Menu

EAGAINST.com

Θα φτύσω στους γάμους σας

Το άρθρο στα Αγγλικά εδώ

H διορατική ανάλυση της Emma Goldman [1] έχει διευκρινίσει μερικά βασικά στοιχεία σχετικά με το γάμο: ότι α) ο γάμος «όπως οι πειρσσότερες δημοφιλείς αντιλήψεις […] στηρίζεται όχι σε πραγματικά γεγονότα, αλλά σε δεισιδαιμονίες», β) «Ο γάμος είναι κατά κύριο λόγο μια οικονομική συμφωνία, μια ασφαλιστική σύμβαση», γ) «από την παιδική ηλικία, σχεδόν, το μέσο κορίτσι μαθαίνει ότι ο γάμος είναι ο απώτερος στόχος της», δ) ο γάμος δεν αποτελεί προϋπόθεση της αγάπης και της ευτυχίας. Για όποιον απορρίπτει τα παραπάνω επιχειρήματα ως μαρξιστικές ασυναρτησίες που σκοπό έχουν να εξηγήσουν τα πάντα από οικονομικής άποψης, αρκεί μια αναφορά σε όλα τα είδη παραδοσιακού γάμου που, πολύ πριν από την εποχή του Μαρξ, ήταν κατά κύριο λόγο μια μορφή οικονομικού διακανονισμού όπως έχει δείξει η ανθρωπολογική έρευνα. Η Goldman ήταν αρκετά τολμηρή για να δει το γάμο ως αυτό που αντιπροσώπευε: έναν θεσμό που βασίζεται στην προκατάληψη, την (οικονομική και πολιτισμική) ρύθμιση των σεξουαλικών σχέσεων και την περιφρόνηση των βασικών ανθρώπινων αναγκών. Η φεμινιστική οπτική στην ανάλυσή της είναι κεντρική αλλά δεν κυριαρχεί τη συζήτηση. Εφόσον κατασταλτικές νόρμες κατά της σεξουαλικότητας των γυναικών (συχνά και των αντρών) ήταν έντονα ενσωματωμένες στην κοινωνία την εποχή που έγραφε η Goldman – η προίκα, το προξενιό, η πλήρης οικονομική εξάρτηση των γυναικών, η καταδίκη των σεξουαλικών σχέσεων εκτός γάμου – ένας τολμηρός σχολιασμός υπέρ της γυναικείας απελευθέρωσης ήταν επιτακτικός. Πολλές δεκαετίες μετά, και με παρακαταθήκη την εμπειρία και τα επιτεύγματα του γυναικείου απελευθερωτικού κινήματος από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και αργότερα, που είχαν σαν αποτέλεσμα την υπέρβαση των σεξουαλικών προκαταλήψεων των προηγούμενων αιώνων, μια φεμινιστική κριτική του γάμου φαίνεται να έχει χάσει το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρημάτων της [2]. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί πια ότι οι γυναίκες θεωρούνται «μηχανές ανατροφής παιδιών” ή «εμπόρευμα που προσφέρεται σε όποιον δώσει τα περισσότερα» [3], και μια σειρά από νομοθετικές πράξεις έχουν δώσει ίσα δικαιώματα στις γυναίκες στο δημόσιο και ιδιωτικό πεδίο [4]. Παρά το ότι τα εμπόδια για τις ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις και την αποδοχή της συμβίωσης έχουν εξαλειφθεί, ο γάμος ως ιδέα και ως θεσμός συνεχίζει να υπάρχει για μια σειρά από λόγους που θα συζητηθούν παρακάτω.

Μια ειλικρινής απάντηση στο ερώτημα γιατί να παντρευτώ; δεν μπορεί να περιέχει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα χιλιοειπωμένα και προβλέψιμα επιχειρήματα: α) για να κάνω παιδιά, β) για να δείξω τρυφερότητα, αγάπη και επιθυμία για δέσμευση, γ) γιατί το θέλουν οι γονείς. Αυτά τα ψευδοεπιχειρήματα, όταν δεν ακολουθούνται από πραγματικές οικονομικές ή γραφειοκρατικές απαιτήσεις (π.χ. ο γάμος μπορεί να διευθετήσει προβλήματα κληρονομιάς ή υπηκοότητας), μπορούν εύκολα να διαψευσθούν με απλή λογική. Το ότι είναι αδύνατο να εξασφαλιστεί η ευτυχία, η αγάπη και η δέσμευση με (επιδεικτικές) τελετές και υπογραφή συμβάσεων, είναι αυταπόδεικτο. Επίσης ο γάμος δεν είναι απαραίτητος για τη νομιμοποίηση των παιδιών, καθώς η από κοινού αναγνώριση από τη μητέρα και τον πατέρα είναι επαρκής [4], και, τέλος, το επιχείρημα “το θέλουν οι γονείς” είναι άλλη μια έκφραση του κύριου λόγου για τη δημοτικότητα του γάμου: η υποσυνείδητη ή ρητή ανάγκη του ατόμου για ασφάλεια και την αίσθηση του ανήκειν – σε μια παράδοση, πολιτισμό ή ιστορικό συνεχές. Η προσκόλληση σ’ αυτόν τον αρχαϊκό θεσμό αναδύεται ως βαθιά προβληματική, καθώς ρίχνοντας τα πέπλα της μαγείας, του ρομαντισμού και της ψευδαίσθησης μιας νέας αρχής, αποκαλύπτει μια βαθιά ριζωμένη ανικανότητα και, ενδεχομένως, φόβο για μια εκ βάθρων επαναξιολόγηση ιδεών που πρέπει να γίνει αν η κοινωνική αλλαγή είναι ο επιθυμητός στόχος.

Το ότι ο γάμος δεν αμφισβητείται ενεργά ή δεν εξετάζεται λεπτομερώς από την πλειοψηφία στις μέρες μας, παρά την πλούσια φεμινιστική κριτική που έχει υποστεί, είναι ανησυχητικό όχι μόνο για την αποτελεσματικότητα και την απήχηση της φεμινιστικής θεωρίας, αλλά κυρίως γιατί είναι μια ένδειξη του πόσο φτωχή είναι η απάντηση του λαϊκού αισθήματος στα κοινωνικά δεινά. Φαίνεται πως ο φεμινισμός έχει δώσει στις γυναίκες πολλά εργαλεία και διεξόδους για να διεκδικήσουν την αυτο-διάθεσή τους ως σωματικές και ψυχολογικές οντότητες, έχει όμως περιοριστεί ως θεωρία σ’ ένα πεδίο πολιτικής παραδοσιακότητας όπου αρκείται στο να απαιτεί ισότητα με τους άνδρες αλλά όχι τη χειραφέτηση και των δύο ως συντρόφων από τα ευρύτερα κοινωνικά κατασκευάσματα που τους περιβάλλουν.

Το πρωταρχικό μας πρόβλημα λοιπόν δεν φαίνεται να είναι η πατριαρχία, η σεξουαλική καταπίεση, η ενδοοικογενιακή βία ή η ομοφοβία. Αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως συμπτώματα ή συνέπειες ενός πολύ πιο προβληματικού ζητήματος: της έλλειψης βαθιάς, άνευ όρων αμφισβήτησης όλων των θεσμών, όλων των δοσμένων αντιλήψεων για το τι είναι σωστό ή λάθος, αποδεκτό ή όχι, κανονικό ή μη. Η ανικανότητα αμφισβήτησης δοσμένων κανόνων ή θεσμών αποδεικνύει περιορισμένη ή ανύπαρκτη ικανότητα για κριτική σκέψη και συχνά μια υποταγμένη συμπεριφορά προς όλων των ειδών τις παραδόσεις. Ακριβώς όπως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αναρωτιούνται «γιατί να παντρευτώ;», ποτέ δεν κάνουν παρόμοιες ερωτήσεις όπως γιατί να υπάρχει κυβέρνηση, θρησκεία, γραφειοκρατία, ή κάθε τι που διατηρεί την αδικία και την καταπίεση. Και αν ο γάμος ως θεσμός δεν διατηρεί πια την καταπίεση, είναι αναμφισβήτητο ότι αποτελεί έναν ισχυρό δεσμό με μερικά από τα πιο αρχαϊκά παραδοσιακά στοιχεία.

Αν η τελετή του γάμου μπορεί να θεωρθεί σαν ένα σόου κοινωνικής και προσωπικής δέσμευσης, μια μορφή αναπαράστασης των καθηκόντων και των δικαιωμάτων του έγγαμου βίου, λίγα σχόλια σχετικά με τη φύση της πράξης της αναπαράστασης είναι σημαντικά. Χαρακτηριστικά η ανθρώπινη φαντασία βασίζεται στην αναπαράσταση για να εκφράσει ό,τι είναι διαφορετικά μη προσβάσιμο. Όλες οι μορφές τέχνης (θέατρο, ζωγραφική, λογοτεχνία κτλ.) χρησιμοποιούν την αναπαράσταση για έναν αισθητικό ή/και εκπαιδευτικό σκοπό. Η τέχνη συχνά δεν αποκαλύπτει ευθέως, αλλά υπονοεί ή έμμεσα περιγράφει συναισθήματα και ιδέες. Η ψυχολογική, συναισθηματική και διανοητική αξία της ποίησης δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς τις ικανότητες του καλλιτέχνη για δημιουργική αναπαράσταση μέσα από λέξεις και εικόνες. Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να χάνει κανείς την επαφή με τους στόχους της αναπαράστασης, που στην περίπτωση της τέχνης είναι η εξερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης, αλλά στην περίπτωση του γάμου είναι ανύπαρκτοι. Όπως ειπώθηκε παραπάνω, ο γάμος ενισχύει την αίσθηση του ανήκειν με δημιουργικούς και συναισθηματικούς όρους, όμως αυτή η αίσθηση παραμένει μια αυταπάτη, καθώς όπως έχει δείξει η μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν σχετίζεται έμπρακτα με την δέσμευση και την αφοσίωση. Αυτό που απομένει να συζητηθεί, αφού ξεφορτωθούμε τους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων, είναι τα υπολείματα του θεσμού του γάμου, δηλαδή η γραφειοκρατική και νομικίστικη πλευρά του που ακόμα υποχρεώνει τα ζευγάρια στα δεσμά του γάμου για χάρη της οικονομικής και κοινωνικής ασφάλειας.

Μια σειρά από εμπόδια έχουν τοποθετηθεί, από συνήθεια ή/και κρατική παρέμβαση, στο δρόμο των ανύπαντρων ζευγαριών [6]. Η απλοποίηση του νομικού κώδικα και η κατάργηση της περιττής γραφειοκρατίας θα ήταν η απάντηση σ’ αυτό, καθώς και σ’ ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής πολυπλοκότητας και αδιεξόδων. Αλλά πριν κατηγορήσουμε αόριστα το παντοδύναμο κράτος για τον γραφειοκρατικό λαβύρινθο που έχει υφάνει γύρω μας, πρέπει να εξετάσουμε πώς αυτοεπιβαλόμενα έθιμα, συνήθειες και προλήψεις συντηρούν το Κράτος και τους θεσμούς. Όσον αφορά το γάμο, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να γιορτάζει κανείς την υπογραφή ενός συβολαίου και υπάρχουν πολλοί λόγοι να του επιτεθεί από όλες τις πλευρές γι’ αυτό που αντιπροσωπεύει.

Σημειώσεις

[1] Αποσπάσματα από το “Γάμος και Αγάπη”, στο Αναρχισμός και Άλλα Δοκίμια (1910).

[2] Οι μεταμοντέρνες φεμινίστριες θα διαφωνούσαν με μανία σ’ αυτό καθώς βασίζουν την συνέχιση της θεωρίας τους στην ανακάλυψη ανισοτήτων εκεί που δεν υπάρχουν. Το ότι οι ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις θεωρούνται φυσιολογικές και οι γυναίκες συμμετέχουν σε πολλούς τομείς της κοινωνικής ζωής της επιλογής τους, κάνει πολλά από τα επιχειρήματα των φεμινιστριών να ακούγονται τουλάχιστον εκτός τόπου (είναι άτοπο να κρίνουμε την ισότητα αυστηρά, για παράδειγμα, από τον αριθμό των γυναικών στη Βουλή ή στα δημόσια πάνελ συζητήσεων – θα πρέπει να μπορούμε να ξεχωρίσουμε την εθελοντική από την υποχρεωτική συμμετοχή). Αυτό δεν υποτιμά την ανάγκη για δράση σε άλλους τομείς όπως η ενδοοικογενειακή βία, ο βιασμός, το trafficking, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ως ανθρώπινα παρά ως γυναικεία προβλήματα, καθώς στα θύματα περιλαμβάνεται ένα ποσοστό αντρών και αγοριών (link).

[3] Από το Charles Fourier: The Visionary and His World (1990), του Jonathan Beecher.

[4] Η εισαγωγή του αντισυλληπτικού χαπιού, το Married Women’s Property Act, το Abortion Act και πολλά άλλα πραγματοποιήθηκαν τη δεκαετία του 1960 στην Βρετανία (link)

[5] Όπως στη Βρετανία όπου “από τον Δεκέμβριο του 2003 ένας ανύπαντρος πατέρας μπορεί να έχει παρόμοια δικαιώματα αν εγγράψει την γέννηση του παιδιού από κοινού με την μητέρα” (link)

[6] βλ. link στη σημείωση[5].