Το Ελληνικό Κράτος και η αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας

laxeio

Ένα από τα στοιχεία που χωρίς αμφιβολία χαρακτηρίζουν και διακρίνουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο το Ελληνικό Κράτος, είναι η σχέση του με την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Στο διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας (που διαφαίνεται πως δειλά ανοίγει η νέα κυβέρνηση), άμεση είναι η εμφάνιση αντιδράσεων, οι οποίες αντιτάσσονται έντονα στο ενδεχόμενο (απευθυνόμενες συχνά στα βαθύτερα θρησκευτικά ένστικτα του λαού). Η μετάβαση της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας από το καθεστώς Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) σε καθεστώς Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) είναι ένα από τα ζητήματα που, κατά πάσα πιθανότητα, θα απασχολήσουν ξανά την ελληνική κοινωνία. Πολλές από αυτές τις αντιδράσεις φαίνεται ότι προσπαθούν να εντάξουν την – περί διαχωρισμού – συζήτηση στα πλαίσια της γενικευμένης επέλασης του δυτικοευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού.

Το εάν ο νεοφιλελευθερισμός επιβληθεί και στα άδυτα των οικονομικών της Εκκλησίας – πράγμα που ακόμη δεν έχει συμβεί παρόλη την αδυσώπητη επιβολή του στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας – μένει να το δούμε. Ωστόσο έχει ιστορική αξία μια σύντομη αναδρομή σε μια ακόμη διαχρονική «ελληνική ιδιαιτερότητα» που αφορά στην αντιπαραβολή της Ανατολής με τη Δύση. Ιδιαιτερότητα που εμπλέκει άμεσα και κατά κύριο λόγο την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Η αντιπαραβολή του δυτικού ευρωπαϊσμού με την – ανατολικής φύσης μετά-βυζαντινή και μετά-οθωμανική- ορθόδοξη θεοσέβεια έχει ξεκινήσει από τα τέλη του 18ου αιώνα [1]. Κατά την περίοδο διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας μεταξύ του 1830 και του 1880, καταγράφηκε μια αρχική στροφή στη Δύση. Στροφή που όμως σταδιακά μετατράπηκε σε «αντιδυτικισμό» και ενισχύθηκε από ιστορικά γεγονότα που ενοχλούσαν τους Έλληνες και τους έκαναν να αισθανθούν την απόσταση που τους χώριζε από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, ακόμα κι απ’ τις λεγόμενες «προστάτιδες» δυνάμεις και να επιθυμούν να «απογαλακτισθούν» από τη μητέρα Ευρώπη. Η σύνδεση με την Αρχαία Ελλάδα που έγινε σημαντικός σκοπός των Ελλήνων, συνεπαγόταν έτσι κι αλλιώς και σύνδεση με τη Δύση, η οποία είχε υιοθετήσει την ελληνική κλασική αρχαιότητα. Σε αυτή τη «διαλεκτική» η στάση της Εκκλησίας υπήρξε πάντα καταλυτική. Έτσι η Εκκλησία με την «αποκατάσταση» του Βυζαντίου ήρθε να καλύψει ένα μεγάλο κενό στο «εθνικό» ιδεολογικό οικοδόμημα της εποχής και να εξασφαλίσει την «ελληνική ενότητα» στο χώρο και το χρόνο. Στο Βυζάντιο λοιπόν παρήχθη «υψηλός πολιτισμός», ενώ τότε άνθισαν και τα εθνικά ιδανικά.

Ήδη από τη δεκαετία του 1850. Η «Μεγάλη Ιδέα» της Ελλάδας «των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών», ήθελε τη χώρα ως την μοναδική που θα μπορούσε να συνδυάσει στοιχεία Ανατολικής ορθοδοξίας και Δύσης. [2][3]

Το 1913, ο καθηγητής θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Αμίλκας Αλιβιζάτος, προειδοποιούσε[4]: «Ο νέος πολιτισμός, ο Ευρωπαϊκός, τον οποίον συνειδητώς ή ασυνειδήτως απεδέχθημεν ήδη (…) φέρει μεθ’ εαυτού ιδέες, όχι μόνον αντιθρησκευτικάς αλλά και αντεθνικάς και γενικώς αναρχικάς».

Έχει αξία να θυμηθεί κανείς τις προειδοποιήσεις του φιλοσόφου Χρήστου Γιανναρά [5], ο οποίος απευθυνόμενος στους Δυτικοευρωπαίους τους συμβουλεύει να μην αποστραφούν τον ελληνικό πολιτισμό (χωρίς ποτέ να καθορίσει με σαφήνεια σε ποιόν πολιτισμό αναφέρεται) και να διδαχθούν από την ορθοδοξία, η οποία εν τέλει θα είναι αυτή που θα τους προφυλάξει από τον ρασιοναλισμό και τον υλισμό.

Αντίστοιχα σκόπιμο είναι να θυμηθεί κανείς ένα από τα «περίφημα» άρθρα [6] του Γ. Μπαμπινιώτη. “Η Ορθοδοξία είναι στοιχείο αχώριστο, συνυφασμένο με τη συνείδησή μου ως Έλληνα… Όποιος μιλάει για Ορθοδοξία ερήμην του Ελληνισμού, νομίζω ότι ματαιοπονεί• όποιος όμως μιλάει για Ελληνισμό ερήμην της Ορθοδοξίας κάνει κάτι χειρότερο, ασχημονεί

Η οθωμανική αυτοκρατορία, που κυριάρχησε στη βαλκανική χερσόνησο επί πέντε περίπου αιώνες, ήταν κράτος της προεθνικιστικής περιόδου, κατά την οποία η μοντέρνα έννοια του «έθνους» ήταν άγνωστη. Όλη η οργάνωση της κοινωνίας βασιζόταν, όπως άλλωστε και στη βυζαντινή προκάτοχό της, στη θρησκεία. Κυβερνούσε τους υπηκόους της με το σύστημα των «μιλλετιών», δηλαδή των “θρησκευτικών εθνών”. Τα τέσσερα μιλλέτια, το ελληνικό, το αρμενικό, το εβραϊκό και το “τουρκικό” μιλλέτι αποτελούσαν το Οθωμανικό Κράτος [7]. Το ελληνικό μιλλέτι ελεγχόταν από τον ελληνορθόδοξο κλήρο, ο οποίος είχε σημαντική θρησκευτική, εκπαιδευτική, διοικητική και δικαστική εξουσία επί όλων των ορθοδόξων χριστιανών υπηκόων της αυτοκρατορίας, Ελλήνων και Σλάβων. Έλληνες κατείχαν σημαντικές διοικητικές θέσεις στην Υψηλή Πύλη, καθώς ήταν οι επίσημοι διερμηνείς (δραγουμάνοι) και κατά συνέπεια διαπραγματευτές για λογαριασμό του Σουλτάνου στις σχέσεις του με την Ευρώπη. Επίσης κυριαρχούσαν στο εμπόριο της Βαλκανικής, καθώς οι Τούρκοι δεν είχαν δικαίωμα από το Κοράνι να συναλλάσσονται με «απίστους».

Σήμερα η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία δεν έχει καταστεί δυνατή η θεσμική ολοκλήρωση του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. Οι αιτίες, όπως συνοπτικά αναφέρθηκε παραπάνω, αν και δεν είναι ευρέως γνωστές, έχουν καθαρή ιστορική συνέχεια και εδράζονται σε ένα σπηλαιώδες, οικονομικής και πολιτικής φύσης, υπόβαθρο.

Αντίθετα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ο διαχωρισμός Εκκλησίας – Κράτους είναι σχετικά σαφής. Αυτός που, ανάλογα με τη χώρα, παραμένει ασαφής είναι ο διαχωρισμός της θρησκείας από την πολιτική. Σε γενικές γραμμές στην Ευρώπη η επίσημη θέση της Εκκλησίας είναι ότι η θρησκεία, και ιδιαιτέρως η Εκκλησία, έχει ιδιαίτερο ρόλο στην καθοδήγηση των συνειδήσεων, δρώντας έτσι ως ελεγκτικός και εξισορροπητικός παράγοντας ως προς την κρατική ισχύ. Στη σημερινή συγκυρία της οικονομικής κρίσης, η επαναφορά του ζητήματος διαχωρισμού Κράτους – Εκκλησίας στοιχειοθετεί μια απολύτως θετική προοπτική, άσχετα από το εάν η κυβέρνηση προχωρήσει (εάν φυσικά προχωρήσει) σε έναν φιλικό ή εχθρικό διαχωρισμό. Αν και πιθανότερη θα ήταν μια παραλλαγή του φιλικού διαχωρισμού με «καθαρή διάκριση και έμπρακτη συνεργασία» (κάτι ανάμεσα στο μοντέλο των ΗΠΑ και της Γαλλίας) όπως την περιέγραψε ο Jacques Maritain και o Alexis de Tocqueville [8][9].

Οποιαδήποτε προσπάθεια ουσιαστικής πολιτικής μεταρρύθμισης δεν μπορεί παρά να ανοίξει και αυτό το σημαντικό ζήτημα. Μια κοινωνία στα όρια της εξαθλίωσης όπως η ελληνική, πρέπει να λάβει υπόψη της σοβαρά τα παρακάτω:

  • Την επιβάρυνση των προϋπολογισμών με τη μισθοδοσία των ιερέων και με τον εκκλησιαστικό στόλο αυτοκινήτων. Έξοδα που κάλλιστα θα μπορούσε να αναλάβει η Εκκλησία (τόσο με την συνδρομή των μεγάλων και μικρών ευεργετών της, όσο και με την αξιοποίηση του πλούτου της).
  • Το άκρως ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης της τεράστιας ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας σε σχέση με του υπόλοιπους πολίτες. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε πως στο Εθνικό Κτηματολόγιο δεν προσήλθαν ώστε να εγγραφούν η Εκκλησία, οι μονές και τα σχετικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
  • Τις χρεώσεις, συχνά υπό μορφή εξαναγκαστικής δωρεάς, για την τέλεση όλων των εκκλησιαστικών μυστηρίων (γάμων, βαπτίσεων κ.λπ.).
  • Τα φαινόμενα των εικονικών δωρεών που κάθε άλλο παρά μεμονωμένα είναι.
  • Την ασυλία που παρέχεται στην Εκκλησία ως προϊόν αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην δαιδαλώδη κρατική γραφειοκρατία και το εξίσου πολυδαίδαλο Εκκλησιαστικό Δίκαιο.
  • Την εμπλοκή της Εκκλησίας σε ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας του Κράτους (ταυτότητες, γάμοι κ.λπ.) και την παρέμβασή της (άμεση ή/και έμμεση) στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.
  • Γενικότερα τη λειτουργία της Εκκλησίας (η οποία εκτός των άλλων διαθέτει και ομόλογα) ως αναπόσπαστο μέρος του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο ενώ δημόσια το καταγγέλλει, στην πραγματικότητα έχει υιοθετήσει πλήρως, και ασφαλώς όχι ως ιδιώτης σε καθεστώς ελεύθερων αγορών αλλά ως προστατευμένος επενδυτής με μορφή ΝΠΔΔ.

Σήμερα ελάχιστα ενδιαφέρει τον μέσο Έλληνα πολίτη και ειδικά τις νεότερες γενιές (που αδίκως θα επωμιστούν τα οικονομικά βάρη του χρέους στο μέλλον) εάν αφαιρεθεί το άρθρο 3 από το Σύνταγμα, εάν «κατέβουν» οι εικόνες (που ασφαλώς αποτελούν ιδιαίτερη, από εικαστική άποψη, κληρονομιά) από τους δημόσιους χώρους, ή εάν καταργηθούν οι θρησκευτικοί όρκοι. Η πίστη (καθώς και η επίκληση στην «Θεία Πρόνοια») αποτελεί ατομικό δικαίωμα και ασφαλώς είναι ένα άκρως προσωπικό θέμα. Ο σεβασμός στη όποια θρησκευτική πίστη και η επίγνωση της ελληνικής ιστορίας και παράδοσης είναι απολύτως άσχετα με την ουσία του ζητήματος. Εξάλλου και μετά τον διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας, η δεύτερη θα συνεχίσει να ασκεί τον ανθρωπιστικό και τον κοινωνικά-εθνικά ρυθμιστικό και συνεκτικό της ρόλο. Η τακτοποίηση των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, ουδεμία σχέση έχει με «συνωμοσίες» περί αποχριστιανισμού και εθνοκτονίας, αλλά αντιθέτως σχετίζεται με την εξοικονόμηση πολλών δεκάδων εκατομμύριων ευρώ προς όφελος των πολιτών.

Αυτό που ενδιαφέρει άμεσα όλους τους πολίτες, εκτός από την πολυπόθητη ισοκατανομή των οικονομικών βαρών, είναι η ισονομία και η δικαιοσύνη, που τόσο έχουν δεινοπαθήσει κατά τη λειτουργία του Ελληνικού Κράτους. Η συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας είναι εξέχουσας σημασίας και αυτή δεν δύναται να περιλαμβάνει ευνοϊκές ή μη εξαιρέσεις.

Οι αντιδράσεις από πλευράς Εκκλησίας και συνδαιτυμόνων αυτής, θα είναι πολλές και έντονες. Αυτές όμως δεν πρέπει να κάμψουν την βούληση της κυβέρνησης, οδηγώντας σε μια ακόμη μετάθεση του ζητήματος σε κάποιο άγνωστο μέλλον. Η μετάβαση σε καθεστώς ΝΠΙΔ όλων των Εκκλησιών και Αναγνωρισμένων Θρησκειών είναι καθοριστικής σημασίας. Μπορεί ο συσχετισμός πολιτικών δυνάμεων να φαίνεται αρνητικός, ωστόσο η προτεραιότητα και η συγκυρία είναι ευνοϊκές και καθοριστικές. Άλλωστε το ζήτημα της αποκρατικοποίησης της Εκκλησίας δεν περιλαμβάνεται (ούτε πρόκειται να περιληφθεί) στις όποιες μνημονιακές και μεταμνημονιακές δεσμεύσεις του Κράτους. Η κοινωνία δεν διαθέτει πλέον την πολυτέλεια χρόνου που, σε συνδυασμό με το έλλειμα πολιτικής βούλησης, της επέβαλε διαχρονικά αδιέξοδα όπως αυτό.

Οψόμεθα καθώς φαίνεται πως στο χάσμα ανάμεσα στο «Είμεθα πρώτα Χριστιανοί και μετά Έλληνες» και στο «Ανήκομεν εις την δύσιν», κάπου έχει χαθεί η Πολιτεία.

_____________________________________________________________________________

[1] Μαρία Κ. Καραγεώργου: Ελληνική Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός «Η Ιστορική συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας του νεοέλληνα και ο ρόλος της Ευρώπης»
[2] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης: Για τη «Μεγάλη Ιδέα» και τον εθνικισμό, “On the intellectual Content of Greek nationalism Paparrigopoulos, Byzantium and the Great Idea”.
[3] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες» και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια», στο Θάνος Βερέμης (επιμ.) Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1999, σελ. 111.
[4] Αμίλκας Αλιβιζάτος: Η οικονομία κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας (1949)
[5] Χρήστος Γιανναράς: Ορθοδοξία και Δύση – Η Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα (1972) & Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα (2005)
[6] Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Οι άρρηκτοι δεσμοί Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-04-1998, Κωδικός άρθρου: B12477B051.
[7] Δημήτρης Κιτσίκης: “Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924”, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1988.
[8] Carson, D. A: Christ And Culture Revisited, σελ. 189, Wm. B. Eerdmans Publishing, 2008
[9] Alexis de Tocqueville: Democracy in America, σε επιμέλεια και μετάφραση Harvey Mansfield και Delba Winthrop, Σικάγο: University of Chicago Press, 2000.

• EN: Your comment will be visible after approval. Please check the terms of use.

• EL: Τα σχόλια δημοσιεύονται κατόπιν έγκρισης. Για περισσότερες πληροφορίες δείτε τους Όρους χρήσης.