Menu

EAGAINST.com

Έκτακτη ενημέρωση από κατάληψη Acta et Verba / Ιωάννινα

DSC_3057

ΔΕ ΤΟ ΚΟΥΝΑΜΕ Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ – Η ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΥ 5 ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ

Στις 7 του Μάρτη καταλάβαμε την εγκαταλελειμμένη μονοκατοικία στην οδό Κουρεμένου 5, στα Γιάννενα, ώστε να στεγαστούμε, κόντρα στους εκβιασμούς των ενοικίων και των τραπεζιτών, αλλά και να συμβάλλουμε στη διάχυση των πρακτικών της αυτοοργάνωσης, της αλληλεγγύης, στις γειτονιές της πόλης.

Κατά τη διάρκεια των δύο αυτών εβδομάδων, χάρις στη συλλογική δουλειά πολλών ανθρώπων, αλλά και με τη θερμή στήριξη της γειτονισσών/γειτόνων μας, η ερειπωμένη μονοκατοικία άρχισε να παίρνει τη μορφή ενός ζωντανού σπιτιού, ανοιχτό σε όλους/ες. Χαρακτηριστικότερη όλων η φράση ενός ηλικιωμένου γείτονα που μας επισκέφτηκε, λέγοντας πως «με την παρουσία σας εδώ άνθισε η γειτονιά μας» .

Δεν είμαστε ούτε οι τράπεζες, ούτε η εφορία, ώστε να βγάζουμε ανθρώπους απ’ τα σπίτια τους. Μόνο μας ενδιαφέρον είναι η χρήση ενός σπιτιού (και σε καμία περίπτωση η χρησικτησία) που έστεκε παρατημένο απ’ τους ιδιοκτήτες του (που βρίσκονται στην Αμερική) εδώ και 15, τουλάχιστον, χρόνια, αποτελώντας, μεταξύ άλλων, παράγοντα κινδύνου για τα παιδιά που παίζουν στο στενό σοκάκι της γειτονιάς.

Παρά, λοιπόν, την πολύχρονη αδιαφορία για τους μισογκρεμισμένους τοίχους, για τους σοβάδες που έπεφταν στο δρόμο, για το σκοτάδι που έπνιγε στο σημείο αυτό τη γειτονιά, με τη συλλογική κίνηση της κατάληψης, χρήσης και ανοικοδόμησης του σπιτιού, ξαφνικά….κάποιος ενδιαφέρθηκε γι΄αυτό. Την Πέμπτη, 19 Μαρτίου, λοιπόν, μάς επισκέφτηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Χρήστος Κακοσίμος, ο οποίος μάς ενημέρωσε πως έχει ήδη έρθει σ’ επαφή με τις αστυνομικές δυνάμεις, απείλησε με επέμβαση των ΜΑΤ και σύλληψη μας, δίνοντας μάλιστα διορία μίας ημέρας να εγκαταλείψουμε το σπίτι, που ουσιαστικά ξαναχτίσαμε. Προέταξε την απειλή του νόμου και την τιμωρία του αστυνομικού κλομπ, υπερασπίζοντας την παρηκμασμένη λογική που ορίζει πως είναι προτιμότερο ένα σπίτι να καταστρέφεται απ’ τις βαθιές χαρακιές της χρόνιας εγκατάλειψης, παρά να χρησιμοποιείται από ανθρώπους. Το βασικό του επιχείρημα είναι πως κάνει τη δουλειά του, κάποιες δουλειές όμως, όπως το να κινείς τις διαδικασίες ώστε να πεταχτούν άνθρωποι στο δρόμο, δε μπορεί να είναι τίποτε περισσότερο από ντροπή. Προφανώς, το παραδάκι της μίζας είναι ένα ισχυρό κίνητρο.

Κανένα απ’ αυτά τα γεγονότα δε μας εκπλήσσει, καθώς η αγοραπωλησία των αγαθών, και η επιδίωξη του κέρδους συνεχίζει να τίθεται υπεράνω της κάλυψης όλων των αναγκών, όλων των ανθρώπων, την ώρα που η υποτιθέμενη αριστερή κυβέρνηση περνάει νομοσχέδια για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Εμείς δηλώνουμε, ανοιχτά και δημόσια, πως κανένα σπίτι δεν στέκεται χωρίς ανθρώπους και κανένας άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει χωρίς στέγη. Υπερασπιζόμαστε την πολιτική επιλογή της κατάληψης των άδειων σπιτιών, με κάθε κόστος, χωρίς ίχνος φόβου ή δισταγμού, και είμαστε έτοιμοι/ες να προτάξουμε, καθημερινά και παντού, τη δική μας ηθική, απέναντι στα συμφέροντα κάθε λογής κερδοσκόπου, είτε αυτός είναι ιδιώτης, είτε ο κρατικός μηχανισμός.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 20/03, ΣΤΙΣ 11:00 πμ, ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

κατάληψη Acta et Verba / Κουρεμένου 5

νεο

Ποιοι και γιατί εχθρεύονται την αυτοδιαχείριση;

3463463

του Κώστα Χαριτάκη (δημοσιεύεται στο 17ο τεύχος του περιοδικού ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ που κυκλοφορεί)

Το εγχείρημα της αυτοδιαχειριζόμενης ΒΙΟΜΕ έχει βρεθεί αντιμέτωπο όχι μόνο με τους “φύσει” και “θέσει” εχθρούς της αυτοδιαχείρισης, τα αφεντικά και το κράτος, αλλά και με δυνάμεις της αριστεράς, κομμουνιστικές και αντικαπιταλιστικές, ακόμη και του αναρχικού κινήματος. Παρά τις διαφορές τους, οι δυνάμεις αυτές φαίνεται να συμφωνούν ως προς το ότι εντός του καπιταλισμού η αυτοδιαχείριση δεν μπορεί παρά να είναι ένα είδος “αυτοεκμετάλλευσης” των εργαζομένων, μια μορφή “συλλογικού κεφαλαιοκράτη”. Και επομένως, όχι μόνο δεν έχει να προσφέρει τίποτα στην υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης, αλλά, ακόμη χειρότερα, “απαλλάσσει” τον καπιταλισμό από την …υποχρέωσή του να βρίσκει δουλειά και να τρέφει όλους τους εργαζόμενους. Κατά μία άλλη παραλλαγή αυτών των απόψεων, αν και αναγνωρίζονται οι “καλές προθέσεις” τέτοιων εγχειρημάτων, είναι ωστόσο καταδικασμένα απλώς να διαχειρίζονται τη μιζέρια και να αναπαράγουν εντέλει τον καπιταλισμό όσο δε συμβαίνει μια “κεντρική” αλλαγή μέσω της κατάκτησης της κρατικής εξουσίας.

Στη συζήτηση αυτή, που πολλές φορές έχει πάρει διαστάσεις ανοιχτής πολεμικής και εχθρότητας απέναντι σε κάθε αυτοδιαχειριστική προσπάθεια, έχουν επιστρατευτεί τα βαρύτιμα θεωρητικά τσιτάτα από τις σκονισμένες βιβλιοθήκες, συνήθως, του μαρξισμού-λενινισμού, τα οποία αποδεικνύουν, “επιστημονικά” πάντα, τη μη επαναστατικότητα ή/και την ανοιχτή αντεπαναστατικότητα αυτών των προσπαθειών. Δύο είναι τα κύρια σημεία αυτής της επίθεσης: α) η αυτοδιαχείριση εκτρέπει τους εργαζόμενους από το κύριο έργο που θα πρέπει να έχει το “οργανωμένο εργατικό κίνημα” που είναι η διεκδίκηση αιτημάτων από το κράτος και τις κυβερνήσεις, και β) αρνείται, ή έστω υπονομεύει, την αναγκαιότητα του ρόλου του “κόμματος της εργατικής τάξης” που αυτό και μόνο, με τον αγώνα του για την οργάνωση της τάξης και την κατάκτηση της εξουσίας, μπορεί να “απελευθερώσει” την κοινωνία.

Είναι φανερό, και μόνο από αυτή τη συνοπτική περιγραφή, ότι δεν πρόκειται απλά για κάποιες πολιτικο-θεωρητικές διαφορές αλλά για ένα ολόκληρο πολιτισμικό και κοσμοθεωρητικό ρήγμα που χωρίζει αυτές τις απόψεις από την πνοή και το πνεύμα των αυτοδιαχειριστικών εγχειρημάτων. Στην πραγματικότητα, και γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον, αυτή η αντιπαράθεση συμπυκνώνει με εξαιρετικά διαυγή τρόπο τη διαφορά ανάμεσα στον ηττημένο και ασθμαίνοντα μπροστά στις νέες πραγματικότητες κόσμο της ιδεολογίας και των κάθε είδους “-ισμών” (κλειστών αυτοαναφορικών συστημάτων), από τη μια, και του ζωντανού και ανοιχτού κόσμου της πράξης που παλεύει εδώ και τώρα για απεξάρτηση από τις κυρίαρχες σχέσεις και αυτοκαθορισμό, από την άλλη. Με άλλα λόγια, ανάμεσα σε μια εκ των άνωθεν παλιού τύπου κομματοκεντρική και κρατικά εστιασμένη πολιτική, και σε μια νέου τύπου πολιτική που αναδύεται από τα κάτω, από αγωνίες, διεργασίες και μάχες που αφορούν το “πώς να ζήσουμε” και όχι απλώς το “υπό ποιους θα ζήσουμε”.

Φυσικά, η θεωρητική συζήτηση έχει την ιστορία της και η εξέτασή της έχει τη σημασία της, όμως σήμερα τα παλιά ερωτήματα τίθενται με νέους όρους και οι παλιές απαντήσεις, ανεπαρκείς όπως αποδείχθηκε και στον καιρό τους, δεν μπορούν να διεκδικούν την επάρκεια σήμερα… Είτε από τη σκοπιά των λεγόμενων “αντικειμενικών συνθηκών”, είτε από τη σκοπιά των λεγόμενων “υποκειμενικών συνθηκών” (διαχωρισμός που, στο όνομα μάλιστα του υλισμού, έχει καταντήσει μεταφυσικός), όλες οι έννοιες των παραδοσιακών ιδεολογιών έχουν ρευστοποιηθεί, προσβεβλημένες από τη διπλή απώλεια και του “υποκειμένου” (εργατική τάξη, όπως την ξέραμε) και του “αντικειμένου” (καπιταλισμός, όπως τον ξέραμε). Βεβαίως και τα δύο εξακολουθούν να υπάρχουν, μόνο που δεν αντιστοιχούν πλέον ακριβώς οι λέξεις με τα πράγματα. Και δεν είναι μόνο οι κυρίαρχοι που ξανασχεδιάζουν το χάρτη των εννοιών και των συμβολισμών της δικής τους κυριαρχίας, αλλά και το ανταγωνιστικό αντικαπιταλιστικό κίνημα επαναπροσδιορίζει τις έννοιες και τα μέσα της χειραφέτησης με τη δική του πολύπλευρη πρακτική.

Η αυτοδιαχείριση, λοιπόν, ως ζωντανή τάση του σημερινού (“κάτω”) κόσμου, δεν έχει ανάγκη να αντλήσει τα επαναστατικά διαπιστευτήριά της από τις ματαιωμένες σελίδες των απάντων οποιουδήποτε μεγάλου διδασκάλου, ούτε από την ηρωικότητα των ανεκπλήρωτων προσπαθειών του παρελθόντος. Της αρκεί, θα έπρεπε να της αρκεί, το ότι καταφέρνει να εμπλέκει σήμερα, εδώ και τώρα, ένα πλήθος υποκειμένων σε ένα εν δυνάμει σχέδιο αναδιοργάνωσης της ζωής με όρους αυτονομίας, ισότητας και ελευθερίας. Ποια σελίδα τίνος στοχαστή, ποια αφήγηση ποιας εποχής, μπορεί να διεκδικεί ανώτερη ισχύ από την παλλόμενη συγχρονική πράξη της προσπάθειας για απαγκίστρωση από τον ετεροκαθορισμό και την ετερονομία, την κυριαρχία, την ανισότητα και την εκμετάλλευση, αυτών που υποτίθεται ότι αποτελούν για όλους τους επαναστάτες τον “περιούσιο λαό” της κοινωνικής απελευθέρωσης; Η “πράξις” αυτή δεν είναι αστόχαστη, εμπεριέχει και θεωρητικές καταβολές και ιστορικές εμπειρίες, αλλά δε δημιουργεί κάποιου είδους “ιδεολογική ταυτότητα”. Κι ίσως αυτό είναι που ξενίζει περισσότερο τους θεωρητικούς “καθοδηγητές”, μαθημένοι καθώς είναι σε μια σκέψη πρωτίστως “ταυτοτική” που δομείται γύρω από το ερώτημα “πού κατατάσσεσαι” και όχι γύρω από το “τι είναι αυτό που κάνεις”.

Αλλά αυτό που κάνουμε είναι “περισσότερο ένα μοντέλο μετάβασης, παρά ένα μοντέλο κοινωνίας, όπου χτίζουμε προοδευτικά τις πρακτικές και παίρνουμε αποφάσεις που μας απομακρύνουν από το σημείο εκκίνησής μας εντός του συστήματος, προς τον κόσμο στον οποίο θέλουμε να ζήσουμε” (Ενρίκ Ντουράν – συνέντευξη για τη συνεταιριστική πρωτοβουλία CIC της Καταλονίας, διαθέσιμη στο www.x-pressed.org). Οι παραδοσιακές ιδεολογίες εστίαζαν κυρίως στην περιγραφή των αρχών και των δομών της νέας κοινωνίας (εν είδει άρθρων πίστης στην ιδανική κοινωνία που κάποτε θα φτάσουμε), η μετάβαση ήταν αφημένη στον “αυτόματο πιλότο” μιας κρατικά ελεγχόμενης και καθοδηγούμενης επαναστατικής διαδικασίας. Ο “νέος άνθρωπος” (η καθαρίστρια του “Κράτος και Επανάσταση” του Λένιν, που θα μπορούσε να αναλάβει τη διακυβέρνηση) θα προέβαλε μετά από δοκιμασίες και πολύχρονη κοπιαστική εκπαίδευση από το κόμμα και το κράτος. Μέχρι τότε, ολόκληρη η ιεραρχία του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας και της διεύθυνσης θα ήταν αναγκαία και αδιαμφισβήτητη. Τα εργοστασιακά συμβούλια και η αυτοδιαχείριση ήταν “αποδιοργάνωση”, ο κρατικός σχεδιασμός και η μονοπρόσωπη διεύθυνση ήταν “οργάνωση”. Ε, λοιπόν, αυτός ο “νέος άνθρωπος” δεν προέβαλε ποτέ τελικά, όπως όλοι ξέρουμε πια σήμερα, γιατί ακριβώς ενώ προσπάθησε να πάρει τα εργοστάσια και τη ζωή στα χέρια του, τελικά υπέκυψε στη διαπαιδαγωγητική λειτουργία του κόμματος και του κράτους.

Όπως φαίνεται από αυτή τη δραματική ιστορική εμπειρία, αλλά κυρίως από τη σύγχρονη ολοκληρωτική καπιταλιστική συνθήκη, το ερώτημα που έχουν να αντιμετωπίσουν θεωρητικά και πρακτικά, ή με μια θεωρητική πρακτική, τα κοινωνικά χειραφετικά κινήματα είναι “πώς μπορεί κανείς να καθιερώσει, στα διαλείμματα της υποτέλειας, τη νέα εποχή της ελευθερίας: όχι την εξέγερση των σκλάβων, αλλά την έλευση μίας νέας κοινωνικότητας μεταξύ ατόμων που ήδη έχουν, ο καθένας από μόνος του, αποτινάξει τα δουλοπρεπή πάθη που αναπαράγονται επ’ αόριστον από τον ρυθμό των ωρών εργασίας;” (Ζακ Ρανσιέρ – “The nights of labour: The workers’ dream in nineteenth century”, παρατίθεται στο “Ο Σίσυφος και η Εργασία της Φαντασίας”, Stevphen Shukaitis, http://www.rebelnet.gr). Κάτι τέτοιο απαιτεί τη δημιουργία “υλικών βάσεων” για την απεξάρτηση της ζωής μας από το κεφάλαιο και το κράτος. Αν θέλουμε να κινηθούμε από το επίπεδο της προπαγάνδας και των ακαδημαϊκών-πολιτικών μαθημάτων στο επίπεδο της ζωής, πρέπει να βρούμε ή να δημιουργήσουμε εδάφη όπου μπορούμε να ριζώσουμε και να αναπτυχθούμε με τα δικά μας ανεξάρτητα μέσα. Πρέπει να μπορούμε να δημιουργούμε λύσεις από εμάς και για εμάς, και όχι απλά να ζητάμε λύσεις από το κεφάλαιο και το κράτος διαιωνίζοντας την εξάρτησή μας από τις αλυσίδες της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας. Η αυτοδιαχείριση μπορεί να μας παρέχει τα μέσα για την επιβίωσή μας με αξιοπρέπεια και ελευθερία, δημιουργώντας ταυτόχρονα εκείνα τα δίκτυα αλληλεγγύης και οριζόντιας αμεσοδημοκρατικής διασύνδεσης που θα αποτελέσουν το πραγματικό έδαφος κοινωνικής χειραφετικής κίνησης και δημιουργίας των δικών μας κοινών.

Όπως το θέτει και πάλι ο Ρανσιέρ, “η απουσία του αφεντικού από την ώρα και το χώρο της παραγωγικής εργασίας μετατρέπει αυτή την εκμεταλλευόμενη εργασία σε κάτι περισσότερο: όχι απλώς μια συμφωνία που υπόσχεται στο αφεντικό μία καλύτερη απόδοση σε αντάλλαγμα της ελευθερίας της κίνησης των εργατών αλλά τη διαμόρφωση ενός τύπου κίνησης των εργατών που ανήκει σε διαφορετική ιστορία από αυτή των αφεντικών”. Ακριβώς αυτό: η δημιουργία της δικής μας ιστορίας. Ή με άλλα λόγια, η δική μας αυτοεκπαίδευση …στο να μην είμαστε εργάτες. Να μην είμαστε απλώς ο άλλος πόλος του κεφαλαίου, έτοιμοι να πεθάνουμε από ασφυξία μόλις κοπεί ο δεσμός μας (ή μάλλον τα δεσμά) μαζί του. Στην παραδοσιακή ιδεολογία και εργατική πολιτική υπάρχουν μόνο αφεντικά και εργάτες. Γι’ αυτό και τους εργάτες που επιλέγουν την αυτοδιαχείριση δεν μπορούν να τους κατατάξουν παρά μόνο ως καινούργια αφεντικά. Δεν υπάρχει χώρος για να κινηθούν οι εργάτες πέρα από αυτή τη σχέση, καταργώντας έτσι και τον εαυτό τους ως επιβεβαίωση του κεφαλαίου. Αυτόν το δρόμο πασχίζει να διασχίσει, με τεράστιες δυσκολίες και πλήθος αντιφάσεων, η αυτοδιαχείριση. Και αυτό είναι που πάνω απ’ όλα δε συγχωρούν οι εχθροί της…

Το νέο Easternlin-Paradox*

123813-1111manipulation-ideas-14

Είναι καιρός να ξεφύγουμε από τις συλλογικές ψευδαισθήσεις, που τόσο καλά μας βύθισε σε αυτές, το όνειρο της εποχής πριν την κρίση του 2008. Η κρίση πάντα υπήρχε και μάλιστα σε κάθε επίπεδο, πέραν της αριθμητικής οικονομίας, μα ο τρόπος ζωής μας αδυνατούσε να την βγάλει στην φόρα. Χρειάστηκε ο οικονομισμός και η αυταρχικότητα της μέσης λύσης, πέρα των άκρων δηλαδή, του ύστατου νεοφιλελευθερισμού για να μας δείξει πως ο μαρασμός μας, δεν είναι μονό ισολογιστικά λάθη, μα κάτι παραπάνω. Ο άνθρωπος πεθαίνει, μαζί του οι αξίες , η γνώση, τα αισθήματά του, το περιβάλλον, η σκέψη, όλο αυτό που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως ζωή.

Ο τρόπος παραγωγής αποστείρωσε κάθε ιδεολογία, κάθε συναίσθημα, κάθε λόγο ύπαρξης, θέτοντας την επίτευξη του μέγιστου κέρδους σαν υπέρτατη αξία της ζωής. Η ζωή έπαψε να είναι μια περιπέτεια και έγινε μια ατέρμονη διαδικασία παραγωγής πλεονάσματος. Πλεονάσματος, που καταστρέφεται για να ικανοποιηθεί η ληστρική επιθυμία μας να αποκτήσουμε κέρδος. Κέρδος, που ποτέ δεν έρχεται σε συμφωνία με την ανθρωπιά και την συνθήκη να ζούμε σε αρμονία με τον κόσμο γύρω μας. Ο πολιτισμός της παραγωγής που δομήσαμε, όσο απεχθές και αν ακουστεί, είναι μια παραφωνία στο φυσικό μας περιβάλλον και κάπου εκεί ξεκινάει η κρίση.

Ο παροξυσμός μας για την ανάπτυξη μας αποστερεί τις ακόμη και τα βασικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά μας. Ο έρωτας, η σκέψη, ο τρόπος έκφρασής μας, διαμορφώθηκαν έτσι ώστε να εξυπηρετούν τον ανώτερο σκοπό της ανάπτυξης το κέρδος. Κάνουμε έρωτα, όχι επειδή είμαστε άνθρωποι και γουστάρουμε να κάνουμε έρωτα, αλλά επειδή θέλουμε να κερδίσουμε σεβασμό στον κοινωνικό μας περίγυρο (πχ. Η εικόνα του “άντρακλα”), καθιστώντας την πιο όμορφη ανθρώπινη επαφή, ένα είδος δημόσιας σχέσης, αποξενώνοντας τον άνθρωπο από την χαρά της ζωής. Η σκέψη ακόμα γίνεται ένα εργαλείο παραγωγής. Επιχειρούμε δίχως τέλος ματαιόδοξα ταξίδια στην λύση του θαύματος της ζωής ή στην εξερεύνηση των κόσμων πέρα από τον δικό μας, όχι για να δώσουμε κάποια απάντηση σε αυτά ώστε να συνειδητοποιήσουμε ποιοι είμαστε και γιατί είμαστε εδώ, μα για να αυξήσουμε την ικανότητά μας να παράγουμε συνεχώς κέρδος, εξ ‘ου λοιπόν οι “διακοπές στο διάστημα”, οι “γονιδιακές τράπεζες” , οι 3d εκτυπωτές, που δείχνουν το όραμα μιας τέλειας τεχνολογικής ουτοπίας, που δίνει την λύση σε κάθε υλικό πρόβλημα, αγνοώντας πλήρως κάθε τι που πηγάζει από τον ίδιο τον άνθρωπο.

Πολλοί θα πουν είναι η φυσική εξέλιξη του ανθρώπου για να επιβιώσει, να γίνει ένα με την τεχνολογία της ανάπτυξης, να αποικήσει στο διάστημα, να ξεπεράσει κάθε οικονομική κρίση- με μια οικονομική ευζωία-, να αποστειρώσει πλήρως τα συναισθήματά του που εμποδίζουν την έλευση ενός τέτοιου φωτεινού οράματος. Υπάρχει ένα λάθος εδώ όμως, απολύτως σημαντικό. Μιλάμε για το μέλλον της ανθρωπότητας, προβλέποντας την ιστορική μας τάση και όχι δημιουργώντας την ίδια την ιστορία και αυτό είναι η πηγή της κρίσης που πάντα βιώναμε.

Η αποκοπή μας από την φύση, η προσήλωση στον μεσσιανισμό της “ανάπτυξης”, διαστρέβλωσε την ανθρωπιά μας-κάτι που πηγάζει από την σχέση μας με την φύση- σε τέτοιο βαθμό που δρούμε έτσι ώστε να καταστρέφουμε τις τελευταίες ομορφιές του φυσικού και φαντασιακού μας κόσμου.

Οι δείκτες ευζωίας μας δεν μετράνε την καταστροφή που προξενούμε στο περιβάλλον, τα μέτρα “βιώσιμης ανάπτυξης” ή ακόμα καλύτερα η “πράσινη ανάπτυξη” μας δίνουν το άλλοθι να παράγουμε περισσότερο-ξεχνώντας πως καταστρέφουμε περισσότερο-, την ίδια στιγμή που η ποιότητα ζωής μας υποβαθμίζεται ολοένα και πιο πολύ στις μεγαλουπόλεις. Την ίδια στιγμή οι “αναπτυσσόμενες” χώρες, παλεύουν να ζήσουν το δυτικό όνειρο μπαίνοντας στον άγριο χορό της ανάπτυξης, σφάζοντας φυσικούς θησαυρούς στο όνομα του κέρδους. Ζώα, δάση, λίμνες, άνθρωποι ψοφάνε για την δυτική ευτυχία κάτω από πριόνια, υψικαμίνους και μπουλντόζες. Πόλεμοι στο όνομα του νερού, του πετρελαίου, του γαιάνθρακα, του ουρανίου ξεκάνουν τη ανθρωπότητα για να προχωρήσουμε στις τεχνολογικές μας ουτοπίες, που θα αποθεώνουν την απολυταρχία, την ανελευθερία, την απανθρωπιά.

Ο άνθρωπος μακριά από τη φύση γίνεται ολοένα και πιο μόνος, ολοένα και πιο αλαζόνας, ολοένα και πιο πλεονέκτης, ολοένα και πιο “πολιτισμένος”, ολοένα και ατομιστής, ολοένα και πιο “αποπολιτικοποιημένος”, ώστε να κερδίσει περισσότερα, περισσότερα, περισσότερα…

Πρέπει να ξεκολλήσουμε από τα όνειρα του να γυρίσουμε στις εποχές της προ-οικονομικής κρίσης, σε κείνα τα όνειρα της ανάπτυξης, γιατί οι μέρες μας εδώ πέρα είναι μετρημένες, ανεξάρτητα από αυτόν που τελικά θα διαχειριστεί την παραγωγή. Είναι πια το κρίσιμο σημείο της ανθρωπότητας και ακόμα παραπάνω της φύσης. Και δεν ρίξω στο τραπέζι την “βαθιά οικολογία”, γιατί αρκετοί την αποδοκιμάζουν άκριτα, παρά μόναχα ένα δίπολο: Ή θα αυτοκτονήσουμε επιδιώκοντας την ανάπτυξη ή θα ζήσουμε με μια τελείως νέα συνείδηση πιο κοντά στην φύση, άρα και στον άνθρωπο, ικανή να κάνει τον άνθρωπο πραγματικά ευτυχισμένο.

(Πριν λίγες δεκαετίες η ευτυχία-που συνέπιπτε με το αν είναι φτωχός ή όχι- του μέσου ανθρώπου, καθοριζόταν από το άμα είχε στην κατοχή του δυο τηλεοράσεις. Τώρα το μέτρο της ευτυχίας είναι η κατοχή σύνδεσης στο διαδίκτυο. Ας αναλογιστούμε αυτό.)

*Από τη δεκαετία του 1970 παρατηρήθηκε για πρώτη φορά το παράδοξο («Easterlin-Paradox»,1974), σύμφωνα με το οποίο: Η ικανοποίηση και η ποιότητα ζωής των ανθρώπων, από ένα σημείο και μετά, δεν εξαρτάται από την αύξηση του εισοδήματος και της κατανάλωσης, αλλά πολύ περισσότερο από άλλους παράγοντες.

Potlatch No 1: Ενημερωτικό Δελτίο του Γαλλικού Τμήματος της Λετριστικής Διεθνούς (22-6-1954)

Potlatch # 1
Ενημερωτικό Δελτίο του Γαλλικού Τμήματος της Λετριστικής Διεθνούς

22 Ιούνη 1954
Potlatch:
Το λαμβάνετε τακτικά. Στο Potlatch, η Λετριστική Διεθνής ασχολείται με τα προβλήματα της εβδομάδας. Το Potlatch είναι η πιο αφοσιωμένη έκδοση του κόσμου: εργαζόμαστε για τη συνειδητή και συλλογική εδραίωση ενός νέου πολιτισμού.

Η ΕΚΔΟΣΗ
Όλο το νερό της θάλασσας δε θα μπορούσε…
Την 1η Δεκέμβρη η Μαρσέλ Μ., δεκαέξι χρόνων, αποπειράται να αυτοκτονήσει μαζί με τον εραστή της. Μετά τη διάσωσή τους, το άτομο αυτό – παντρεμένος και αρκετά μεγάλος για να φροντίζει τον εαυτό του – επιμένει ότι οδηγήθηκε στην απόπειρα ενάντια στη θέλησή του. Η Μαρσέλ παραπέμπεται σε ένα δικαστήριο ανηλίκων ώστε «να μάθει να αναγνωρίζει την ηθική του υπευθυνότητα». Στη Γαλλία, οι ανήλικοι στέλνονται σε θρησκευτικές φυλακές και αναγκάζονται να ξοδέψουν τη νεότητά τους εκεί.

Στις 5 Φλεβάρη, δεκαοχτώ αναρχικοί που είχαν αποπειραθεί να ανασυστήσουν την CNT καταδικάζονται σε θάνατο για στρατιωτική ανταρσία. Τα εκτελεστικά αποσπάσματα του Φράνκο διατηρούν τον καταστροφικό “δυτικό πολιτισμό” ασφαλή από κάθε βλάβη.

Τον Απρίλη, οι εβδομαδιαίες εκδόσεις δημοσιεύουν μερικές γραφικές φωτογραφίες από την Κένυα: τον επαναστάτη “Στρατηγό Κίνα” που ακούει την καταδίκη του σε θάνατο• το πιλοτήριο ενός αεροπλάνου της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας διακοσμημένο με τριάντα τέσσερις σιλουέτες που παριστάνουν το πλήθος των βομβαρδισμένων ιθαγενών• έναν νεκρό μαύρο, που θεωρείται ως ένας Μάο-Μάο.

Την 1η Ιούνη, στη γελοία La Figaro ο Μωριάκ επιπλήττει τη Φρανσουάζ Σαγκάν επειδή δεν κηρύττει τις υψηλές Γαλλικές αξίες που συνδέουν, για παράδειγμα, τον Μαροκινό λαό με εμάς – και αυτό τη στιγμή που η Αυτοκρατορία καταποντίζεται. (Ασφαλώς, δε δα χάναμε ούτε δευτερόλεπτο διαβάζοντας τα μυθιστορήματα και τους μυθιστοριογράφους αυτής της ασήμαντης χρονιάς, του 1954, αλλά είναι αισχρό για κάποιον σαν τον Μωριάκ να μιλάει για μια δεκαοχτάχρονη κοπέλα.)

Το τελευταίο τεύχος του νεο-σουρεαλιστικού – και προηγουμένως ακίνδυνου – περιοδικού Medium δοκιμάζει για πρώτη φορά την τύχη του στην προβοκάτσια: ο φασίστας Ζωρζ Σουλές εμφανίζεται ξαφνικά με το ψευδώνυμο Αμπέλιο, ενώ ο Ζεράρ Λεγκράν επιτίθεται στους Βορειοαφρικανούς εργάτες του Παρισιού.

Ο φόβος για τα πραγματικά ζητήματα και η αυταρέσκεια απέναντι σε παρωχημένες διανοητικές μόδες ενώνει τους επαγγελματίες λογοτέχνες με τέτοιο τρόπο ώστε να φαντάζουν είτε ως παιδαγωγοί είτε, όπως ο Καμύ, ως επαναστάτες.
Αυτό που λείπει από τους συγκεκριμένους κυρίους είναι ο Τρόμος.

ΓΚΥ-ΕΡΝΕΣΤ ΝΤΕΜΠΟΡ
Ένας Νέος Μύθος

Το τελευταίο λάμα είναι νεκρό, αλλά ο Ίβιτς έχει λοξά μάτια. Ποια θα είναι τα παιδιά του τώρα; Ο Ίβιτς περιμένει… δεν έχει σημασία σε ποιο σημείο του κόσμου.

ΑΝΤΡΕ-ΦΡΑΝΚ ΚΟΝΟΡ
Κάντε τους να καταπιούν την τσίχλα τους…

Για άλλη μια φορά ο Foster Rockett Dules σάς καλεί στα όπλα: η Γουατεμάλα απαλλοτρίωσε την United Fruit Company, το τραστ που εκμεταλλευόταν από το 1944 τους κατοίκους αυτής της χώρας και τη μαστίχα τους για να παράγει την αναντικατάστατη τσίχλα της.

Ο Θεός των αντι-κομμουνιστικών στρατών εκφράστηκε με τους ακόλουθους όρους: «Για να εξαλειφθούν οι δυνάμεις του κακού πρέπει να καταφύγουμε στην ειρηνική και συλλογική δράση». Αυτή η δράση βρίσκεται σε εξέλιξη: όπλα ”made in USA” παραδόθηκαν ήδη στους αντιδραστικούς στην Ονδούρα και στη Γουατεμάλα• συνωμοσίες ανακύπτουν με την υποστήριξη τεράστιων ποσών δολαρίων• η Αμερική ξεκινάει τη σταυροφορία της.

Οι μέθοδοι που κατέστρεψαν την Ισπανική Δημοκρατία αναπαράγονται μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια.

Οι φοιτητές που διαδηλώνουν κάτω από τα πυρά των τανκς στην Μπογκοτά και το επαναστατικό κίνημα στη Γουατεμάλα φαίνεται να αποτελούν τη μοναδική ευκαιρία για ελευθερία στην ήπειρο.

Η κυβέρνηση του Χ. Αρμπένζ Γκουζμάν πρέπει να εξοπλίσει τους εργάτες.
Οι οικονομικές κυρώσεις, οι ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές επιθέσεις πρέπει να απαντηθούν με έναν εμφύλιο πόλεμο στις καταπιεσμένες χώρες της Κεντρικής Αμερικής και με εκκλήσεις για εθελοντές από την Ευρώπη.

Παρίσι, 16 Ιούνη 1954
Για τη Λετριστική Διεθνή,
ΑΝΤΡΕ-ΦΡΑΝΚ ΚΟΝΟΡ, ΜΩΧΑΜΕΝΤ ΝΤΑΧΟΥ, ΓΚΥ-ΕΡΝΕΣΤ ΝΤΕΜΠΟΡ, ΖΑΚ ΦΙΓΙΟΝ, ΠΑΤΡΙΚ ΣΤΡΑΡΑΜ, ΖΙΛ Ζ. ΒΟΛΜΑΝ

Ψυχογεωγραφικό παιχνίδι της εβδομάδας

Ανάλογα με τις προθέσεις σας επιλέξτε μια περιοχή, μια λιγότερο ή περισσότερο πυκνοκατοικημένη πόλη, έναν λιγότερο ή περισσότερο ζωντανό δρόμο. Κατασκευάστε ένα σπίτι. Επιπλώστε το. Δημιουργήστε το μεγαλύτερο μέρος της διακόσμησής του και τον περιβάλλοντα χώρο. Επιλέξτε την εποχή και την ώρα. Συγκεντρώστε τους σωστούς ανθρώπους, τους καλύτερους δίσκους και ποτά. Ασφαλώς, πρέπει να είναι κατάλληλος ο φωτισμός και η συζήτηση, ενώ το ίδιο ισχύει για τον καιρό και για τις αναμνήσεις σας.

Αν οι υπολογισμοί σας είναι σωστοί, θα πρέπει να κρίνετε το αποτέλεσμα ικανοποιητικό. (Παρακαλούμε να ενημερώσετε τους εκδότες για τα αποτελέσματα.)

Η σκοτεινή διάβαση

Στην γκαλερί Double Doute, διάβαση Molière (οδός Quincampoix 82), η έκθεση σημαντικών μεταγραφών εξελίχθηκε με εποικοδομητικό τρόπο. Η συνέχεια του λετρισμού διαθέτει τώρα ένα αλεξίσφαιρο τζάκετ για να προστατεύεται από οποιαδήποτε μορφή εχθρικής κριτικής.

Νέα Καθήκοντα

Ο Μωχάμεντ Νταχού ζητάει από τη Λετριστική ομάδα της Orleansville να ορίσει πέντε αποφασισμένα άτομα και να τα θέσει στη διάθεσή του στο Παρίσι το συντομότερο δυνατό.

ΜΩΧΑΜΕΝΤ ΝΤΑΧΟΥ

Αρχισυντάκτης: Αντρέ-Φρανκ Κονόρ, οδός Duguay-Trouin 15, Παρίσι, 16ο διαμέρισμα.

Podemos: Ανάμεσα στην «αριστερή ηγεμονία» και την «έφοδο» των κοινωνικών κινημάτων στους θεσμούς

1413755798826podemosc4

Του Θοδωρή Καρυώτη

«Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 17 του πολιτικού περιοδικού Βαβυλωνία, Ιανουάριος 2015»

Από τις αρχές του 2014, το Podemos εμφανίστηκε στην Ισπανία ως μια νέα πολιτική δύναμη που απειλεί να αποσταθεροποιήσει το μεταπολιτευτικό σύστημα δικομματικής εναλλαγής στην εξουσία. Με την ευρεία στήριξη των νέων, των λαϊκών στρωμάτων και των κοινωνικών κινημάτων και με επίκεντρο την χαρισματική ηγεσία του νεαρού καθηγητή πολιτικών επιστημών Pablo Iglesias, το νέο κόμμα έχει βλέψεις στην εξουσία και ευαγγελίζεται την ανατροπή της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης των τελευταίων δεκαετιών. Όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, το Podemos επιδιώκει να καταλάβει το κενό που δημιουργεί η εξάντληση της σοσιαλδημοκρατίας, προωθώντας την αναδιανομή του πλούτου υπέρ των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων, βάζοντας φρένο στην διάλυση του κράτους πρόνοιας και προωθώντας την επανεκκίνηση της εθνικής οικονομίας απέναντι στην επίθεση του διεθνούς κεφαλαίου.

Ας προσπεράσουμε την εύκολη a priori κριτική που λέει «είναι αυτονόητο λοιπόν ότι το Podemos (ή ο ΣΥΡΙΖΑ ή προσθέστε εδώ το κόμμα της [δυσ]αρεσκείας σας) δεν αποτελεί σχέδιο χειραφέτησης των από τα κάτω με όρους κοινωνικής αυτοδιάθεσης, αλλά απόπειρα ανασυγκρότησης της κυριαρχίας»· ας εξετάσουμε αντίθετα αυτό το κόμμα ως προϊόν των πολιτικών εξελίξεων και ιδιαίτερα των κοινωνικών κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων στην Ισπανία.

Η κινηματική έκρηξη του 2011

Το κίνημα των «indignados», με αφετηρία τις πλατείες τον Μάιο του 2011, αποτέλεσε για την ισπανική κοινωνία το «ξύπνημα» από δεκαετίες αποπολιτικοποίησης, με μια ευρύτερη αριστερά απομονωμένη και αδύναμη μετά από 40 χρόνια δικτατορίας και 33 χρόνια ηγεμονίας του μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Οι πρωταγωνιστές του κινήματος των πλατειών ήταν κυρίως νέοι καταδικασμένοι στην ανεργία και την επισφάλεια, οι οποίοι συσπειρώθηκαν γύρω από την απόρριψη του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος και την απαίτηση για πραγματική δημοκρατία. Ωστόσο, όπως σε κάθε μαζικό λαϊκό κίνημα, πίσω από τα κεντρικά συνθήματα των indignados κρυβόταν ένα εύρος από προσεγγίσεις και αιτήματα: Από την απόρριψη του κράτους ως ρυθμιστή και διαμεσολαβητή της κοινωνικής ζωής έως την υπεράσπιση του κράτους ως μηχανισμό αναδιανομής του πλούτου και ως ανάχωμα στην καπιταλιστική ανομία· από το φαντασιακό της αποανάπτυξης, της αυτοδιαχείρισης και της οικοδόμησης των κοινών μέχρι το αίτημα για επανεκκίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας με σκοπό την απορρόφηση των εκατομμυρίων ανέργων. Το βασικό αίτημα και συνεκτικό στοιχείο του κινήματος (στο οποίο ταυτίζονται με το παγκόσμιο κύμα κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων) ήταν η πολιτική ισότητα, η κατάργηση του χάσματος ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους. Η έλλειψη ιδεολογικών «αποσκευών» και η απουσία οργανωμένων πολιτικών ομάδων στο εσωτερικό τους, επέτρεψε στους indignados να συνεχίσουν να υπάρχουν ως συμπαγές κίνημα χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να λύσουν τις εσωτερικές τους αντιφάσεις ή να πάρουν ξεκάθαρες ιδεολογικές θέσεις. Κατάφεραν έτσι να αλλάξουν ριζοσπαστικά το πολιτικό σκηνικό αλλά και το περιεχόμενο του δημοσίου διαλόγου στην Ισπανία.

Παρά τη μαζική κινητοποίηση, που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις έφτασε να έχει τη στήριξη του 80% των Ισπανών πολιτών, οι επόμενοι μήνες έφεραν αφενός την επιδείνωση της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης αφετέρου μια αυτοδύναμη κυβέρνηση του Partido Popular, του κόμματος της μετά-φρανκιστικής δεξιάς, με το 44% της ψήφου. Ακολούθησε μια σκοτεινή εποχή, με εντατικοποίηση της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης και ακραία καταστολή, με αποκορύφωμα το «Νόμο Φίμωτρο» («Ley Mordaza»), ένα πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά δεδομένα κατασταλτικό νομοσχέδιο, το οποίο ποινικοποιεί τις μορφές διαμαρτυρίας που ανέπτυξαν αυτά τα νέα κινήματα και στοχοποιεί συγκεκριμένες οργανώσεις, όπως η PAH (Πλατφόρμα Ζημιωμένων από τα Στεγαστικά Δάνεια) που έχοντας μαζική λαϊκή στήριξη έχει οργανώσει δυναμικές παρεμβάσεις τα τελευταία χρόνια (σταμάτημα εξώσεων, καταλήψεις στέγης, μποϋκοτάζ τραπεζών, διαμαρτυρίες μπροστά σε σπίτια πολιτικών κτλ).

Η εμφάνιση του Podemos και η «έφοδος στους θεσμούς»

Οι συζητήσεις για την συμμετοχή των indignados και του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος στις εκλογές –αυτό που αργότερα θα ονόμαζαν «έφοδο στους θεσμούς» («asalto a las instituciones»)– προϋπάρχουν της εμφάνισης του Podemos. Το βασικό κίνητρο για την επιλογή της εκλογικής οδού είναι ότι πρόκειται για ένα κίνημα που αισθάνεται ότι αντικατοπτρίζει την κοινωνική πλειοψηφία, αλλά δέχεται αλλεπάλληλες ήττες επειδή σε επίπεδο πολιτικής αντιπροσώπευσης βρίσκεται στη μειοψηφία. Η επιθυμία για θεσμοποίηση του αγώνα καταδεικνύει φυσικά την αδυναμία των κινημάτων να συγκροτηθούν ως πολιτικό υποκείμενο έξω από το στενό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας· από την άλλη, είναι ενδεικτική επίσης της απόρριψής του περιθωριακού ρόλου που επιφυλάσσει το πολιτικό σύστημα στα κινήματα βάσης, και της αισιοδοξίας ότι η κεντρική πολιτική σκηνή μπορεί να «αποικιστεί» με τις αξίες και τις μεθόδους των τελευταίων. Ταυτόχρονα, οι indignados απορρίπτουν την παραδοσιακή αριστερά, το λεξιλόγιο, της συνταγές και την οργάνωσή της (στο πρόσωπο της Ενωμένης Αριστεράς [Izquierda Unida], της συμμαχίας που μεταπολιτευτικά συγκεντρώνει τις δυνάμεις της κοινοβουλευτικής αριστεράς), και επιδιώκουν την δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα. H πρώτη απόπειρα να δημιουργηθεί ένα κόμμα που να μεταφέρει την ατμόσφαιρα και τις οργανωτικές μεθόδους των πλατειών στην κεντρική πολιτική σκηνή και να απομακρύνεται από τις παθογένειες των παραδοσιακών κομμάτων γίνεται με το Partido X (Κόμμα Χ). Δεν καταφέρνει όμως να εγείρει την φαντασία ευρύτερων κοινωνικών ομάδων και η επιρροή του ποτέ δεν επεκτείνεται πέρα από το στενό κύκλο των ακτιβιστών.

Το Podemos αναπτύχθηκε σε ένα κλίμα όπου το πολιτικό σύστημα και οι δορυφόροι του –κόμματα, συνδικάτα, μέσα ενημέρωσης– ήταν πλήρως απαξιωμένα και νέοι τρόποι οργάνωσης και πάλης έρχονταν στο προσκήνιο. Ξεχωριστό παράδειγμα αποτελούν οι «παλίρροιες» («mareas»), οριζόντιες κλαδικές ή θεματικές συνομαδώσεις που, οργανωμένες συνελευσιακά και παρακάμπτοντας τα γραφειοκρατικά συνδικάτα, εξαπέλυσαν σημαντικές και νικηφόρες μάχες ενάντια στην νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση: η «λευκή παλίρροια» και η «πράσινη παλίρροια» ενάντια στην διάλυση τη δημόσιας υγείας και παιδείας αντίστοιχα, η «γαλάζια παλίρροια» ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών ύδρευσης, η «πορτοκαλί παλίρροια» ενάντια στις περικοπές στα προγράμματα πρόνοιας, κ.ο.κ.

Ανάμεσα σε μια αμείλικτη δεξιά και μια σαστισμένη αριστερά, το Podemos υπήρξε το μόνο κόμμα που κατάφερε να μιλήσει τη γλώσσα αυτών των νέων μορφών οργάνωσης και να παρουσιαστεί σαν σύνθεση και πολιτική έκφραση των αγώνων ενάντια στην εξαφάνιση των λαϊκών κεκτημένων. Αποτέλεσε αρχικά δημιούργημα μιας παρέας νέων αλλά έμπειρων ακαδημαϊκών του πανεπιστημίου Complutense της Μαδρίτης –οι οποίοι είχαν ήδη αποκτήσει κάποια δημοσιότητα μέσω της εβδομαδιαίας τηλεοπτικής εκπομπής που παρουσιάζουν, της «La Tuerka»– με την Αντικαπιταλιστική Αριστερά (Izquierda Anticapitalista), ένα δραστήριο διεθνιστικό κόμμα που ήδη από το 2012 αναζητούσε συνεργασίες για να δημιουργήσει τον «Ισπανικό ΣΥΡΙΖΑ», δηλαδή μια συμμαχία της ριζοσπαστικής αριστεράς με βλέψεις εξουσίας. Μετά το θρίαμβο του Podemos στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2014, ο ριζοσπαστικός λόγος του και η επιμονή του στην «ήπια» αντιπροσώπευση (συμμετοχικές διαδικασίες, κυκλικότητα, ανακλητότητα, κτλ) συναρμόζουν με τις ανησυχίες της νέας γενιάς αγωνιστών· έτσι ένα μεγάλο κομμάτι των indignados πείθεται ότι αυτό είναι το κόμμα με το οποίο θα κάνουν «έφοδο στους θεσμούς»· σε τέτοιο βαθμό που οι «κύκλοι» του Podemos, οι τοπικές ανοιχτές συνελεύσεις που αποτελούν τη «βάση» του κόμματος, αντικαθιστούν τις εναπομένουσες συνελεύσεις των indignados σε πολλές ισπανικές πόλεις. Υπάρχουν βεβαίως και φωνές που κριτικάρουν τη διάχυση του κινήματος μέσα στο νέο πολιτικό φορέα, αλλά ο γενικευμένος ενθουσιασμός τις αφήνει στο περιθώριο.

Στη βάση του ανερχόμενου νέου κόμματος, λοιπόν, συναντούμε μια συμμαχία ανάμεσα στα νέα κινήματα των κοινών, της συμμετοχής και της αυτοδιαχείρισης, με τα κινήματα που υπερασπίζονται τα δημόσια αγαθά και το κράτος πρόνοιας. Δεν υπάρχει καμία αντίφαση στη συμμαχία αυτή: όσο κι αν είναι σημαντικό να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα σε κοινό και δημόσιο, άλλο τόσο σημαντικό είναι να δούμε τα δημόσια αγαθά ως κοινά του παρελθόντος, προϊόντα κοινωνικών αγώνων που βρίσκονται υπό κρατική «επιτήρηση», τα οποία οφείλουμε να προστατεύσουμε από το αδηφάγο ιδιωτικό κεφάλαιο.

Ηγεμονία και αριστερή στρατηγική

Η ομάδα ακαδημαϊκών που –άτυπα αρχικά– βρίσκεται στην ηγεσία του Podemos, ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα του Ernesto Laclau και της Chantal Mouffe για έναν «αριστερό λαϊκισμό», έχει αναπτύξει μια αναλυτικότατη επικοινωνιακή στρατηγική. Στα πλαίσια της ανάπτυξης μιας νέο-γκραμσιανής «αριστερής ηγεμονίας», εισάγει στη ρητορική της έννοιες παραδοσιακά συνδεδεμένες με την δεξιά, όπως η «κοινή λογική» ή η «εθνική κυριαρχία», απευθύνεται στο συναίσθημα των ψηφοφόρων με νέα σύμβολα και ιδέες, δηλώνει ότι το κόμμα «δεν ανήκει ούτε στην αριστερά ούτε στη δεξιά» και εγκαταλείπει την μαρξιστική ταξική ανάλυση υπέρ μιας απλούστερης διχοτομίας ανάμεσα στον «λαό» και την «κάστα». Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να απευθυνθεί σε μεγάλα κομμάτια των ψηφοφόρων που μοιράζονται την «αγανάκτηση» με το πολιτικό σύστημα αλλά δεν κινητοποιούνται από την παραδοσιακή αριστερή ρητορική, και έτσι να εδραιώσει τη νέα ηγεμονία που θα φέρει το Podemos στην εξουσία.

Στην καρδία αυτού του πολιτικού εγχειρήματος, λοιπόν, υπάρχει μια ένταση ανάμεσα αφενός στη βάση του κόμματος, ριζωμένη σε συγκεκριμένους και καθημερινούς κοινωνικούς αγώνες, γαλουχημένη στη συμμετοχική λήψη αποφάσεων και στην αυτοοργάνωση, και αφετέρου στην ηγετική ομάδα, η οποία, έχοντας εκπονήσει ένα συγκροτημένο ηγεμονικό σχέδιο, ενδιαφέρεται κυρίως να απευθυνθεί στην κοινωνική πλειοψηφία, συναρθρώνοντας ένα ευρύ φάσμα αγώνων, αιτημάτων και ταυτοτήτων με ορίζοντα την κατάκτηση της εξουσίας. Εντούτοις, το δίλλημα που αντιμετωπίζει το Podemos υποβόσκει στην καθημερινή πράξη οποιουδήποτε πολιτικού εγχειρήματος, κοινοβουλευτικού ή μη: αφενός η ανάγκη διεύρυνσης της κοινωνικής απεύθυνσης και στήριξης, αποβλέποντας στη δημιουργία ενός φορέα με δυνατότητα ουσιαστικής πολιτικής επιρροής, αφετέρου η διατήρηση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, αξιών, στοχεύσεων και οργανωτικών μορφών που δίνουν στο εγχείρημα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.

Για την ηγετική ομάδα του, το Podemos αποτελεί φυσική συνέχεια και ταυτόχρονα «ωρίμανση» του κινήματος των πλατειών. Υπό αυτήν την οπτική, τα κοινωνικά κινήματα, παρόλο που είναι σημαντικά στο βαθμό που δημιουργούν μια νέα συνειδητοποίηση και καταδεικνύουν τη σήψη του υπάρχοντος συστήματος, δεν παύουν να αποτελούν μια μικρή –μολονότι συνειδητοποιημένη και δραστήρια– μειοψηφία της ισπανικής κοινωνίας. Το ζητούμενο, εντούτοις, είναι η σύνδεση με τις ανησυχίες και τις προσδοκίες του «μέσου πολίτη» –της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Είναι προφανές ότι ως εκλογική –και μετέπειτα ως κυβερνητική– στρατηγική, η σύνδεση με την «κοινωνική πλειοψηφία» μπορεί να αποδώσει καρπούς –και πιθανότατα να οδηγήσει στις πρώτες μη νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις της Ευρώπης σε Ελλάδα και Ισπανία. Ωστόσο, τα φαντασιακά νοήματα, οι προσδοκίες, οι αξίες της «κοινωνικής πλειοψηφίας» δεν έχουν ουδέτερο πρόσημο – αντίθετα είναι προϊόντα αιώνων καπιταλιστικής ηγεμονίας. Μια πιθανή απομάκρυνση του Podemos από τη δεξαμενή νέων νοημάτων, αξιών, οργανωτικών μορφών και πολιτικών προταγμάτων που είναι τα αυτόνομα κοινωνικά κινήματα βάσης μπορεί εύκολα να φυλακίσει το νέο κόμμα στον στενό ορίζοντα της «κοινωνικής σωτηρίας» από τη φιλελεύθερη επέλαση –ή σύμφωνα με το λεξιλόγιο του Podemos, τη «διάσωση των πολιτών» («rescate ciudadano»). Κινδυνεύει έτσι η φιλόδοξη νέα αριστερά να περιοριστεί στον άχαρο ρόλο του διαχειριστή ενός βάρβαρου κοινωνικού συστήματος, δέσμια –ε΄κούσια ή ακούσια– των ατομιστικών υλικών προσδοκιών της μεσαίας τάξης, επαναλαμβάνοντας έτσι την άδοξη πορεία της σοσιαλδημοκρατίας.

Η αντίφαση στην καρδιά του εγχειρήματος

Η ένταση ανάμεσα στο λαϊκιστικό ηγεμονικό σχέδιο της ηγεσίας και στην ριζοσπαστική, οριζόντια και συμμετοχική κατεύθυνση της βάσης έγινε εμφανής στο ιδρυτικό συνέδριο του κόμματος, τον Οκτώβριο του 2014, όπου παρουσιάστηκαν οι διαφορετικές οργανωτικές, πολιτικές και δεοντολογικές προτάσεις. Η οργανωτική πρόταση με τίτλο «Sumando Podemos» («Μαζί Μπορούμε») συγκέντρωνε τις αγωνίες της βάσης: Συλλογική ηγεσία, ενισχυμένος ρόλος για τους «κύκλους», τακτικά συνέδρια, διαφάνεια και συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, εναλλαγή και ανακλητότητα στις θέσεις ευθύνης. Ωστόσο, η οργανωτική πρόταση που υπερψηφίστηκε ήταν αυτή που κατέθεσε η ομάδα του Pablo Iglesias, με τίτλο «Claro que Podemos» («Φυσικά Μπορούμε») η οποία θεσπίζει τη θέση του γενικού γραμματέα, ενισχύει την ηγεσία, επιτρέπει στον ηγέτη να επιλέγει αυτούς που τον πλαισιώνουν, υποβιβάζει το ρόλο του συνεδρίου και των «κύκλων» και προκρίνει τις συγκεντρωτικές δομές στο όνομα της «αποτελεσματικότητας». Ταυτόχρονα ο νέος οργανωτικός χάρτης ορίζει ότι όσοι είναι ενεργοί σε άλλες πολιτικές οργανώσεις δεν μπορούν να έχουν αξιώματα μέσα στο νέο κόμμα, μια πρόβλεψη που αποβλέπει στην εσωκομματική περιθωριοποίηση της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Ο Iglesias έφτασε ακόμα να εκβιάσει ότι αν δεν εγκριθεί η πρόταση του θα αποσυρθεί από το κόμμα. Η οργανωτική πρότασή αυτή προκάλεσε μεγάλη αντίδραση ανάμεσα στους περίπου 16.000 παρόντες λόγω των συγκεντρωτικών χαρακτηριστικών της, αλλά εγκρίθηκε με το 80% των ψήφων. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι η ψηφοφορία ήταν ανοιχτή σε οποιονδήποτε είχε πρόσβαση στο διαδίκτυο, με μια απλή ψηφιακή «εγγραφή» στη σελίδα του κόμματος. Ψήφισαν έτσι πάρα πολλά νέα μέλη (περισσότερα από 100.000) τα περισσότερα από τα οποία δεν είχαν σημαντική πολιτική δέσμευση ή δραστηριότητα· αυτό ευνόησε τους τηλεοπτικούς «αστέρες» της «La Tuerka», έναντι αυτών που κατέθεσαν την αντίπαλη πρόταση.

Το σφάλμα του Pablo Iglesias και των στελεχών που τον πλαισιώνουν δεν έγκειται στην εκπόνηση του ηγεμονικού σχεδίου και την υιοθέτηση μιας λαϊκιστικής ρητορικής. Άλλωστε, κάθε πετυχημένο πολιτικό εγχείρημα έχει στο κέντρο του μια διαδικασία «μετάφρασης» των βασικών ιδεών και αξιών του σε όρους που θα επιτρέψουν τη συμμετοχή του στο δημόσιο διάλογο. Ειδάλλως διακυβεύεται η ίδια η δυνατότητα του να επηρεάσει την κοινή γνώμη, και άρα αμφισβητείται ο «πολιτικός» χαρακτήρας του και οδηγείται σε περιθωριοποίηση, μια κατάσταση τόσο συχνή στον αριστερό και τον ελευθεριακό χώρο, που πλέον θεωρείται δεδομένη –ακόμα και επιθυμητή, αφού υπό μια συγκεκριμένη οπτική, η κοινωνική απομόνωση μιας πολιτικής ομάδας αποτελεί απλά «επιβράβευση» της επαναστατικότητάς της.

Αντίθετα, το σφάλμα της ηγετικής ομάδας του Podemos είναι ότι μέσω της επιβολής του δικού της οργανωτικού σχεδίου, απενεργοποιεί αυτήν ακριβώς τη διαλεκτική που ανέδειξε το Podemos ως ελπιδοφόρα πολιτική δύναμη και κλείνει τις διόδους μέσω των οποίων η οργανωμένη κοινωνία μπορεί να επηρεάσει τη μελλοντική εξέλιξη του εγχειρήματος. Θεωρεί την κατάκτηση της κεντρικής εξουσίας ως εκ των ων ουκ άνευ της πολιτικής δραστηριότητας και υπάγει τη δράση των κινημάτων στην εκλογική δυναμική. Ενώ για τους αγωνιστές βάσης που στηρίζουν το Podemos το κόμμα αποτελεί «εργαλείο» του κινήματος και η κατάκτηση της εξουσίας μια «στιγμή» του ευρύτερου αγώνα, μετά το συνέδριο του Οκτώβρη τα κινήματα παραγκωνίστηκαν για χάρη μιας ισχυρής ηγετικής ομάδας η οποία θα μπορέσει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Η αντίφαση αυτή, που βρίσκεται στην καρδιά του Podemos, γίνεται εμφανής στην άβολη σχέση του με ένα άλλο πολιτικό εγχείρημα που ξεπήδησε από τις κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών και από την απόφαση για «έφοδο στους θεσμούς», του Ganemos –ή Guanyem στην Καταλονία. Το Ganemos αποτελεί ενωτική πρωτοβουλία κινηματικού χαρακτήρα που έχει καταφέρει να συνενώσει κινήματα, αριστερά και οικολογία για τη συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές της άνοιξης του 2015. Τοπικές πλατφόρμες έχουν δημιουργηθεί σε δεκάδες πόλεις, ανάμεσα τους στην Βαρκελώνη, όπου η δραστήρια και δυναμική Πλατφόρμα Ζημιωμένων από τα Στεγαστικά Δάνεια (PAH) έχει την πρωτοβουλία, και στη Μαδρίτη, όπου κομμάτια του αυτόνομου κινήματος, ιδιαίτερα γύρω από την ομάδα Observatorio Metropolitano, αποτελούν την κινητήρια δύναμη. Το Podemos εξαρχής χαιρέτισε την εμφάνιση αυτών των δημοτικών κινήσεων, αναγνώρισε τις κοινές πολιτικές τους στοχεύσεις και μεθόδους και δεσμεύτηκε να μην παρουσιάσει ξεχωριστές υποψηφιότητες στις πόλεις όπου συμμετέχει το Ganemos στις δημοτικές εκλογές. Τελευταία όμως το κλίμα έχει αλλάξει: η εμμονή του Ganemos στις «αργές» διαδικασίες βάσης, την εναλλαγή και την ανακλητότητα των υποψηφίων και τις ιδέες εμπνευσμένες από τον ελευθεριακό δημοτισμό έχουν αποξενώσει την ηγεσία του Podemos, η οποία μελετά την δημιουργία ξεχωριστού δημοτικού συνδυασμού στη Μαδρίτη με ηγετικά χαρακτηριστικά γύρω από το «νούμερο δύο» του κόμματος, τον καθηγητή πολιτικών επιστημών Juan Carlos Monedero. Αν τελικά το Podemos παρουσιάσει αυτή την υποψηφιότητα ενάντια στο Ganemos, το διαζύγιο του με τα κοινωνικά κινήματα θα θεωρηθεί τετελεσμένο. Η απόφαση αναμένεται να παρθεί πριν τον Φεβρουάριο του 2015.

Και τώρα, τι;

Πιθανότατα τo Podemos δεν θα είναι το κόμμα-κίνημα που πολλοί περίμεναν στις απαρχές του. Μετά το συνέδριο του Οκτώβρη, και πάντα με την καθοδήγηση της ομάδας της «La Tuerka», το κόμμα έχει συγκροτηθεί ως «εκλογική μηχανή» διαρθρωμένη –με σημαντικές ποιοτικές διαφορές βεβαίως– κατ’ ομοίωση του κρατικού μηχανισμού του οποίου τα ηνία θέλει να αναλάβει. Είναι πιθανό η στρατηγική αυτή να καταφέρει να εκσφενδονίσει το κόμμα στην εξουσία, όπου θα έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει μια σημαντική ρωγμή στην ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και της αντιδραστικής δεξιάς στην Ισπανία και την Ευρώπη. Προς το παρόν όμως, η διαδικασία οικοδόμησης ενός κόμματος αυθεντικής «λαϊκής εξουσίας», στηριγμένου σε διαδικασίες βάσης και στην άμεση δημοκρατία –αν δεχτούμε βεβαίως ότι η άμεση δημοκρατία μπορεί να ευδοκιμήσει στο ασφυκτικά στενό πλαίσιο της κοινοβουλευτικής πολιτικής– ανακόπηκε πρώιμα με το ιδρυτικό συνέδριο.

Είναι σημαντικό τα ισπανικά κοινωνικά κινήματα να διατηρήσουν την αυτονομία τους και να μην διαχυθούν μέσα στο ηγεμονικό σχέδιο του Iglesias. Από μια πιθανή κυβέρνηση του Podemos μπορούν να περιμένουν μια ανατροπή των συσχετισμών δύναμης, που θα τους δώσει μια ανάσα και θα ανακόψει την αμείλικτη καταστολή που δέχονται αυτήν τη στιγμή. Πιθανότατα θα βρουν επίσης ένα αποφασισμένο σύμμαχο τόσο στην οικοδόμηση των κοινών όσο και στην υπεράσπιση του δημοσίου και του κράτους πρόνοιας –αν και είναι εξίσου πιθανό να χρειαστεί να διαδραματίσουν το ρόλο της μόνης ουσιαστικής αντιπολίτευσης, όταν η κυβέρνηση θα αρχίσει τους αναπόφευκτους συμβιβασμούς με την οικονομική εξουσία.

Για το επόμενο διάστημα και μέχρι τις γενικές εκλογές αναμένεται μια μαζική εισροή προς το Podemos μεσαίων και χαμηλόβαθμων στελεχών της Ενωμένης Αριστεράς –η οποία είναι σίγουρο ότι θα καταποντιστεί εκλογικά λόγω της εμφάνισης του νέου κόμματος. Αναμένεται επίσης η έξοδος πολλών αγωνιστών βάσης που έχουν δει το ρόλο τους να υποβαθμίζεται και τις οργανωτικές τους μεθόδους να παραγκωνίζονται μέσα στο νεότευκτο κόμμα. Παρ’ όλες τις ολοένα αυξανόμενες εσωτερικές κριτικές και την αναπόφευκτη «υποχώρηση» σε κάποιες από τις πιο ριζοσπαστικές του θέσεις –για παράδειγμα πλέον δεν μιλάει για λογιστικό έλεγχο αλλά για αναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους– το Podemos έχει καταφέρει να κινητοποιήσει μεγάλα κομμάτια της ισπανικής κοινωνίας που παραδοσιακά απείχαν από τις εκλογές και να τραβήξει προς τα αριστερά ένα μέρος του συντηρητικού εκλογικού σώματος. Μένει να διαπιστώσουμε εάν στον έναν χρόνο που το χωρίζουν από τις γενικές εκλογές θα καταφέρει να δημιουργήσει μια μακρόπνοη εσωτερική δυναμική που να ευνοεί τη δημοκρατία και τη συμμετοχή ή θα θυσιάσει τις αξίες αυτές για χάρη της βραχυπρόθεσμης εκλογικής αποτελεσματικότητας.