περιοδικό Blaumachen (#1 έως #5)

Blaumachen… μια σύντομη ιστορία της λέξης

Η μπλε Δευτέρα (Blauer Montag) είναι μια γερμανική έκφραση για την αργία της Δευτέρας. Παραδοσιακά, ήταν έθιμο σε πολλές μικρές επιχειρήσεις και συντεχνίες, κάθε Δευτέρα να δουλεύουν μόνο “με τη μισή ισχύ”, ή και να μην δουλεύουν καθόλου. Το έθιμο, όπως και η έκφραση Blaumachen («κάνω μπλε» και αργότερα «κάνω κοπάνα από την δουλειά») ανάγεται στην ιδιαιτερότητα της διαδικασίας χρωματισμού των υφασμάτων στις συντεχνίες των βαφέων της κεντρικής Ευρώπης.

Μέχρι να κατασκευαστεί το συνθετικό χρώμα, το χρώμα των ρούχων δεν ήταν ζήτημα γούστου αλλά χρήματος. Σε αντίθεση με άλλα χρώματα, όπως το βαθύ κόκκινο, το μπλε ήταν εύκολο να παραχθεί. Τα υφάσματα χρωματιζόταν με τη χρήση φύλλων από το φυτό λουλάκι. Η διαδικασία παραγωγής του χρώματος απαιτούσε καλό καιρό, έπρεπε να κάνει ζέστη τουλάχιστον για δυο εβδομάδες. Από πλευράς εξοπλισμού ήταν απαραίτητος μόνο ένας σωλήνας, ο οποίος έπρεπε να στέκεται στον ήλιο. Τα φύλλα του λουλακιού καλύπτονταν με υγρό, το οποίο από χημικής άποψης είχε μια ιδιαιτερότητα: χρειαζόταν φρέσκια ανθρώπινη ουρία. Υπό τον ήλιο άρχιζε το μίγμα ουρίας-λουλακιού να ζυμώνεται, σχηματιζόταν αλκοόλ και απελευθερωνόταν η χρωστική ουσία από τα φύλλα. Στον Μεσαίωνα η χημική διεργασία δεν ήταν γνωστή, αλλά οι παραγωγοί χρώματος ήξεραν ότι αν στο μίγμα προστίθετο αλκοόλ, η ζύμωση ενισχυόταν και περισσότερη χρωστική ουσία εκλυόταν. Εντούτοις, το αλκοόλ δε χυνόταν άμεσα μέσα στο μίγμα, γιατί υπήρχε ο φόβος ότι το χρώμα θα γινόταν ακριβότερο. Το αλκοόλ προστίθετο πλαγίως: στις παλιές συνταγές σημειώνεται ότι το χρώμα γίνεται ιδιαίτερα καλό με χρήση ουρίας ανδρών, οι οποίοι έχουν πιει πολύ αλκοόλ.

Αλλά ακόμα και αυτό δεν αρκούσε για να παραχθεί απευθείας το μπλε χρώμα- παρέμενε το άθλιο χρώμα του μίγματος. Το μπλε χρώμα εκλυόταν ενόσω τα υλικά στέγνωναν στον ήλιο. Γιατί το μπλε χρώμα εκλύεται υπό την επίδραση του φωτός, όταν το μίγμα αλληλεπιδρά με το φως. Οι καλφάδες/παραγιοί δεν είχαν τίποτα να κάνουν, από το να ανακατεύουν προσεκτικά το μίγμα από το πρωί μέχρι το βράδυ, να συμπληρώνουν την ουρία που εξατμίζεται – και πάνω απ’ όλα να φροντίζουν συνεχώς για την προσθήκη αλκοόλ, γιατί όσο καλύτερο γινόταν το μίγμα, τόσο πλουσιότερη χρωστική ουσία παραγόταν και τόσο εντονότερο γινόταν το μπλε.

Πέρα από τη βρώμα – η παραγωγή του μπλε χρώματος ήταν μια ευχάριστη δραστηριότητα. Οι παραγωγοί χρώματος δούλευαν στον καθαρό αέρα, με καλό καιρό, κι έπιναν πολύ. Πάντα, λοιπόν, όταν οι εργάτες και οι φίλοι τους, μετά την οινοποσία του Σαββατοκύριακου, λιάζονταν τις Δευτέρες περιμένοντας το αποτέλεσμα, ήταν όλοι τους “μπλε” και την “έκαναν μπλε”.

(από τον ιστότοπο Blaumachen.gr)

τεύχος #1

τεύχος #2

τεύχος #3

τεύχος #4

τεύχος #5

Αναρτήθηκε στις: 28/07/2014