Ερνέστο Λακλάου (1935-2014) – του Γιάννη Σταυρακάκη

laclau

Μέσω του Περιοδικού Χρόνος (με αφορμή το θάνατο του Ernesto Laclau – Απρίλης 2014)

Έμαθα για τον θάνατο του δασκάλου μου, του Ερνέστο Λακλάου, από την Νορήν, την πιστή, επί σειρά ετών, γραμματέα του στο Πανεπιστήμιο του Έσεξ. Μου είχε αδυναμία και μου έκλεινε πάντα πρωινά ραντεβού μαζί του όταν είχαμε να συζητήσουμε κεφάλαια της διδακτορικής διατριβής που έγραφα, έτσι ώστε να μην τον έχουν κουράσει οι αλλεπάλληλες συναντήσεις και τα μαθήματα. Έτσι και τώρα, μόλις έμαθε το ξαφνικό μαντάτο, έσπευσε να με ενημερώσει από τους πρώτους. Θλιβερή πρωτιά αυτή τη φορά και αναπάντεχη. Παρά τα 78 του χρόνια, ο Ερνέστο έδειχνε το τελευταίο διάστημα ιδιαίτερα ακμαίος και δραστήριος. «Νόμιζα ότι θα συνέχιζε για πάντα», μου έγραψε η Νορήν. Και δεν είχε άδικο. Εξάλλου, αυτήν ακριβώς την αίσθηση ζωντάνιας, αισιοδοξίας και προοπτικής κατόρθωνε να μεταδώσει και να εμφυσήσει ο Λακλάου σε οτιδήποτε έκανε: στα μαθήματά του, στην πολιτική θεωρία, στην πολιτική πράξη. Την ίδια διάθεση μετέδιδε –πάντοτε με μεγάλη γενναιοδωρία– σε όλους όσους συναντούσε: στους μαθητές του, στους συνομιλητές και τους συντρόφους του.

Κι αυτό, μάλιστα, την ίδια στιγμή που στοχαζόταν τα εμπόδια και τις αστοχίες της κριτικής σκέψης και της αριστερής πολιτικής πρακτικής, τόσο να ερμηνεύσουν τον κόσμο όσο και να τον αλλάξουν σε μια ριζοσπαστικά δημοκρατική κατεύθυνση. Αυτή η εμμονή στην αντιδογματική διερώτηση, σε ζωτικές αμφιβολίες που ξεβολεύουν, αλλά είναι αναγκαίες αν θέλουμε να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτικών αγώνων και να ανανεώσουμε τις ηγεμονικές αξιώσεις ενός εναλλακτικού προσανατολισμού, του χάρισε στην πορεία πολλούς εχθρούς. Του εξασφάλισε όμως, ιδίως τα τελευταία χρόνια, και μια αξιοζήλευτη θέση στην αιχμή της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας, την οποία πολλοί λίγοι πλέον θα αμφισβητούσαν.

Ωστόσο, αυτά τα «ωραία» λόγια αποτυγχάνουν, «αδυνατούν» θα έλεγε ίσως εκείνος ακολουθώντας τον Λακάν, να αποδώσουν με ακρίβεια την απόλυτη αφοσίωσή του στην αναστοχαστική αποτίμηση της πολιτικής εμπειρίας της παγκόσμιας αριστεράς –στο πλαίσιο της οποίας, ιδιαίτερη έμφαση απέδιδε στην ελληνική περίπτωση–, αλλά και την παθιασμένη ενασχόλησή του με την Θεωρία (με κεφαλαίο «Θ») στις πιο απαιτητικές της εκδοχές. Πάνω απ’ όλα, εκείνο που οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε είναι η μοναδική του συμβολή στην διασύνδεση τούτων των δύο εγχειρημάτων ή διαστάσεων, και μάλιστα με τρόπους όχι απλώς πρωτότυπους και σαγηνευτικούς ως κριτικά επιχειρήματα, αλλά και στρατηγικά επωφελείς ως δημοκρατικές πολιτικές παρεμβάσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ο Λακλάου πρόλαβε να βιώσει την (αγωνιστική) καταξίωση πολλών από τις θεωρητικές και αναλυτικές καινοτομίες που εισήγαγε: από την αναθεμελίωση της θεωρίας της ηγεμονίας και την προσέγγισή του στην ανάλυση του πολιτικού λόγου μέχρι την ρηξικέλευθη πολιτικο-θεωρητική στάση του πάνω στο ζήτημα του λαϊκισμού. Σε αυτό το τελευταίο θα επιμείνω λίγο παραπάνω γιατί αποκαλύπτει την συστατική διαπλοκή θεωρίας και πολιτικής εμπειρίας που προσανατόλιζε πάντα τη σκέψη του.

Πράγματι, ο «λαϊκισμός», η ηγεμονική έλξη που ασκούν οι εξισωτικές αναφορές στον «λαό», ιδίως οι αξιώσεις δημοκρατικής αντιπροσώπευσής του απέναντι σε ένα «κατεστημένο» που θέτει τις κοινωνικές ομάδες που τον συναποτελούν στο περιθώριο, εντοπίζεται στις απαρχές της πολιτικής εμπειρίας που καθόρισε τόσο τις θεωρητικές αναζητήσεις όσο και την πολιτική εμπλοκή του Λακλάου σε όλη τη διάρκεια της πορείας του. Η αποτυχία του παραδοσιακού ταξικού αναγωγισμού να συλλάβει την ριζοσπαστική πολιτική πρωτοκαθεδρία του «λαϊκού», ιδίως σε χώρες της «ημι-περιφέρειας» όπως η Αργεντινή και η Χιλή –αλλά και η Ελλάδα–, κινητοποίησε τις θεωρητικές αναζητήσεις του στον μετα-μαρξιστικό ορίζοντα, από την σημειολογία και τον Φουκώ μέχρι τον Ντεριντά και τον Λακάν. Δεν επρόκειτο όμως για ζήτημα αμιγώς θεωρητικό, αλλά για μια βαθιά πολιτική αντινομία. Το αίτημα σύγκλισης της λαϊκής/«λαϊκιστικής» δυναμικής και της σοσιαλιστικής και σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης είχε ήδη τεθεί –χωρίς αποτέλεσμα– στο πλαίσιο του αμερικανικού αγροτικού λαϊκισμού του 19ου αιώνα, αλλά και με αφορμή την εμπειρία του περονισμού. Ως ο βασικός θεωρητικός αυτής της σύγκλισης, ήδη από τη δεκαετία του 1970, υπήρξε αρκετά τυχερός ώστε να ζήσει την εκλογική δικαίωσή της και να βεβαιώσει την πολιτική και χειραφετητική της τελεσφορία στην πολιτική εμπειρία της Λατινικής Αμερικής τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.

Γνωρίζοντας βαθιά ότι κανένα πολιτικό εγχείρημα δεν εξαιρείται της ιστορικότητας και της ενδεχομενικότητας, ότι καμιά ηγεμονία δεν είναι ποτέ πλήρης ή άφθαρτη, μας άφησε σε μια κρίσιμη καμπή, στην οποία το αίτημα της διαρκούς δημοκρατικής ανανέωσης προβάλλει επιτακτικό και πάλι στην Λατινική Αμερική, αλλά κυρίως στην μαστιζόμενη από τον νεοφιλελευθερισμό Ευρώπη. Όσο κι αν ο ίδιος θα μας λείψει, η θεωρητική παρακαταθήκη που μας αφήνει, το (αυτο)κριτικό και ανατρεπτικό ήθος που τον χαρακτήριζε, και βέβαια το χαμόγελο και η αισιοδοξία του, δεν θα πάψουν να μας συντροφεύουν στον δύσβατο αυτό δρόμο. Για όλα αυτά, Ερνέστο, σε ευχαριστούμε… το τανγκό συνεχίζεται…

• EN: Your comment will be visible after approval. Please check the terms of use.

• EL: Τα σχόλια δημοσιεύονται κατόπιν έγκρισης. Για περισσότερες πληροφορίες δείτε τους Όρους χρήσης.