Menu

EAGAINST.com

Το τέλος της αριστεράς

Σχόλιο Μιχάλη Θεοδοσιάδη: Άρθρο του Γιώργου Οικονόμου που αρχικά δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2010 στο περιοδικό «Πολίτες». Παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ, καθώς η κριτική που ο συγγραφέας ασκεί στα διάφορα αριστερά σχήματα και συνιστώσες όχι μόνο έχουν επαληθευτεί τέσσερα χρόνια μετά, αλλά πάνω απ’ όλα, επιβεβαιώνουν τους λόγους που η προσκόλληση των κινημάτων και των πολιτικών δράσεων σε ιδεολογήματα που έχουν ως βάση τους κάποιο αριστερό κόμμα ή οργάνωση, ή κάποια ιδεολογία αντίστοιχα η οποία δεν έρχεται σε σύγκρουση με το θεσμισμένο τρόπο διακυβέρνησης και ρύθμισης της δημόσιας ζωής, οδηγούν όχι στη ρήξη με το υπάρχον πολιτικό σύστημα αλλά αντιθέτως στοχεύουν στην αλλαγή της διαχείρισης των ίδιων κοινωνικών διεργασιών με διαφορετικό απλά τρόπο. Η εκτόξευση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ που είχε ως αποτέλεσμα το στρογγύλευμα των βασικών του θέσεών (προκειμένου να γίνει αρεστό καί στον οργισμένο πολίτη αλλά καί στους οικονομικά ισχυρούς, δίχως φυσικά να επιχειρεί να έρθει σε σύγκρουση μήτε τους ολιγαρχικούς θεσμούς του κοινοβουλίου ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης) αποδεικνύει περίτρανα πώς το ξεπέρασμα της σύγχρονης φιλελεύθερης αριστεράς επείγει όσο ποτέ, αν στόχος μας είναι η σύγκρουση με την ισχύουσα δομημένη εξουσία.

Είναι στην πραγματικότητα η αριστερά στο σύνολό της επαναστατική ή ρεφορμιστική; Ή μήπως στην τελική αποτελεί ένα συνεκτικό σώμα συντηρητικών ιδεών; Το σνομπάρισμα των πλατειών του 2011 από οπαδούς της Λενινιστικής αριστεράς (συμπεριλαμβανομένων και των αναρχικών) αποτελεί όχι μόνο ένα από τα πιο περίτρανα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν την παρακάτω κριτική (και συνεπώς απαντά καταφατικά στα παραπάνω ερωτήματα), αλλά επί της ουσίας αντανακλά και τον πραγματικό – και βαθύτατα ολιγαρχικό και απολυταρχικό – ρόλο των σχημάτων αυτών μέσα στο κοινωνικό πράττειν: ο αυθορμητισμός και η η αυτο-έκφραση είναι εχθροί μας, καθώς και οτιδήποτε αντιβαίνει τις ορθοδοξίες της πεφωτισμένης μας πρωτοπορίας (βλ. επίσης άρθρο: Όλη η εξουσία στις συνελεύσεις 20/06/2011). Η αυτοαναφορικότητα των χώρων αυτών, η τάση τους να φθονεί και να μισεί κάθε εκδήλωση δυσαρέσκειας ή οποιαδήποτε μορφή δράσης αποσκοπεί στην πραγμάτωση ενός πολιτικού παραδείγματος που δεν θα συμμερίζεται το δικό τους πρόγραμμα, όχι μόνο αγγίζει τη σφαίρα του ναρκισσισμού (ο οποίος επιβεβαιώνεται περίτρανα μέσα από τον εγκλεισμό τους σε ιδεολογήματα ετερόνομης φύσης ή από την ιδεοληπτική προσκόλληση σε ιστορικά γεγονότα) αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί και ως τροχοπέδη σε κάθε προσπάθεια δημιουργίας ενός πραγματικά δημοκρατικού κινήματος, ευνουχίζοντας εκ των έσω κάθε δυναμική και δικαιώνοντας στην τελική ακόμα και τις πιο ακραίες φιλελεύθερες φωνές, φωνές που έχουν ως μοναδική τους επιδίωξη τη διαιώνιση της υπάρχουσας κοινωνικής ιεραρχίας.
______________________________________________________________________________________

«Kαι τα οράματα σαν παροράματα»
Tάκης Παυλοστάθης

I

Ενώ η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος ξέσπασε το 2008, η κρίση της Αριστεράς είναι πολύ παλαιότερη, ήδη από την δεκαετία του ’50. Στην Ελλάδα η κρίση αυτή αρχίζει επισήμως από το 1944 με τα Δεκεμβριανά και συνεχίζεται αμείωτη μέχρι σήμερα, αλλάζοντας μορφές και σχήματα. Αν και ορισμένα τμήματά της συνειδητοποιούν την κρίση αυτή εν τούτοις δεν θέτουν το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων. Παραμένουν εγκλωβισμένα σε πεπαλαιωμένες ιδεολογίες που αποδείχθηκαν ψευδαισθήσεις και την οδήγησαν σε αδιέξοδα και καταστρεπτικά αποτελέσματα. Μετά, και με αφορμή, την παγκόσμια οικονομική κρίση που διέρχεται ο δυτικός κόσμος, οι ιδεολογίες αυτές επανέρχονται και σήμερα σε ορισμένους χώρους της Αριστεράς, και έχουν ως βάση κυρίως τις ιδέες του μαρξισμού, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και μιας νεφελώδους ιδέας περί κατακτήσεως της εξουσίας.

Μάλιστα μιντιακοί διανοούμενοι, τους οποίους προβάλλει η Αριστερά, όπως ο Α. Βadiou, πρώην μαοϊκός και υποστηρικτής του αιμοσταγούς καθεστώτος Πολ Ποτ στην Καμπότζη, και ο S. Zizek, λακανικός θαυμαστής της «επαναστατικής τρομοκρατίας» του Ροβεσπιέρου και του Λένιν, κηρύσσουν ότι «ο κομμουνισμός είναι μια αιώνια ιδέα». Αλλά ο κομμουνισμός δεν είναι αιώνια ιδέα, γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και πέθανε στη Ρωσσία το 1917, με τον σφετερισμό της εξουσίας των σοβιέτ από τον Λένιν και τους μπολσεβίκους – τους μετέπειτα κομμουνιστές. Οι τόποι στους οποίους μπορεί να διαπιστωθεί ο θάνατός του είναι αρκετοί: Κίνα, B. Κορέα, Κούβα, κυρίως Βιετνάμ, Καμπότζη, , Αλβανία, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, στις οποίες εξέπνευσε και τυπικώς το 1989. Στην Ελλάδα η ιδέα του κομμουνισμού εξέπνευσε πιο νωρίς, το 1949.

Η αποτυχία της Αριστεράς και η συνακόλουθη κρίση της οφείλονται σε ένα σύνολο αντιλήψεων και νοοτροπιών, η εκκόλαψη των οποίων έγινε στον 19ο αιώνα, και έχουν τις ρίζες τους στην ίδια τη θεωρία του Μαρξ. Μεταξύ τών λανθασμένων αντιλήψεων είναι η πίστη ότι μόνη της η Αριστερά θα πραγματοποιήσει την αλλαγή του κοινωνικού καθεστώτος, χωρίς τη συμμετοχή της κοινωνίας τόσο στην προετοιμασία της αλλαγής όσο και στην μετέπειτα πορεία του καθεστώτος – δηλαδή η επιμονή της και η εμμονή της στη βίαιη κατάληψη της εξουσίας από μια «πρωτοπόρα» μειοψηφία πάση θυσία με κάθε μέσον, με όπλα, με εμφύλιο ή με πραξικόπημα. Επίσης, σημαντικός αρνητικός παράγοντας υπήρξε ο δογματισμός που στηρίζεται στην ψευδαίσθηση της σωστής θεωρίας, του μαρξισμού-λενινισμού. Επί πλέον, η κατάργηση κάθε αντιπολίτευσης και γενικώς κάθε διαφορετικής γνώμης – στις χώρες όπου επεκράτησε -, η απουσία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ατομικών ελευθεριών με κορύφωμα την τερατώδη περίοδο του σταλινισμού με τις εκκαθαριστικές «δίκες της Μόσχας», με τα στρατόπεδα εξορίας (Γκουλάγκ), τις φυλακίσεις, με τα βασανιστήρια, τα ψυχιατρεία, τις δολοφονίες.

Η πολύμορφη και πολυδιασπασμένη ελληνική Αριστερά δεν εννοεί να δεχθεί τον θάνατο του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού. Χρησιμοποιεί επί πλέον τον ακατάλληλο και παραπλανητικό όρο «υπαρκτός σοσιαλισμός», ενώ ο σωστός θα ήταν «υπαρκτός σταλινισμός» ή «υπαρκτός ολοκληρωτισμός». Δεν εννοεί να καταλάβει και δεν θέλει να θρηνήσει τον θάνατο του πατέρα και να ενηλικιωθεί. Έχει αγκιστρωθεί με θρησκευτικό ζήλο σε μία ιδέα και πορεύεται στον ήδη σηματοδοτημένο αδιέξοδο δρόμο. Φυσικά το τέλος του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού καθώς και το τέλος της παραδοσιακής Αριστεράς δεν σημαίνουν το τέλος της ιστορίας. Απλώς σημαίνουν την παραδοχή ότι μία εποχή πέρασε ανεπιστρεπτί και μία άλλη έχει αρχίσει.

Όμως η Αριστερά φαίνεται ανίκανη να παραδεχθεί ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει. Να παραδεχθεί την αποτυχία της, την αποτυχία των ιδεολογημάτων και τακτικών που πίστεψε ότι ήταν η σωτήρια οδός της απελευθέρωσης. Να παραδεχθεί ότι δεν υπάρχουν μοναδικές αλήθειες και αλάνθαστες θεωρίες περιβεβλημένες τον χιτώνα της επιστήμης, δεν υπάρχει «επιστημονικός σοσιαλισμός ή κομμουνισμός», δεν υπάρχουν αλάνθαστοι οδηγοί φιλόσοφοι, οικονομολόγοι ή ινστρούκτορες, δεν υπάρχουν θέσφατα και ιερά κείμενα, δεν υπάρχουν αδήριτοι νόμοι της ιστορίας και της κοινωνίας που οδηγούν στην αταξική κοινωνία, δεν υπάρχει και ούτε θα υπάρξει το αλάνθαστο πρωτοποριακό λενινιστικό κόμμα που θα ηγηθεί κάποιας «προλεταριακής» ή «λαϊκής» επανάστασης. Να παραδεχθεί κυρίως ότι δημιουργοί και φορείς των δημοκρατικών αλλαγών στην Ιστορία είναι οι άνθρωποι και η κοινωνία ως σύνολο, και όχι μειοψηφίες, κόμματα ή ιστορικές νομοτέλειες και οικονομικές αναγκαιότητες.

Να παραδεχθεί, τέλος, ότι ο εμφύλιος και η ήττα της στην Ελλάδα, αποτέλεσμα του ζαχαριαδισμού και του σταλινισμού του ΚΚΕ, σηματοδότησαν την αρχή μεγάλων δεινών για τους αριστερούς αλλά και την ελληνική κοινωνία. Το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου δείχνει με εκπληκτικό τρόπο την ολέθρια και άνευ νοήματος πορεία της ελληνικής Αριστεράς. Η διαπίστωση αυτή δεν απαλλάσσει ούτε αποενοχοποιεί την άλλη πλευρά και τις δικές της τεράστιες ευθύνες. Ούτε επίσης αγνοεί τους αγώνες των αριστερών και τις απάνθρωπες ταλαιπωρίες και μακροχρόνιες διώξεις τους. Θέλει απλώς να υπενθυμίσει και να τονίσει ότι οι πληγές του φοβερότερου γεγονότος της νεώτερης ελληνικής ιστορίας, του εμφυλίου πολέμου 1944-45 και 1946-49, δεν έχουν κλείσει ακόμη και συνεπώς τα συνθήματα υπέρ του κομμουνισμού, από ορισμένες πλευρές, είναι, στην κυριολεξία, εκτός τόπου και χρόνου.

II

Είναι λοιπόν απογοητευτικό το γεγονός ότι σήμερα στις πρωτοβουλίες που οργανώνονται από χώρους της Αριστεράς, σε δύσκολες εποχές κρίσεως και βαρβαρότητας του «Μνημονίου», δεν ξεκαθαρίζονται ορισμένα βασικά στοιχεία, όπως λ.χ. ποιο είναι το εύρος της Αριστεράς: ποιους περιλαμβάνει, ποιες οργανώσεις και ποια κόμματα, ποιες αρχές και αντιλήψεις. Δεν είναι σαφές αν αποκλείονται ιδέες και πρακτικές που αμαύρωσαν και ακύρωσαν τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες οδηγώντας τους σε αδιέξοδο. Συγκεκριμένα δεν είναι σαφές αν διαχωρίζονται οι πρωτοβουλίες αυτές από το ΚΚΕ και τις αριστερίστικες οργανώσεις που επικαλούνται αφ’ενός τον Στάλιν, τον Μάο και τον Κάστρο ως σημαντικούς ηγέτες με θετικό πρόσημο και αφ’ ετέρου θέτουν ως απώτερο στόχο τον κομμουνισμό. Από τη στιγμή που δεν γίνονται αυτοί οι διαχωρισμοί, ακυρώνεται οποιαδήποτε καλή πρόθεση των πρωτοβουλιών αυτών, αποδυναμώνεται το εγχείρημα, και επί πλέον εξωραΐζονται το ΚΚΕ και τα σταλινικά γκρουπούσκουλα.

Δεν είναι δυνατόν να ανοίξουν προοπτικές για το μέλλον με ιδέες και σύμβολα του αρνητικού παρελθόντος που θυμίζουν τις μελανότερες σελίδες της ανελευθερίας, της μονολιθικότητας, του δογματισμού και του αντιανθρωπισμού. Στο πλαίσιο αυτό είναι λανθασμένο και απροσανατολιστικό το σύνθημα, που προβάλλει ο χώρος του ΣΥΝ, «Ενότητα της Αριστεράς», στην οποία περιλαμβάνει και το ΚΚΕ. Όμως αυτό σνομπάρει επιδεικτικώς τον ΣΥΝ και την «ενότητα». δεν είναι τυχαίο άλλωστε που η μόνη συνεργασία την οποία έχει κάνει το ΚΚΕ είναι με πρόσωπα οπαδούς του λαϊκισμού, του εθνικισμού, του χριστιανισμού και του …Παναθηναϊκού.

Ίσως η επιμονή στην «ενότητα» εκ μέρους ΣΥΝ να οφείλεται στο γεγονός ότι αρκετά ηγετικά στελέχη και μέλη του προέρχονται από τον χώρο του ΚΚΕ και δεν εννοούν να κόψουν τον ομφάλιο λώρο. Θα πρέπει να σημειωθεί το ανησυχητικό φαινόμενο ότι ουδείς από τους πρώην Κνίτες και προσχωρήσαντες στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει τη δημόσια αυτοκριτική του. Απλώς έφυγαν από ένα κόμμα και προσχώρησαν σε ένα άλλο, σαν να έφυγαν από ένα κατάστημα και πήγαν σε ένα άλλο. Αυτό που ενδιαφέρει την ευρύτερη κοινότητα στις περιπτώσεις αυτές είναι οι πολιτικοί λόγοι της αποχώρησης, που αφορούν στον τρόπο λειτουργίας του κόμματος, στις θέσεις του, στον αυταρχισμό του εκφρασμένο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις κ.λπ. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι καθόλου τυχαίο που δύο από τους πρώην προέδρους του ΣΥΝ προσεχώρησαν στο ΠΑΣΟΚ, ο τρίτος έγινε πρόεδρος του Παναθηναϊκού, ο τέταρτος βρίσκεται σε αντίθεση με τον νυν και οραματίζεται ένα νέο ΕΑΜ, και ο νυν εκθειάζει τον Μάο και τον κομμουνισμό. Όλα αυτά και άλλα πολλά είναι ενδείξεις μεγάλης συγχύσεως, ασαφούς στίγματος και ελλείψεως εναλλακτικών προτάσεων για το μέλλον.

Είναι επίσης απογοητευτικό το γεγονός ότι σε κείμενο πρωτοβουλίας κατά του «Μνημονίου» τίθεται ως στρατηγικός στόχος η «υπέρβαση του καπιταλισμού» και ο σοσιαλισμός: «η δομική κρίση του καπιταλισμού θέτει επί τάπητος τον στρατηγικό στόχο της σοσιαλιστικής εναλλακτικής». Εδώ η αριστερή φαντασίωση επανεμφανίζεται και προκαθορίζει εξ ορισμού και ασυζητητί τον στόχο. Ουδείς εξηγεί τι σημαίνει σοσιαλισμός σήμερα στον 21ο αιώνα. θεωρείται δεδομένος και γνωστός, αξίωμα αναμφισβήτητο. Βεβαίως δεν αναμένονται καλλιγραφίες από το σταλινικό ΚΚΕ, που επαγγέλλεται και αυτό τον σοσιαλισμό, αλλά ορισμένες πτυχές της Αριστεράς θα μπορούσαν να επιδείξουν περισσότερη σαφήνεια, ευθύνη και διερώτηση.

Ποιος θέτει λοιπόν τον στόχο αυτόν του σοσιαλισμού; Ασφαλώς οι άνθρωποι που πήραν αυτή την πρωτοβουλία και έγραψαν αυτό το κείμενο και ορισμένοι άλλοι που θα συμφωνήσουν. Γιατί όμως η «δομική κρίση του καπιταλισμού» δεν θέτει και κάποιον άλλο στόχο; Αυτό δεν το εξηγούν, αλλά είναι προφανές ότι αυτοί οι ίδιοι αποφάσισαν αυτόν τον στόχο και θέλουν να τον επιβάλλουν ως αντικειμενικό και μοναδικό, ως ιστορική αναγκαιότητα. Ιδού μία από τις καταγωγικές αδυναμίες της Αριστεράς: τα αξιώματα, τα δόγματα, τα δεδομένα χωρίς αναζήτηση και προβληματισμό, χωρίς επιχειρήματα, πειστικές αναλύσεις και στοχαστικές προσαρμογές. Έτσι όμως Αριστερά οδηγείται σε θεωρητική οκνηρία και πνευματικό εφησυχασμό, τα οποία νομίζει ότι αναπληρώνει με τη σοσιαλιστική ή την αντικαπιταλιστική συνθηματολογία, με το λαϊκισμό, την άκριτη υιοθέτηση οποιουδήποτε αιτήματος οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας και τον αντικυβερνητικό ακτιβισμό. Το «Μνημόνιο» ή το σεσηπός πολιτικό καθεστώς δεν θα καταρρεύσουν με πορείες, συνθήματα, πλακάτ και εκτονωτικούς περιπάτους στους δρόμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Κατά συνέπεια οι πρωτοβουλίες που διέπονται από αυτή τη λογική οδηγούνται σε αδιέξοδο, δεν έχουν δυναμική και προοπτικές, δεν βλέπουν στο μέλλον, αλλά στο παρελθόν. (Συζήτηση για τα ζητήματα αυτά υπάρχει επίσης στο Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, εκδ. Παπαζήση, 2009).

III

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά δεν σημαίνουν τίποτε άλλο παρά την άγνοια και την απεμπόληση εκ μέρους της Αριστεράς κάθε τι δημοκρατικού, την ολοσχερή απουσία της δημοκρατίας από τους χώρους της. Η Αριστερά στο σύνολό της έχει διαταραγμένη σχέση με τη δημοκρατία. Εδώ βρίσκεται η εστία της αποτυχίας της και της κρίσης, που εκδηλώνονται με την εκκωφαντική απουσία μίας νέας φυσιογνωμίας, ενός νέου στόχου και προγράμματος, και κυρίως μιας άλλης νοοτροπίας και αντιλήψεως. Φαίνεται ότι είναι αδύνατο για την Αριστερά να συνάψει σχέσεις με τη δημοκρατία, διότι δεν την διδάχθηκε ποτέ, δεν την γνωρίζει και ούτε εκδηλώνει διάθεση να την γνωρίσει.

Με τον όρο δημοκρατία δεν εννοώ το σημερινό αντιπροσωπευτικό πολίτευμα των δυτικών χωρών που ονομάζεται «αντιπροσωπευτική ή κοινοβουλευτική δημοκρατία», το οποίο και η ίδια η Αριστερά αποκαλεί με τους ίδιους όρους ή με τον όρο «αστική δημοκρατία». Όμως το κοινοβουλευτικό πολίτευμα δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία, είναι καθαρή ολιγαρχία. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης το αποκάλεσε φιλελεύθερη ολιγαρχία. Πράγματι, οι ολίγοι των κομμάτων λαμβάνουν τις αποφάσεις, θεσπίζουν τους νόμους και ασκούν κάθε είδος ρητής εξουσίας χωρίς κανένα έλεγχο. Επί πλέον η πολιτική ολιγαρχία αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των ολίγων οικονομικώς ισχυρών, όπως έδειξε η πρόσφατη οικονομική κρίση – και όχι των πολλών, όπως συνήθως διακηρύσσεται. Οι πολλοί δεν συμμετείχαν ποτέ και ούτε συμμετέχουν σε καμία απόφαση και σε καμία εξουσία. απλώς ψηφίζουν κάθε τέσσερα έτη το κόμμα το οποίο αποφασίζει και νομοθετεί ερήμην τους, ενώ αυτοί υπακούουν και εκτελούν.

Με τον όρο δημοκρατία, εννοώ την άμεση δημοκρατία, το πολίτευμα που αναδύθηκε στην Αθήνα στο τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα και εξελίχθηκε κατά τον 5ο και 4ο αιώνα. Τα βασικά χαρακτηριστικά του ήταν η άμεση συμμετοχή όλων των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη δικαστική εξουσία και στον ουσιαστικό και ενδελεχή έλεγχο κάθε εξουσίας. Όλοι οι πολίτες ασκούσαν την εξουσία υπό όλες τις μορφές της (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική) άμεσα, αυτοπροσώπως, χωρίς δηλαδή αντιπροσώπους και κόμματα. Είναι το μόνο πολίτευμα στο οποίο υπήρξε πραγματική κυριαρχία των πολιτών, και δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ονομάζεται καταχρηστικώς «λαϊκή κυριαρχία» στα σημερινά πολιτεύματα. Το δημοκρατικό πολίτευμα δεν είναι μόνο θεσμοί, διαδικασίες και νόμοι. προϋποθέτει δημοκρατική κοινωνία και δημοκρατικά άτομα. Χρειάζεται ο τύπος του πολιτικού ανθρώπου που ασχολείται με πάθος και εγρήγορση με τα κοινά, με τις κοινές υποθέσεις και δεν τις αναθέτει σε «αντιπροσώπους», κόμματα και ιδεολογίες. (Για περισσότερα βλ. σχετικά έργα του Κ. Καστοριάδη και Γ. Ν. Οικονόμου, Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, εκδ. Παπαζήση, 2007).

Φυσικά δεν πιστεύω ότι το πολίτευμα αυτό πρέπει να χρησιμεύσει ως μοντέλο για εφαρμογή στις σημερινές συνθήκες, αλλά νομίζω ότι οι ιδέες, οι αντιλήψεις και οι πρακτικές του μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν αφετηρία για στοχασμό και πράξη. Μετά την αποτυχία όλων των άλλων πρακτικών είναι η μόνη λύση. Εάν ένα μελλοντικό κίνημα αλλαγής δεν έχει ως μέσον και ως στόχο την άμεση συμμετοχή όλων των ανθρώπων, την αυτοκυβέρνηση, την αυτονομία, είναι εξ ορισμού αποτυχημένο. Γι’ αυτόν τον λόγο απέτυχαν οικτρώς τα σοσιαλιστικά και τα κομμουνιστικά καθεστώτα, γι’ αυτόν τον λόγο απέτυχε κάθε είδους Αριστερά: το κόμμα και η γραφειοκρατία είναι εχθροί της δημοκρατίας.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όλες σχεδόν οι γνήσιες εξεγέρσεις και επαναστάσεις που έγιναν στην Ιστορία κατά της καθεστηκυίας τάξεως στηρίχθηκαν στην άμεση συμμετοχή των ανθρώπων, στον αυτοκαθορισμό και την αυτοοργάνωσή τους: συνελεύσεις πολιτών στην αμερικανική επανάσταση του 1776, sections de Paris στην γαλλική επανάσταση του 1789, η κομμούνα του 1871 στο Παρίσι, τα σοβιέτ του 1905 και 1917 στη Ρωσία – πριν τα εξουδετερώσουν οι μπολσεβίκοι και ο Λένιν -, η ουγγρική εξέγερση το 1956, τα κινήματα αμφισβήτησης σε όλο τον κόσμο της δεκαετίας του ’60 και κυρίως ο Μάης του ’68 στη Γαλλία, το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα της περιόδου 1972-73 με κορύφωση την εξέγερση και την κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1973 στην Αθήνα. Το γεγονός ότι εκεί όπου ορισμένες από αυτές τις εξεγέρσεις επεκράτησαν και δεν ευοδώθηκαν, οφείλεται και στο ότι επενέβησαν κόμματα και ομάδες που κατάφεραν να σφετερισθούν την εξουσία των πολλών, να ποδηγετήσουν τη βούλησή τους και να επιβάλουν, με βία και τρομοκρατία, την κομματική γραφειοκρατία και δικτατορία, την οποία ονόμασαν σοσιαλισμό, κομμουνισμό ή λαϊκή δημοκρατία.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, όπως και αρκετοί άλλοι, άσκησε δριμεία κριτική στα καθεστώτα αυτά, στην ιδεολογία τους, τον λενινισμό, αλλά και τον μαρξισμό. Έδειξε ήδη από τη δεκαετία του ’50 το άτοπο του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Αποτελεί συνεπώς ένδειξη συγχύσεως και αποπροσανατολισμού το γεγονός ότι τα περισσότερα κόμματα και οργανώσεις (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ποικίλες αριστερές εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις) δηλώνουν υπέρμαχοι του σοσιαλισμού και, οι περισσότεροι, του κοινοβουλευτισμού, δηλαδή καθεστώτων εχθρικών προς την (άμεση) δημοκρατία, ενώ ουδείς κάνει λόγο γι’ αυτήν. Παρουσιάζεται δηλαδή το παράδοξο γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων, εκτός της ΝΔ και του ΛΑΟΣ, να είναι υπέρ του «σοσιαλισμού», αλλά ο «σοσιαλισμός» να μην προσεγγίζεται ούτε σπιθαμή. Αυτή η κατάσταση ενώ θα έπρεπε να είναι αιτία προβληματισμού, εν τούτοις ουδόλως απασχολεί τα στελέχη και τους διανοουμένους της Αριστεράς.

Το διακύβευμα λοιπόν του μέλλοντος δεν είναι ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός, αλλά η άμεση συμμετοχή των ανθρώπων στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στον ουσιαστικό και ενδελεχή έλεγχο κάθε ρητής εξουσίας. Χωρίς αλλαγή πλεύσεως και ενσωμάτωση της (άμεσης) δημοκρατίας στα αιτήματα, στους στόχους, στην όλη οργάνωση και αντίληψη, οποιοδήποτε κίνημα είναι καταδικασμένο στην αποτυχία. Για να επιτευχθεί όμως η αλλαγή αυτή πρέπει να γίνει απεγκλωβισμός, απεξάρτηση και ανεξαρτησία από κάθε είδους Αριστερά, η οποία, δέσμια ξεθυμασμένων ιδεολογημάτων και πρακτικών, είναι μοιραίο να επαναλαμβάνει φαύλους κύκλους και σισύφειες προσπάθειες, να εγκλωβίζεται σε ομφαλοσκοπήσεις και εσωστρέφειες, να εξαντλείται σε προσωπικά συμφέροντα, κομματικά και βουλευτικά οφίτσια, σε ανελέητες «σφαγές» για την εξουσία – όπως γίνεται δηλαδή εδώ και ένα αιώνα. Οι αδυναμίες αυτές, και άλλες πολλές, αποτελούν άλλωστε και μία από τις αιτίες που ο κόσμος, παρά την πρωτοφανή σημερινή γενική κρίση, δεν την ακολουθεί. Ακόμη μία φορά η Αριστερά αποδεικνύεται εντελώς γυμνή και ανίκανη να εμπνεύσει, όχι μόνο όραμα, αλλά και κάποια σημαντική απάντηση στην μεγάλη οπισθοδρόμηση που διέρχεται η κοινωνία. Σε τελική ανάλυση η γενικευμένη κρίση που μαστίζει τον κόσμο, και όλως ιδιαιτέρως την Ελλάδα, αναδεικνύει και την οργανωτική, θεωρητική, πολιτική – δηλαδή την υπαρξιακή – κρίση και ένδεια της Αριστεράς.

Αυτό όμως σημαίνει το τέλος της Αριστεράς, όλων των τάσεων και ρευμάτων – το τέλος μιας αντίληψης για την πολιτική και την κοινωνική αλλαγή που εκ των πραγμάτων είναι αναποτελεσματική και αντιδημοκρατική. Ακόμη και ο ίδιος όρος «Αριστερά» είναι παρωχημένος, προβληματικός, και επί πλέον ανασχετικός παράγοντας στο δρόμο προς αναζήτηση μιας άλλης δημιουργικής αντίληψης. Οι σημερινές συνθήκες χρειάζονται άλλη νοοτροπία, απαιτούν άλλο τρόπο ύπαρξης, σκέψης και δράσης, άλλες ιδέες και πρακτικές, που θα εμπνέονται και θα εκκινούν από την αυτοδιεύθυνση και τον αυτοπροσδιορισμό, θα προσανατολίζονται και θα καταλήγουν στην αυτοσυγκρότηση και την αυτοοργάνωση, θα έχουν ως μέσο και ως σκοπό την αυτοκυβέρνηση, την (άμεση) δημοκρατία. Αυτόν τον προσανατολισμό δεν μπορεί να τον προσφέρει η παραδοσιακή Αριστερά λόγω της φύσεώς της και της ιστορίας της, λόγω της αντιθέσεώς της προς τον αντιγραφειοκρατικό και άμεσο χαρακτήρα της δημοκρατίας, λόγω του ότι βρίσκεται σε αγεφύρωτη αντίθεση με την αυτοκυβέρνηση των ανθρώπων. Ο δημοκρατικός δρόμος διέρχεται λοιπόν έξω από τους χώρους της Αριστεράς και εναντίον της, την αμφισβητεί στα βασικά ιδεολογικά, πολιτικά και οικονομικά συμφέροντά της, την καθιστά άχρηστη και περιττή. Ως εκ τούτου το δημοκρατικό κίνημα θα την βρει απέναντί του, και ιδίως την σταλινική, η οποία, όπως κάθε εξουσία, δεν θα εγκαταλείψει αμαχητί.