Ούτε θεός ούτε γονίδιο

1neb65b

Κριτική στο κυρίαρχο επιστημονικό παράδειγμα

Το ζήτημα της επιστήμης, παραμένει ταμπού. Αφορά το επιστημονικό ιερατείο. Ακόμη και σήμερα κυριαρχεί η γνώμη ότι τα ζητήματα που εγείρει η ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης αφορούν τους ειδικούς επιστήμονες. Θεωρούμε λοιπόν, πολύ σημαντικό να ανοίξει η συζήτηση πέρα από τους χώρους της επιστημονικής εξειδίκευσης. Να απεγκλωβιστεί από το κλειστό και περιχαρακωμένο περιβάλλον της επιστημολογίας, από το ιεραρχικά διαχωρισμένο πεδίο των ειδικών επιστημόνων. Πρώτη μας επιδίωξη, είναι να σπάσουμε την εξουσία της εξειδίκευσης, του φαντασιακού του επιστημονισμού, που πάνω κάτω λέει «μην ανησυχείτε το θέμα αφορά τους ειδικούς», «πρέπει να είσαι ειδικός για να αναφέρεσαι σε αυτά τα θέματα». Η αλήθεια είναι ότι καθένας μπορεί να διαμορφώσει άποψη, στηριζόμενος σε κοινά αποδεκτές επιστημονικές αποδείξεις. Το ζήτημα της επιστήμης, δεν είναι μονοσήμαντο αλλά πολύπλοκο και εγγενώς αντιφατικό. Αφορά τη γνώση και τη σχέση των ανθρώπινων κοινωνιών με τους εκάστοτε θεσμούς – φορείς της που την εφαρμόζουν. Είναι δηλαδή βασικά πολιτικό.

Η επιστήμη, η ιδέα της επιστήμης, της επιστημονικής αλήθειας, αποτελούν θεμελιώδεις λίθους – μύθους του νεωτερικού οικοδομήματος και του καπιταλιστικού συστήματος.

Η νεώτερη εποχή εδραιώνεται πάνω στις ιδέες της ασταμάτητης προόδου (η οποία ταυτίζεται με την τεχνολογική ανάπτυξη) και του ορθολογικού ελέγχου – κυριαρχίας πάνω στη φύση και την ανθρώπινη κοινωνία. Η επιστήμη της, δεν μπορούσε παρά να είναι ανάλογη: μαθηματικοποίηση – ποσοτικοποίηση του κόσμου, με στόχο την ορθολογική του κυριαρχία.

Σε μια πρώτη προσέγγιση πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι σήμερα η επιστήμη πέρα από ισχυρός κοινωνικός θεσμός είναι και μια κυρίαρχη νομιμοποιητική σημασία. Μια σημασία ζωής. Ένα κυρίαρχο φαντασιακό που έχει μολύνει τα μυαλά (και όχι μόνο) των σημερινών κοινωνιών. Η εξουσία του ειδικού επιστήμονα είναι όχι μόνο αδιαμφησβήτητη αλλά και ζητείται επίμονα. Με αυτή την έννοια η τεχνοεπιστήμη έχει όντως αυτονομηθεί ως ισχυρός κυρίαρχος λόγος, έχει γίνει αυτοσκοπός εν πολλοίς ανεξέλεγκτος. Η θρησκειοποίησή της είναι χαρακτηριστικό της.

Σε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας κύριος θεσμός κοινωνικής νομιμοποίησης ήταν η εκκλησία. Στις δυτικές κοινωνίες εδώ και καιρό η επιστήμη διαδέχθηκε την εκκλησία, με νέους βέβαια όρους, ως κυρίαρχος νομιμοποιητικός λόγος. Σχετικοποιώντας την πηγή του νοήματος και της σημασίας της ζωής, γκρεμίζοντας το θρησκευτικό ιερατείο από το θρόνο του, ανέλαβε να παίξει η ίδια το ρόλο του εγγυητή του νοήματος για τις ανθρώπινες κοινωνίες. Πίσω από την αντιμεταφυσική της κριτική όμως, υπέκρυπτε τις δικές της μεταφυσικές θεμελιώσεις. Προήγαγε την εγκατάλειψη της θρησκείας, χάριν όμως ενός εξορθολογισμένου εργαλειακού Λόγου. Ενός Λόγου που διεκδικούσε την παντογνωσία και την παντοδυναμία και εν τέλει την κυριαρχία επί παντός επιστητού. Όταν λέμε ότι κάτι ΄΄το λέει η επιστήμη΄΄, είναι για να υποστηρίξουμε μια αδιάσειστη αλήθεια.

Η Επιστήμη, ως Νέα Επιστήμη, αναπτύχθηκε από τον 17ο αιώνα ως δραστηριότητα διαχωρισμένη, επιβάλλοντας τους δικούς της διαχωρισμούς, μονοπωλώντας το πεδίο της γνώσης. Από το ξεκίνημά της, ιδρύει μια εργαλειακή σχέση με την πραγματικότητα, στοχεύει στην ποσοτικοποίησή της, υποβιβάζοντας την σε κάτι μετρήσιμο. Αποτελεί λοιπόν και κεντρική φαντασιακή συνιστώσα της καπιταλιστικής κοινωνίας, παίζοντας πρωτεύοντα ρόλο στην ανάπτυξη του τρόπου παραγωγής που βασίζεται στη μέτρηση του εργασιακού χρόνου και της παραγωγικότητας.

Η φυσική του Νεύτωνα η οποία κυριάρχησε από το τέλος του 17ου ως το τέλος του 19ου αιώνα, περιγράφει το σύμπαν σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόϊ, στο οποίο τα πάντα γίνονται με ακρίβεια και σύμφωνα με συγκεκριμένους νόμους. Κυρίαρχο επιστημονικό παράδειγμα αυτήν την περίοδο είναι η μαθηματική φυσική ο οποία σχεδόν αμέσως μετατρέπεται σε υπόδειγμα επιστήμης. Η γέννηση του θετικισμού τον 19ο αιώνα δεν αποτελεί ρήξη με το καθεστώς της μηχανιστικής σκέψης, αλλά εκσυγχρονισμό της, μέσω του οποίου αναδιευθετείται και ανασυντάσσεται αποτελεσματικότερα. Ο θετικιστικός ορθολογισμός κυριαρχεί από τότε στην επιστήμη, πάνω στον οποίο βασίζεται η τεχνοκρατική ιδεολογία των σύγχρονων βιομηχανικών – καπιταλιστικών κοινωνιών. Στο πεδίο της σύγχρονης τεχνοεπιστήμης βασιλεύει ο ίδιος επιστημονιστικός μύθος με τον πιο χυδαίο τρόπο. Ενώ ο δογματικός εργαλειακός ορθολογισμός δέχθηκε σφοδρή κριτική στο επίπεδο της θεωρίας[1], στην πράξη θριαμβεύει μέσω της κυριαρχίας της τεχνολογίας στις ανθρώπινες κοινωνίες. Το κυρίαρχο σημερινό επιστημονιστικό παράδειγμα βασίζεται πάνω σε αυτό το παράδοξο: Παρόλο που στο θεωρητικό επίπεδο, το μηχανιστικό – αναγωγιστικό – ντετερμινιστικό μοντέλο δέχθηκε ανηλεή κριτική και παρόλο που ολόκληρο το οικοδόμημα της επιστήμης από τις αρχές του περασμένου αιώνα κολυμπάει μέσα στην αβεβαιότητα, στο επίπεδο της εφαρμοσμένης επιστήμης, της τεχνοεπιστήμης δηλαδή, είναι σα να μην συνέβη τίποτα. (Στις διαφημίσεις των βιοτεχνολογικών εταιρειών παραδείγματος χάρη, αναπαράγεται η χαρούμενη θετικιστική αφέλεια του 17ου αιώνα).

Με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, η επιστήμη, ως κεντρική συνιστώσα του, αναπτύσσεται ως καπιταλιστική επιστήμη. Ενσωματώνεται ως ένας ιδιαίτερος κυρίαρχος θεσμός μέσα στη γιγάντια κίνηση εξάπλωσης του εμπορεύματος, της εμπορικής συναλλαγής, της διείσδυσης της οικονομίας σε όλες τις όψεις της ανθρώπινης και μη ζωής.

Η επιστήμη λοιπόν, δεν είναι ουδέτερη, όπως θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε οι μέντορές της, γιατί είναι ένας κοινωνικός θεσμός με την πλήρη σημασία του όρου και σαν τέτοιος είναι φτιαγμένος από τις αξίες και τις στοχεύσεις της κοινωνίας την οποία θεμελιώνει. Είναι μια έκφραση του συνολικού προσανατολισμού της κοινωνίας στην οποία ανήκει, προσφέρει λύσεις στα ερωτήματα και τα προβλήματα του πολιτισμού μέσα στον οποίο εντάσσεται. Η μηχανιστική επιστημονική αντίληψη της Φύσης ή ο «ορθολογισμός» π.χ είναι θεμελιώδεις σημασίες του καπιταλιστικού κόσμου.

Στο κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε σήμερα, κυρίαρχη επιστημονική ιδεολογία είναι ο επιστημονισμός, η θρησκειοποίηση της επιστήμης, η αναγωγή της σε απόλυτο και μόνο νόμιμο κριτή της αλήθειας. Αυτός ο νέος -ισμός, αποτελεί ένα από τους θεμελιωτικούς μύθους της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στον επιστημονισμό κορυφώνεται η δογματική-ρασιοναλιστική τάση του διαφωτισμού η οποία προωθεί την επιστήμη με σωτηριολογική φρασεολογία. Κυρίαρχο επιστημονικό παράδειγμα, παραμένει ο μηχανιστικός ορθολογισμός παρ΄ όλες τις εκλεπτύνσεις που του επέβαλε ο θετικισμός, ο θετικιστικός ορθολογισμός. Το μηχανιστικό μοντέλο λειτουργεί με κύρια μεθοδολογικά εργαλεία τον αυστηρό αναγωγισμό και τον ντετερμινισμό.

Όψιμο παράδειγμα χυδαίας μηχανιστικής – αναγωγιστικής επιστήμης, είναι η ιδεολογία του βιολογισμού που νομιμοποιεί τις βιοτεχνολογικές εφαρμογές αλλά και θεωρίες όπως η κοινωνιοβιολογία. Η πεποίθηση δηλαδή ότι όλη η ανθρώπινη ύπαρξη ελέγχεται από το DNA μας.

Η κοινωνιοβιολογία π.χ προσπαθεί να εξηγήσει τα πολιτισμικά φαινόμενα και την ανθρώπινη ιστορία γενικότερα, με βάση τις βιολογικές ανάγκες που ικανοποιούν. Η ανθρώπινη συμπεριφορά, η ιστορία και η κοινωνική οργάνωση ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της εξελικτικής θεωρίας. Έτσι, μέσα σε αυτόν τον γενικευμένο γενετικό ντετερμινισμό, όπου τα πάντα καθορίζονται από τις εγωιστικές (αυτομεγιστοποιητικές) επιλογές των γονιδίων, ακόμη και τα πολιτισμικά φαινόμενα ανάγονται στις δήθεν βιολογικές αναγκαιότητες που τα καθορίζουν. Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε στις οφθαλμοφανείς ρατσιστικές και ευγονικές καταλήξεις τέτοιων θεωριών. Θα σημειώσουμε μόνο ότι ένα βασικό σφάλμα της κοινωνιοβιολογίας αλλά και όλων των φυσιοκρατικών θεωριών είναι ο ανθρωπομορφισμός τους. Η φυσικοποίηση κοινωνικών θεωριών και η χρησιμοποίησή τους κατόπιν ως φυσικών επιστημονικών μοντέλων που επιβεβαιώνουν τις συγκεκριμένες κοινωνικές θεωρίες. Στην Κοινωνιοβιολογία του Wilson «διαβάζουμε για κοινωνίες ζώων που έχουν «πολυγυνία», «κάστες», «δούλους», «δεσπότες», «μητρογραμμική κοινωνική οργάνωση», «βασίλισσες», «οικογενειακό σωβινισμό», «πολιτισμικές καινοτομίες», «γεωργία», «φόρους» και «επενδύσεις», καθώς επίσης δαπάνες» και «οφέλη». Η κλασική δαρβινική θεωρία φυσικοποιεί σε πολλά της σημεία τα επιχειρήματα της οικονομικής θεωρίας του Adam Smith. Αντίστροφα, η εξήγηση της εξέλιξης μέσω της φυσικής επιλογής, χρησίμευσε ως ιδεολογική βάση για τον ανταγωνιστικό καπιταλισμό του laissez-faire και την αθέμιτη αποικιοκρατική κυριαρχία επί των υποδεέστερων φυλών. Τα παραδείγματα όμως της κοινωνιοβιολογίας, όπως και των επεμβάσεων της γενετικής μηχανικής, αλλά και της ιατρικής, αποδεικνύουν ότι το κυρίαρχο ακόμη και σήμερα επιστημονικό παράδειγμα βασίζεται στο μηχανιστικό μοντέλο. Όλοι οι κλάδοι θα λέγαμε της σύγχρονης εφαρμοσμένης επιστήμης, θα μπορούσαν να κατηγορηθούν ως νεώτερες εξειδικεύσεις της μηχανιστικής νοοτροπίας απέναντι στη φύση και τον άνθρωπο. Την εποχή της κατάρρευσης κάθε βεβαιότητας στις θεωρητικές επιστήμες, η τεχνοεπιστήμη θριαμβεύει χειραγωγώντας ό, τι θεωρεί χειραγωγίσιμο.

Όμως αν από τη μία η θεοποίηση της επιστήμης, ως ενσαρκωμένου μύθου της προόδου, οδηγεί σε έναν νέο σκοταδισμό, το ίδιο ισχύει και για πολλά από τα σύγχρονα νεομυστικιστικά και διάφορα πρωτογονιστικά αναθέματα εναντίον της επιστήμης. Τις περισσότερες φορές το παραδοσιακό δυιστικό σχήμα φύση/άνθρωπος αντιστρέφεται υπέρ του ενός ή του άλλου όρου.

Δεν δαιμονοποιούμε την επιστήμη και την τεχνολογία εν γένει. Το ζήτημα είναι πολύπλοκο και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αντιστρέφοντας απλώς τον κυρίαρχο δυισμό. Το ζήτημα είναι να βρούμε τους τρόπους να υπερβούμε τους διαχωρισμούς πάνω στους οποίους εδραιώνεται η κυριαρχία της σύγχρονης τεχνοεπιστήμης. Τους διαχωρισμούς που επιβάλλει στη φύση και την κοινωνία,για να τις χειραγωγήσει.

Αναφερόμενοι στη φύση και την κοινωνία πρέπει να εγκαταλείψουμε όλα τα απλοϊκά δυιστικά ή γραμμικά σχήματα που προσπαθούν να τις συνδέσουν ή να τις αποσυνδέσουν. Οι σχέσεις μέσα στη φύση, όπως και οι σχέσεις φύσης-κοινωνίας δεν είναι πλήρως εξορθολογίσιμες. Η πραγματικότητα διατρέχεται από συνέχειες και ασυνέχειες, αλληλεξαρτήσεις και ετερογένειες, δημιουργίες νέων μορφών και καταστροφή ή αλλοίωση παλαιότερων, τυχαιότητα, τάξη, αταξία, χάσματα, οργάνωση. Εγκαταλείποντας τη δογματική τύφλωση του επιστημονισμού, πρέπει να βρούμε τους τρόπους με τους οποίους η αναζήτηση της γνώσης θα αναγνωρίσει την ανυπαρξία έσχατων θεμελίων που δήθεν τη θεμελιώνουν. Αυτή η παραδοχή μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε τραυματική στον 20ο αιώνα και οδήγησε στον πεσιμισμό του μεταμοντέρνου σχετικιστικού λόγου, σε πλήρη συμφωνία με τον κομφορμισμό και την απάθεια των σύγχρονων κοινωνιών απέναντι στα προβλήματα που εγείρει η καπιταλιστική ανάπτυξη και πρόοδος.

Ο κυρίαρχος επιστημονικός λόγος προτάσσοντας την ουδετερότητα του ως εργαλείου, οδηγεί στη συγκάλυψη και απόκρυψη της πολιτικής ρίζας του προβλήματος. Στη συγκάλυψη των δικών του πολιτικών προεκτάσεων καθώς αποτελεί το ΄΄λογικό΄΄ θεμέλιο της καπιταλιστικής κοινωνίας, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ετερόνομη θέσμιση της. Δεν μπορούμε να αναμένουμε καμία πραγματική λύση όσο οι σημερινές κοινωνίες δεν αναλαμβάνουν ρητά το ζήτημα του αυτομετασχηματισμού τους. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Όσο θα κυριαρχεί η ιδιώτευση και ο ατομικισμός, οι οικονομικές-πολιτικές-επιστημονικές ολιγαρχίες θα επεκτείνουν τη λεηλασία τους στη φύση και την ανθρώπινη κοινωνία. Δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα λοιπόν η αμφισβήτηση της σύγχρονης επιστήμης χωρίς την αμφισβήτηση της θεσμισμένης κοινωνίας. Κι αυτή η αμφισβήτηση θα είναι ριζική μόνο αν συμβάλλει σε μια βαθιά κριτική της οργάνωσης της επιστημονικής γνώσης και της επιστημονικής πρακτικής που τη συνοδεύει. Χρειαζόμαστε ένα ήθος της θνητότητας για να απεγκλωβιστούμε από την τυραννία της θρησκείας και μια αυθυπέρβαση του λόγου που θα μας οδηγεί πέρα από τον αναγωγισμό και τον ντετερμινισμό, αναλαμβάνοντας την πρόκληση να σκεφτούμε κριτικά και αναστοχαστικά την πολυπλοκότητα του υπάρχοντος, εγκαταλείποντας την προσπάθεια να την εγκλείσουμε μέσα σε μια καλά περιφραγμένη και εξορθολογισμένη επιστημονική εξήγηση.

Είναι επιτακτική η ανάγκη, από την πλευρά του προτάγματος της αυτονομίας να ανανεώσουμε το πάθος για τα κοινά και το πάθος για γνώση, που δεν μπορούν να έχουν άλλη «θεμελίωση» από τη βούλησή μας για ελευθερία, την αμφισβήτηση των παραδεδομένων αληθειών και τη συνεχή διερώτηση γύρω από τα ζητήματα της γνώσης και της εξουσίας της μέσα στην κοινωνία.

Μαύρο Πιπέρι

[1] Αυτή η κριτική ξεσπάει στο εσωτερικό της ίδιας της επιστήμης από τα τέλη του 19ου αιώνα και κορυφώνεται στις αρχές του 20ου αιώνα με τη θεωρία της σχετικότητας, την ανάδειξη της δημιουργικής παρέμβασης του παρατηρητή, την αρχή της απροσδιοριστίας και όλων των θεωριών που ανέτρεψαν το κλασικό μηχανιστικό μοντέλο εκ θεμελίων. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ( κάτι που π. χ ο Φουκό αγνοεί στις αναλύσεις του) ότι η κριτική στον εργαλειακό ορθολογισμό στην ουσία πρωτοεμφανίζεται και συγκροτείται μέσα στους κόλπους του φιλοσοφικού μοντερνισμού από τα τέλη του 18ου αιώνα, με την αντικαρτεσιανή επανάσταση που ξεκινάει από τον Καντ και συνεχίζεται από τους επιγόνους του, τον Φίχτε, τον Χέγκελ, τους αριστερούς χεγκελιανούς, τον Μαρξ.

6 comments / Σχολια

  1. Νομίζω ότι είναι το πρώτο άρθρο σας που διαβάζω το οποίο βρίσκω κάπως άστοχο (ή ας πούμε “διαφωνώ”).

    “Η αλήθεια είναι ότι καθένας μπορεί να διαμορφώσει άποψη, στηριζόμενος σε κοινά αποδεκτές επιστημονικές αποδείξεις”

    Όχι παιδιά, δε μπορεί. Υπάρχουν θέματα τα οποία ο απλός νους δε μπορεί να συλλάβει και να κρίνει αν δεν είναι “ειδικός” στον τομέα. Αν μιλάμε για τον άνθρωπο που θα κάτσει 6 μήνες να μελετήσει ένα πρόβλημα για να διαμορφώσει άποψη, παρότι δεν είναι ειδικός, οκ. Αλλά να “συζητήσει” με την παρέα του ένα βράδυ ή να διαβάσει 5 άρθρα και να καταλήξει σε συμπεράσματα, αυτό είναι εντελώς αδύνατο και η ημιμάθεια (μαζί με την αλαζονία που συνήθως τη συνοδεύει) είναι ό,τι χειρότερο.

    “Παρόλο που στο θεωρητικό επίπεδο, το μηχανιστικό – αναγωγιστικό – ντετερμινιστικό μοντέλο δέχθηκε ανηλεή κριτική και παρόλο που ολόκληρο το οικοδόμημα της επιστήμης από τις αρχές του περασμένου αιώνα κολυμπάει μέσα στην αβεβαιότητα, στο επίπεδο της εφαρμοσμένης επιστήμης, της τεχνοεπιστήμης δηλαδή, είναι σα να μην συνέβη τίποτα.”

    Ακριβώς αυτή είναι η διαφορά της εφαρμοσμένης επιστήμης από τη θεωρητική έρευνα. Είναι δυνατόν να συγκρίνουμε με ίσους όρους ένα κινητό τηλέφωνο (ή οτιδήποτε φτιάχτηκε από τον άνθρωπο) με τον υποατομικό κόσμο, την ταχύτητα του φωτός και τα πέρατα του σύμπαντος;

    Και μια απορία:
    “Στο πεδίο της σύγχρονης τεχνοεπιστήμης βασιλεύει ο ίδιος επιστημονιστικός μύθος με τον πιο χυδαίο τρόπο.”
    Σε ποιον ακριβώς μύθο αναφέρεστε;

    Η ιστορία αρχίζει και τελειώνει στη στόχευση της επιστήμης (η σύντηξη του υδρογόνου μπορεί να προσφέρει πάμφθηνη ενέργεια για όλους, μπορεί να καταστρέψει και τον πλανήτη ως βόμβα). Στον κόσμο που ζούμε, η επιστήμη αυτή τη στόχευση θα έχει. Αλλάζεις τον κόσμο λοιπόν, όχι την επιστήμη.

    • Νομίζω ότι παρεξήγησες λιγάκι το άρθρο των πιπεριών το οποίο δεν επιχειρηματολογεί αναφορικά με την επιστήμη καθ΄ αυτή, αλλά θίγει ένα ζήτημα που έχει καταστεί ταμπού στην σύγχρονη κοινωνία: το πώς η επιστημονική γνώση αντί να διαχέεται στην κοινωνία συγκεντρώνεται στα χέρια λίγων ανθρώπων. Ας τα βάλουμε κάτω ένα ένα:

      Υπάρχουν θέματα τα οποία ο απλός νους δε μπορεί να συλλάβει και να κρίνει αν δεν είναι “ειδικός” στον τομέα. Αν μιλάμε για τον άνθρωπο που θα κάτσει 6 μήνες να μελετήσει ένα πρόβλημα για να διαμορφώσει άποψη, παρότι δεν είναι ειδικός, οκ. Αλλά να “συζητήσει” με την παρέα του ένα βράδυ ή να διαβάσει 5 άρθρα και να καταλήξει σε συμπεράσματα, αυτό είναι εντελώς αδύνατο και η ημιμάθεια (μαζί με την αλαζονία που συνήθως τη συνοδεύει) είναι ό,τι χειρότερο.

      Φυσικά, κανείς δεν λέει ότι η απαραίτητη γνώση θα μας γίνει κτήμα κατεβάζοντας πέντε άρθρα από το ίντερνετ, ή συζητώντας με μια παρέα. Προσωπικά, πιστεύω, πως ούτε μια απλή άποψη δεν μπορεί να διαμορφωθεί μέσα από μια τέτοια διαδικασία, ούτε καν έπειτα από έξι μήνες ή ένα χρόνο μελέτης. Αν, όμως, το ζήτημα τεθεί σε πολιτικο-κοινωνικές βάσεις, τότε το πράγμα αλλάζει. Πάρε ως παράδειγμα το σχολείο: τί γνώσεις αποκτά, σήμερα, ένας τελειόφοιτος λυκείου, και δεν μιλάω μόνο για την Ελλάδα αλλά και για όλες τις χώρες, όπου η παιδεία έχει αποκλειστικά και μόνο ταυτιστεί με την επαγγελματική εξειδίκευση; Θα έλεγα ότι ελάχιστα από αυτά που μαθαίνουμε κατά την διάρκεια των μαθητικών μας χρόνων, χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή. Τα περισσότερα παιδιά σήμερα, μόλις έρθει η στιγμή που θ’ αποχωρήσουν οριστικά από τις σχολικές αίθουσες έχουν ήδη ξεχάσει μεγάλο κομμάτι από αυτά που είχαν μάθει προηγουμένως, και αυτό διότι το σχολείο σαν θεσμός δεν ενδιαφέρεται να δημιουργήσει κίνητρα άλλα, παρά να μετατρέψει τους μαθητές σε παραγωγικά εργαλεία. Εντάξει, δεν «ονειρεύομαι» μια κοινωνία όπου όλοι μας μόλις αποφοιτούμε θα είμαστε ικανοί να θεραπεύσουμε τον καρκίνο! Αυτό είναι πρακτικά αδύνατο, δεδομένου ότι κάποια πράγματα απαιτούν γνώσεις που δεν ενδιαφέρουν όλους τους ανθρώπους. Δεν θέλουν, πχ, να γίνουν όλοι γιατροί, ή μαθηματικοί… κάποιοι θα είναι πιο ευχαριστημένοι ως δάσκαλοι, άλλοι ως μουσικοί… αλλά θα μπορούν, ωστόσο, έπειτα από 9 χρόνια στα θρανία να γνωρίζουν πως να λύσουν βασικά προβλήματα που απασχολούν την καθημερινή τους ζωή ή έστω να τα αποφύγουν, σε αντίθεση με την άθλια σημερινή πραγματικότητα, όπου το σχολείο όντας ένας ακόμη εργαλειακός θεσμός, υπηρετεί στο ακέραιο τους νόμους της αγοράς, και γενικά το σύγχρονο κοινωνικό φαντασιακό. (Φυσικά, εξαιρέσεις υπάρχουν).

      Συμπερασματικά, αν δεν μπορούμε μέσω μιας απλής συζήτησης ν΄ αποκομίσουμε μερικές χρήσιμες γνώσεις, μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε αναφορικά με το πώς θα αλλάξει η συνολική θέσμιση της κοινωνίας, έτσι ώστε μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια που ξοδεύουμε στις σχολικές αίθουσες να γίνουμε άνθρωποι, και όχι παραγωγικά ρομπότ.

      Η ιστορία αρχίζει και τελειώνει στη στόχευση της επιστήμης (η σύντηξη του υδρογόνου μπορεί να προσφέρει πάμφθηνη ενέργεια για όλους, μπορεί να καταστρέψει και τον πλανήτη ως βόμβα). Στον κόσμο που ζούμε, η επιστήμη αυτή τη στόχευση θα έχει. Αλλάζεις τον κόσμο λοιπόν, όχι την επιστήμη.

      Η επιστήμη, όπως λέει και το άρθρο, ακολουθεί τον γενικό αξιακό κοινωνικό προσανατολισμό. Αν οι αξίες που διέπουν μια κοινωνία είναι εργαλειακές, τότε και η επιστήμη θα καταστεί ένα τελείως μηχανιστικό αντικείμενο. Αυτό το δίπολο, όμως, «θέλεις ν’ αλλάξεις τον κόσμο ή την επιστήμη;» στην πράξη δεν οδηγεί πουθενά. Είναι ασαφές και εξωπραγματικό, καθώς η εν γένει πραγματικότητα δεν είναι τόσο απλή όσο πολλές φορές θέλει να δείχνει. Αναζητώντας διέξοδο πολλές φορές αγνοούμε άλλους σημαντικούς παράγοντες που μας εγκλωβίζουν στην ίδια ετερονομία, στην ίδια νεοτερική βαρβαρότητα: ο φετιχισμός στην τεχνολογία και την επιστήμη την ίδια, που για αυτονόητους λόγους είναι εξαιρετικά ισχυρός, με αποτέλεσμα οποιοσδήποτε τολμήσει να τον αμφισβητήσει έστω και στο ελάχιστο, μπορεί πολύ εύκολα να προξενήσει αντιδράσεις. Εγώ λέω ότι θέλουμε να τα αλλάξουμε καί τα δύο. Μιλάμε για μια διαφορετική κοινωνία, πιο ανθρώπινη, πιο δίκαιη! Θέλουμε, όμως, ταυτόχρονα και ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ επιστήμη. Θέλουμε αξίες που όχι μόνο θα την προωθούν γιατί απλά και μόνο «η επιστήμη είναι κάτι καλό», αλλά θα την ενισχύουν σαν αξία αυτούσια, και θα την αναδεικνύουν ως τρόπο ζωής για όλους αυτούς που θα θέλουν να το ψάξουν λιγάκι παραπάνω, αντί να περιορίζεται σε μια στείρα διαδικασία που εξυπηρετεί τις βασικές ανάγκες επιβίωσης.
      Τροφή για σκέψη και απόσπασμα του Καστοριάδη: Για την ισότητα των εισοδημάτων.

      Το ότι η επιστήμη σήμερα έχει χάσει τον ηθικό της χαρακτήρα είναι ένα μεγάλο ζήτημα. Έχει, και αυτή, με τη σειρά της, αλλοιωθεί από το καπιταλιστικό φαντασιακό, με αποτέλεσμα να μην απολαμβάνουμε ούτε τα μισά επιτεύγματά της. Αυτό το βλέπεις και από τη νοοτροπία πολλών γιατρών, επίσης. Από προσωπική μου εμπειρία, (και σίγουρα θα συμφωνήσουν πολλοί και σε αυτό), εδώ που μένω, μεγάλο ποσοστό γιατρών είναι φανατικοί θρησκευόμενοι που ανήκουν σε μειονότητες (Δικαίωμά τους, δεν αντιλέγω!). Αλλά, ας μήν πάμε τόσο μακριά. Έχω γνωρίσει και άλλους γιατρούς (δύο μέχρι στιγμής), που ενώ αυτοί οι άνθρωποι έχουν στα χέρια τους κάποιες περγαμηνές, την ίδια στιγμή εκφράζουν επιχειρήματα όπως, «δέχομαι τον Ιησού σαν σωτήρα μου και έχω σώσει την ψυχή μου». Δεν λέω απόλυτα ότι κάποιος που είναι επιστήμονας, αναγκαστικά θα πρέπει να είναι και άθεος ή αγνωστικιστής! Όμως, εδώ βλέπουμε μια αντινομία, όταν το φονταμενταλιστικό στοιχείο (και όχι απλώς η εκκοσμικευμένη θρησκευτική πίστη) παντρεύεται με την «επιστήμη». Ή ο Ιπποκράτης και ο Αϊνστάιν είναι αφετηρία για εμάς, ή η τυφλή προσκόλληση στο Κοράνι, την βίβλο, την Τορά κτλ… Καί τα δυο μαζί δεν κολλάνε. Άρα αυτό τί σημαίνει; Ότι αυτοί οι γιατροί δεν είναι πραγματικά γιατροί. Είναι, απλά και μόνο, τεχνικά καταρτισμένοι επαγγελματίες. Κάνουν κάποιοι από αυτούς σωστά την δουλειά τους, (όλα εντάξει μέχρι εδώ), αλλά δεν βλέπουν την ίδια την επιστήμη σαν μια πανανθρώπινη ιδέα. Απεναντίας, την χρησιμοποιούν ως μια μέθοδο ικανή να εξασφαλίσει τις βασικές οικονομικές ανάγκες, πράγμα που αλλοιώνει τον πραγματικό της χαρακτήρα. Κανονικά η συζήτηση αυτή θα μπορούσε να πάει πολύ πιο πίσω: κριτική στον Διαφωτισμό και στον εργαλειακό του Λόγο, ο οποίος υιοθετήθηκε σαν η μόνη αξία από την ανθρωπότητα από την Βιομηχανική Επανάσταση και μετά. Έτσι, ο άνθρωπος, όντας το μοναδικό ζώο που εφηύρε τον Λόγο, εξακολουθεί, ακόμα και μένει σιωπηλός. Αλλά αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν μπορεί ν’ αναλυθεί τώρα εδώ…

      • Παρότι το διάβασα δύο φορές, δε μπορώ να πω ότι κατάλαβα το σκεπτικό της απάντησης σου. Γι’ αυτό θα σταθώ σε δύο σημεία μόνο:

        Ναι, το σχολείο έχει τα χάλια του και αντί να βγάζει μορφωμένους ανθρώπους, βγάζει πειθήνια πιόνια που ξέρουν μόνο να λύνουν ασκήσεις και να αποστηθίζουν. Ανάμεσα σε αυτά, κάποιοι αποκτούν στοιχειώδη κριτική σκέψη και απομνημονεύουν χρήσιμες γνώσεις, πιο πολύ όμως ως παράπλευρο αποτέλεσμα και λιγότερο ως στόχο της συγκεκριμένης εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οκ ως εδώ.

        Αλλά αν περιμένουμε από το σχολείο να μας βγάλει “επιστήμονες” ή κάτι κοντά σε αυτό, τότε η συζήτηση είναι κενή. Επιστήμονας εξ ορισμού είναι κάποιος που ειδικεύεται σε κάποιο κομμάτι. Και αυτό σίγουρα δεν πρέπει να είναι ο στόχος του σχολείου, όπως το σκέφτομαι εγώ.

        Ως εκ τούτου, ακόμα και με το τέλειο σχολείο, είναι για μένα αδύνατο κάποιος να μπορεί να κατανοήσει σε βάθος επιστημονικές θεωρήσεις ή απόψεις αν δεν ασχοληθεί βαθιά με το συγκεκριμένο αντικείμενο. Θέλω 100% να είναι σε θέση (δηλαδή να έχει τις βασικές γνώσεις) ο οποιοσδήποτε να μελετήσει για να μπορεί να κρίνει το κάθε επιστημονικό κομμάτι, παραπέρα όμως δεν πάει: Μπορεί να παρεξήγησα το άρθρο, αλλά αυτό που εκλαμβάνω ως απώτερο “σκοπό” είναι να μπορεί ο καθένας να είναι “επιστήμονας” στα πάντα.

        Αναφορικά με τους γιατρούς και την όποια θρησκεία τους, επίσης δεν είμαι σίγουρος πως καταλαβαίνω για να απαντήσω. Αυτό που ωστόσο καταλαβαίνω είναι ότι αν ο γιατρός έχει τη διάθεση και τη δύναμη να σώζει ζωές, το τι κάνει με τις “ψυχές” (τη δική του και των ασθενών του) είναι “άλλου παπά ευαγγέλιο” και δεν έχει να κάνει ούτε με την επιστήμη του, ούτε με τις ικανότητες του, ως εκ τούτου με αφήνει και αδιάφορο. Ούτε φυσικά θεωρώ τον εαυτό μου κριτή των οποιονδήποτε μεταφυσικών ανησυχιών ή ικανοτήτων κάθε άλλου ανθρώπου και μάλιστα να επεκτείνω την κρίση και τα συμπεράσματα σε κάθε επιστημονικό κομμάτι που εμπλέκεται με το κάθε συγκεκριμένο άτομο.

        Η επιστήμη από μόνη της ούτε “καλή” είναι ούτε “κακή”. Και φυσικά ούτε ανεξάρτητη. Επιμένω πως η επιστήμη στην υπηρεσία του λαού έχει τελείως διαφορετικά επιτεύγματα από την επιστήμη στην υπηρεσία της εξουσίας. Επιστήμη η μέν, επιστήμη και η δε. Αλλά τι φέρνει η μία, τι φέρνει η άλλη.

  2. Εξαιρετικό κείμενο

  3. Και εξαιρετική απάντηση ο Μichael

  4. Παιδιά συγχαρητήρια για τι σαιτ, έχω διαβάσει πολλά άρθρα διαμάντια εδώ. Το συγκεκριμένο κείμενο δεν το κατάλαβα πλήρως, αν και σε μερικά σημεία με βρίσκει σύμφωνο. Εγω θέλω να προσθέσω μόνο οτι η γνώση η επιστήμη και ο ορθολογισμός είναι όπλα. Αν αυτά τα όπλα χρησιμοποιηθούν προτάσσοντας ανθρώπινες αξίες και όχι το πρωσοπικό συμφέρον θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ενα καλύτερο κόσμο. Συμφωνώ οτι είναι στα χέρια λίγων και ελεγχόμενα απο τισ εξουσίες αλλα νομίζω οτι ο αγώνας βρίσκεται στο να βρεθούν στα χέρια όλων. Δεν συμφωνώ με την ισοπέδωση.

• EN: Your comment will be visible after approval. Please check the terms of use.

• EL: Τα σχόλια δημοσιεύονται κατόπιν έγκρισης. Για περισσότερες πληροφορίες δείτε τους Όρους χρήσης.