Menu

EAGAINST.com

Γερμανικές αποζημιώσεις: μια επαναπροσέγγιση

Soimple-Kamia-elpida-gia-tis-germanikes-apozemioseis

Ή όπως λέει και ο άρχοντας… «καμιά ελπίδα!!!»

Το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων μετά τον Β Π.Π., που έχει διευθετηθεί με μια σειρά διεθνών συνδιασκέψεων (συνθήκη της Γιάλτας 1945, διάσκεψη του Ποτσνταμ 1945, συνδιάσκεψη του Παρισιού 1945, συμφωνία του Λονδίνου 1953, συμφωνία της Τελικής Διευθέτησης της Μόσχας 1990) στην Ελλάδα περιβάλλεται από μια ακατάσχετη φλυαρία και φημολογία όσον αφορά τα ποσά και τους τρόπους με τους οποίους οι κατά καιρούς ελληνικές κυβερνήσεις χειρίστηκαν το θέμα: για το αν ο Κ. Καραμανλής το 1958 αποποιήθηκε των αποζημιώσεων με αντάλλαγμα να δεχτεί η Γερμανία Έλληνες εργάτες ή για την συγκάλυψη της υποτιθέμενης συνεργασίας του με τους Ναζί, για τα 160 δις ευρώ που υπολογίζει το υπουργείο Εξωτερικών σε απόρρητη έκθεση, τα 240 δις ευρώ (μαζί με τους τόκους) που υπολογίζεται πως κοστίζει σήμερα το κατοχικό δάνειο των τότε 5,5 δις δολαρίων κ.ο.κ. Σαφείς απαντήσεις είναι δύσκολο να δοθούν καθώς θεωρείται δεδομένο από την ιστορική έρευνα πως το σύνολο των ζημιών που παθαίνει μια χώρα σε καιρό πολέμου είναι αδύνατο να προσδιοριστεί ακριβώς και να πληρωθεί επαρκώς. Θα ασχοληθούμε εδώ με την επιχειρηματολογία του Μανώλη Γλέζου, καθώς φαίνεται πως αποτελεί κοινή συνιστώσα των υπέρμαχων του θέματος των αποζημιώσεων.

1) Στις δηλώσεις του Β. Σόιμπλε πως “το θέμα θεωρείται λήξαν” και πως πρέπει να “αφήσουμε το παρελθόν και να κοιτάξουμε το μέλλον”, ο Μ. Γλέζος έχει να αντιτάξει τον εξής συλλογισμό: “ο Σόιμπλε λοιπόν αναγνωρίζει ότι υπάρχει θέμα, εφόσον λέει ότι έχει λήξει, αλλά δεν μας απαντά πώς και πότε έληξε”, “αναγνωρίζει ότι κάτι υπάρχει στο παρελθόν, άρα αναγνωρίζει ότι υπάρχουν κάποιες οφειλές εκ μέρους της Γερμανίας”, και «η Γερμανία έχει πληρώσει όλες τις χώρες εκτός από την Ελλάδα”. Η αναφορά στο “παρελθόν”, και στο “λήξαν θέμα” από τον Σόιμπλε, ερμηνεύεται δια λογικού άλματος ως άμεση παραδοχή της οφειλόμενης καταβολής χρηματικής αποζημίωσης. Με άλλα λόγια, η παραδοχή αυτή ναι μεν αναγνωρίζει ότι στο παρελθόν υπήρξαν σημαντικά ερωτηματικά σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ωστόσο αυτό δε συνεπάγεται και παραδοχή κάποιας υποχρέωσης από μεριάς των Γερμανών προς εμάς σήμερα. Αυτή η απλουστευτική ρητορική της αριστεράς – και κυρίως των υποστηρικτών της γραμμής Γλέζου/ΣΥΡΙΖΑ – αγνοεί τα εξής στοιχεία σχετικά με τις επανορθώσεις προς την Ελλάδα:

α) η Διασυμμαχική Υπηρεσία Επανορθώσεων (IARA), που συστάθηκε μετά την συνδιάσκεψη του Παρισιου το 1945-6, μοίρασε στα 18 δικαιούχα κράτη αγαθά που αντιστοιχούσαν σε 529 εκατ. δολάρια. Από αυτά η Ελλάδα έλαβε σε είδος περίπου 25 εκατ. δολάρια. Διασαφήνιση του “σε είδος”: στην συνδιάσκεψη του Παρισιού αποφασίστηκε από τους συμμάχους πως όλες οι επανορθώσεις θα πληρωνόταν όχι σε χρήματα αλλά με άλλους τρόπους, όπως με την προσάρτηση γερμανικών εδαφών, κατάσχεση γερμανικών περιουσιών στις χώρες που επλήγησαν, αποσυναρμολόγηση της βαριάς βιομηχανίας της Γερμανίας και αποστολή του εξοπλισμού στις πληγείσες χώρες κ.α. Αυτή η σε είδος πληρωμή είχε ως κύριο στόχο την αποφυγή νέων καταστροφικών συνεπειών που θα μπορούσαν να προκύψουν από την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων, όπως είχε συμβεί με το τέλος του Α’ Π.Π., όπου η Γερμανία υποχρεώθηκε να πληρώσει υπέρογκα ποσά σε άλλες χώρες, γεγονός που οδήγησε την οικονομία της σε οξεία ύφεση με άμεση συνέπεια την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού. Επιπλέον, ένα (ρητορικό) ερώτημα που προκύπτει είναι για ποιόν λόγο θα έπρεπε η Γερμανία να πληρώσει σήμερα αποζημιώσεις στην Ελλάδα σε χρήμα εφόσον ο αρχικός διακανονισμός αφορούσε την πληρωμή σε είδος (πράγμα που, φυσικά, καταρρίπτει το επιχείρημα ότι η Ελλάδα δεν έχει λάβει τίποτα ενώ όλες οι άλλες χώρες έχουν πληρωθεί).

β) Το κατοχικό δάνειο (αναγκαστικό, άτοκο δάνειο που εισέπραξε το ναζιστικό καθεστώς από την Τράπεζα της Ελλάδας το 1942-44), είχε αρχίσει να αποπληρώνεται πριν αποχωρήσουν οι κατοχικές δυνάμεις από την Ελλάδα. Η τελευταία δόση “ύψους 300 τρισ. (πληθωριστικών) δραχμών, καταβλήθηκε έξι μέρες πριν από την αποχώρηση της Βέρμαχτ από την Αθήνα”. Η αποπληρωμή των υπόλοιπων 476 εκατ. μάρκων (σημερινής αξίας περίπου 6-7 δις ευρώ χωρίς τόκους) δεν συνεχίστηκε. Το ποσό αυτό θεωρείται από τον ιστορικό Χάγκεν Φλάισερ ως το μόνο που θα μπορούσε να διεκδικηθεί από την Ελλάδα, καθώς το ζήτημα των διακρατικών αποζημιώσεων θεωρείται λήξαν με βάση τις αποφάσεις των διεθνών συνδιασκέψεων που ασχολήθηκαν με το θέμα. Ας σημειωθεί επίσης πως αναγκαστικά δάνεια είχε μεν επιβάλει η Γερμανία και στη Γιουγκοσλαβία και στην Πολωνία, τα δάνεια αυτά όμως δεν επιστράφηκαν ακριβώς (όπως ισχυρίζεται ο Μ. Γλέζος) αλλά δόθηκαν με τη μορφή δανείων με πολύ ευνοϊκούς όρους: “στη Γιουγκοσλαβία το 1956 με δάνειο 240 εκατ. με επιτόκιο 1% και χρόνο αποπληρωμής 99 χρόνια δηλαδή το 2055, και στην Πολωνία το 1971, με ένα δάνειο 1 δισ. DM άτοκο, διάρκειας 40 ετών με δεκαετή χαριστική περίοδο”. (Μια σημείωση για τον ελληνικό χρυσό: είχε φυγαδευτεί στο εξωτερικό πριν την εισβολή των Ναζί με την βοήθεια των Άγγλων. Τα πολύτιμα αντικείμενα που κατάφεραν να πάρουν οι Ναζί από την ΤτΕ ήταν χρυσά και ασημένια νομίσματα που αποτελούσαν ένα μικρό ποσοστό της αξίας του συνολικού χρυσού).

γ) Κάποιες ατομικές αποζημιώσεις σε θύματα των Ναζί στην Ελλάδα έχουν δοθεί. Όπως αναφέρει το Time: “Στις 18 Μαρτίου 1960, υπεγράφη συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δυτική Γερμανία με αποτέλεσμα η Γερμανία να καταβάλει 115 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα στα θύματα της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα. H συμφωνία έγινε με τον όρο ότι περαιτέρω διεκδικήσεις για ατομικές βλάβες δεν θα γίνουν δεκτές”.

Από τις τρεις κατηγορίες που αναφέρθηκαν παραπάνω (διακρατικές αποζημιώσεις, κατοχικό δάνειο, ατομικές αποζημιώσεις) προκύπτει το εξής: η άποψη ότι μόνο στην Ελλάδα δεν αποδόθηκε καμιά οφειλή είναι εσφαλμένη, και επιπλέον αυτές που μπορεί να θεωρηθεί πως εκκρεμούν (κατοχικό δάνειο) μπορούν να τεθούν υπό συζήτηση όσον αφορά το ποσό, τους τόκους και το αν και με ποιόν τρόπο μπορεί να διευθετηθεί.

2) Το καταληκτικό επιχείρημα του Μ. Γλέζου, με το οποίο υποτίθεται ότι προσπαθεί να εξηγήσει τους λόγους της “εμπάθειας” των Γερμανών προς τους Έλληνες (λες και οι διπλωματικές σχέσεις μπορούν να ερμηνευθούν με βάση προσωπικά απωθημένα και ψυχολογικά συμπλέγματα) είναι το εξής: “Γιατί η Γερμανία δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της ως προς τις οφειλές της; … Μήπως επειδή ο ελληνικός λαός με το έπος του 1940-41 αφαίρεσε τη μάσκα του αήττητου Άξονα που υπήρχε ως τότε; Μήπως επειδή στη μάχη της Κρήτης ανατρέψαμε τα σχέδια του Χίτλερ; Μήπως επειδή με τον αγώνα του ελληνικού λαού εναντίον των κατακτητών συμβάλλαμε στην γρήγορη λήξη του πολέμου και στο να μην έχει σήμερα η Γερμανία ναζιστικό καθεστώς; Μήπως είναι εκδίκηση για όλα αυτά;” Εδώ απουσιάζει κάθε ίχνος ιστορικής διαύγειας, πράγμα που φυσικά ωθεί τη Γερμανική πλευρά να αντιμετωπίζει το ζήτημα ως «μή σοβαρό». Συγκεκριμένα: η Ελληνική αντίσταση δεν υπήρξε ο σημαντικότερος ανασταλτικός παράγοντας για τον Ναζιστικό στρατό, λόγω του ότι:

α) η καθυστέρηση της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα (κωδικό όνομα της επιχείρησης των Ναζί εναντίον της ΕΣΣΔ) από τις 15 Μάη για τις 22 Ιούνη 1941 δεν οφειλόταν στη μάχη της Κρήτης (ή σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση των ναζί στα Βαλκάνια) αλλά σε ελλιπείς υλικοτεχνικές ρυθμίσεις και στον ασυνήθιστα υγρό χειμώνα που είχε σαν αποτέλεσμα να μείνουν πλημμυρισμένα τα ποτάμια μέχρι το τέλος της άνοιξης (Kirchubel, 47).  Η περαιτέρω καθυστέρηση κατά δύο μήνες της επίθεσης των Ναζί στη Μόσχα οφείλεται στη μάχη του Σμόλενσκ (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1941), δηλαδή στην αντίσταση των Ρώσων. Το Ελληνικό επεισόδιο λοιπόν ήταν πολύ λιγότερο κεντρικό για την έκβαση του πολέμου από όσο θέλουν να πιστεύουν οι Έλληνες.

β) ο πόλεμος στην Αλβανία ήταν μια ήττα για τον Άξονα (με δεδομένη την κακή προετοιμασία των Ιταλικών στρατευμάτων που επέτρεψε την νίκη του – ανεπαρκούς – Ελληνικού στρατού) που όμως δεν σταμάτησε τα σχέδια των Γερμανών δηλαδή την “αποστέρηση των Βρετανών από τις Mεσογειακές τους βάσεις” και την “έμμεση βοήθεια στους Ιταλούς, με την δημιουργία ενός αντιπερισπασμού στις ελληνικές δυνάμεις που μάχονταν στην Ήπειρο”. Η τελική ήττα των ναζί ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς παραγόντων όπως η απόβαση των συμμάχων στην Νορμανδία και η αποτυχία της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα.

Εγώ ρεζίλεψα τη Μέρκελ!!! (Λέμε τώρα!!!)

Και φυσικά, δεν είναι τυχαίο που όλη αυτή η θυματική μονομανία αναφορικά με τις αποζημιώσεις ενισχύθηκε έπειτα από το ξέσπασμα της κρίσης (ενώ μόλις λίγα χρόνια πριν, το 2004 για παράδειγμα, ελάχιστα απασχολούσε το Ελληνικό κοινό ένα τέτοιο ζήτημα), με τη Γερμανία όντας η ατμομηχανή της Ευρώπης να ηγείται των εξευτελιστικών μέτρων λιτότητας, διαλύοντας ολοκληρωτικά την Ευρώπη σε τρία στρατόπεδα (από τη μια οι χώρες της περιφέρειας γονατισμένες από τις πολιτικές του Βερολίνου, από την άλλη η Μεγάλη Βρετανία παίζοντας το χαρτί του αντιευρωπαίσμού και τέλος οι παραδοσιακές χώρες του πυρήνα που εμμένουν στη νεοφιλελεύθερη πολιτική). Η αναμφισβήτητα αυταρχική πολιτική της Γερμανικής δεξιάς, λόγω ακριβώς της ιδεοληπτικής εμμονής με τις πολιτικές εξαθλίωσης οδηγούν σε παραλληλισμούς του τύπου «η Μέρκελ είναι ο νέος Χίτλερ», και σε εξωπραγματικές γενικεύσεις: «όλοι οι Γερμανοί είναι ναζί» (φυσικά αυτήν την τάση ενισχύουν και τα ρατσιστικά στερεότυπα του Γερμανικού Τύπου περί «τεμπέληδων και απατεώνων Ελλήνων»). Ως εκ τούτου, «όλοι οι Γερμανοί είναι εξ ορισμού κατακτητές και αποικιοκράτες που μας μισούν και μας επιβουλεύονται», «όλοι τους είναι ανήμερα θεριά που κερδίζουν από τη δική μας προλεταριοποίηση», πράγμα που εντείνει τον πατριωτικό μας θυματισμό (διότι πολύ απλά θίγεται ο εθνικιστικός μας ναρκισσισμός), ενοχοποιώντας φυσικά την αντίπαλη πλευρά η οποία «φέρει ιστορική ευθύνη». Κανείς δεν αναρωτιέται προφανώς πώς είναι δυνατό ο σημερινός Γερμανός να τρέφει αισθήματα μεγαλοϊδεατισμού και αυτοκρατορικού μεγαλείου, επομένως και εκδικητικής πικρίας εναντίων λαών που νίκησαν το προ 70 ετών καθεστώς που σήμερα αποποιούνται;

Φυσικά (και για να θίξουμε το θέμα αυτό) οι παραλληλισμοί μεταξύ Μέρκελ/Χίτλερ και σύγχρονης Γερμανίας με τη ναζιστική είναι πέρα για πέρα άστοχοι καθώς αγνοούν τις διαφορετικές ποιότητες των Γερμανικών εθνικισμών (ναζιστικού και σύγχρονου αστικού). Αναμφισβήτητα το Γερμανικό εθνικιστικό φαντασιακό ήταν πάντα (και εξακολουθεί φυσικά να είναι) επιθετικό και ιμπεριαλιστικό (προφανώς λόγω Μπίσμαρκ και ρομαντισμού), αλλά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κατά τη ναζιστική της φάση η Γερμανία δεν ήταν εθνικιστικό κράτος, αλλά δαρβινο-φυλετιστικό: μιλούσε για Άρια Φυλή και για διεθνισμό μεταξύ ανωτέρων φυλών και όχι για το γερμανικό έθνος καθ’ αυτό (ο ίδιος ο Χίτλερ αξίωνε πως το Γερμανικό έθνος, μέσω των τευτόνων προγόνων του, ανήκει στους Άριους). Αυτά τα διεθνιστικά και «επαναστατικά» χαρακτηριστικά του ναζισμού δεν μας επιτρέπουν να μιλάμε για Γερμανία με όρους Έθνους – Κράτους κατά τον Β Π.Π. και φυσικά γιατί ο ναζιστής (ο οποίος μπορεί να σκοτώνει εν ώρα υπηρεσίας 100 Εβραίους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και το βράδυ να κοιμάται στο σπίτι του ακούγοντας χαλαρός Βάγκνερ) είναι εντελώς διαφορετικός ανθρωπολογικός τύπος από τον σύγχρονο εθνικιστή, καθώς έχει εντελώς διαφορετική φαντασιακή νομιμοποίηση από ότι ο απλός εθνικιστής. Ως εκ τούτου είναι λάθος να υποστηρίζει κανείς ότι η Γερμανία του σήμερα έχει ναζιστικό εθνικισμό καθώς η ίδια προσπαθεί μετά από 70 χρόνια ενοχής (εξαιτίας του ίδιου του ναζισμού) να συγκροτήσει νέου τύπου εθνικισμό, απενεχοποιημένο από τα λάθη του παρελθόντος (εξ ου και η απαγόρευση της σβάστικας, η ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος και η περιθωριοποίηση του νεο-ναζισμού στη χώρα καθώς το ποσοστό του ακροδεξιού κόμματος NPD στις βουλευτικές εκλογές του 2013 ήταν μόλις 1.5%).

Επί της ουσίας, δεν αποτελεί έκπληξη πως στην ελληνική κοινωνία επικρατεί υπερπληθώρα ψευδαισθήσεων που οδηγούν στην ανάγνωση της ιστορίας μέσα από ένα εξαιρετικά διαστρεβλωμένο πρίσμα. Επί παραδείγματι: το Βυζάντιο και η αρχαία Ελλάδα είναι οι δύο αδιαχώριστες κοιτίδες του έθνους, η μικρασιατική καταστροφή δεν ήταν αποτέλεσμα της επιθετικής πολιτικής του ελληνικού κράτους, η (σλαβο)Μακεδονική εθνότητα και γλώσσα δεν υφίστανται στην βόρεια Ελλάδα παρά μόνο ως αντεθνικά στοιχεία κλπ. Κοντά σ’ αυτά, το περιφερειακό ελληνικό (και βαλκανικό εν γένει) επεισόδιο του Β’ Π.Π. μετατρέπεται σε κεντρικής σημασίας για την έκβαση του πολέμου, και γι’ αυτό η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται στο στόχαστρο της ισχυρής Γερμανίας για την τότε αντιστασιακή της δράση. Είναι ανάγκη να γίνει αντιληπτό πως η χώρα όχι μόνο δεν είναι το κέντρο του κόσμου αλλά αποτελεί μια γεωπολιτικά ελάσσονος σημασίας περιοχή με μικρής έκτασης επιρροή στην πορεία του ασύμμετρα ισχυρότερου ναζιστικού στρατού. Τα (δεξιόστροφα και αριστερόστροφα) φληναφήματα περί αποφασιστικού ρόλου της αντίστασης στη λήξη του πολέμου καταφέρνουν μόνο να αναπαράγουν έναν πατριωτικό παραλήρημα που αποροσανατολίζει κάθε προσπάθεια ιστορικής προσέγγισης του θέματος.

Κι ας έρθουμε τώρα στο δια ταύτα: πρέπει ή οχι να συνεχιστεί το ζήτημα των Γερμανικών αποζημιώσεων; Όπως σημειώνει ο X. Φλάισερ, δεν είναι νομικά αστήρικτο να διεκδικηθεί το υπόλοιπο του κατοχικού δανείου, χωρίς όμως τους τόκους (οι οποίοι δεν μπορούν να υπολογιστούν λόγω του επί δεκαετίες αυξημένου πληθωρισμού της Ελληνικής οικονομίας) με την προϋπόθεση πως η ελληνική πλευρά θα πάψει να συγχέει το δάνειο αυτό με τις αποζημιώσεις εν γένει και να επικαλείται την μη εγκυρότητα προηγούμενων συμφωνιών. H mainstream ελληνική στάση απέχει ακόμα και από αυτή την μετριοπαθή άποψη, με το γνωστό συνθηματικό επιχείρημα “μας χρωστάνε δεν τους χρωστάμε” που απαιτεί την ισοφάριση του σημερινού ελληνικού χρέους με τις κατοχικές οφειλές (αξίωση ανεδαφική γιατί πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγματα που δεν μπορούν να μπουν στην ίδια ζυγαριά). Η περιχαράκωση αυτή πίσω από ένα συλλογικό εθνικό “εμείς” που μένει υποτίθεται αναλλοίωτο σε βάθος δεκαετιών (και αιώνων) αποτελεί παιδαριώδη στάση εφόσον καταλήγει να συγχέει και να μεγεθύνει τα ιστορικά γεγονότα προς ικανοποίηση ενός διογκωμένου εθνικού εγώ, απομακρυνόμενη συνεχώς από το στόχο.

Για να βρούμε την απάντηση στο ποιός είναι ο στόχος (σε κοινωνικό και ατομικό επίπεδο) θα πρέπει να αναλογιστούμε τις προτεραιότητές μας: είναι ζωτικής σημασίας να διεκδικήσει το ελληνικό κράτος (ή τα εγγόνια των θυμάτων) από το γερμανικό κράτος τα (εντελώς αμφίβολα όπως περιγράφηκε παραπάνω) χρωστούμενα, ή να αντιμετωπίσουμε την κατάφωρη κοινωνική αδικία που επιτελείται λόγω της ιεραρχικά δομημένης Ε.Ε. απ’ τη μια και της ελληνικής ελίτ απ’ την άλλη; Τί είναι πιο σημαντικό άραγε; Να επικαλούμαστε ιδεοληπτικά (και όχι διαυγαστικά) διάφορα ιστορικά επεισόδια περασμένων αιώνων ή να χρησιμοποιήσουμε όλες μας τις δυνάμεις για μια πραγματική ανανέωση της πολιτικής και κοινωνικής σκέψης που θα οδηγήσει σ’ ένα “νέο Διαφωτισμό που έχει ανάγκη η νεοελληνική κοινωνία” (βλ “Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο” του Γιώργου Οικονόμου) βασισμένοι στην πολιτική και ανθρωπολογική ουσία των επεισοδίων αυτών; Ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορρίψουμε εξίσου συλλήβδην και τον αγνωστικισμό του τύπου «ότι έγινε έγινε, τώρα κοιτάμε μπροστά” δεδομένου ότι αυτή η τερατώδης αντι-ιστορική θέση ισοδυναμεί με παραίτηση από την ιστορική συνειδητότητα. Ταυτόχρονα το κλείσιμο της συζήτησης αναφορικά με τις αποζημιώσεις δε θα πρέπει με τίποτα να μας οδηγήσει σε ευθυγράμμιση με τον κυνισμό του Β. Σόιμπλε, που από την θέση του υπαγορευτή της Ευρωπαϊκής πολιτικής αποφασίζει τους όρους της συνδιαλλαγής του με τους λιγότερο ισχυρούς, επιβάλλοντας με το έτσι θέλω το ακραίο δόγμα του νεοφιλελευθερισμού (αγνοώντας πάντα τις λαϊκές αντιδράσεις). Η συζήτηση αυτή πρέπει να λήξει (μαζί με τις αγκυλώσεις του εθνικισμού και του μεγαλοιδεατισμού) και να ανοίξει ένας ουσιαστικός διάλογος – πρωταρχικά εντός της ελληνικής κοινωνίας – που αντιλαμβάνεται την ιστορία ως πηγή πολιτικής και κοινωνικής εμπειρίας κι όχι ως λατρευτικό λείψανο. Η συνεχιζόμενη ταύτιση με τις κάθε είδους εθνικιστικές ετερονομίες (τη λογική της ανάθεσης, την κεντρική εξουσία, την γραφειοκρατία, την λατρεία της πατρίδας ως κρατικής οντότητας) βάζει αξεπέραστα εμπόδια στην μεταστροφή του υπηκόου σε πολίτη, που θα πάψει να καθορίζεται αποκλειστικά από τη συνήθεια, την παράδοση και το συναίσθημα και θα ενηλικιωθεί καταφέρνοντας να αποδεσμευτεί από το κράτος-κηδεμόνα, από το οποίο περιμένει παροχές και για χάρη του οποίου θυσιάζεται με την ψευδαίσθηση πως τα συμφέροντά τους είναι κοινά.

Συγγραφή: Σοφία Ζακάρη και Άρης Ελευθερούδης