“Μετά τον Καστοριάδη”: συζήτηση με τους συγγραφείς του βιβλίου, Α. Σχισμένο και Ν. Ιωάννου

10624058_807426589338953_4809139555377763372_o

Συνέντευξη του Αλέξανδρου Σχισμένου και Νίκυο Ιωάννου στην ιστοσελίδα Microvia, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου “Μετά τον Καστοριάδη: Δρόμοι της αυτονομίας στον 21ο αιώνα” στον κοινωνικό χώρο Μικρόπολις. Θέματα προς συζήτηση: η άμεση δημοκρατία, την έννοια του ατόμου στον Καστοριάδη, τον Serge Latouche, αλλά και το κίνημα των Πλατειών.

Πώς αποφασίσατε να γράψετε το βιβλίο και πώς κινηθήκατε κατά τη διάρκεια της έρευνας και της συγγραφής;

Νίκος Ιωάννου: Έχουμε μια επαφή με τον Καστοριάδη εδώ και πολλά χρόνια. Ασχολούμαστε με το έργο του, ακριβώς επειδή ασχολούμαστε με την πολιτική – με την έννοια που ο ίδιος όριζε την πολιτική και όχι, προφανώς, με την έννοια της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ως αναρχικοί στο χώρο όπου δραστηριοποιούμασταν, χρησιμοποιούσαμε το λόγο του για να κάνουμε πολιτική, αλλά δεν κατανοούσαμε ακριβώς αυτά που έλεγε, για παράδειγμα την άρνηση της ταύτισης της εξουσίας με το κράτος. Πλέον κατανοούμε πραγματικά τον Καστοριάδηη, καθώς μποορούμε να ανιχνεύσουμε τη σκέψη του στο σήμερα. Και η σκέψη του αποτελεί και το θέμα του βιβλίου, ως η κατάρρευση των παλαιών σημασιών και η ανάδυση νέων σημασιών που είναι πλέον ορατές.

Αλέξανδρος Σχισμένος: Επίσης, στο βιβλίο ερχόμαστε σε διάλογο με το έργο του Καστοριάδη, αλλά και με άλλους στοχαστές, πάντα μέσα από το πολιτικό κίνημα. Από τη μία, η σκέψη του Καστοριάδη βοηθάει, ώστε να γκρεμιστούν παλαιοί δογματισμοί, από την άλλη ανοίγει νέους δρόμους. Στον 21ο αιώνα, σ’ αυτήν την τελευταία δεκαετία που υπήρξε όλη αυτή η κοινωνική αναταραχή, όλη αυτή η κοινωνική σύγκρουση, ανιχνέυσαμε τις ιδέες του Καστοριάδη μέσα στο κοινωνικό κίνημα. Αυτές οι ιδέες έβγαιναν σιγά σιγά σε διάφορα “κομμάτια”: σε άρθρα στο περιοδικό Βαβυλωνία, σε πολιτικά κείμενα, σε πολιτικές δράσεις (και δικές μας και άλλων). Το βιβλίο ουσιαστικά ξεκίνησε σαν μια προσπάθεια να κωδικοποιήσουμε ως ένα βαθμό νοήματα και σημασίες τις οποίες φέραμε μέσα από την πολιτική μας δράση και την κοινωνική πρακτική που βλέπαμε τριγύρω, σαν συντάκτες της Βαβυλωνίας. Αργότερα, διακρίναμε μέσα από αυτά τα κείμενα ξανά τις σημασίες του Καστοριάδη και μετά προχωρήσαμε σε μία έρευνα γύρω από το έργο του Καστοριάδη. Αρχίσαμε να συνομιλούμε γι’ αυτές τις ιδέες και να καταγράφουμε αυτή την “κουβέντα”.

Το βιβλίο οργανώνεται γύρω από τρεις άξονες: παρελθόν, παρόν, μέλλον. Ως συμπέρασμα από τη γνώση του παρελθόντος, την εμπειρία του παρόντος και την ελπίδα του μέλλοντος βγαίνει το πρόταγμα για την άμεση δημοκρατία. Το πρόταγμα αυτό έχει αρχίσει να υιοθετείται από την κοινωνία. Το ερώτημα είναι, γιατί τώρα; Πρόκειται για μια ουσιαστική πολιτική συνειδητοποίηση ή η πλειονότητα βλέπει την άμεση δημοκρατια ως “αντίδοτο” στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση;

Α.Σ.: Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο στα πρόσφατα κοινωνικά κινήματα ήταν ότι η άμεση δημοκρατία πραγματικά μπήκε σαν αίτημα του κόσμου από πολλές διαφορετικές πλευρές και χωρίς να υπάρχει ένα κεντρικό πρόγραμμα, όπως έχουμε συνηθίσει στην παλαιότερη πολιτική. Αυτό μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, επειδή ακριβώς ανιχνεύαμε τα στοιχεία της για να ξεφύγουμε από τις ιδεολογίες του επαναστατικού κινήματος – οι οποίες είχανε καταρρεύσει. Προσωπικά, παρατήρησα πως αυτές οι ιδέες που ανίχνευα μέσα στην συλλογικότητά μου ή προσωπικά, εκφράστηκαν κοινωνικά από κόσμο που δεν το περίμενα. Δηλαδή είναι ένα ερώτημα κατά πόσο υπήρξε πραγματικά συνειδητοποίηση ή κατά πόσο ο κόσμος “υπήρξε εκεί” μόνο συνθηματολογικά. Βέβαια, το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας δεν είναι απλώς ένα πολιτικό αίτημα ή σύνθημα, καθώς αυτόματα ανοίγει δρόμους και για περεταίρω ερωτήματα και αναζητήσεις. Ταυτόχρονα φάνηκε ότι η άμεση δημοκρατία είναι κάτι που συνένωνε πολλά επιμέρους κινήματα σε διάφορους τόπους σαν συνεκτικός τρόπος οργάνωσης. Όλες αυτές οι ενσαρκώσεις της άμεσης δημοκρατίας στις συνελεύσεις θέτουν ακόμα μεγαλύτερο το ζήτημα ορισμού της άμεσης δημοκρατίας. Όμως θέτουν και διεξόδους απέναντι σ’ αυτό που λένε τώρα “there is no alternative” ή σε μια διαχείριση του συστήματος που προβάλλεται ως φυσική ροή.

Ν.Ι.: Βλέπουμε μέσα στο έργο του Καστοριάδη ότι ο ίδιος έχει ανιχνεύσει νέα νοήματα και νέες σημασίες ήδη 40 χρόνια πριν (τη δεκαετία του 1970), τις οποίες τις βλέπουμε να αναδύονται σήμερα με ένα πιο συγκεκριμένο τρόπο. Αυτές έχουν να κάνουν με το άτομο και τη θέση του στην κοινωνία σήμερα, η οποία είναι εντελώς διαφορετική από τη θέση του στην κοινωνία του παρελθόντος. Ο Καστοριάδης μιλάει για το άτομο και για την αλλαγή του μέσα στον ιστορικό χρόνο κατά τον 20ο αιώνα. Σήμερα βλέπουμε το άτομο σε μία θέση, όπου δεν εκφράζεται από το σύνολο το θεσμισμένων κανόνων ή από τον τρόπο οργάνωσης των ανθρώπων του παρελθόντος. Επίσης, αυτό που στα σχήματα του παρελθόντος ονομάζαμε οργανώσεις αντίστασης, σήμερα παρατηρούμε ότι συρρικνώνται, αποχωρούν σταδιακά, ενώ δημιουργούνται νέου τύπου συλλογικότητες, όπου το άτομο πλέον δεν υποκύπτει σε κάποια γραφειοκρατία. Βλέπουμε να γεννιέται μια νέα συλλογικότητα ως δίκτυο ατόμων. Παράλληλα, βλέπουμε να παίρνουν μεγαλύτερη διάσταση νοήματα τα οποία πάλι άρχισαν να ανιχνεύονται 40 και 50 χρόνια πριν – που για παράδειγμα έχουν σχέση με την διατροφή, έξω από τον κόσμο της ανάπτυξης. Χρόνο με το χρόνο, βλέπουμε αυτά τα νοήματα γύρω από την παραγωγή, την ανάπτυξη, την ποσοτικοποίηση να μην έχουν εκφραστές στο πιο προωθημένο κομμάτι της κοινωνικής κίνησης παγκοσμίως, αλλά βλέπουμε άλλα νοήματα να βγαίνουν μπροστά σε τέτοιο βαθμό, που και το ίδιο το σύστημα το καπιταλιστικό προσπαθεί να τα χρησιμοποιήσει για να μπορέσει να υπάρξη (βλ. κοινωνική ευθύνη επιχειρήσεων, παραγωγή ποιοτικών προϊόντων ετικέτας κλπ). Αυτό που συμβαίνει στην παγκόσμια κοινωνική κίνηση, ο καπιταλισμός προσπαθεί να το οικειοποιηθεί, αλλά δεν το καταφέρνει. Αυτά τα νέα νοήματα επηρεάζουν την ίδια την οργάνωση της ζωής των ανθρώπων. Τα νεά κοινωνικά κινήματα προσπαθούν να δημιουργήσουν μια νέα χρονικότητα, να οικειοποιηθούν τον ίδιο το χρόνο τους. Βγαίνουμε λοιπόν έξω από το πλέγμα σκέψης που παράγει την ανάπτυξη, βγαίνουμε έξω από κάθε έννοια ηγεμονικού λόγου, καταρρέουν οι αυθεντίες. Επίσης το άτομο, αν και για τον καπιταλισμό λειτουργούσε ως προϊόν, σ’ αυτή την καινούρια περίοδο προσπαθεί να λειτουργήσει εκτός οικονομίας. Αυτά είναι νέα νοήματα τα οποία κατά κάποιο τρόπο πλαισιώνουν και επηρεάζουν μια ευρύτερη πολιτική κίνηση των ανθρώπων. Εδώ, κεντρική είναι η έννοια της ανταλλαγής προϊόντων: οι έννοιες που τη συνοδεύουν δεν είναι το “πόσο-τόσο”, αλλά “τι-από ποιον-για ποιον”. Αυτές είναι νέες σημασίες που σήμερα τις βλέπουμε να αναδύονται.

3

Διαβάζοντας τον Καστοριάδη, συχνά οδηγούμαστε σε μια αντίληψη ότι, προϋπόθεση για να κινηθεί μια κοινωνία σε μια αμεσοδημοκρατική κατεύθυνση, είναι η πολιτική αφύπνιση και η συνειδητοποίηση του ατόμου. Ωστόσο, για να φτάσουμε από τη “μονολιθική συλλογικότητα στη συλλογική ατομικότητα“, που βλέπουμε και στο βιβλίο σας, χρειάζεται ελεύθερος χρόνος και χώρος, αλλά και πολιτιστικό κεφάλαιο. Δεν καταλήγει η αφύπνιση να παίρνει ελιτίστικα χαρακτηριστικά;

Α.Σ.: Υπάρχει ένα παράδοξο, ένας φαύλος κύκλος, που συνίσταται στο ότι ένα αυτόνομο άτμο προϋποθέτει μια αυτόνομη κοινωνία ή έναν αυτόνομο κοινωνικό χώρο και ότι ένας αυτόνομος κοινωνικός χώρος προϋποθέτει αυτόνομα άτομα. Αυτό είναι το ζήτημα της διευρημένης παιδείας. Ωστόσο, όσον αφορά την ελίτ, αυτή έχει να κάνει με την ιδιοποίηση και ουσιαστικά κλειστότητα/στεγανοποίηση του κεφαλαίου -προφανώς- και της γνώσης. Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για τη γνώση. Αυτό που φαίνεται μέσα από τα κοινωνικά κινήματα, μέσα από αυτά τα σπέρματα μικρών αυτόνομων χώρων που δικτυώνονται, αλλά και μέσα από την εμφάνιση και την ευρεία χρήση του ίντερνετ σαν ένας ψηφιακός αποσωματικοποιημένος δημόσιος χώρος με διαφορετικά χαρακτηριστικά, είναι πως έχουν δημιουργήσει νέες δυνατότητες ως προς την διάχυση της γνώσης. Και αυτό που μπορεί να διαφοροποιήσει μια κίνηση, μια κολλεκτίβα αυτόνομη, ένα δημόσιο χώρο μ’ αυτά τα χαρακτηριστικά από μία απλή συνεργατική συμπεριφορά ή έναν απλό συνεταιρισμό είναι ακριβώς ότι δημιουργείται μέσα σ΄αυτούς τους χώρους μια διαφορετική παιδεία, ότι οφείλουν να διαμορφώνουν αυτοί οι χώροι μια διαφορετική παιδεία. Εξάλλου, ζούμε πλέον σε μια κοινωνία όπου η παιδεία δεν άγεται πλέον μόνο από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αλλά είναι μια ευρύτερη κοινωνική διεργασία.  Είναι ανάποδο το να προσπαθεί να μας πείσει το σύστημα ότι η στεγανή γνώση και τα ιδρύματα παράγουν ακριβώς τον κριτικό λόγο. Για παράδειγμα, οι κουβέντες που γίνονται για τον Καστοριάδη σε κοινωνικούς χώρους είναι πιο ζωντανές και παράγουν περισσότερα νοήματα σε σύγκριση με αυτές που γίνονται στην Ακαδημία (και το λέω αυτό, έχοντας παρακολουθήσει τέτοιες συζητήσεις και στην Ακαδημία). Οι ακαδημαϊκοί προσπαθούν να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα με σχήματα θεωρητικά. Τα άτομα που σκέφτονται ελεύθερα – και λόγω της αγωνίας τους να διαχειριστούν τη ζωή τους – ουσιαστικά ερμηνεύουν και τη θεωρία με βάση το βίωμα. Κάπως έτσι πάει και το βιβλίο μας. Έχουμε ένα διάλογο με βάση τον Καστοριάδη, αλλά δεν διαβάζουμε το Καστοριάδη για να πούμε τι θα γίνει στον 21ο αιώνα. Βιώνουμε κάποια πράγματα στον 21ο αιώνα και τα θέτουμε ως θέματα, ως σκέψεις, απέναντι και στο έργο του Καστοριάδη. 

Ν.Ι.: Βλέπουμε στον Καστοριάδη ότι οι ανθρώπινες δημιουργίες του δημόσιου χώρου και του δημόσιου χρόνου, αποτελούν προϋπόθεση για την άμεση δημοκρατία. Αυτό που βιώνουμε εμείς σήμερα είναι η επαναδημιουργία του δημόσιου χώρου με σύγχρονους όρους ελευθερίας και η επανοικειοποίηση του δημόσιου χρόνου. Αυτό το βλέπουμε στη νέα κοινωνική κίνηση που αναδύεται παγκοσμίως. Και αυτό φέρνει τη σκέψη του Καστοριάδη στο σήμερα.

Α.Σ.: Επίσης, ένα στοιχείο της σκέψης του Καστοριάδη που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι ο ίδιος διαχωρίει τη θέση του από την ατομικιστική φιλοσοφία του 20ου αιώνα. 20ος αιώνας σημαίνει υπαρξισμός ή το ανάποδό του, η μαζική φιλοσοφία που δεν εξετάζει καθόλου το άτομο (μαρξισμός). Ο Καστοριάδης υπογραμμίζει ότι το άτομο είναι κοινωνικός θεσμός. Δηλαδή το άτομο, μέσα από τη γλώσσα, μέσα από τη σκέψη, την κίνηση, το συναίσθημα, φέρει τις κοινωνικές σημασίες. Ως άτομα, επενδύουμε τον ψυχικό μας κόσμο, ο οποίος δεν μπορεί να καλυφθεί από την κοινωνία, μένει πάντα ανυπότακτος, αλλά επενδύεται με βάση τις δεδομένες κοινωνικές σημασίες. Οπότε δεν υπάρχει αυτή η διάσταση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας που προβάλλεται. Η επιστροφή του ατόμου πέραν του κράτους και του κεφαλαίου, δηλαδή πέραν του συστήματος ουσιαστικά ανοίγει το δρόμο για μια νέα συλλογική ατομικότητα, το άτομο έτσι ξεφεύγεια και επανοικειοποιείται τον εαυτό του. Το κοινωνικό συλλογικό άτομο είναι ένα άτομο το οποίο γνωρίζει ότι η κοινωνία είναι ο χώρος δράσης του, επεμβαίνει σ’ αυτή, έχει ενεργό συμμετοχή. Σε αντίθεση ερχεται το άτομο του νεοφιλελευθερισμού, που είναι ένα άτομο ανάπηρο, δεν έχει καμία βλέψη πέρα από τον εαυτό του, έχει περιορισμένο ορίζοντα.

2

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης έχει αποτελέσει έμπνευση για πολλούς θεωρητικούς. Ένας από αυτούς, ο Serge Latouche, διαφοροποιείται από την άμεση δημοκρατία και μιλά για αποανάπτυξη, μια έννοια που έχει συζητηθεί πολύ. Σχετίζεται τελικά η αποανάπτυξη με τη σκέψητου Καστοριάδη;

Ν.Ι.: Η αποανάπτυξη του Latouche αποτελεί ένα υποερώτημα ενός συνολικού πολιτικού ερωτήματος. Ίσως να είχε δίκαιο ο Daniel Cohn-Bendit – έστω κι αν το πέταξε κοροϊδευτικά – όταν μετά την ομιλία του Latouche στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, είπε “μα η αποανάπτυξη γίνεται”. Η πραγματικότητα είναι ότι το κυρίαρχο αυτό φαντασιακό του καπιταλισμού που καθολικεύτηκε για ένα ολόκληρο αιώνα, το φαντασιακό της ανάπτυξης, σήμερα υποχωρεί. Και υποχωρεί σε τέτοιο βαθμό που πλέον, οτιδήποτε έχει σχέση με την οικονομία και είναι δεδομένο πάνω στην ανάπτυξη σήμερα καταρρέει. Βλέποντας το παράδειγμα της Ελλάδας, μπορούμε να πούμε ότι σήμερα δεν υπάρχει άλλο μοντέλο ανάπτυξης πέρα απ’ την εκμετάλλευση και τη λεηλασία του φυσικού πλούτου. Η πρόταση του Latouche διατυπώνεται πιο πολύ ως ένας προγραμματικός λόγος, ο οποίος δεν έχει καμία ανταπόκριση στο πολιτικό σύστημα στο οποίο απευθύνεται ο ίδιος στην πραγματικότητα. Γιατί όταν θεωρεί μη εφαρμόσιμη την πρόταση του Καστοριάδη για άμεση δημοκρατία και αντιπροτείνει ο ίδιος μια δημοκρατία “ολίγη” και προσπαθεί να το συνδυάσει με την συμβιωτικότητα του Ίλιτς, φτάνουμε σε ένα σημείο που η πρότασή του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε από το πολιτικό σύστημα αλλά ούτε από τους από τα κάτω, οι οποίοι ήδη το έχουν ξεπεράσει αυτό. Η κίνηση που περιγράφει ο Latouche, τα κύρια χαρακτηριστικά της, είναι η επανοικειωποίηση του δημόσιου χώρου και η επαναδημιουργία του δημόσιου χρόνου, πράγματα που ξεφεύγουν από αυτό που ονομάζει αποανάπτυξη, το ξεπερνάνε.

Α.Σ.: Επίσης, το πρόγραμμα του Latouche φαίνεται ως ένα πρόγραμμα που μπορεί να διαχειριστεί ένα κοινωνικό κράτος ή μια ριζοσπαστική – όπως τη λένε – δημοκρατία και ουσιαστικά το ριζοσπαστικό του στοιχείο είναι ότι έχει δικλίδες ανακλητότητας των κυβερνώντων. Κατά τη γνώμη μου, ο Latouche πέφτει σε δύο λάθη. Το πρώτο λάθος είναι ότι δέχεται τη φιλελεύθερη δημοκρατία, τη φιλελεύθερη ολιγαρχία, ως ηθικό μέσο, δηλαδή ως μέσο διαχείρησης της οικονομίας με ηθικούς τρόπους και κατά δεύτερο δεν συνειδητοποιεί το πόσο θεμελιακή έννοια είναι η ανάπτυξη για το σύγχρονο καπιταλισμό. Δηλαδή, το πρόγραμμα της αποανάπτυξης θέτει άμεσα το πολιτικό στίγμα: ποιος αποφασίζει για την αποανάπτυξη. Αν πούμε ότι το κράτος αποφασίζει για την αποανάπτυξη, δεν καταλαβαίνουμε τι είναι το κράτος, δεν καταλαβαίνουμε πώς λειτουργεί ο κρατικός μηχανισμός. Από την άλλη, δεν καταλαβαίνουμε τι είναι ο καπιταλισμός. Ο μόνος τρόπος να προτείνει κανείς μια αποανάπτυξη χωρίς άμεση δημοκρατία είναι είτε μέσα από μια επιλογή του κράτους η οποία βασίζεται σε συγκεκριμένα συμφέροντα είτε μέσα από μια επιλογή του κεφαλαίου ως κάτι το “ορθολογικό” – δηλαδή να γυρίσουν οι επιχειρήσεις και να πουν ότι “κάναμε λάθος, καταστρέφουμε τον πλανήτη”. Ο Latouche, άθελά του – γιατί είναι ένας άνθρωπος με ειλικρίνεια – χωρίς να προχωράει από τη ριζοσπαστική στην άμεση δημοκρατία, ουσιαστικά καταφέρνει να δώσει νομιμοποίηση σε κινήματα που θέλουν να εκφράσουν μια νέα νομιμοποίηση, που βάζουν την ανάπτυξη ως κεντρικό τους πρόταγμα, που δανείζονται το λόγο του ώστε να πάρουν μια επένδυση κινηματικού άλλοθι. Επιπλέον, ο ίδιος συζητώντας μέσα στα όρια που είναι βαλμένα από το σύστημα, προσφέρει ένα άλλοθι αδυναμίας στο κοινωνικό κίνημα. Από αυτή την έννοια δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε τα όρια της σκέψης του.

Σε πολλά σημεία του βιβλίου αναφέρετε τις Πλατείες ως βίωμα άμεσης δημοκρατίας. Ωστόσο σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, κάνοντας μια αποτίμηση, μπορούμε να εντοπίσουμε πολλές προβληματικές. Για παράδειγμα, οι Πλατείες έδωσαν μια βάση για την υιοθέτηση λαϊκιστικής και πατριωτικής ρητορικής από την αριστερά, ενώ δεν κατάφεραν να αποδομήσουν τη λογική της αναθεσης. Επίσης, υπάρχει το ζήτημα του αποκλεισμού: στην Θεσσαλονικη, τουλάχιστον, αφενός δεν υπήρχαν τοποθετησεις από μετανάστες/ριες, αφετέρου αρκετές τοποθετήσεις είχαν σεξιστική ή ομοφοβική επένδυση.

Α.Σ.: Καταρχάς, να έχουμε υπόψη μας ότι οι πλατείες της επαρχίας – εκτός Αθηνών δηλαδή – ακριβώς επειδή δεν είχαν επίδικο, με την εννοια ότι δεν είχαν μπροστά τους τη Βουλή, ήταν ουσιαστικά μια αντανάκλαση του τι συνέβαινε στο Σύνταγμα. Και υπήρξαν διαφορετικά χαρακτηριστικά ανά τόπους. Αλλού οι συνελεύσεις ήταν πιο αμεσοδημοκρατικές, αλλού ήταν περισσότερο συγκεντρώσεις όπου κομματικές οργανώσεις παλαιού τύπου μπόρεσαν να βγάλουν έναν άλλο λόγο, ωστόσο αυτό που είδαμε στο Σύνταγμα ήταν συνελεύσεις με αμεσοδημακρατική οργάνωση, με δημόσιο λόγο που έβγαζε ως πρόταγμα την άμεση δημοκρατία. Πράγματι, υπήρξε η προβληματική ότι καταπιεζόμενες ομάδες δεν βγήκαν μπροστά, ωστόσο υπήρξε ο χώρος που θα μπορούσαν να το κάνουν – και το ότι δεν βγήκαν μπροστά αντικατοπτρίζει γενικότερα προβλήματα της κοινωνίας. Να θυμόμαστε ακόμα ότι η πλατεία στο Σύνταγμα χτυπήθηκε όπως δεν χτυπήθηκε καμία άλλη πλατεία στην Ελλάδα. Επίσης, να θυμόμαστε ότι βλέπουμε τις πλατείες παγκοσμίως. Το Σύνταγμα έδωσε παλμό στο παγκόσμιο Occupy Movement, ήταν μια εικόνα που κυριάρχησε. Οι πλατείες έδειξαν τον τρόπο αμεσοδημοκρατικής οργάνωσης, αλλά και τα όρια. Δεν προχώρησαν σε κάτι άλλο πέρα από την οργάνωση της διαμαρτυρίας, δεν προχώρησε στη διαμόρφωση κάποιας πολιτικής απόφασης που να μην ήταν στα πλαίσια της διαμαρτυρίας. Και δε θα μπορούσαν κιόλας. Έδειξαν μ΄αυτό τον τρόπο ότι κάθε αμεσοδημοκρατική δομή οργάνωσης πρέπει να καθορίζει και το πεδίο δικαιοδοσίας της, αλλιώς ξεφεύγει. Το πρόβλημα με τις πλατείες είναι ότι δεν έσπασαν τα εθνικά στερεότυπα. Για παράδειγμα, έλεγαν “τι θα κάνουμε με την Ελλάδα”. Ωστόσο, έσπασαν και κάθε έννοια “επαναστατικής ελίτ”, καθώς έδωσαν λόγο και σε κόσμο που δεν είχε προηγούμενη επαφή με την άμεση δημοκρατία.

1

*Οι φωτογραφίες είναι από την παρουσίαση του βιβλίου στο Μικρόπολις. Το βιβλίο “Μετά τον Καστοριάδη: Δρόμοι της αυτονομίας στος 21ο αιώνα” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάρχεια.

• EN: Your comment will be visible after approval. Please check the terms of use.

• EL: Τα σχόλια δημοσιεύονται κατόπιν έγκρισης. Για περισσότερες πληροφορίες δείτε τους Όρους χρήσης.