Για τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών 2014

EU parliament election in Belgium

Ανάμεικτα είναι τα συναισθήματα αναφορικά με τα αποτελέσματα των Ευρωπαϊκών εκλογών. Μέχρι στιγμής ο κεντροδεξιός συνασπισμός, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (EPP), έρχεται πρώτος πανευρωπαϊκά σύμφωνα με τα επίσημα αποτελέσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Συνολικά καταλαμβάνει 213 έδρες, με τους κέντρο-αριστερούς σοσιαλδημοκράτες  (PΕS) να έρχονται δεύτεροι (190 έδρες). Στην τρίτη θέση έρχονται οι φιλελεύθεροι (ALDE) με 64 έδρες και ακολουθεί ο συνασπισμός των Πρασίνων με 53, οι Συντηρητικοί μεταρρυθμιστές (ECR) με 46 (ποσοστό που αναμένεται να αυξηθεί, αν τελικά το αντι-φεντεραλιστικό κόμμα Εναλλακτική Για τη Γερμανία AFD ενταχθεί στο ίδιο γκρουπ), η Ευρωπαϊκή Αριστερά (GUE/NGL) με 42 και ο ακροδεξιός συνασπισμός Ευρώπη Ελευθερίας και Δημοκρατίας (EFD) με 38 έδρες, ενώ 104 βουλευτές συνολικά θα δώσουν μή εγγεγραμμένα κόμματα (πρόκειται είτε για νεοεκλεγέντες που δεν ανήκουν σε πολιτική ομάδα του απερχόμενου Κοινοβουλίου ή απλά βουλευτές που δεν συγγενεύουν με καμία πολιτική ομάδα: από ακροδεξιά και ναζιστικά μορφώματα – όπως η Χρυσή Αυγή, το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας και το πρώην Εθνικό Βρετανικό Κόμμα που πλέον εξαφανίστηκε από τον εκλογικό χάρτη – ή αποσχιστικές και συνήθως αριστερίζουσες παρατάξεις, όπως το Κόμμα των Βάσκων, που προηγουμένως άνηκαν στο European Free Alliance γκρούπ, κεντρώες οργανώσεις επίσης, όπως το Ποτάμι, το Ισπανικό αντι-εθνικιστικό και φιλοευρωπαϊκό UPyD, το Τσεχικό φιλελεύθερο ANO, το Ολλανδικό Κόμμα Για Τα Ζώα – PvDD κ.α).

Κάποιοι μιλάνε για ακροδεξιο-ευρωσκεπτικιστικό σεισμό, άλλοι τονίζουν την μεγάλη αποχή (που σε μερικές χώρες όπως η Βρετανία αγγίζει σχεδόν το 60%). Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ – ο οποίος αφήνει πίσω του την Νέα Δημοκρατία – αποτελεί εξίσου αντικείμενο συζητήσεων στο διεθνή τύπο, όπως και ο θρίαμβος του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου της Λεπέν και του Κόμματος της Ανεξαρτησίας του Φαράτζ (για τους οποίους αν κοιτάξει κανείς τα Βρετανικά Μέσα Ενημέρωσης, με πόση υστερία θριαμβολογούν υπέρ της νίκης τους θα νομίζει ότι πρόκειται για ανερχόμενους πλανητάρχες). Παράλληλα, ακροδεξιές πλειοψηφίες είδαμε και στη Δανία με το Λαϊκό Κόμμα να δίνει 4 ευρωβουλευτές (με ποσοστό 26%) ενώ παρόμοια κόμματα σημείωσαν άνοδο και στη Σουηδία, την Αυστρία, λιγότερο (απ’ ότι αναμένονταν) στην Φινλανδία και το Βέλγιο, ενώ στην Ολλανδία ο Γκιρτ Βίλντερς είδε τα ποσοστά του να καταποντίζονται σε σύγκριση με την αναμέτρηση του 2009 όπου ξεπέρασε το 17% αγγίζοντας τη δεύτερη θέση. Βέβαια, το κόμμα της Λεπέν (όπως ακριβώς και των Σουηδών Δημοκρατών, των Βέλγων εθνικιστών, των Ολλανδών και των Αυστριακών) αναζητά νέα συμμαχία – δεδομένου ότι δεν κατάφερε να έρθει σε κοινή συμφωνία με τον πρόεδρο του EFD, Nigel Farage – κι έτσι παραμένει και αυτό (όπως και το αντίστοιχο των Σουηδών και των Αυστριακών) μεταξύ των μή εγγεγραμμένων (κάτι που σημαίνει ότι συνολικά ο αριθμός των ακροδεξιών ξεπερνά τις 80 έδρες).

Πολλοί μιλούν για ψήφο αντίδρασης, άλλοι πάλι χρεώνουν την άνοδο των ποσοστών της ακροδεξιάς στη μεγάλη αποχή. Τί ισχύει στην πραγματικότητα; Γνωρίζουμε ότι οι ευρωεκλογές πάντα αποτελούσαν ένα είδος soft vote για πολλούς Ευρωπαίους, μια ευκαιρία για να εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους σε μια Ευρώπη όπου όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται στις Βρυξέλλες, και οι φωνές των πολιτών συστηματικά αγνοούνται, ιδιαίτερα έπειτα από την χυδαία άρνηση της ευρωηγεσίας να δεχθεί την απόρριψη των Ιρλανδών για την συνθήκη της Λισαβόνας, την εμμονή στα καταστροφικά προγράμματα λιτότητας, και τέλος την απροκάλυπτη επέμβαση του Βερολίνου στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας και της Ιταλίας (όπου και εκλεγμένες κυβερνήσεις έπρεπε να αντικατασταθούν εν μέσω μιας νυκτοίς από έμπειρους τεχνοκράτες οι οποίοι θα εφάρμοζαν στο ακέραιο το δόγμα των περικοπών και στη συνέχεια να διενεργηθούν εκλογές όπου οι λαοί, σαν να πρόκειται για κακομαθημένα παιδιά θα έπρεπε να μην αγνοήσουν τις τρομολαγνικές υποδείξεις των ευρωηγετών, ψηφίζοντας κόμματα που με κάθε μέσο θα συνέχιζαν τις ίδιες πολιτικές). Αναμφισβήτητα όλα αυτά όξυναν τις αντιδράσεις πολλών Ευρωπαίων πολιτών καθώς και την αποστροφή τους για ένα όραμα που στην πραγματικότητα έχει μετατραπεί σε εφιάλτη.

Μπορούμε όμως να πούμε ότι αυτή είναι η μοναδική αιτία ανόδου της ακροδεξιάς; Στην πραγματικότητα η τοποθέτηση αυτή είναι επιφανειακή και επιπόλαιη, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσει κανείς ότι τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα προέρχονται από χώρες οι οποίες ελάχιστα έχουν πληγεί από τη λιτότητα, σε σύγκριση με τις εξουθενωμένες χώρες του νότου οι οποίες επιμένουν σε φιλοευρωπαϊκές συμμαχίες – με μικρή εξαίρεση την Ιταλία όπου το κατεξοχήν κόμμα διαμαρτυρίας (που συγκαταλέγεται εξίσου στους μή εγγεγραμμένους) του ηθοποιού Πέπε Γκρίλο ήρθε δεύτερο (μια big tent παράταξη που συγκεντρώνει στους κόλπους της αριστερούς, απογοητευμένους σοσιαλδημοκράτες, οπαδούς που μισούν τον πρώην πρωθυπουργό της χώρας – Σίλβιο Μπερλουσκόνι – και χρεώνουν σε αυτόν όλα τα δεινά της ανθρωπότητας, μέχρι και αναρχοκαπιταλιστές, ακροδεξιούς πρώην υποστηρικτές της Λίγκας του Βορρά που είδε τα ποσοστά της να περιορίζονται στο 6%), μια λαϊκιστική δύναμη που φυσικά δεν στηρίζει την έξοδο της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά αντίθετα μιλά για δημοψήφισμα με στόχο την έξοδο μόνο από το ευρώ. Και τέλος, χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία επιμένουν στα παραδοσιακά κόμματα – κεντροδεξιά και κεντροαριστερά – με σημαντική φυσικά άνοδο των ποσοστών της αριστεράς καί στις δύο χώρες, όπως και στην Ισπανία όπου εκτός από τις μέτριες επιδόσεις του αντίστοιχου ΣΥΡΙΖΑ μια νέα αριστερή δύναμη εμφανίζεται – το Podemos -, μια συμμαχία ακαδημαϊκών αριστερών που προέκυψε από πολίτες και οργανωτές του κινήματος 15Μ και όπως όλα δείχνουν θα ενταχθεί στον GUE/NGL συνασπισμό, αυξάνοντας τις θέσεις του από 43 σε 48 (όπως και το Ιταλικό αριστερό Altra Europa con Tsipras αναμένεται να δώσει 3 έδρες που κατά πάσα πιθανότητα θα ενισχύσουν τον συνασπισμό Ευρωπαϊκής Αριστεράς στις 51). Μεγάλη άνοδος της αριστεράς όμως σημειώνεται καί στην Ιρλανδία, όπου το Sin Fein που μιλά για ίσα δικαιώματα σε μετανάστες, για αναγνώριση των γάμων των ομοφυλόφιλων και προτείνει σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις (κόμμα που ωστόσο φημίζεται για την αντισημιτική στάση του, κυρίως σε ότι αφορά το Παλαιστινιακό ζήτημα) έρχεται τρίτο με 17% (δίνοντας 3 έδρες συνολικά), ενώ στην Ιρλανδική πρωτεύουσα (το Δουβλίνο) καταγράφει σημαντική πρωτιά έναντι άλλων συνασπισμών. Όσοι λοιπόν διατείνονται ότι ο ευρωσκεπτικισμός είναι απλά και μόνο μια συνιστώσα αντίδρασης στην ευρωπαϊκή κατρακύλα της λιτότητας παραβλέπουν μάλλον την ανυπαρξία τέτοιων σχηματισμών στις χώρες της περιφέρειας. Μήπως τελικά πίσω από το «ακροδεξιό τσουνάμι» κρύβεται κάτι άλλο;

Προτού φτάσουμε σε κάποιο καίριο συμπέρασμα, καλό θα ήταν να έχουμε κατά νου δύο σημαντικές παραμέτρους: α) το μεγάλο ποσοστό αποχής που αναμφισβήτητα μας δυσκολεύει να καταλάβουμε τις πραγματικές δυναμικές των ευρωπαϊκών κοινωνιών (κατά πόσο δηλαδή η νίκη της Λεπέν αντανακλά κάποια ακροδεξιά κοινωνική τάση μέσα στη Γαλλική κοινωνία, δεδομένου ότι το ποσοστό συμμετοχής στη Γαλλία άγγιξε το 42% – δηλαδή 18.490.000 άτομα προσήλθαν στις κάλπες – εκ των οποίων μόνο το 4.600.000 προτίμησε το Εθνικό Μέτωπο ενώ στις βουλευτικές εκλογές του 2012 το κόμμα είχε λάβει 6.421.000 ψήφους). Σίγουρα ως ένα βαθμό η συντηρητικοποίηση πολλών Ευρωπαϊκών κοινωνιών είναι γεγονός αναμφισβήτητο καθώς τα ποσοστά αυτών των κομμάτων σημειώνουν άνοδο καί στις βουλευτικές εκλογές, ωστόσο η υψηλή αποχή δεν μας επιτρέπει να καταλήξουμε σε κάποιο βασικό συμπέρασμα αναφορικά με το κατά πόσο τα ποσοτικά αυτά δεδομένα αποτελούν μια πραγματική αντανάκλαση του κοινωνικού πράττειν. Έπειτα, β) οι ψηφοφόροι πολλών χωρών – κυρίως του βορρά και πιο πολύ οι Άγγλοι πολίτες – κατά τη διάρκεια των ευρωεκλογών επιλέγουν κόμματα με τελείως διαφορετικά κριτήρια απ’ ότι στις εθνικές εκλογές. Για παράδειγμα: αν και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την άνοδο του ξενοφοβικού κόμματος του Φαράτζ (που υπόσχεται πλήρη έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αυστηρές ποσοστώσεις στον αριθμό μεταναστών από χώρες της Ευρώπης) στις τελευταίες δημοτικές εκλογές (που για πολλούς Βρετανούς αποτελούν εξίσου έκφραση ψήφου διαμαρτυρίας) δεν κατάφερε να κερδίσει απολύτως κανέναν δήμο ενώ στις δημοσκοπήσεις ποντάρει γύρω στο 13-15% – πάντα με βάση τις στατιστικές του Yougov που ως επί τω πλείστο αποτελεί και την πιο έγκυρη δημοσκοπική πηγή – ποσοστό σαφέστατα υψηλότερο σε σύγκριση με δύο χρόνια πριν, αλλά επί της ουσίας απέχει πολύ από την πρωτιά, παρά τη γενικευμένη ξενοφοβία και ευρωφοβία που επικρατεί στην Βρετανία (αν και το ποσοστό των Βρετανών που δηλώνουν υπέρ της παραμονής της χώρας στην Ε.Ε. έχει αυξηθεί κατά πολύ σε σύγκριση με πέρυσι, κάτι που ούτε λίγο ούτε πολύ μας λέει ότι η νίκη του Φαράτζ μόνο αντιπροσωπευτική δεν είναι για το σύνολο του πληθυσμού).

Στην πραγματικότητα, η άνοδος των ποσοστών της ακροδεξιάς οφείλεται λιγότερο στον αυταρχισμό των Βρυξελλών απ’ ότι α) σε μια γενικευμένη έξαρση της ξενοφοβίας στις χώρες του βορρά, που συντριπτικά πλέον οι πληθυσμοί απαιτούν να μπει τέλος στις ελεύθερες μετακινήσεις ανέργων από τις χώρες του νότου που επιζητούν μια θέση εργασίας στα πλουσιότερα κράτη (στην ουσία πρόκειται για μια έκφραση μαζικού ατομικισμού, ιδιωτικοποίησης και απάθειας), κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με έξοδο των χωρών αυτών από την Ε.Ε., ώστε που επιτρέπουν τους Ευρωπαίους πολίτες να εγκαθίστανται σε οποιαδήποτε χώρα της ένωσης επιθυμούν (και ταυτόχρονα να έχουν πρόσβαση σε κρατικά επιδόματα) να πάψει πλέον να ισχύει. Έπειτα, οφείλεται και β) στην μαζική απαίτηση των πολιτών του βορρά να σταματήσει η χρηματοδότηση προς τις χώρες του νότου – και κυρίως την Ελλάδα – των οποίων οι πολίτες, με βάση το βορειοευρωπαϊκό ρατσιστικό στερεότυπο, αντί να επενδύουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια, τα σπαταλούν διατηρώντας το παλιό lifestyle της ανεμελιάς και ανευθυνότητας, όντας ανίκανοι να διαπρέψουν ή να σταθούν από μόνοι τους στα πόδια τους. Τα κόμματα αυτά αναμφισβήτητα στη συντριπτική τους πλειοψηφία αποτελούν μια ορατή απειλή για θεμελιώδη δικαιώματα, όπως – οι ελεύθερες μετακινήσεις – ίσως ο πιο σημαντικός θεσμός για τη συνεργασία των Ευρωπαϊκών λαών για τον περιορισμό των επιθετικών εθνικισμών. Αν και θα ήταν λάθος να τα αποκαλέσουμε φασιστικά ή ναζιστικά (αυτός ο χαρακτηρισμός αρμόζει περισσότερο στο μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, του Ουγγρικού Γιόμπικ, του Εθνικού Κόμματος της Γερμανίας – το οποίο εξίσου κερδίζει μία έδρα) επί της ουσίας πρόκειται για αντιδραστικά, εθνοσυντηρητικά λαϊκιστικά κόμματα που επιθυμούν την άρση μέτρων προστασίας μειονοτήτων, την επαναφορά της θανατικής ποινής (σε πολλές περιπτώσεις) και την κατάργηση των αντι-ρατσιστικών νόμων, κατάργηση επίσης του επιδόματος μητρότητας, της υποχρέωσης ενός εργοδότη να μισθώνει υπαλλήλους ενώ αυτοί/ες βρίσκονται σε διακοπές (holiday pay) ή αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα υγείας και δεν μπορούν να παραστούν στη δουλειά τους. Αυτός είναι, λοιπόν, ένας από τους λόγους που τα κόμματα αυτά και οι οπαδοί τους απεχθάνονται την Ευρωπαϊκή Ένωση, θεωρώντας την ως άντρο κομμουνιστών, λόγω του φανατισμού τους με το δόγμα της ελεύθερης αγοράς (που στη δική τους λογική δεν θα πρέπει να βρίσκει εμπόδιο πουθενά) και της εμμονής τους με την αντιμεταναστευτική ρητορική (που πολλές φορές αγγίζει τα όρια του μίσους) με βάση την οποία η πολιτική των ανοιχτών συνόρων και οι νόμοι που προστατεύουν τους μετανάστες ως ανθρώπους ικανούς να ζουν ισάξια με τους ιθαγενείς «διαλύει την εθνολογική υπόσταση των εθνών κρατών».

Σίγουρα η άνοδος τόσο της λαϊκιστικής ακροδεξιάς όσο και των νεοναζιστικών μορφωμάτων αντικατοπτρίζει από τη μια την ενίσχυση των συντηρητικών προτεσταντικών ηθών των λαών του βορρά (και κυρίως του ατομικιστικού φαντασιακού «όποιος δεν δουλέψει δεν θα φάει» ή «ας μην πληρώνουμε από τους φόρους μας τον τεμπέλη άνεργο») και πάνω απ’ όλα την αποτυχία της αριστεράς μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης απάθειας και αποσύνθεσης να απομακρύνει τους πληθυσμούς από αυτές τις καταστροφικές τάσεις, επενδύοντας στον ξύλινο λόγο και την παθητική της στάση πως «οι λαοί νομοτελειακά μην έχοντας να χωρίσουν τίποτα μεταξύ τους θα επιλέξουν τον αριστερό δρόμο για την ανατροπή των προγραμμάτων λιτότητας» (αυτή τουλάχιστον είναι η στάση των Βρετανών συνδικαλιστών). Από την άλλη δεν μπορούμε να αγνοούμε και τις κοινωνιολογικές και ψυχολογικές προεκτάσεις του προβλήματος: ο φόβος ότι οι ορδές ανέργων του νότου, που όντας εξαθλιωμένοι θα εισβάλλουν μαζικά στις χώρες του βορρά λειτουργεί ως φόβητρο για τις ψευδαισθήσεις του μέσου Ευρωπαίου πολίτη ο οποίος/α αρνείται να πιστέψει ότι οι μέρες της αφθονίας του/της ήταν μετρημένες. Βλέποντας τις στρατιές απεγνωσμένων νέων να συρρέουν συνεχώς στον εξορθολογισμένο του/της παράδεισο, η φαντασίωση ότι βρίσκεται προστατευμένος/η από τα προβλήματα του έξω κόσμου μετατρέπεται σε εύθραυστο βάζο. Συνεπώς, ο απο-πολιτικοποιημένος μαζάνθρωπος της πλαστικής ευημερίας, που με τίποτα δεν θέλει να καταλάβει ότι η εποχή του άκρατου καταναλωτισμού έχει παρέλθει, αντικρίζοντας τη φτώχεια να παρελαύνει στο «σαλόνι» του/της στο πρόσωπο ενός περιφρονημένου άνεργου βλέπει το πιθανό δικό του/της μέλλον. Μπροστά στο φόβο της καταστροφής επιλέγει να κλείσει τα μάτια ώστε να μην βλέπει την εν γένει πραγματικότητα, επιλέγοντας την «έσχατη λύση», την μοναδική σανίδα σωτηρίας στο φόβο του αύριο, τον ακροδεξιό λαϊκισμό που του/της χαϊδεύει τ’ αυτιά σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή.

Κατεστραμένο billboard που προτείνει στο Βρετανικό κοινό να ψηφίσει UKIP με στόχο την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως μοναδικό μέσο για τον περιορισμό της μετανάστευσης από χώρες του νότου.

Κατεστραμένο billboard που προτείνει στο Βρετανικό κοινό να ψηφίσει UKIP με στόχο την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως μοναδικό μέσο για τον περιορισμό της μετανάστευσης από χώρες του νότου.

Μένει, τέλος, ένα ακόμα σημαντικό ερώτημα να απαντηθεί: τί δύναμη θα έχουν πλέον αυτές οι παρατάξεις μέσα στο νεοσύστατο ευρωκοινοβούλιο; Η αλήθεια είναι ότι μέσα σε ένα χώρο που συνεδριάζει μονάχα δύο φορές το χρόνο ελάχιστα μπορεί να επηρεάσει η αντι-ευρωπαϊκή τους ατζέντα, δεδομένου ότι και πάλι το ευρωκοινοβούλιο θα κυριαρχείται από φιλοευρωπαΐκούς συνδιασμούς – όπως EPP, PSOE και ALDA που τουλάχιστον σε ότι αφορά το ζήτημα των ελεύθερων μετακινήσεων μεταξύ κρατών δεν θέτουν ούτε βέτο ούτε ασκούν διαφωνίες, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσει κανείς και τα ποσοστά των Πρασίνων (που ως προ εκπλήξεως στην Σουηδία ήρθαν δεύτεροι). Ως εκ τούτου με μεγάλη δυσκολία θα καταφέρουν να περάσουν νομοσχέδια που αφαιρούν ευρωπαϊκά δικαιώματα και κεκτημένα. Υπάρχει όμως και ένας άλλος παράγοντας εδώ: η επικράτηση του EPP σηματοδοτεί ταυτόχρονα και τη συνέχιση των πολιτικών λιτότητας και φτωχοποίησης. Αυτές οι δυνάμεις που εμμένουν στο δόγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής και των περικοπών (που οι ίδιες άλλοτε προωθούσαν την Ιρλανδική πειθαρχία ως υπόδειγμα για την «ακαταστασία του νότου» και αντιμετώπιζαν ανοιχτά την Ιρλανδία ως το «αγαπημένο τους παιδί», «τον καλύτερο μαθητή» από το οποίο οι «ανεύθυνοι του νότου έχουν να μάθουν πολλά» – ασχέτως και αν η Ιρλανδία έχει ήδη αρχίσει με αργά και σταθερά βήματα να γυρνά την πλάτη στις πολιτικές αυτές, δίχως όμως να μετατρέπεται σε έδρα ακροδεξιών ευρωσκεπτικιστών), όλοι αυτοί λοιπόν οι νεοφιλελεύθεροι Ταλιμπάν (όπως πολύ χαρακτηριστικά τους είχε αποκαλέσει και ο Κον Μπετίτ) που με βαρύγδουπες δηλώσεις διατείνονται ότι «η ανάπτυξη έχει έρθει» και σύντομα «η λιτότητα θα φέρει ευημερία» στην πραγματικότητα λειτουργούν με τον ίδιο ακριβώς δημαγωγικό τρόπο όπως οι ακροδεξιοί λαϊκιστές δημαγωγοί, ασχέτως και αν οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονται ως οι δυνάμεις της σύνεσης και της σοβαρότητας. Προσπαθούν με κάθε μέσο να διαλύσουν την εικόνα του φόβου της φτώχειας, καλλιεργώντας ένα κλίμα ψεύτικης αισιοδοξίας ότι σύντομα και πάλι οι μέρες της ατέλειωτης ευημερίας, της προσωπικής ευτυχίας και απεριόριστης κατανάλωσης θα έρθουν. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που οι Ισπανοί πολίτες δεν αποδοκίμασαν ριζικά το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα, σε συνδυασμό φυσικά και με το διαρκώς καλλιεργούμενο αίσθημα ενοχής, ότι οι Ισπανοί, οι Έλληνες και οι Πορτογάλοι πληρώνουν τις συνέπειες των δικών τους ευθυνών και συνεπώς δεν θα πρέπει να διαμαρτύρονται και πολύ, διαφορετικά οι «ευεργέτες» του βορρά θα σταματήσουν να είναι «γενναιόδωροι», κάτι που σημαίνει ότι το όνειρο της καταναλωτικής ευημερίας θα λήξει οριστικά. Εδώ, φυσικά, θα μπορούσαν οι ακροδεξιοί να παίξουν καταλυτικό ρόλο, η πλειοψηφία των οποίων επιθυμεί εκμηδένιση των δημόσιων δαπανών και πλήρη ιδιωτικοποίηση της οικονομίας. Τα καλέσματά τους για μηδενική ανοχή και πάταξη της ανομίας θα μπορούσαν άνετα να ενισχύσουν τα κατασταλτικά μέτρα ενάντια σε κινήματα αντι-λιτότητας, ενώ χρησιμοποιώντας πάντα το μεταναστευτικό ως απο-προσανατολιστικό φόβητρο οι ίδιες πολιτικές θα συνεχίζονται δίχως ιδιαίτερα εμπόδια.

Όποια και αν είναι τα συμπεράσματά μας ένα πράγμα είναι σίγουρο: θα πρέπει να αποφύγουμε από τη μια την καταστροφολογία (όπως και την υπεραισιοδοξία βλέποντας τα αποτελέσματα του αμφιλεγόμενου ΣΥΡΙΖΑ που εξίσου αναμφίβολο είναι αν ένα τέτοιο κόμμα για τους πολίτες των χωρών του βορρά αποτελεί ευχάριστη έκπληξη). Σίγουρα η ακροδεξιά – σε οποιαδήποτε μορφή της – φαίνεται ιδιαίτερα ενισχυμένη, όπως φυσικά ενισχυμένοι σε σχέση με το 2009 είναι οι σοσιαλδημοκράτες (τους οποίους πολλοί επέλεξαν ως αντίδοτο στη λιτότητα, ασχέτως και αν οι περισσότεροι ξεχάσαμε ήδη ότι οι ίδιοι υπήρξαν αρχιμάστορες της επιβολής νεοφιλελεύθερων μέτρων), και το ποσοστό των μή εγγεγραμμένων εντός των οποίων υπάρχουν τόσο προοδευτικές πρωτοβουλίες (με κύριο χαρακτηριστικό την Φεμινιστική Πρωτοβουλία των Σουηδών που κερδίζει μια έδρα), όσο και ναζιστικά τέρατα. Αυτό που θα πρέπει να γνωρίζουμε φυσικά είναι ότι η λιτότητα και ο ρατσισμός, η περιστολή δικαιωμάτων που κερδήθηκαν με σκληρούς αγώνες, δεν μπορούν να διαλυθούν μέσα από καμία εκλογική διαδικασία, ούτε μπορούμε να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε θεσμούς συγκεντρωτικούς, όπως τα κοινοβούλια και κάθε είδους αντιπροσωπευτικούς φορείς, μήτε σε κόμματα που όσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερο στρογγυλεύουν και γραφειοκρατικοποιούνται. Μόνο η αυθόρμητη και συνολική κινητοποίηση των πολιτών μπορεί σε μια τέτοια περίπτωση να φέρει καρπούς. Αν πραγματικά στοχεύουμε στο κοινωνικό μετασχηματισμό προς έναν κόσμο ισότητας, δικαιοσύνης και ελευθερίας (δηλαδή πραγματικής δημοκρατίας), αν πραγματικά μας ενδιαφέρει να ενισχύσουμε χειραφετησιακά προτάγματα αντί να αναζητούμε εφήμερες λύσεις σε τέτοια τερατώδη ζητήματα, τότε οφείλουμε να μην αφήσουμε τις τύχες μας στα χέρια των κομμάτων έτσι απλά, όσο κι αν αυτά μοιάζουν ελπιδοφόρα. Αν όνειρό μας είναι μια Ευρώπη δημοκρατική, μια Ευρώπη αλληλεγγύης και φιλίας τότε δεν έχουμε παρά να την πάρουμε στα χέρια μας. Αν οι κοινωνίες μας σήμερα, επιθυμούν να διεκδικήσουν έστω κάτι καλύτερο, σκοπός τους είναι να διεκδικήσουν δυναμικά τα πάντα. Αν παραχωρήσουμε το ρόλο μας αυτό για ακόμα μια φορά σε κάποιον άλλο, σύντομα θα διαψευστούμε• και δεν θα έχουμε κανένα μέλλον.

Αναρτήθηκε στις: 26/05/2014