Λίγες ακόμα σκόρπιες σκέψεις για τις ευρωεκλογές, το πραγματικό διακύβευμα και τα πραγματικά ζητούμενα

Στο προηγούμενο μου άρθρο που αναρτήθηκε λίγες μέρες πριν «για τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών 2014» ειπώθηκαν διάφορα αναφορικά με την άνοδο της ακροδεξιάς, τις δυναμικές της, καθώς και την αύξηση των ποσοστών των αριστερών κομμάτων στις χώρες του νότου, πράγμα που για τα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης – τα οποία συνεχώς εστιάζουν στη νίκη του Φαράτζ (Βρετανία) και της Λεπέν στη Γαλλία αντίστοιχα – αποτελεί ασήμαντη λεπτομέρεια. Φυσικά, στον επίλογο του άρθρου, κατέστησα σαφές ότι το δημοκρατικό έλλειμμα και ο κοινωνικός πόλεμος (εντός του οποίου εντάσσεται και ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός, η ξενοφοβία και κάθε είδους διάκριση) δεν είναι φαινόμενα που μπορούν να εξαλειφθούν μέσα από ολιγαρχικές διαδικασίες, όπως οι εκλογές. Αλλά σε γενικές γραμμές ισχυρίστηκα ότι τα δεδομένα που έχουμε μπροστά μας μόνο κατόπιν ψύχραιμης ανάλυσης και διαύγασης μπορούν να μας οδηγήσουν σε βάσιμα συμπεράσματα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και η υπερπροβολή του «ευρωσκεπτικιστικού σεισμού» από τα Μέσα Ενημέρωσης, ως η μοναδική απειλή που αυτή τη στιγμή καλούνται οι κοινωνίες να αντιμετωπίσουν, όχι μόνο δεν συμβάλλει στην πτώση των ποσοστών των κομμάτων αυτών, αλλά απεναντίας οξύνει ακόμα περισσότερο τις αντιδράσεις σε μια περίοδο όπου απαιτείται το άκρως αντίθετο· δράση αλλά και περισυλλογή, πράξη αλλά και διαύγαση, συζήτηση και όχι κινδυνολογία, ταμπουϊσμό και στρουθοκαμηλισμό. Εξηγώ λοιπόν για όλα αυτά παρακάτω:

1. Η άνοδος του ακροδεξιού λαϊκισμού και η συνολική εικόνα

Σε πρώτη φάση, ο χαρακτηρισμός των αριστερών και των φιλελεύθερων για τα κόμματα αυτά ως φασιστικά και ναζιστικά είναι όχι μόνο υπερβολικός αλλά τερατώδης. Διότι ούτε ο Φαράτζ ούτε η Λεπέν αμφισβητούν την φιλελεύθερη «δημοκρατία», τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και τις εκλογές. Ελάχιστα από αυτά τα κόμματα – έως κανένα – είναι προσωποπαγή (στην πραγματικότητα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α είναι πολύ πιο προσωποπαγής από ότι το Κόμμα της Ελευθερίας του Βίλντερς πχ), κανένα μανιφέστο από τέτοιες οργανώσεις δεν μιλά για απόλυτη πίστη σε κάποιον ηγέτη ή επιθυμεί κατάληψη της εξουσίας με εξωκοινοβουλευτικές μεθόδους. Αντίθετα αυτοί που επιθυμούν σιδηρά πυγμή και πίστη στον αρχηγό είναι η Χρυσή Αυγή, το Ουγγρικό Γιόμπικ το Γερμανικό Δημοκρατικό Κόμμα καθώς και το Βρετανικό Εθνικό Κόμμα, οι μόνες οργανώσεις με καθαρά ναζιστική/φασιστική χροιά και ιδεολογία. Σε αντίθεση λοιπόν με τους δεύτερους (που δεν διστάζουν να σχηματίσουν εθνοφρουρές και παραστρατιωτικές ομάδες, ή συσσίτια μίσους), οι πρώτοι ελάχιστη παρουσία έχουν στους δρόμους και η κινηματική τους βάση είναι επί της ουσίας ανύπαρκτη. (Άλλωστε μαζικά ναζιστικά κινήματα στη σημερινή Ευρώπη, όπως τη δεκαετία του 30, δεν υφίστανται σε καμία χώρα της υφηλίου, ούτε καν και στην εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης Ουκρανία, όπου ο Δεξιός Τομέας – υπαίτιος για δολοφονίες Εβραίων και αντιφρονούντων κατά τη διάρκεια των βανδαλισμών κατά την περίοδο των διαδηλώσεων της Euromaidan, στις πρόσφατες εκλογές κατέγραψε ποσοστά αμελητέα).

Σε πρώτη φάση θα πρέπει να μιλήσουμε με όρους εκλογικής συμπεριφοράς, κι εδώ δεν θέλει και πολύ να καταλάβουμε γιατί ο Φαράτζ ή η Λεπέν είναι δελεαστικοί για τους ψηφοφόρους. Σε πολλές περιπτώσεις λένε – με τρόπο φυσικά άκομψο, δημαγωγικό και λαϊκιστικό (κάτι που τους καθιστά εμπορεύσιμους και θεαματικούς στο απαθές ευρύ κοινό) – αυτό που θα έπρεπε να έχει ήδη ειπωθεί από τις δυνάμεις του αντικαθεστωτικού χώρου (μέ ή χωρίς εισαγωγικά). Τρεις είναι οι, επί της ουσίας, λόγοι που μας βοηθούν να καταλάβουμε την άνοδο της ακροδεξιάς:

  1. Δεν μπορούμε να παραβλέπουμε ότι μονάχα όσοι έχουν άμεσα συμφέροντα από την νεοφιλελεύθερη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαφωνούν με το ότι τα τελευταία επτά χρόνια η πολιτική γραμμή της έχει καταστεί εχθρική για τους λαούς, μέσω των συνεχόμενων μέτρων λιτότητας, αυταρχικοποίησης και χυδαίων εσωτερικών παρεμβάσεων: τί έγινε για παράδειγμα με την αντικατάσταση του Γ.Παπανδρέου από τον Παπαδήμο ή του Μπερλουσκόνι από τον Μόντι έπειτα από εξαγγελίες για «λαϊκή ετυμηγορία» με στόχο την εφαρμογή μέτρων λιτότητας; Τί έγινε με την αρχική απόρριψη της συνθήκης της Λισσαβόνας από τους Ιρλανδούς, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να μπουν σε δεύτερη διαδικασία δημοψηφίσματος με σκοπό να δοθεί θετική απάντηση – απάντηση που φυσικά βολεύει μια χαρά τις Βρυξέλλες; Κάποιοι με βάση τα (πραγματικά) αυτά γεγονότα – και με αφορμή τον φόβο που προκαλούν και την ανασφάλεια που διαχέουν μέσα σε μια κοινωνία που όλα μοιάζουν να καταρρέουν – χτίζουν και προωθούν διαφόρων ειδών θεωρίες συνωμοσίας (οι οποίες, αν μη τι άλλο, τροφοδοτούν και ενισχύουν τα ποσοστά των κομμάτων αυτών). Οι λόγοι είναι ένα σωρό: αδυναμία κοινωνικής διαύγασης, ναρκισσιστική/ταυτιστική ιδεολογικοποίηση και παρωπιδισμός, θεαματική (και υπόρρητη) αναπαραγωγή του μεταμοντέρνου κιτς…  Αυτό φυσικά δεν αναιρεί το γεγονός ότι καμία λαϊκή βούληση πλέον δεν γίνεται σεβαστή αν δεν συμβαδίζει με τα σχέδια των αγορών, με την τυφλή, πεισματική και συνεχόμενη εμμονή της υπάρχουσας ιντελιγκέντσιας στο δόγμα του χυδαίου οικονομισμού που σαν οδοστρωτήρας έχει καταστρέψει κάθε κοινωνική σχέση (ο λεγόμενος κοινωνικός πόλεμος).
  2. Σε ότι αφορά το μεταναστευτικό επίσης (πάνω στο οποίο έχει στηθεί ολόκληρη η προπαγάνδα της ακροδεξιάς) μόνο οι φιλελεύθεροι (και δυστυχώς ένα μεγάλο κομμάτι αριστερών) εξακολουθούν ακόμα να θεωρούν την πολυπολιτισμικότητα ως ιδανικό μοντέλο, αγνοώντας το γεγονός ότι ο πολιτισμικός σχετικισμός που προωθεί υποθάλπει εξίσου ακραίους εθνικισμούς (συνήθως από μετανάστες) όπως για παράδειγμα ο Ισλαμικός φονταμενταλισμός. Στην πραγματικότητα η παρηκμασμένη αριστερά δεν δέχεται απολύτως καμία αντίρρηση στο ζήτημα αυτό, βαφτίζοντας «ρατσιστή» και «φασίστα» οποιονδήποτε τολμά να θίξει τέτοια ερωτήματα, στο βαθμό που άλλα βασικά θέματα κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως η ισότητα των φύλων και η ελευθερία του σεξουαλικού προσανατολισμού (τα οποία αμφισβητούνται από τα πιστεύω και τις ιδέες κάποιων συντηρητικών μεταναστών – φυσικά όχι όλων), περνάνε σε δεύτερη μοίρα. Απεναντίας, καμία από αυτές τις δύο δυνάμεις δεν προσπαθεί να καταλάβει ότι το πολυπολιτισμικό μοντέλο απέτυχε όχι όμως γιατί δεν είναι εφικτή η συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο (όπως εξακολουθούν να λένε οι ρατσιστές – με πρώτο και καλύτερο τον Μπρέιβικ) αλλά γιατί πολύ απλά δεν υφίσταται καμία εξισωτική δύναμη εντός του, καμία τάση με στόχο την εύρεση ενός κοινού τόπου επικοινωνίας μέσα στο στίβο του σκληρού οικονομικού ανταγωνισμού, αναζητώντας νέα προτάγματα (όπως αυτό των διαπολιτισμικών σχέσεων).
  3. Ας μην ξεχνάμε φυσικά ότι ένα μεγάλο ποσοστό αυτών που επέλεξαν τον κύριο Φαράτζ ή τον κύριο Σόινι οφείλεται εξίσου και στην υποτιθέμενη οικονομική αλληλεγγύη προς τις χώρες του νότου. Εδώ και πέντε χρόνια οι μεγάλες σε κυκλοφορία tabloid εφημερίδες του βορρά (όπως η Daily Mail και η Bild) μηρυκάζουν διαρκώς για τον ελληνικό λαό – και τους υπόλοιπους λαούς τους νότου αντίστοιχα – πως είναι όλοι τεμπέληδες, φοροφυγάδες και απατεώνες που επιθυμούν με τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογούμενων (οι οποίοι είναι όλοι τίμιοι) να μπαλώσουν την κρίση (η οποία είναι δημιούργημα της μεσογειακής τους οκνηρίας). Έτσι, η πλειοψηφία των λαών του βορρά – που πιστεύει ότι παίζει το ρόλο του αλόγου στην κούρσα της μεσογειακής σιέστας – επιλέγει τις ευρωσκεπτικιστικές πολιτικές (που στην πραγματικότητα εκφράζονται μέσα από ακροδεξιά λαϊκιστικά σχήματα) με στόχο την άμεση διακοπή της χρηματοδότησης. Άλλωστε όταν οι Βρετανοί διαδήλωναν στους δρόμους του Λονδίνου ενάντια στη λιτότητα (μαζί με εκφυλισμένα συνδικάτα) δεν επιθυμούσαν «ανατροπή» και «κοινωνική πολιτική» (όπως αντίθετα θέλουν να πιστεύουν οι αριστερές σέχτες) αλλά επιστροφή στην παλιά ευμάρεια με το κράτος να παίζει το ρόλο του κοινωνικού προστάτη ή να πάψει η κυβέρνηση κόβει μισθούς και συντάξεις με σκοπό να χρηματοδοτεί την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους «τεμπέληδες» του νότου (ένα μεγάλο ποσοστό εξέφρασε τέτοιες απόψεις).

2. Η τριπλή πόλωση που συνθέτει το παζλ

Στις περισσότερες χώρες του βορρά – όπου η αριστερά είναι ανύπαρκτη για πολλούς και διάφορους λόγους – αυτές τις αντιδράσεις προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τα ακροδεξιά κόμματα που, επιπλέον, όχι μόνο δεν εκφράζουν κάποιο επεκτατικό εθνικισμό ή αποικιοκρατικό ρατσισμό – εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον -, αλλά απεναντίας προβάλλουν έναν αντιδραστικό εθνικο-συντηρητισμό καθαρά αμυντικής φύσεως, όπως εναντίωση στην εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, εναντίωση στην εμπλοκή των Δυτικών στον πόλεμο της Συρίας και στη Λιβύη. (Το κατά πόσο από πίσω υποβόσκει το παλιό ρατσιστικό ευρωπαϊκό φαντασιακό είναι δύσκολο να απαντηθεί στη συγκεκριμένη στιγμή). Έτσι λοιπόν κερδίζουν το εκλογικό παιχνίδι βρίσκοντας ευήκοα ώτα. Κι εφόσον οι διαχωριστικές γραμμές αριστεράς – δεξιάς έχουν πλέον αλλοιωθεί, ένας μέσος Γάλλος πολίτης εκφράζει τέτοιου είδους ανησυχίες (απεχθάνεται τον Δυτικό ιμπεριαλισμό και την παγκοσμιοποίηση) δεν θα διστάσει να στηρίξει τη Λεπέν. Έτσι λοιπόν ενώ η αριστερά αποτελεί στο νότο την παλιά συνιστώσα και “δύναμη” για ανατροπή της λιτότητας και επαναφορά σε μια σοσιαλδημοκρατία, στο βορρά ενώ άλλοτε εκπρόσωπευε τις τάξεις που ήταν οι μόνες ικανές για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της ευημερίας, στη σύγχρονη εποχή της κονιορτοποίησης και διάλυσης των αξιών αυτό το υποκείμενο παύει να αποτελεί σημαίνον έχοντας πλήρως απορροφηθεί και καταστεί νωθρό και μαλθακό από την κοινωνία της πληροφορίας και την τεχνολογική επανάσταση. Με άλλα λόγια, η αριστερά στο νότο παίρνει τη μορφή της νέας σοσιαλ-δημοκρατίας (εφόσον οι παλιές κεντροαριστερές δυνάμεις αρχίζουν σιγά σιγά να εξασθενούν – κυρίως λόγω των συμμαχιών τους με την νεοφιλελεύθερη κεντροδεξιά), προτάσσοντας το αυτονόητο που κερδήθηκε τη Χρυσή Τριακονταετία: δημόσια υγεία και πρόνοια, εκπαίδευση για όλους, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε γενικές γραμμές, το πολιτικο-ιδεολογικό πεδίο χωρίζεται πλέον σε τρία στρατόπεδα: 1) όλες οι δυνάμεις του κέντρου έχουν συγχωνευτεί στη λογική του laissez-faire φιλελευθερισμού, 2) οι ακροδεξιές δυνάμεις παίζουν το ρόλο του εθνικού προστατευτισμού ενάντια στο laissez faire δόγμα και 3) οι αριστερές δυνάμεις (ως επί τω πλείστο στο νότο) προτάσσουν κοινωνικό προστατευτισμό.

Αυτό το τρίπολο φυσικά δεν είναι αυστηρά καθορισμένο. Στο οικονομικό κυρίως πεδίο υπάρχουν συσχετισμοί και αμφιταλαντεύσεις μεταξύ κομμάτων της ακροδεξιάς και της κεντροδεξιάς αλλά καί μεταξύ ακροδεξιάς και αριστεράς (όπως και μεταξύ κεντροαριστεράς και αριστεράς). Για παράδειγμα:

  1. το UKIP του Φαράτζ διαφέρει από το προστατευτικό δόγμα που επικαλείται το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν, που προτείνει παρεμβατισμό με στόχο την προστασία της εθνικής οικονομίας από τις δυνάμεις των παγκοσμιοποιημένων αγορών (π.χ., μιλά για εμπάργκο στη μετανάστευση με στόχο να «προστατευθούν» τα εγχώρια εργατικά χέρια και να «μειωθεί η ανεργία», καμία χορήγηση κρατικών επιδομάτων σε μετανάστες ώστε να περιοριστούν οι δημόσιες δαπάνες με αυτόν τον τρόπο αντί να γίνονται περικοπές από την παιδεία ή την υγεία, δασμοί και φόροι στα ξένα προϊόντα με στόχο να προτιμήσουν οι καταναλωτές τα εγχώρια) ενώ αντίθετα ο Φαράτζ παρότι συμφωνεί με τον αποκλεισμό των μεταναστών από τα κρατικά επιδόματα αντιπροτείνει ταυτόχρονα πλήρη ιδιωτικοποίηση της οικονομίας (αν και στην ουσία το πρόγραμμα του UKIP βρίθει από διγλωσσία και ακαθοριστία, πέρα από τις κορώνες για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση). Αυτό συμβαίνει διότι πολύ απλά, όντας αυτά τα κόμματα βαθιά εθνικιστικά, προσπαθούν με κάθε τρόπο να αναβιώσουν τις εθνικιστικές φαντασιακές σημασίες της κάθε χώρας οι οποίες διαφέρουν. Όντας οι πολιτισμικές παραδόσεις των (προτεσταντών) Άγγλων βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην ιδεολογία του laissez-faire («όποιος δεν δουλεύει δεν τρώει») σε σύγκριση με έναν μέσο Γάλλο. Αυτό εξηγεί γιατί οι Άγγλοι εθνικιστές δεν αντιτάσσονται στις ιδιωτικοποιήσεις, σε αντίθεση με τους Σουηδούς ή τους Φινλανδούς ομόλογούς τους (κάτι ανάλογο είχαμε δει επίσης και στις Η.Π.Α. με το Κίνημα του Τσαγιού, το οποίο εξέφραζε υπερπατριωτικά αλλά και lesaiz-faire αιτήματα ταυτόχρονα, ένα δόγμα βαθιά ριζωμένο στο εθνικιστικό φαντασιακό των Αμερικανών).
  2. Τόσο η αριστερά (βλ. ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Podemos) όσο και η ακροδεξιά (σύσσωμη) κάνουν λόγο για επανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας (που στη δική τους λογική συμβαδίζει απόλυτα και με ανάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας και δημοκρατίας). Στην περίπτωση αυτή ο εθνικός προστατευτισμός και ο κοινωνικός επίσης ταυτίζονται απόλυτα, αλλά στην κάθε περίπτωση νομηματοδοτούνται διαφορετικά: ο εθνικισμός της αριστεράς είναι περιεκτικός και ευέλικτος. Εξίσου περιεκτικός φυσικά μπορεί να είναι και ο εθνικισμός της ακροδεξιάς (ουδέποτε ο Φαράτζ ή η Λεπέν απέκλεισαν μειονοτικούς πληθυσμούς είτε από το να γίνουν μέλη του κόμματος ή να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους, αρκεί φυσικά να αποδέχονται τον Ευρωπαϊκό τρόπο ζωής) με τη μέγιστη διαφορά ότι η αριστερά δεν αμφισβητεί τις ελεύθερες μετακινήσεις ούτε θεωρεί τη μετανάστευση απειλεί για την κοινωνική συνοχή η οποία είναι προϊόν κάποιας πολιτισμικής ομογένειας (αν και, επί της ουσίας, αδυνατεί να εκφράσει κάποιο ανθρωπιστικό πρόταγμα τόσο ενάντια στο φθαρμένο πολυπολιτισμικό μοντέλο όσο και στον – κάθε άλλο παρά αθώο – αφομοιωτισμό και πολιτισμικό απομονωτισμό της ακροδεξιάς). Αυτή είναι κατά βάση η σημαντικότερη διαφορά μεταξύ των δύο «αντικαθεστωτικών» ρευμάτων: η αριστερά δίνει έμφαση στα κοινωνικά δικαιώματα χρησιμοποιώντας εργαλειακά το φαντασιακό του έθνους-κράτους, ενώ η ακροδεξιά το υιοθετεί ως αυτοσκοπό.
  3. Τέλος, όσοι ταυτίζουν το Εθνικό Μέτωπο, τους Φινς, το Λαϊκό Κόμμα της Δανίας (και όλα τα υπόλοιπα αντίστοιχα κόμματα) με την Χρυσή Αυγή και το Γιόμπικ ξεχνούν ότι ακραίες ρατσιστικές φωνές έχουν πάρα πολλές φορές εκφραστεί μέσα από κεντροδεξιά σχήματα. Ποιά ήταν η στάση του Σαρκοζύ, για παράδειγμα, απέναντι στους τσιγγάνους της Ρουμανίας; Τί είναι το Δίκτυο 21 του Σαμαρά, ή το Cornerstone Group – Think Tank στο Συντηρητικό Κόμμα της Βρετανίας (η πιο συντηρητική πτέρυγα του κόμματος που επιθυμεί επαναφορά της θανατικής ποινής για τρομοκρατία – στην ποινική νομοθεσία της Αγγλίας, φυσικά, τρομοκρατία θεωρείται ακόμα και ο βανδαλισμός ενός καταστήματος -, εμπάργκο στη μετανάστευση και αναβίωση των εθνικών αξιών); Τί ήταν ο νόμος του Ραχόι για απαγόρευση των διαδηλώσεων μπροστά στο Ισπανικό Κοινοβούλιο και πλήρη απαγόρευση των εκτρώσεων (νόμοι που ευτυχώς βρίσκουν αντίθετη την πλειοψηφία των Ισπανών); Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι για την διαπόμπευση των Οροθετικών (στην Ελλάδα), για το κυνήγι μαγισσών «Ξένιος Ζευς», για τα στρατόπεδα κράτησης στην Αμυγδαλέζα δεν ευθύνεται καμία ακροδεξιά παράταξη (ούτε καν από το ΛΑ.Ο.Σ), όσο οι δυνάμεις του κέντρου (ΠΑ.ΣΟ.Κ και Ν.Δ αντίστοιχα). Και τέλος, να μην μας περνά απαρατήρητος ο χυδαίος αντισημιτισμός της αριστεράς (που πολλές φορές ταυτίζεται απόλυτα με τον αντισημιτισμό των εθνικοσισιαλιστών, κυρίως σε ότι αφορά το Παλαιστινιακό ζήτημα), όπως για παράδειγμα οι εξωφρενικές δηλώσεις Καρυπίδη ή το σιγοντάρισμα στη Χαμάς, τη Χεζμπολά και το καθεστώς του Ιράν από τα διάφορα αριστερά γκρουπούσκουλα.

3. Μερικά πρώιμα συμπεράσματα

Επί της ουσίας, λοιπόν, το βασικό διακύβευμα των ευρωεκλογών είναι ξεκάθαρο. Η διαίρεση της Ευρώπης σε βορρά και περιφέρεια (νότος και Ιρλανδία) είναι εμφανής. Από τη μια βλέπουμε τους πληθυσμούς του βορρά να κλείνονται ερμητικά στον εαυτό τους ενώ ο νότος κουτσά στραβά επιθυμεί μεν απεγκλωβισμό από τις ίδιες συντηρητικές πολιτικές, και αυτό το βλέπουμε από τα αυξημένα ποσοστά της αριστεράς στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία (μια χώρα που για πάνω από 2 χρόνια θεωρούνταν υπόδειγμα από τους ευρωκράτες ενώ για πάνω από μια δεκαετία πόζαρε ως το παράδειγμα επιτυχίας του οικονομικού φιλελευθερισμού) να εμφανίζει στροφή προς τα αριστερά, με το Sinn Fein να αγγίζει το 17% (και μάλιστα με πρωτιά στην πρωτεύουσα). Η Ιταλία αντίστοιχα, κουρασμένη από μια δεκαετία Μπερλουσκονικού συντηρητισμού επιλέγει το κεντροαριστερό κόμμα του Ρέντσι (τρέφοντας αυταπάτες ότι έτσι θα μπει τέλος στις πολιτικές Μέρκελ-Βρυξελλών) ενώ μόλις μέσα σε 2 μήνες ο σχηματισμός Μια Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα κατάφερε να συγκεντρώσει ένα 4%. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων ωστόσο παραμένει ακόμα μια αδιευκρίνιστης κατεύθυνσης πολιτική δύναμη: ενώ αρχικά κατάφερε να συσπειρώσει άτομα κυρίως σοσιαλφιλελεύθερων και προοδευτικών αντιλήψεων – εξ’ ου και το όνομα Πέντε αστέρων: 1) δημόσιο νερό, 2) βιώσιμες μεταφορές, 3) βιώσιμη ανάπτυξη, 4) ελεύθερο διαδίκτυο και 5) οικολογία – ο βασικός του εμπνευστής, ο κωμικός Πέπε Γκρίλο (γνωστός για τις ευρωσκεπτικιστικές του τάσεις), κατέληξε σε διαβουλεύσεις με τον Φαράτζ (αναζητώντας συμμαχίες στην ευρωβουλή) πράγμα που ωστόσο έχει εξοργίσει πολλούς οπαδούς του (μεταξύ αυτών και του Dario Fo). 

Η ανυπαρξία δεξιόστροφου ευρωσκεπτικισμού και ακροδεξιών παρατάξεων πλατιάς υποστήριξης στις χώρες του νότου-περιφέρειας, καθώς και η αύξηση των ποσοστών της αριστεράς είναι σίγουρα κάτι που από τη μια αναιρεί όλη την υστερία που κάνει λόγο για «φασιστικό τσουνάμι» (και κατά κάποιον τρόπο λειτουργεί ως μέσο προβολής της ακροδεξιάς) και από την άλλη μπορεί να μας γεμίζει ελπίδα ότι οι τάσεις για νέα δημοκρατικά κινήματα είναι ορατές. (Φυσικά η άνοδος της Χρυσής Αυγής θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με τρόπο τέτοιο ώστε να αμφισβητήσει το παραπάνω αξίωμα. Βέβαια, η περίπτωση της Ελλάδας είναι sui generis και μάλλον η εκτόξευση των ποσοστών του ναζιστικού μορφώματος δεν έχει τόσο να κάνει με την κρίση όσο με το ότι η Ελλάδα αποτελεί την κύρια πύλη προσφύγων στην Ευρώπη, και φυσικά θύμα των κανονισμών του Δουβλίνου ΙΙ που μετάτρεψε τη χώρα σε αποθήκη και «κάδο απορριμάτων» μεταναστών για την υπόλοιπη Ευρώπη, πράγμα που οξύνει τις τριβές και τις εντάσεις μεταξύ γηγενών και προσφύγων-μεταναστών, ενώ η συμμαχία του ΛΑ.Ο.Σ. με την κυβέρνηση Παπαδήμου είχε ως αποτέλεσμα την απαξίωση του ακροδεξιού αυτού κόμματος από τους ψηφοφόρους του και την αναζήτηση ενός «καλύτερου Καρατζαφέρη». Αυτός ο «καλύτερος Καρατζαφέρης» λοιπόν δεν θα μπορούσε να είναι άλλος παρά ο Μιχαλολιάκος και η παρέα του. Κάποιος επίσης θα αναρωτιόταν για τη Λίγκα του Βορρά στην Ιταλία, η οποία ωστόσο κυριαρχεί περισσότερο στις περιοχές της Λομβαρδίας και του Βένετο παρά στην κεντρική και νότια Ιταλία – στη δε Τοσκάνη τα ποσοστά της είναι αμελητέα. Έτσι μένει να δούμε ποιά θα είναι η κατεύθυνση που θα ακολουθήσει το Κ5Α και σε τί ποσοστό οι οπαδοί του θα εγκρίνουν μια πιθανή συμμαχία Γκρίλο-Φαράτζ).

4. Η στάση των αυτο-οργανωμένων δημοκρατικών κινημάτων/προταγμάτων

Συνοψίζοντας και υπενθυμίζοντας: όπως είπα και παραπάνω, μπορεί η άνοδος της αριστεράς να γεμίζει ελπίδα σε κάποιους, αλλά ο δρόμος που έχουμε μπροστά μας είναι μακρύς και δύσβατος. Πρώτα απ’ όλα διότι έχουμε και ένα μεγάλο ποσοστό αποχής (συνήθως παθητικής αποχής), μια τάση απροσδιόριστη, ένα κενό σημαίνον που δύσκολα μπορεί να καταστεί πολιτικό υποκείμενο μέσα σε όλο αυτόν τον βούρκο της απάθειας δίχως να χειραγωγηθεί ή να οδηγηθεί από μόνο του στον γκρεμό. Επιπλέον, οι βαρύγδουπες δηλώσεις για «αλλαγές μέσα από τις κάλπες» δεν είναι τίποτα περισσότερο από παραμύθι για μικρά παιδιά, ακόμα και αν προέρχονται από εμπνευστές-ηγέτες κομμάτων οι οποίοι, υποτίθεται, δεν είναι όπως οι παλιές δυνάμεις αλλά δρουν με τρόπο διαφορετικό και μή συγκεντρωτικό (όπως για παράδειγμα το Ισπανικό Podemos που στην ουσία επικαλείται το κίνημα 15Μ των πλατειών με στόχο να αυξήσει τα ποσοστά του – και αυτό επειδή στην Ισπανία η αριστερά κατά τη διάρκεια των πλατειών απείχε συνειδητά καταδικάζοντας το κίνημα ως «ανίκανο» και «υποκινούμενο» – ένας νέος ΣΥ.ΡΙΖ.Α εφόσον δεν υπήρχε έπρεπε να εφευρεθεί από τα γραφειοκρατικά μυαλά). Μόνο η απαγκίστρωση των μαζών από το φαντασιακό της γραφειοκρατίας (που στην ουσία προτάσσει τις ίδιες κοινωνικές διεργασίες με απλά διαφορετικό τρόπο, λειτουργώντας είτε ως παυσίπονο στα σύγχρονα προβλήματα είτε ως ψευδολύση) μπορεί να δώσει καρπούς. Είτε αυτό (το φαντασιακό) εκφράζεται μέσα από συγκεντρωτικά κόμματα είτε άλλους ιεραρχικούς θεσμούς, η ρήξη μας με αυτό θα πρέπει να είναι ρητή και σαφής – όπως και με την ιδέα της ντετερμινιστικής ηττοπάθειας του «τίποτα καλύτερο δεν θα μπορούσε να υπάρξει»  – με στόχο τη μετατροπή του ομογενοποιημένου πλήθους σε πολίτες με ατομική βούληση και θέληση για επικοινωνία και αλληλεγγύη. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν είναι εύκολο και απαιτεί μεγάλη και συνεχόμενη προσπάθεια.

Ως πρώτος μας στόχος λοιπόν δεν είναι άλλος παρά η κοινή συσπείρωση όλων των δυνάμεων που αντιτάσσονται με την ιεραρχία και η δημιουργία καταστάσεων που θα δώσουν έναυσμα και ερέθισμα για νέες διεκδικήσεις. Τέτοιου είδους πρωτοβουλίες πρέπει να ξεκινήσουν όσο το δυνατό πιο σύντομα γίνεται, παίρνοντας παράδειγμα είτε τις Ισπανικές κολεκτίβες που οργανώνονται τώρα σε διάφορες περιοχές της χώρας, είτε από αμεσοδημοκρατικά στοιχεία του αρχαιοελληνικού παραδείγματος, ή των αυτο-οργανωμένων παρεμβάσεων του Σπετσάνο Αλμπανέζε, είτε με το να αντλούμε έμπνευση από μεγαλειώδεις ιστορικές στιγμές, όπως η Ισπανική Επανάσταση του 36 ή η Ουγγρική του 56. Αν οι κινηματικές πρωτοβουλίες δεν καταφέρουν να ξεφύγoyn από τις γραφειοκρατικές τουw αγκυλώσεις, και τη ναρκισσιστική τους ιδεολογικοποίηση τότε έχουν ήδη αποκηρύξει τον εαυτό τους μια για πάντα. Θα έχουν την ίδια μοίρα του εργατικού κινήματος που εκφυλίστηκε κάτω από τις συγκεντρωτικές ηγεσίες των Κομμουνιστικών Κομμάτων, καταδικασμένες να μαραζώσουν αλλά και να τους αποδοθούν ιστορικές ευθύνες ως οι κατεξοχήν ανασταλτικοί παράγοντες που εμπόδισαν την ανάδυση της κοινωνικής αυτονομίας, κάτι που ήδη συμβαίνει με τα Κομμουνιστικά Κόμματα, τις κεντροαριστερές γραφειοκρατίες, τα αστικά συνδικάτα που σήμερα κατηγορούνται για τον θάνατο της εργατικής πάλης, με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να στρέφονται προς τον κομφορμισμό.

Αναρτήθηκε στις: 02/06/2014