Ferguson: η στρατιωτικοποίηση του ρατσισμού και η νεοφιλελεύθερη βία, του Henry Giroux

ferguson

του Henry A. Giroux*

μετάφραση από eagainst.com

Η πρόσφατη δολοφονία και στη συνέχεια η δαιμονοποίηση του άοπλου δεκαοχτάχρονου αφροαμερικανού νέου, Michael Brown, στο Ferguson (Μισούρι), από λευκό αστυνομικό έκανε φανερό το πώς ένα είδος στρατιωτικής μεταφυσικής κυριαρχεί πλέον στον αμερικανικό βίο. Οι αστυνομικοί έχουν μετατραπεί σε στρατιώτες που αντιμετωπίζουν τις γειτονιές στις οποίες δρουν ως εμπόλεμες ζώνες. Εφοδιασμένοι πλήρως με εξοπλισμό αντιμετώπισης ταραχών, υποπολυβόλα, τεθωρακισμένα οχήματα, και άλλα θανατηφόρα όπλα που εισάγονται από τα πεδία των μαχών του Ιράκ και του Αφγανιστάν, αποστολή τους είναι να βρίσκονται διαρκώς σε ετοιμοπόλεμη κατάσταση. Γιατί να απορεί κανείς ότι η αστυνομία χρησιμοποιεί βία – αντί να ασκεί το επίπονο καθήκον της στης γειτονιές και να ασχολείται με προγράμματα βοήθειας της κοινότητας – όταν αντιμετωπίζει πιθανούς «εγκληματίες», ειδικά σε καιρούς που ποινικοποιούνται όλο και περισσότερες συμπεριφορές;

Αλλά προσοχή: νομίζω πως είναι λάθος απλά να επικεντρωνόμαστε στη στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας και τις ρατσιστικές της ενέργειες όταν αναφερόμαστε στη δολοφονία του Michael Brown. Αυτό που βλέπουμε σε αυτή τη βάναυση δολοφονία και την κινητοποίηση της κρατικής βίας είναι σύμπτωμα του νεοφιλελεύθερου, ρατσιστικού, τιμωρητικού κράτους που αναδύεται σε όλο τον κόσμο, με τον αυταρχικό μηχανισμό του κοινωνικού θανάτου να το συνοδεύει. Η νεοφιλελεύθερη φονική μηχανή παρελαύνει σε παγκόσμιο επίπεδο. Το θέαμα της νεοφιλελεύθερης δυστυχίας έχει πάρει διαστάσεις που κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί πια, και ο μόνος τρόπος ελέγχου που έχει απομείνει από τις εταιρικά ελεγχόμενες κοινωνίες είναι η βία, αλλά μια βία που έχει εξαπολυθεί εναντίον των πιο ευάλωτων, όπως τα παιδιά των μεταναστών, τη νεολαία που διαμαρτύρεται, τους άνεργους, το νέο πρεκαριάτο και τους μαύρους νέους. Τα νεοφιλελεύθερα κράτη δεν μπορούν πλέον να δικαιολογήσουν και να νομιμοποιήσουν την άσκηση αδίστακτης εξουσίας και τις επιπτώσεις της στο πλαίσιο του καπιταλισμού-καζίνο. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η κορπορατιστική εξουσία τώρα διαπερνά τα εθνικά σύνορα, η οικονομική ελίτ μπορεί να απαλλαγεί από πολιτικές παραχωρήσεις, με στόχο να προωθήσει την τοξική της ατζέντα. Επιπλέον, όπως υποστηρίζει ο Slavoj Žižek, «ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν μπορεί να στηρίξει ή να ανεχθεί … παγκόσμια ισότητα. Είναι απλά υπερβολικό»[1]. Ακόμη, με την ανάδειξη των τεράστιων ανισοτήτων, την αυξανόμενη φτώχεια, την κυριαρχία του κράτους-τιμωρού, και την επίθεση σε όλες τις δημόσιες σφαίρες, ο νεοφιλελευθερισμός δε δύναται πια ν’ αυτοπαρουσιάζεται ως συνώνυμο της δημοκρατίας. Η καπιταλιστική ελίτ, είτε πρόκειται για διαχειριστές αντισταθμιστικών αμοιβαίων κεφάλαιων υψηλού κινδύνου, οι νέοι δισεκατομμυριούχοι του Silicon Valley, είτε για επικεφαλείς τραπεζών και μεγάλων εταιρειών, δεν ενδιαφέρονται πλέον για την ιδεολογία ως ισχυρό όπλο νομιμοποίησης τους. Η ισχύς είναι τώρα το κριτήριο της εξουσίας τους και της ικανότητας τους να διατηρήσουν τον έλεγχο πάνω στους κυριαρχους θεσμούς της αμερικανικής κοινωνίας. Τελικά, νομίζω πως είναι δίκαιο να πω πως είναι εξαιρετικά αλαζόνες και αδιάφοροι για το κοινό αίσθημα.

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία και αυτό γίνεται ολοένα και πιο φανερό μεταξύ των ανθρώπων, ιδιαίτερα των νέων, σε όλο τον κόσμο. Όπως έχει παρατηρήσει ο Žižek, «η σχέση μεταξύ δημοκρατίας και καπιταλισμού έχει σπάσει»[2]. Το σημαντικό ζήτημα της δικαιοσύνης έχει υποταχθεί στη βία του παραλογισμού, σε μια λογική της αγοράς που δε λαμβάνει υπόψιν της το κοινωνικό κόστος, και μια άρχουσα τάξη που δεν πιστεύει σε τίποτε, παρά μόνο στο κέρδος, και θα κάνει τα πάντα για να προστατεύσει τα συμφέροντά της. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πιστεύω ότι είναι φοβερά λάθος να μιλάμε μόνο για τη στρατιωτικοποίηση των τοπικών αστυνομικών δυνάμεων, δίχως ν’ αναγνωρίζουμε ότι η μεταφορά της «εμπόλεμης ζώνης» είναι κατάλληλη για μια παγκόσμια πολιτική στην οποία το κοινωνικό κράτος και οι δημόσιες σφαίρες έχουν αντικατασταθεί από τους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς, τη στρατιωτικοποίηση ολόκληρων κοινωνιών και όχι μόνο της αστυνομίας, και της ευρείας χρήσης της τιμωρίας που εκτείνεται από τη φυλακή έως τα σχολεία και τους δρόμους. Μερικοί έχουν ορθώς υποστηρίξει ότι αυτές οι τακτικές λαμβάνουν χώρα στην κοινότητα των μαύρων για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν είναι κάτι καινούργιο. Η αστυνομική βία σίγουρα δεν είναι κάτι που εμφανίζεται για πρώτη φορα, αλλά αυτό που είναι νέο είναι η ένταση της βίας και το γεγονός πως το επίπεδο του θανατηφόρου στρατιωτικού τύπου εξοπλισμού που χρησιμοποιείται είναι πολύ πιο εξελιγμένο. Για παράδειγμα, όπως ο Kevin Zeese και η Margaret Flowers επισημαίνουν, η στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένα πρόσφατο φαινόμενο που χρονολογείται από το 1971. Γράφουν:

Η στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας είναι ένα πιο πρόσφατο φαινόμενο και σηματοδοτεί την ταχεία άνοδο των Παραστρατιωτικών Μονάδων της Αστυνομίας (PPU, ανεπίσημα ομάδες SWAT) που διαμορφώθηκαν μετά από τις ειδικές επιχειρησιακές ομάδες στο στρατό. Οι PPU δεν υπήρχαν πουθενά μέχρι το 1971 όταν το Los Angeles, υπό την ηγεσία του διαβόητου αρχηγού της αστυνομίας Daryl Gates, σχημάτισε την πρώτη ομάδα η οποία χρησιμοποιήθηκε για να κατεδαφίσει σπίτια με τανκ εφοδιασμένα με πολιορκητικούς κριούς. Μέχρι το 2000, υπήρχαν 30.000 αστυνομικές ομάδες SWAT και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990 το 89% των αστυνομικών τμημάτων σε πόλεις άνω των 50.000 είχαν PPU, σχεδόν διπλάσιο νούμερο από το αντίστοιχο ποσοστό στα μέσα της δεκαετίας του 80, και το 80% των μικρότερων πόλεων μεταξύ 25.000 και 50.000 κατοίκων μέχρι το 2007 είδαν τις ομάδες PPU να τετραπλασιάζονται απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 80. Επιπλέον, οι ομάδες SWAT είναι ενεργές με συμμετοχή σε 45.000 περιπτώσεις το 2007, σε σύγκριση με 3.000 στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Η πιο κοινή χρήση ήταν για την εκτέλεση ενταλμάτων ελέγχου για ναρκωτικά όπου κατανάλωσαν το 80% του συνολικού επιχειρησιακού τους χρόνου, ομως χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο για περιπολίες στις γειτονιές. [3]

Την ίδια στιγμή, οι επιπτώσεις της ραγδαίας στρατιωτικοποίησης των τοπικών αστυνομικών δυνάμεων στις φτωχές μαύρες κοινότητες είναι το λιγότερο τρομακτική και ενδεικτική της βίας που λαμβάνει χώρα στα προηγμένα γενοκτονικά κράτη. Για παράδειγμα, σύμφωνα με μια πρόσφατη αναφορά με τίτλο “Επιχείρηση Ghetto Storm”, παραγωγής του Malcolm X Grassroots Movement, «αστυνομικοί, υπάλληλοι ασφαλείας, ή αυτόκλητοι πολιτοφύλακες σκότωσαν τουλάχιστον 313 Αφρο-αμερικανούς το 2012 […] Αυτό σημαίνει πως ένας μαύρος πολίτης δολοφονείται από αξιωματικούς της ασφάλειας κάθε 28 ώρες. Η έκθεση σημειώνει πως «ο πραγματικός αριθμός θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος»[4].

Η εμφάνιση του αστυνομικού – πολεμιστή και του κράτους επιτήρησης πάνε χέρι-χέρι και είναι ενδεικτικές όχι μόνο του κρατικού ρατσισμού, αλλά και της εμφάνισης μιας αυταρχικής κοινωνίας και της κατάλυσης των πολιτικών ελευθεριών. Βιαιότητα αναμεμειγμένη με επιθέσεις στην ελευθερία έκφρασης διαφορετικής γνώμης και σε ειρηνικές διαδηλώσεις θυμίζουν σκληρά καθεστώτα του παρελθόντος, όπως οι δικτατορίες στη Λατινική Αμερική στη δεκαετία του 1970 και του 1980. Τα γεγονότα στην Ferguson μιλούν για μια ιστορία αντιπροσώπευσης τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο εξωτερικό, που οι Αμερικανοί έχουν επιλέξει να ξεχάσουν, με την ευθύνη να τους βαραίνει. Παρά τις γενικά δεξιόστροφες πολιτικές του πεποιθήσεις, ο Rand Paul είχε δίκιο όταν υποστήριξε πως « Όταν συνδυάζεις τη στρατιωτικοποίηση των οργάνων επιβολής του νόμου με την εξαφάνιση των πολιτικών ελευθεριών και περνάς διατάγματα που επιτρέπουν στην αστυνομία να γίνει δικαστής και σώμα ενόρκων – επιστολές εθνικής ασφάλειας, -έλεγχοι σε σπίτια χωρίς άδεια, -ευρύτερα γενικά εντάλματα, τότε αρχίζουμε να έχουμε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα μπροστά μας». Αυτό που δεν κατονομάζει είναι το πρόβλημα, όπως παρατήρησε η Danielle LaSusa, που δεν είναι απλά μια κοινωνία στο χείλος του γκρεμού, όπου γκρεμός είναι ο αυταρχισμός, αλλά έχει ήδη πέσει σ’ αυτόν. . Πραγματικά, όπως επεσήμανε η Hannah Arendt , ζούμε σε «σκοτεινές εποχές».

Κάτω από το καθεστώς του νεοφιλελευθερισμού, ο κύκλος αυτών που θεωρούνται εκτεθειμένοι στην κρατική βία επεκτείνεται. Το βαρύ χέρι του κράτους δεν είναι μόνο ρατσιστικό• αποτελεί επίσης και τμήμα ενός αυταρχικού τρόπου διακυβέρνησης που είναι πρόθυμο να ασκήσει βία σε όποιον απειλεί το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, το λευκό χριστιανικό φονταμενταλισμό και την εξουσία του στρατιωτικού- βιομηχανικού- ακαδημαϊκού κράτους. Η κατοχή δολοφονικών όπλων από τις ΗΠΑ, που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για τους εχθρούς στο εξωτερικό, έχει πάρει νέα τροπή, και θα χρησιμοποιηθούν τώρα εναντίον αυτών που θεωρούνται αναλώσιμοι στο εσωτερικό. Καθώς η αστυνομία στρατιωτικοποιείται, τα όπλα του θανάτου γίνονται όλο και πιο εξεζητημένα και η κληρονομιά της δολοφονίας πολιτών γίνεται εξίσου ένα στοιχείο εγχώριας αλλά και εξωτερικής πολιτικής. Μέσω της αυξανόμενης έντασης της κρατικής τρομοκρατίας, η βία γίνεται το DNA μιας κοινωνίας που αρνείται να ασχοληθεί με μεγαλύτερα δομικά ζητήματα, όπως η τεράστια ανισότητα στον πλούτο και την εξουσία, μια κυβέρνηση που τώρα δίχως να απολογείται υπηρετεί τους πλούσιους και τα ισχυρά εταιρικά συμφέροντα, και μετατρέπει τη βία σε οργανωτική αρχή της διακυβέρνησης. [5]

Η παγκόσμια απάντηση σ’ αυτό που συμβαίνει τώρα στο Ferguson έριξε φως στη ρατσιστική και μιλιταριστική φύση της αμερικανικής κοινωνίας, σε βαθμό που καθιστά τις αξιώσεις περί δημοκρατίας να φαίνονται υποκριτικές και πολιτικά ανούσιες. Την ίδια στιγμή, αυτές οι διαδηλώσεις κάνουν ορατό αυτό που ο Goya ονόμαζε «ύπνο της λογικής», την έλλειψη προσοχής και προσήλωσης και την αποτυχία της συνείδησης, που βρίσκονται στην καρδιά την τρέχουσας νεοφιλελεύθερης προσπάθειας για την απο-πολιτικοποίηση του αμερικανικού κοινού. Η πολιτική ζωή στις Ηνωμένες Πολιτείες ξαναζωντάνεψε, ενώ κινείται μακριά από την απόσυρση στις καταναλωτικές φανασιώσεις και τις εμμονές της ιδιώτευσης. Έχει έρθει η ώρα να αναγνωρίσουμε ότι το Ferguson δεν αφορα μόνο τη βία, την εδραίωση της λευκής υπεροχής και του ρατσισμού σε μια πόλη• είναι επίσης ενδεικτικό της λευκής δύναμης και της βαθιά ριζωμένης κληρονομιάς του ρατσισμού στο σύνολο της χώρας, [ρατσισμος] ο οποίος συμβαδίζει με αυτό το οποίο έχει γίνει η Αμερική κάτω από την εντατικοποίηση της πολιτικής του φονταμενταλισμού της αγοράς, του μιλιταρισμού και της αναλωσιμότητας. Το Ferguson μάς παρακινεί να επανεξετάσουμε τη σημασία της πολιτικής και να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε όχι για μεταρρύθμιση, αλλά για μια σημαντική αναδιάρθρωση των αξιών, των θεσμών και των αντιλήψεων μας αναφορικά με το πώς μπορεί να μοιάζει μια πραγματική δημοκρατία. Χρειάζεται να ζήσουμε σ’ έναν τόπο όπου η βία θα μας προκαλεί αναστάτωση, αντί να μας διασκεδάζει. Είναι ώρα για τον αμερικανικό λαό να ενωθεί γύρω από την κοινή μας μοίρα ως συμμέτοχος σε μια ριζοσπαστική δημοκρατία, αντί να ενώνεται γύρω από τους κοινούς μας φόβους και την τοξική κόλλα της κρατικής τρομοκρατίας και της καθημερινής βίας. Το Ferguson επισημαίνει ορισμένες ειδεχθείς αλήθειες σχετικές με το παρελθόν και το παρόν μας. Αλλά η δημόσια απάντηση εστιάζει σε μια άλλη, πιο ελπιδοφόρα κατεύθυνση. Αυτό που μας είπε το Ferguson είναι ότι η πολιτική και η ηθική φαντασία είναι ακόμα ζωντανές, διψασμένες για δικαιοσύνη, απρόθυμες ν’ αφήσουν τα μαύρα σύννεφα του αυταρχισμού να τις σκεπάσουν για τα καλά. Αλλά για να συμβεί αυτό πρέπει να προχωρήσουμε από την ηθική αγανάκτηση στους συλλογικούς αγώνες, ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας για την αποδομηση της μαζοποιημένης κοινωνίας-φυλακής, του κράτους επιτήρησης και του στρατιωτικού- βιομηχανικού- ακαδημαϊκού συμπλέγματος. Πόσα περισσότερα παιδιά, μαύροι νέοι, μετανάστες και άλλοι θα πεθάνουν πριν από την έναρξη του αγώνα;

Πηγή κειμένου στα αγγλικά, truth-out.org

Σημειώσεις
[1] Slavoj Žižek, Demanding the Impossible, ed. Yong-June Park. (Cambridge, UK: Polity Press, 2013), p. 58.

[2] Ibid., Žižek, Demanding the Impossible, p. 68.

[3] Kevin Zeese and Margaret Flowers, “Ferguson Exposes the Reality of Militarized, Racist Policing,” Truthout (August 18, 2014). Online: http://truth-out.org/news/item/25645-ferguson-exposes-the-reality-of-militarized-racist-policing

[4] Adam Hudson, “1 Black Man Is Killed Every 28 Hours by Police or Vigilantes: America Is Perpetually at War with Its Own People,” AlterNet (March 28, 2013). See also the report titled “Operation Ghetto Storm.” Online: http://mxgm.org/wp-content/uploads/2013/04/Operation-Ghetto-Storm.pdf

[5] See, especially, Radley Balko, Rise of the Warrior Cop: The Militarization of America’s Police Forces (New York: Public Affairs, 2013), Michelle Alexander, The New Jim Crow (New York: The New Press, 2010), and Jill Nelson, ed. Police Brutality (New York: Norton, 2000).

*O Henry Giroux είναι αμερικανός  κοινωνικός αναλυτής, έχει γεννηθεί το 1943 και είναι καθηγητής στην έδρα Πολιτιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο McMaster του Καναδά, διευθυντής του Κέντρου για τη Δημόσια Ερευνα στο ίδιο πανεπιστήμιο και επισκέπτης καθηγητής στο Ryerson University, ενώ θεωρείται ένας από τους πατέρες της Κριτικής Παιδαγωγικής. Είναι επίσης αρθρογράφος στο «Τruthout» και ιδρυτής του προγράμματος «Δημόσιοι Διανοούμενοι». Εχει γράψει περισσότερα από εξήντα βιβλία.

Αναρτήθηκε στις: 27/08/2014