφέρουν και τίποτε. Τί κοινό μπορεί να έχει μία ανύπαντρη μητέρα με έναν παράνομο μετανάστη, έναν αλκοολικό και ένα μαθητή που εγκαταλείπει το σχολείο;

Το χαρακτηριστικότερο κοινό γνώρισμά τους είναι ότι εμείς οι υπόλοιποι δεν βλέπουμε κάποιο λόγο για την ύπαρξη τους. Η ζωή μας θα ήταν καλύτερη χωρίς αυτούς. Τους «πετάμε» σε αυτήν την τάξη επειδή τους θεωρούμε ενδόμυχα τελείως άχρηστους. Είναι μία μουτζούρα επάνω σε έναν εκπληκτικό πίνακα ζωγραφικής. Οι «άχρηστοι» άνθρωποι κομίζουν κινδύνους. Ωμή βία, φόνος, ληστεία, αλλά και απομύζηση των κοινών πόρων. «Γιατί να τους πληρώνω»; Συνέπεια του κινδύνου είναι ο φόβος. Οι άνθρωποι αυτοί γίνονται ορατοί και αξιοπρόσεκτοι  από εμάς, όχι γιατί πεθαίνουν στο δρόμο από το κρύο, αλλά γιατί μεταφέρουν το φόβο. Είναι επίφοβοι!!! Ταυτόχρονα αντιπροσωπεύουν έναν καθησυχαστικό φόβο επειδή είναι συγκεκριμένος. Σε αντίθεση με τις αβεβαιότητες που κατακλύζουν καθημερινά τη ζωή μας και δεν μας επιτρέπουν να εστιάσουμε, οι φτωχοί είναι μία σταθερά. Γνωρίζουμε ποιοι είναι αλλά και που είναι και μπορούμε ανά πάσα στιγμή να κάνουμε κάτι ώστε να κατευνάσουμε το φόβο μας. Μπορούμε να τους βοηθήσουμε αγοράζοντας από ένα δεκάχρονο ξυπόλητο κορίτσι, ένα πακέτο χαρτομάντιλα.

Ο αριθμός των ανθρώπων τους οποίους ο καπιταλισμός καθιστά περιττούς, αυξάνεται ασταμάτητα και σήμερα κοντεύει να ξεπεράσει την ικανότητα διαχείρισης του πλανήτη. Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος ο καπιταλισμός να πνιγεί στα «απόβλητα» που  ο ίδιος παράγει. Δείχνει πως πλέον δεν μπορεί να τα αφομοιώσει αλλά, δυστυχώς γι’ αυτόν, ούτε να τα εξαφανίσει. Η «τοξικότητα» των αποβλήτων συνεχώς μεγαλώνει και φαίνεται πως θα καταστρέψει τον καπιταλισμό. «Φαίνεται», όμως δεν είναι σίγουρο. Ακόμα δεν έχουμε αρχίσει να βλέπουμε ή να αντιλαμβανόμαστε τις μακροπρόθεσμες συνέπειες από τις αυξανόμενες μάζες των ανθρώπινων αποβλήτων στις πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες συνύπαρξης των ανθρώπων σε πλανητικό επίπεδο. Η σημερινή κοινωνία δημιουργεί έναν «περίφρακτο χώρο» εντός του οποίου επιδιώκονται η οικονομική και κοινωνική ισορροπία. Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να αφομοιωθούν στις δομές της «κανονικής» ζωής και να γίνουν «χρήσιμα» μέλη της κοινωνίας, απομακρύνονται και μεταφέρονται εκτός του περίφρακτου χώρου. Είναι τα «ανθρώπινα απόβλητα».

Η πιο ανθούσα βιομηχανία στις χώρες που δόλια και παραπλανητικά αποκαλούνται «αναπτυσσόμενες», είναι η μαζική παραγωγή προσφύγων. Οι φυλετικοί πόλεμοι, ο πολλαπλασιασμός των αντάρτικων στρατών, οι ληστρικές συμμορίες εμπόρων ναρκωτικών που μεταμφιέζονται σε αγωνιστές της ελευθερίας και της δημοκρατίας υπό τη σημαία των ΗΠΑ και όχι μόνο (Αφγανιστάν, Κολομβία κλπ) εξαλείφουν εύκολα μεγάλο πληθυσμιακό πλεόνασμα, κυρίως τους νέους που είναι δύσκολο να απασχοληθούν, παραμένοντας εγκλωβισμένοι και αποκλεισμένοι από κάθε προοπτική. Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν κυνηγηθεί, δολοφονηθεί και εκδιωχθεί από τα σπίτια τους στο όνομα της δημοκρατίας ή της ελευθερίας.

Οι μετανάστες πλέον κυκλοφορούν στους ίδιους δρόμους με αυτούς που διέσχιζε παλιότερα ο πλεονασματικός πληθυσμός. Μόνο που τώρα δεν μπορείς να ξεχωρίσεις παρά μόνο ίσως με το χρώμα του δέρματος, το ποιος είναι πραγματικός μετανάστης και ποιος είναι απόβλητο. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει διαφορά γιατί οι μετανάστες είναι απόβλητα και τα απόβλητα είναι μετανάστες στην ίδια τους τη χώρα (αν υπάρχει ακόμη κάτι τέτοιο). Είναι όλοι τους πρόσφυγες ανεξαρτήτου χρώματος ή εθνικότητας. Στα κέντρα διανομής συσσιτίου πηγαίνουν όλοι. Η πείνα δεν κάνει διακρίσεις. Όλοι τους είναι επί της ουσίας «χωρίς» πατρίδα, απάτριδες, όχι μόνο με την τρέχουσα έννοια, αλλά και με μία διαφορετική: με την απροσδιόριστη παρουσία μιας κρατικής εξουσίας στην οποία δεν μπορούν να δηλώσουν την πολιτική τους ιδιότητα. Είναι hors du nomos δηλαδή «έξω» από το νόμο. Όχι το νόμο της χώρας που κατοικούν ή μιας άλλης χώρας αλλά έξω από αυτόν κάθε αυτό το νόμο. Βρίσκονται σε μία συνεχή κατάσταση «αμφίσημης ολίσθησης» – όρος του Michel Agier – χωρίς να γνωρίζουν αν αυτό είναι περαστικό ή μόνιμο. Κινούνται στα μονοπάτια μιας διαδρομής που δεν ολοκληρώνεται ποτέ γιατί απλά ο προορισμός τους είναι πάντα ασαφής. Δεν υπάρχει γι’ αυτούς ο «τελικός προορισμός». Από τη στιγμή που είσαι πρόσφυγας, είσαι για πάντα!!!

«Εμείς» που είμαστε έξω από αυτό, επικροτούμε τις ανθρωπιστικές οργανώσεις που βοηθούν όλα τα απόβλητα, εσωτερικά και εξωτερικά. Μία επινόηση καλά σχεδιασμένη να ξεφορτώνει και να διαλύει το άγχος του υπόλοιπου κόσμου, να συγχωρεί την ενοχή και να κατευνάζει τις τύψεις των θεατών αλλά και να προκαλεί τη διάχυση του αισθήματος του επείγοντος και του φόβου των απρόοπτων εξελίξεων. Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις πετυχαίνουν το ιδεώδες ασυμβίβαστο: την έντονη επιθυμία να ξεφορτωθούμε τα ανθρώπινα απόβλητα με την ικανοποίηση της οδυνηρής επιθυμίας της ηθικής ορθότητας. Επουλώνουμε έτσι την ένοχη συνείδηση που προκαλείται από τα δεινά του καταραμένου τμήματος της ανθρωπότητας.

Η κατάταξη στην κατηγορία του απόβλητου δεν παραμένει ποτέ μία αθλιότητα περιορισμένη σε ένα σχετικά μικρό μέρος του πληθυσμού. Είναι μία δυνητική προοπτική για τον καθένα. Γίνεται το ένα από τα δύο άκρα μεταξύ των οποίων η παρούσα και μέλλουσα κοινωνική θέση του καθενός «πηγαινοέρχεται». Εμείς βρισκόμαστε προς το παρόν στο άκρο του «με». Πρέπει να κάνουμε κάτι πριν να βρεθούμε στο άκρο που υπάρχει το «χωρίς», γιατί τότε θα είναι πολύ αργά. Ελοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος αν βρεθείς μία φορά «χωρίς», να μείνεις για πάντα «χωρίς». Αυτό συμβαίνει και τώρα. Συνειδητοποιήσαμε ξαφνικά ότι ζούμε «χωρίς δημοκρατία». Μήπως μείνουμε για πάντα «χωρίς δημοκρατία»;


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-ag7