Για έναν δημοκρατικό αντιφασισμό

SANYO DIGITAL CAMERA

Απόσπασμα από το άρθρο «Πολιτική ομάδα για την Αυτονομία: Η άνοδος της φασιστικής ακροδεξιάς και ο δημοκρατικός αντιφασισμός» για το 5ο τεύχος του Περιοδικού Πρόταγμα (σ.22-80)

Λαϊκισμός και «θυματικός εθνικισμός»

Παράλληλα με αυτού του είδους την ηθικοποίηση του πολιτικού, ένα άλλο στοιχείο που αναδύθηκε με την κρίση είναι ο διάχυτος και γενικευμένος λαϊκισμός: πρόκειται για δύο στοιχεία που συνδέονται στενά, εφόσον συντείνουν στο να αποκρύπτουν τις ευθύνες που αναλογούν στην ίδια την κοινωνία, μεγιστοποιώντας τις ευθύνες των ολιγαρχιών. Το πρόβλημα εδώ ξεκινά από τη βασική ανθρωπολογική συγκρότηση σήμερα, δηλαδή τον μεταμοντέρνο, ανεύθυνο και αδιάφορο για τα πολιτικά άνθρωπο, που αναθέτει σε άλλους (τους ειδικούς) τη διαχείριση των δημόσιων ζητημάτων, βυθιζόμενος ο ίδιος στην ανευθυνότητά του. Μια τέτοια πολιτική συγκρότηση είναι αναμενόμενο να οδηγεί σε περιόδους κρίσεων στην αναζήτηση σωτήρων αλλά και αποδιοπομπαίων τράγων. Στην ελληνική περίπτωση, λόγω της γενικότερης αδυναμίας της χώρας αυτής να παίξει ένα ρόλο σε διεθνές επίπεδο (αλλά και της νεοαποικιακής συμπεριφοράς των Ευρωπαίων ηγετών), το ρόλο των «μισητών εχθρών» παίζουν οι πρωθυπουργοί των άλλων κρατών, οι υπερεθνικοί οργανισμοί (ΔΝΤ, ΕΚΤ), η Goldman Sachs κ.λπ. Ο λαϊκισμός εδώ εκφράζεται μέσω της δαιμονοποίησης των ισχυρών ξένων δυνάμεων (που θέλουν να θέσουν υπό την κυριαρχία τους την Ελλάδα) και μέσω της αποσιώπησης των ευθυνών του ίδιου του ελληνικού κράτους και κομματιών της κοινωνίας στη συντήρηση και την αναπαραγωγή του παρασιτικού και κυριαρχικού οικονομικού μοντέλου. Αυτή η νεφελώδης κριτική στις διάφορες ελίτ οικοδομεί έναν θυματικό εθνικισμό[10] που ικανοποιεί την πληγωμένη εθνική υπερηφάνεια λόγω της οικονομικής κατάρρευσης και της διαχρονικής υποτέλειας. Σε συνδυασμό μάλιστα και με τις συνωμοσιολογικές θεωρίες που είναι της μόδας στη χώρα, ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός αποκτούν περισσότερο αντι-ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά ενσαρκώνοντας την απόγνωση και την αγωνία «να σωθεί η πατρίδα».

Η λαϊκιστική γοητεία της ακροδεξιάς

Ο συνδυασμός της ηθικιστικής οπτικής του πολιτικού και του διάχυτου λαϊκισμού προσφέρουν επομένως μια μοναδική ευκαιρία στην ακροδεξιά να αναπτυχθεί και να ριζώσει κοινωνικά. Θα ήταν βέβαια αφελές και επιφανειακό να δούμε την άνοδο της ΧΑ ως απλά μια συνέχεια του λαϊκιστικού φαινομένου του Καρατζαφέρη[11] . Δεν μπορούμε, όμως, να παραγνωρίσουμε και ορισμένα κοινά στοιχεία των δύο μορφωμάτων. Εκτός από μια κοινή δεξαμενή ψήφων (πατριωτών – εθνικιστών), η ΧΑ κληρονομεί και τα επικοινωνιακά τεχνάσματα προσέγγισης του κόσμου μέσω του διαρκούς φλερτ με τα ΜΜΕ (μέχρι και τον life style γάμο του Παναγιώταρου είδαμε λάιβ), συνοδεία κραυγών και προκλητικών δηλώσεων: ο Βορίδης και ο Άδωνις του ΛΑΟΣ αντικαθίστανται από τα ξυρισμένα κρανία και τους μουστακαλήδες της ΧΑ.

Πέρα από τις προφανείς διαφορές στο αισθητικό πεδίο, αυτό που είναι ανατριχιαστικό και αποκρουστικό είναι η αναβάθμιση στο επίπεδο της φασίζουσας υποκουλτούρας που εκπέμπουν οι βεντέτες της ΧΑ. Ωστόσο, θα ήταν παρακινδυνευμένο να ισχυριστούμε ακριβώς το ίδιο και για το κοινό τους ή τους ψηφοφόρους τους, καθώς η αναδυόμενη αποδοχή του κόμματος αυτού απηχεί μάλλον την απόγνωση και την κυνική προσπάθεια ενός κόσμου να πιαστεί από κάτι «αντισυστημικό», κάτι εκτός του «διεφθαρμένου παρελθόντος». Οσο κωμικοτραγικό κι αν ακούγεται, οι μαυροντυμένοι ακτιβιστές ενσαρκώνουν για ένα κομμάτι της σημερινής κοινωνίας τους λαϊκούς ήρωες που υπερασπίζονται τη χώρα και τους αγωνιστές που δεν μασάνε τα λόγια τους. Η ΧΑ πλασάρεται ως η κατεξοχήν καθαρή και αμόλυντη από τη διαφθορά παράταξη και επομένως μια γνήσια αντιμνημονιακή δύναμη[12] . Είναι οι «καλοί», αυτοί που στέκονται στο πλευρό του λαού και των κατατρεγμένων (αιμοδοσίες[13] , συσσίτια, μπραβιλίκια και «προστασία» γειτονιών)·, πόσο μάλλον όταν στην συγκυρία της κρίσης, με την αποσύνθεση των κρατικών δομών, οι άνθρωποι νιώθουν παντελώς αδύναμοι και η ΧΑ παίζει σωστά το παιχνίδι της ανάθεσης και της προστασίας. Σίγουρα αρκετοί από τους ψηφοφόρους τους έχουν αγκαλιάσει και τις ρατσίζουσες ιδέες και τις τραμπουκομαφιόζικες πρακτικές τους (επιθέσεις σε μετανάστες, ξυλοδαρμοί, απειλές, προπηλακισμοί κ.λπ.), αλλά αυτό που μάλλον αποτελεί τον κοινό τόπο μεταξύ αυτών που συμπαθούν την ΧΑ είναι η αίσθηση ότι «καλά τους τα ρίχνουν», «λένε αλήθειες», «τα χώνουν σε αυτούς που μας έφεραν εδώ» και άλλα παρόμοια[14] . Πρόκειται τελικά περισσότερο για μια κακομοίρικη νοοτροπία του Νεοέλληνα που, χωρίς ποτέ ο ίδιος να ενεργοποιείται, επιθυμεί και απαιτεί πλέον την τιμωρία των υπευθύνων (αναθέτοντας -μάταια βέβαια- το έργο στα τραμπουκοειδή), παρά για έναν πραγματικό εκφασισμό της κοινωνίας. Το πολιτικό περιεχόμενο εδώ περνά σε δεύτερη μοίρα, μπροστά στη γοητεία της ενεργητικότητας και της ματσό δήθεν «αυθεντικότητας».

Ασφαλώς δε θα πρέπει να υποτιμήσουμε όλες αυτές τις αντιμεταναστευτικές ρητορείες που τώρα, λόγω της κρίσης, έχουν πάρει τα πάνω τους, από τη στιγμή μάλιστα που -με μεγάλη ευθύνη των κρατικών και δημοτικών αρχών- ολόκληρες περιοχές βρίσκονται σε αναβρασμό λόγω της αναπτυσσόμενης γκετοποίησής τους και υποβάθμισης βασικών δομών και συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας από το μαφιόζικο έγκλημα. Στις συνθήκες φτωχοποίησης και γενικευμένης ανεργίας οι μετανάστες λειτουργούν ως το παράδειγμα προς αποφυγήν αλλά και ως το εξιλαστήριο θύμα: ξεσπάμε εκεί την οργή μας, ρίχνοντάς τους όλο το φταίξιμο για τα δεινά μας, για να ξεχάσουμε τις δικές μας μεγάλες ευθύνες στη διαμόρφωση της σημερινής κατάστασης.

Ωστόσο, αν εξετάσουμε τα πράγματα πιο προσεκτικά θα δούμε ότι η στοχοποίηση κοινωνικά αδύναμων ομάδων προκειμένου να λειτουργήσουν ως οι «αποδιοπομπαίοι τράγοι», όπως έγινε με τις οροθετικές πόρνες, τον μισογυνισμό που αναδύθηκε στην υπόθεση «παπαδιάς» ή τους μετανάστες μικροπωλητές, πραγματοποιείται άνωθεν, από τα ΜΜΕ, και δεν εκφράζει τη συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας 15 . Αν κάποιος προσπαθεί να προωθήσει μια κατάσταση εκφασισμού και κοινωνικού κανιβαλισμού δεν είναι τόσο η ίδια η κοινωνία μέσω της καθημερινής πρακτικής της, όσο αυτοί που ελέγχουν την πληροφορία και την είδηση, οι οποίοι ανάγουν τη συμμορίτικη λογική μειοψηφικών ομάδων της ακροδεξιάς σε κοινωνικό φαινόμενο. Άλλωστε όλη η δράση και ο ακτιβισμός της ΧΑ εκτελείται από τους στρατευμένους στην οργάνωση πυρήνες, οι οποίοι μπορούν και δρουν ανεξέλεγκτα χάρη στην απροκάλυπτη ασυλία που απολαμβάνουν από την αστυνομία και τις δικαστικές αρχές. Όπως παραδεχόταν κι ένας πρώην υψηλά ιστάμενος χρυσαυγίτης: «Πουθενά στην Ευρώπη δεν υπάρχει φιλοφασιστικό κόμμα που να απολαμβάνει την ασυλία που έχει η Χρυσή Αυγή από το ελληνικό κράτος»[16] . Προς το παρόν ο περίφημος «κοινωνικός κανιβαλισμός» εκδηλώνεται κυρίως με την συλλογική αδιαφορία και το έλλειμμα αλληλεγγύης μεταξύ των νεόπτωχων, των ανέργων ή των περιθωριοποιημένων, αφού αυτό που επικρατεί είναι η εξατομικευμένη στάση «να τη βολέψουμε τώρα στα δύσκολα», παρά σε μια έμπρακτη τάση αλληλοεξόντωσης των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων.

Ρατσισμός και εθνικισμός

Το καλοκαίρι του 1990, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πήρε το παγκόσμιο πρωτάθλημα στο ποδόσφαιρο. Στον ίλιγγο της επανένωσης κατέφταναν ξαφνικά άνθρωποι με γερμανικές σημαίες στα αυτοκίνητά τους, κατέβαιναν στους δρόμους και ζητωκραύγαζαν υπέρ της ΟΔΓ. Εκτυλίχτηκαν παράξενες σκηνές, καθώς ορισμένοι παλιοί αυτόνομοι, τρελαμένοι με αυτό που είχε καταφέρει να δημιουργήσει η νέα πραγματικότητα, πέταγαν πέτρες στ’ αμάξια με τους γερμανόπληκτους επιβάτες […]. Καλωσορίσατε στην πραγματικότητα των ‘90s. «Εμείς εναντίον όλου του άλλου κόσμου…»[78]

Η άνοδος της φασιστικής αγέλης του μανιάτη εκτροφέα έχει προκαλέσει ένα είδος πανικού στην αριστερά και τον αναρχικό χώρο. Ίσως διότι ένα φαινόμενο που το γνωρίζαμε για καιρό και για το οποίο ήμασταν οι μόνοι και οι μόνες που μιλούσαμε, προσπαθώντας -κυρίως ο αναρχικός χώρος- να το αντιμετωπίσουμε, το βλέπουμε ξαφνικά να διογκώνεται και να παίρνει πρωτόγνωρες διαστάσεις. Φεύγει από το underground, κατά κάποιον τρόπο, επίπεδο, και ανέρχεται στην κεντρική σκηνή. Παύει να απασχολεί ορισμένους πολιτικά «ψαγμένους» και αφορά πλέον την κοινωνία στο σύνολό της. Η αμηχανία που προκύπτει από αυτήν την εξέλιξη -και την αδυναμία μας να την ερμηνεύσουμε αλλά και να την αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά- έχει προκαλέσει την εμφάνιση δύο βασικών αντιδράσεων: πρώτον, μια οιονεί περιστολή της πολιτικής μας δραστηριότητας όχι απλώς στον «αντιφασισμό» αλλά σε μια εμμονή με τους «φασίστες» και, δεύτερον, σε μια προσπάθεια να δούμε στην άνοδο της στάνης του Ζαρούλια το κρυμμένο μυστικό, το κλειδί για την κατανόηση της νεότερης ιστορίας της χώρας.

Φυσικά αυτά τα δύο ψυχολογικά αντανακλαστικά συνδέονται μεταξύ τους. Αν καταλήγουμε, έστω ασυνείδητα, σε αυτήν την μονομανία με τον «αντιφασισμό», είναι επειδή πιστεύουμε ότι η άνοδος της ΧΑ ανταποκρίνεται στις βαθύτερες βλέψεις της ελληνικής κοινωνίας. Σαν, κατά κάποιον τρόπο, ο βαθύτερος φασισμός του Έλληνα και της Ελληνίδας να βρήκαν επιτέλους την έκφρασή τους. Όλη η ιδεολογία που κρύβεται πίσω από συνθήματα όπως το θρυλικό «σκουλήκια, μικροαστοί» πλέον νιώθει να επιβεβαιώνεται ιστορικά: ορίστε, είχαμε δίκιο τελικά, η ελληνική κοινωνία είναι ένας «βόθρος με σκατά», «οι μικροαστοί είναι οι εμπρηστές»[79]κ.λπ. Άρα, τελικά, η άνοδος του Ζαρούλια δεν είναι μια νέα εξέλιξη, την οποία οφείλουμε να διαυγάσουμε ώστε να δούμε πώς θα την αντιμετωπίσουμε. Όχι, είναι το πραγματικό πρόσωπο του συστήματος, αυτό που τόσον καιρό απλώς δεν εκφραζόταν ρητά. Αυτή είναι η ελληνική κοινωνία και τώρα που έσφιξαν τα γάλατα, δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο. Οι παλαιοσταλινικές ερμηνείες του φασισμού («ο φασισμός ως μακρύ χέρι του κεφαλαίου» 80 ) απλώς ενδυναμώνουν αυτήν την ιδέα.

Στην πραγματικότητα, όμως, τα πράγματα είναι λιγάκι διαφορετικά. Όπως προσπαθούμε να δείξουμε στο πρώτο κομμάτι του κειμένου μας, ναι μεν η άνοδος της ΧΑ δεν είναι απλώς μια συγκυριακή εξέλιξη· η κριτική πολλών αναρχικών στη μηχανιστική ανάλυση της αριστεράς («η φτώχεια γεννά τον φασισμό») είναι ορθότατη 81 . Ωστόσο, το γεγονός πως αυτή η άνοδος ερείδεται στην ύπαρξη ορισμένων εγγενών ανθρωπολογικών χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας, δε σημαίνει πως αυτή η κοινωνία είναι «φασιστική». Τα χαρακτηριστικά που προσπαθούμε κι εμείς να αναλύσουμε (εθνικισμός, πολιτιστική εξαχρείωση, επιδεικτική αδιαφορία για την πολιτική, επιθυμία «τιμωρίας» των πολιτικών κ.λπ.) δημιουργούν όχι έναν νεοέλληνα ναζί και ρατσιστή, αλλά έναν απαίδευτο και εντελώς ανερμάτιστο, πολιτικά, ψηφοφόρο, ο οποίος δεν έχει πρόβλημα να ψηφίσει τον Ζαρούλια, όχι επειδή συμφωνεί με τις φασιστικές και ναζιστικές του διακηρύξεις, αλλά επειδή γουστάρει να τον βλέπει «να τα χώνει στο Σύστημα». Πρόκειται για το σύνδρομο του Ρομπέν των Δασών, όπως πολύ σωστά το έχει παρατηρήσει ο Notis: τον ρόλο της 17Ν παλιότερα, τον παίζει τώρα, στο συλλογικό φαντασιακό, η αγέλη των ανθρωπιδών του Ζαρούλια.

Διότι, κατά τα άλλα, είναι σαφές σε όποιον έχει στοιχειωδώς επαφή με την κοινωνία, ότι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι φυσικά εθνικιστές και εθνικίστριες, αλλά όχι ρατσιστές και ρατσίστριες. Και σε καμία περίπτωση το 7% με 10% που υποστηρίζει την ΧΑ δεν είναι ούτε πλειοψηφικό αλλά ούτε και πραγματικά φασιστικό στο μεγαλύτερο μέρος του. Μπορεί τα κανάλια να μην τις παρουσιάζουν, εφόσον δεν πουλάνε τόσο πολύ όσο οι ενέργειες των ουρακοτάγκων του Ζαρούλια, αλλά έχουν επανειλημμένως εκφραστεί αντιστάσεις στις δράσεις της ΧΑ από διάφορες κοινωνικές ομάδες: από τους πολύτεκνους που αποδοκίμασαν τον Κασιδιάρη (όταν πήγε να διαδηλώσει μαζί τους) και τους κρητικούς που έδιωξαν την τοπική αντιπροσωπία της ΧΑ από τα χωριά τους μέχρι παπάδες που έβγαλαν διαγγέλματα εναντίον της και γιατρούς που αρνήθηκαν να κάνουν «αιμοδοσία μόνο για Έλληνες» (τόσο στο Αγρίνιο όσο και, νωρίτερα, στη Σωτηρία, στην Αθήνα) ή ακόμα και τους οργανωμένους οπαδούς της ΑΕΚ στο Περιστέρι που αντέδρασαν στην προσπάθεια της ΧΑ να ιδρύσει γραφεία δίπλα στον σύνδεσμό τους.

Είναι επίσης ενδεικτικό πως κάθε φορά που η ΧΑ αφήνει στην άκρη το πιο πατριωτικό/εθνικιστικό προσωπείο της και εμφανίζει ακομπλεξάριστα τις πιο ρατσιστικές και φασιστικές της απόψεις, ο κόσμος την αποδοκιμάζει. Χαρακτηριστικότερη όλων η περίπτωση με τη γνωμάτευση του πίθηκου Παναγιώταρου περί της μη ελληνικότητας του μπασκετμπολίστα του Παναθηναϊκού, Σοφοκλή Σχορτσιανίτη. Όποιος παρακολούθησε τον διάλογο που ακολούθησε σε αθλητικές ιστοσελίδες και ραδιόφωνα, θα καταλάβει τι εννοούμε. Και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε όλα αυτά είναι πως το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου που αντιδρά σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι ούτε αριστερών ούτε, φυσικά, αναρχικών τάσεων: είναι καθημερινοί, μέσοι πατριώτες, οι οποίοι ωστόσο ούτε ρατσιστές ούτε φασίστες είναι. Αυτή όμως τη διαφορά μεταξύ πατριωτισμού-ρατσισμού/επιθετικού εθνικισμού αδυνατούν να την κατανοήσουν όσοι πιστεύουν ότι όποιος κρατά ελληνική σημαία είναι «φασίστας»[82].

Η ανεπάρκεια των «ταξικών» προσεγγίσεων

Τι πιο λογικό, λοιπόν, αυτή η αντίληψη της κατάστασης να μας οδηγεί σε μια τάση να μετατρέπουμε την πολιτική μας στράτευση σε μια μονοθεματικού τύπου δράση, τον «αντιφασισμό»; Τα προβλήματα όμως δε σταματούν εδώ. Διότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ένας σωστός αντιφασισμός δε θα ήταν κάτι εντελώς αρνητικό, έστω και ως «μονοθεματική» πολιτική στράτευση. Όμως η αδυναμία του ελληνικού αναρχικού και ελευθεριακού χώρου να απελευθερωθεί από τη γοητεία που του ασκεί ο εγχώριος σταλινισμός, τον κάνει να φλερτάρει με μια αριστερίστικου τύπου προσπάθεια δικαιολόγησης της τάσης του να βλέπει την άνοδο του Ζαρούλια ως την κορυφή του παγόβουνου που ακούει στο όνομα «εκφασισμός της κοινωνίας». Έτσι, η δημητρωφική ανάλυση του φασισμού ως μακριού χεριού του καπιταλισμού (ή του κράτους, σε μια πιο αναρχική εκδοχή της θεωρίας) μας οδηγεί σε μια περίεργη αντίληψη του αντιφασισμού, σχεδον σχιζοφρενική: από τη μια μεριά, δηλαδή, περιορίζουμε το γενικότερο πρόταγμά μας για τον ριζικό μετασχηματισμό των κοινωνιών σε μια αμυντική στάση απέναντι στο πιο επείγον κακό, ενώ, την ίδια στιγμή, από την άλλη μεριά, χρησιμοποιούμε τη δημητρωφική ανάλυση προκειμένου να δώσουμε με το ζόρι «ταξικά» χαρακτηριστικά σε αυτόν μας τον αντιφασισμό.

Αντί, με άλλα λόγια, να πούμε ότι, δεδομένου πως το επείγον αυτήν τη στιγμή είναι να βάλουμε φραγμό στην άνοδο της συμμορίας του Ζαρούλια, ρίχνουμε λιγάκι τον πήχη των πολιτικών και ιδεολογικών μας κριτηρίων και συμμαχούμε με ευρύτερα κομμάτια της κοινωνίας, με τις πολιτικές απόψεις των οποίων υπό κανονικές συνθήκες δε συμφωνούμε, τελικά κάνουμε το αντίθετο: προσπαθούμε να εξάγουμε τον αντικαπιταλισμό από τον αντιφασισμό. Δεδομένου ότι, όπως είδαμε παραπάνω, τελικά η άνοδος του φασισμού είναι η κρυμμένη αλήθεια της κοινωνίας μας, τελικά μόνο οι πραγματικά αντικαπιταλιστές είναι πραγματικοί αντιφασίστες. Άρα, δεν πολεμάμε τον φασισμό ως μια επιδείνωση της αρχικής κατάστασης, θέτοντας ως βραχυπρόθεσμο στόχο την επιστροφή σε ένα πιο νορμάλ κοινοβουλευτικό καθεστώς· τείνουμε να πιστεύουμε ότι τελικά ο πραγματικός αντιφασισμός είναι αναγκαστικά κι εξορισμού επαναστατικός κι έτσι ανοίγουμε μέτωπο ενάντια στους «μικροαστούς» αλλά και στην κοινωνία ολόκληρη, τελικά, η οποία είναι και υπεύθυνη για την άνοδο αυτού του φασισμού.

Αντί, με άλλα λόγια, ο αντιφασισμός να μας ανοίγει λίγο παραπάνω στην κοινωνία, μάλλον τείνει να μας χρησιμεύει ως δικαιολογία για να κλειστούμε ακόμα περισσότερο στον εαυτό μας. Στο κάτω κάτω αυτό που τελικά επείγει είναι να προστατευθούμε εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες, ως αναρχικός χώρος, από την υποτιθέμενη φασιστικοποίηση κράτους και κοινωνίας. Δε χρειάζεται καν να υπογραμμίσουμε πόσο λανθασμένη είναι μια τέτοια αντίληψη των πραγμάτων. Διότι ο αντιφασισμός είναι ένα πεδίο από τα πιο προνομιακά για τη διάδοση των δημοκρατικών και ελευθεριακών ιδεών. Πρόκειται για ένα θέμα που μόνο ο αναρχικός χώρος (και λιγότερο η αριστερά) αναδείκνυε ευθύς εξαρχής, πριν γιγαντωθεί και καταστεί εμφανές ακόμα και στους διανοητικά ηλίθιους. Αυτό είναι ένα στοιχείο που θα μπορούσε να δώσει πόντους σε αυτόν τον χώρο, μέσω της ανάδειξης της διορατικότητας και των πολιτικών του αντανακλαστικών, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους όψιμους αντιφασίστες που τόσο καιρό σφύριζαν αδιάφορα και τώρα ιδρύουν πρωτοβουλίες, βγάζουν βιβλία κ.λπ[83]. Πρόκειται, επίσης, για μια υπόθεση που μπορεί να φέρει σε επαφή με την πολιτική κάποιον κόσμο χωρίς ιδιαίτερα ριζοσπαστική στάση, ο οποίος όμως πιστεύει πως κάτι πρέπει να γίνει με την άνοδο της ΧΑ. Ειδικότερα κάποιος κόσμος που πολιτικοποιήθηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2008 αλλά και το καλοκαίρι του 2011 στις πλατείες της χώρας θα έπρεπε να συνιστά προνομιακό πεδίο απεύθυνσης. Βλέπουμε όμως, αντίθετα, ότι η νεολαία -που θεωρήθηκε ως κατηγορία που τελικά κερδήθηκε από τις αντιεξουσιαστικές ιδέες ή, πιο σωστά, πρακτικές- τελικά περνάει στη σφαίρα γοητείας της στάνης του Ζαρούλια.

Μετανάστες, ισλαμισμός και ισλαμο-αριστερισμός

Σε αυτό το πλαίσιο, πολύ συχνά παρατηρείται μια πουριστική, κατά κάποιον τρόπο, στάση, η οποία θεωρεί το σύνολο της κοινωνίας ως ρατσιστικά μολυσμένο, αναζητώντας τους τελευταίους ανθρώπους -που έλεγε κι ο Νίτσε- μέσα σε αυτήν την έρημο που εξαπλώνεται. Και τελικά τους βρίσκει στο πρόσωπο των μεταναστών: των νέων «κολασμένων της γης». Πράγμα που οδηγεί, εξίσου συχνά, σε μια απογύμνωση του αντιφασισμού από όλα τα πολιτικά χαρακτηριστικά που μπορεί να έχει ακόμα και ως μονοθεματική πολιτική δράση, ενώ ταυτόχρονα τον περιστέλλει στην απλή προστασία των μεταναστών. Φυσικά, για να μην παρεξηγηθούμε, είναι κι αυτό, πολύ συχνά, μια αναγκαιότητα και απαραίτητο κομμάτι του αγώνα ενάντια στην ΧΑ. Ωστόσο το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: όχι μόνο στην τάση να αντιλαμβανόμαστε αυτό το κομμάτι του γενικότερου αγώνα ως αυτοσκοπό αλλά και στην αδυναμία να δούμε ορισμένα ακόμα ζητήματα που τίθενται από το μεταναστευτικό.

Το πιο σημαντικό από αυτά είναι η αδυναμία των ίδιων των μεταναστών να δραστηριοποιηθούν με αποτελεσματικό τρόπο για να αποκρούσουν τις ρατσιστικές επιθέσεις αλλά και για να προσπαθήσουν να βελτιώσουν, γενικότερα, τη θέση τους μέσα στην ελληνική κοινωνία. Διότι, δε θα πρέπει να το ξεχνάμε, αν είμαστε υπέρ της δημοκρατίας και της αυτονομίας, ότι θα πρέπει να είμαστε και υπέρ της αυτοοργάνωσης και της αυτενέργειας των κοινωνικών υποκειμένων και ομάδων. Ο αναρχικός χώρος και η αριστερά δεν είναι σωματοφύλακες των μεταναστών και αυτοί οι τελευταίοι δε θα πετύχουν τίποτε αν δε βασιστούν, πρωτίστως, στις δικές τους δυνάμεις. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, αυτό που δείχνει να κινητοποιεί τους μετανάστες δεν είναι η πολιτική ή, έστω, τα κοινωνικά ζητήματα που τους αφορούν, αλλά η θρησκεία. Περιπτώσεις όπως η απεργία πείνας των «300», πριν από δύο χρόνια, ή η ενστικτώδης άμυνα σε ορισμένες ρατσιστικές επιθέσεις 84 αποτελούν μάλλον εξαίρεση παρά κανόνα. Οι μόνες άξιες λόγου κινητοποιήσεις μεταναστευτικών συλλόγων τα τελευταία χρόνια υπήρξαν τα δύο συλλαλητήρια διαμαρτυρίας για το σκίσιμο ενός αντιτύπου του Κορανιού από ειδικό φρουρό, κατά τη διάρκεια ελέγχου στην Αθήνα, το 2009. Πρόκειται για δύο πορείες που τελικά μετατράπηκαν σε μανιφέστα ισλαμικής πίστης, χάνοντας κάθε χαρακτήρα πολιτικής διαμαρτυρίας. Και το ίδιο συνέβη και με τη διαδήλωση της πακιστανικής κοινότητας Αθήνας ενάντια στην άνοδο του ρατσισμού, τον περασμένο Αύγουστο.

Κι εκεί εμφανίστηκε το εξής χαρακτηριστικό φαινόμενο: μια πολιτική διαμαρτυρία τελικά μετατράπηκε σε συλλογική δήλωση πίστης στο Ισλάμ, με μαζικές γονυκλισίες, «Αλάχου ακ-μπαρ» και τη σημαία της Σαουδικής Αραβίας (με το αραβούργημα της σαχάντα, της ομολογίας πίστης των μουσουλμάνων) να κυματίζει στα σκαλιά της Πλατείας Συντάγματος. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο ότι το μεγαλύτερο μέρος των μεταναστών (που προέρχονται από χώρες του Μαγκρέμπ, της υποσαχάριας Αφρικής και της Ασίας) είναι φορείς θρησκευτικών και ετερόνομων αντιλήψεων και κοινωνικών πρακτικών, πράγμα που τους δυσκολεύει ιδιαίτερα να πολιτικοποιηθούν και να αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους. Το μόνο πράγμα που δείχνει να τους κινητοποιεί -εκτός από κάποιες περιπτώσεις αυτοάμυνας απέναντι σε βίαιες επιθέσεις- είναι ό,τι βιώνουν ως προσβολή της θρησκείας τους, δηλαδή του Ισλάμ. Τα υπόλοιπα δείχνουν να τους αφήνουν αδιάφορους. Στην πορεία της Πακιστανικής Κοινότητας βλέπαμε πλακάτ να λένε «Τιμωρία στους φασίστες που επιτίθενται σε τζαμιά και προσβάλλουν τον Προφήτη και το Κοράνι».

Ο αναρχικός χώρος αλλά και η αριστερά αδυνατούν να κατανοήσουν το φαινόμενο, λόγω της χονδροειδούς μαρξιστικής τους ανάλυσης: «οι μετανάστες είναι οι νέοι προλετάριοι, άρα, αργά η γρήγορα, η εκμετάλλευση που υφίστανται θα τους πολιτικοποιήσει» κ.λπ. Και φυσικά υπάρχει και η μεγάλη γοητεία που ασκεί το Ισλάμ ως δήθεν «αντιστασιακή» θρησκεία, που τα βάζει με τη «Δύση», τους «αμερικάνους ιμπεριαλιστές» και τα «γεράκια του σιωνισμού». Δε θα μπορούσε να περιμένει κανείς από αυτόν τον ισλαμοαριστερισμό, που γοητεύεται από τον Αχμαντινεζάντ, τη Χαμάς και τη Χεζμπολά, να ενοχλείται από την κυριαρχία που ασκεί η θρησκεία -και μάλιστα το επιθετικό και θεοκρατικό Ισλάμ- στα μυαλά αυτών των ανθρώπων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σκεπτόμενοι άνθρωποι, που νιώθουν φυσική αποστροφή προς κάθε θρησκεία, πιστεύουν ότι αυτή η κυριαρχία του Ισλάμ είναι προϊόν της επιβολής κάποιων κακών και αντιδραστικών ελίτ στους καλούς μετανάστες προλετάριους («ισλαμικό νταβατζιλίκι στους ταξικούς αγώνες τους» κ.λπ.)[85]. Αδυνατούν να δουν το βάθος και την ανθρωπολογική διάσταση του προβλήματος.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει αυτό το θέμα να συζητηθεί κάποια στιγμή. Θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, καθώς, είναι πολύ πιθανό, όπως συμβαίνει στην δυτική Ευρώπη, η ακροδεξιά να αρχίσει να παίζει το χαρτί του ισλαμισμού για να προωθήσει υπογείως τον ρατσισμό της: θα αρχίσει να μιλά για τον κίνδυνο που θέτει η ισλαμική θεοκρατία για τις δικές μας εκκοσμικευμένες κοινωνίες, υιοθετώντας τα φιλελεύθερα και αριστερά επιχειρήματα που η ίδια η αριστερά (αλλά και οι αναρχικοί, πολύ συχνά) έχει ξεχάσει. Θα πρέπει επίσης να το έχουμε αυτό υπόψη, ώστε να είναι ξεκάθαρο και κάτι ακόμα: ο αντιφασισμός δεν πρέπει να μετατρέπεται σε τυφλό φιλομεταναστευτισμό. Στο βαθμό που οι ίδιοι οι μετανάστες αρνούνται να σπάσουν την παραδοσιακή θρησκευτική τους ετερονομία, δεν υπάρχουν και πολλά κοινά μεταξύ ημών και αυτών. Διότι, ναι μεν, τους υπερασπιζόμαστε απέναντι στις επιθέσεις της ντόπιας ακροδεξιάς στο όνομα της υπεράσπισης καθολικών και απαραβίαστων -για εμάς, πάντα!- αξιών όπως η ισότητα ή η αλληλεγγύη, αλλά δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλοί από αυτούς τους μετανάστες όχι μόνο δε μοιράζονται αυτές τις αξίες, αλλά είναι και οπαδοί του ισλαμισμού, δηλαδή της θρησκευτικής ακροδεξιάς, η οποία τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε πορεία ανόδου σε πολλές αραβικές, αφρικανικές χώρες αλλά και στην μέχρι τώρα «μετριοπαθή» Τουρκία[86]. Και φυσικά αυτή η θεοκρατική και σκοταδιστική ιδεολογία αποτελεί θανάσιμο εχθρό κάθε προτάγματος που έχει για στόχο του την ατομική και κοινωνική αυτονομία. Πράγμα που σημαίνει ότι ο αγώνας ενάντια στην ακροδεξιά και τον φασισμό πρέπει να πολεμάει όλες τους τις εκφάνσεις: τόσο την πολιτική όσο και τη θρησκευτική.

[10] Δανειζόμαστε αυτήν την έννοια από τον Α. Γαβριηλίδη και το βιβλίο του, Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού. Ρίτσος-Ελύτης-Θεοδωράκης-Σβορώνος, Αθήνα, Futura,2007. Βλ. επίσης και το κείμενο του Ν. Γκιμπιρίτη σε αυτό τεύχος.
[11] Τέτοιος ρόλος συνεχιστή της μεγάλης παράδοσης της λαϊκιστικής δεξιάς θα μπορούσε να αποδοθεί μάλλον στον Π. Χαμμένο, αν και αυτός αποτελεί μια σαφώς πιο ατάλαντη εκδοχή του επικοινωνιακού θιάσου του λαϊκισμού.
[12] Ας μην ξεχνάμε τον πρωτεύοντα ρόλο της πόλωσης «μνημόνιο – αντιμνημόνιο» στη σημερινή ρευστή πολιτική κατάσταση και βέβαια στις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις.
[13] Αιμοποσίες στο κατά Καιάδαν Ευαγγέλιον!
[14] Σε σχετική έρευνα που έχει γίνει η πλειοψηφία του κόσμου αποδοκιμάζει τις χουλιγκανίστικες πρακτικές της οργάνωσης και συμφωνεί με την τοποθέτηση της οργάνωσης εκτός νόμου.
[15] Στυλοβάτες της προώθησης ενός τέτοιου κλίματος κοινωνικού κανιβαλισμού στάθηκαν το τελευταίο διάστημα τα διάφορα υπουργοειδή τύπου Λοβέρδου, Δένδια και Χρυσοχοϊδη.
[16] Χ. Κουσουμβρής, συνέντευξη στον Ταχυδρόμο, 27/3/2004. Η συμμαχία πολλών σωμάτων της αστυνομίας και του δικαστικού χώρου αποτελεί πράγματι μια ελληνική ιδιαιτερότητα, ειδικά το τελευταίο διάστημα όπου η προστασία των φασιστών από τα ΜΑΤ, τα βασανιστήρια σε αντιφασίστες (επιδεικνύοντας σαφείς φιλοχρυσαυγίτικες προτιμήσεις) και οι αναβολές των δικών επιφανών μελών της οργάνωσης τείνουν να γίνουν ο κανόνας. Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες, αυτή η κατάσταση έχει να κάνει όχι μόνο με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές (βλ. και το προτελευταίο μέρος αυτού του κειμένου) αλλά και με την αδυναμία του ελληνικού κράτους να επιβληθεί στα εκάστοτε λόμπι και τις ομάδες συμφερόντων, οι οποίες αναπτύσσονται ακόμα και μέσα στα ίδια τα σώματα ασφαλείας).
[78] A. G. Grauwacke, Autonome Antifa. Σύντομη ιστορία του γερμανικού αντιφασιστικού και αντιρατσιστικού κινήματος (1980-2003), Αθήνα, Antifa Scripta, 2007, σ. 20. Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι οι γερμανοί «αυτόνομοι» δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με αυτό που στην Ελλάδα αποκαλούμε «αυτόνομος χώρος», καθώς συνιστούν μια παραλλαγή του ευρύτερου αριστερισμού.
[79] Όπως έλεγε και ένα σύνθημα των γερμανών αυτόνομων, με αφορμή εμπρησμούς κατοικιών μεταναστών από τους ναζί: A. G. Grauwacke, Autonome Antifa…, ό. π., σ. 24.
[80] Πρόκειται για τη θεωρία του γενικού γραμματέα της Κ. Διεθνούς, αρχισταλινικού Γκεόργκι Δημητρώφ, η οποία κωδικοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1935, με την περίφημη αναφορά του στο 7 ο συνέδριο της ΚΔ («Η φασιστική επίθεση και τα καθήκοντα της Κομουνιστικής Διεθνούς στην πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στον φασισμό»). Εδώ μια αγγλική εκδοχή του κειμένου.
[81] Βλ. για παράδειγμα το κείμενο της Ομάδας Ελευθεριακών Κομουνιστών, «“Εγκληματικές” ερμηνείες γεγονότων», στην ιστοσελίδα Ελευθεριακή Κίνηση.
[82] Σχετικά με αυτό το τελευταίο σημείο, βλ. και την ανάλυσή μας στο Editorial του τ. 4 του Προτάγματος, ό. π., σσ. 13-22.
[83] Εκτός από την περίφημη Πρωτοβουλία ενάντια στη ναζιστική βία με την οποία ο Βενιζέλος προσπαθεί να βγει από την πολιτική αφάνεια, βλ. και τον συλλογικό τόμο με τον εύγλωττο τίτλο Βία των εκδόσεων Πόλις, με κείμενα αστέρων όπως ο Μανδραβέλης, ο Μ. Μητσός των Νέων κ.λπ.
[84] Όπως για παράδειγμα τον τελευταίο Σεπτέμβριο στην Κυπαρισσία, κατά τη διάρκεια τοπικού πανηγυριού, οπότε και κυνηγήθηκαν οι χρυσαυγίτες που πήγαν να κάνουν «έλεγχο» στους πάγκους των αλλοδαπών μικροπωλητών.
[85] Βλ. για παράδειγμα τα σχόλια σε μια συζήτηση σχετικά με το ζήτημα που συζητάμε, η οποία έλαβε χώρα στο αθηναϊκό Indymedia με αφορμή τη διαδήλωση της πακιστανικής κοινότητας Αθήνας, τον προηγούμενο Αύγουστο.
[86] 86. Τι έχουν να πουν, για παράδειγμα, σήμερα όλοι αυτοί οι αριστεροί που υπερασπίζονταν
τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στην Αίγυπτο, απέναντι στις προσπάθειες επιβολής νοθείας στις εκλογές από τον (αμερικανοκίνητο) στρατό; Τι έχουν να πουν για την προσπάθεια δικτατορικής εκτροπής που κάνει ο πρόεδρος Μόρσι και για την έμμεση αλλά σαφή του απόπειρα να προωθήσει περαιτέρω εφαρμογή του ισλαμικού δικαίου; Την εκλογική νοθεία την καταγγέλλουμε –πολύ σωστά· γιατί όμως δεν κάνουμε το ίδιο και με τις αξιώσεις των ισλαμιστών; Είναι δυνατόν σε κείμενα που αναφέρονται στην άμεση δημοκρατία, να παραθέτουμε έναν εκ των ιδρυτών των Αδελφών Μουσουλμάνων, όπως κάνει ο Γ. Λιερός (Ξαναπιάνοντας το νήμα. Η κοινωνική αναμέτρηση στην Ελλάδα σήμερα, Αθήνα, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2011, σ. 26, υπ. 9), ειδικά για να αναφέρουμε ως έμπνευσή μας το γεγονός πως ο εν λόγω θεωρητικός «υποστήριζε ότι οι ισλαμιστές δεν θα έπρεπε να αναλάβουν την πολιτική εξουσία αλλά να παραμείνουν μια εξωτερική δύναμη κριτικής προς το κράτος»;

Αναρτήθηκε στις: 30/06/2014