Menu

EAGAINST.com

Προς μία σπινοζική κριτική της Πολιτικής Οικονομίας

indexΑπό το blog Unemployed Negativity,
μετάφραση: Κατρίν Σ.Καρυπίδου via: Κοινωνικό Εργαστήριο Θεσσαλονίκης

Η συνάντηση ανάμεσα στον Σπινόζα και στον Μαρξ, η οποία διατρέχει τη μαρξιστική σκέψη κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, οργανώθηκε, αρχικά, γύρω από τρεις άξονες. Ο πρώτος, ή τουλάχιστονο πιο γνωστός, αφορά στη χρήση από τον Althusser της σπινοζικής κριτικής στην τελεολογία, τον ανθρωπομορφισμό και τον ανθρωποκεντρισμό, με στόχο τη διαμόρφωση της μήτρας κάθε πιθανής θεωρίας της ιδεολογίας, μετατοπίζοντας αποτελεσματικά την ιδεολογία από μία κριτική του ενός ή του άλλου περιεχομένου σκέψης, στον θεμελιώδη προσανατολισμό της. Ο δεύτερος στη σειρά άξονας, τουλάχιστον με όρους δημοφιλίας, στηρίζεται στο μετασχηματισμό, σύμφωνα με τον Negri, της ζωντανής εργασίας σε συγκροτητική ισχύ, μέσω της έννοιας του σπινοζικού conatus. Μέσα από τη ματιά του Spinoza καθίσταται εφικτό να δούμε την παραγωγική εργασία, η οποία ενυπάρχει σε κάθε θεσμό και φαντασιακή αναπαράσταση, να γίνεται τελέσφορη στην εποχή της πραγματικής υπαγωγής. Ένας τρίτος προσανατολισμός θα μπορούσε να συσχετιστεί με τον Alexander Matheron, ο οποίος διατυπώνει ταυτόχρονα μια σπινοζική θεωρία για τις κοινωνικές σχέσεις, τη διατομικότητα, προτού καν επινοηθεί ο όρος, και έναν εκτεταμένο προσδιορισμό της αλλοτρίωσης. Αυτή η προσπάθεια ορισμών είναι, αναμφιβόλως, απλουστευτική, έχει, ωστόσο, το μοναδικό πλεονέκτημα να υπογραμμίζει το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της μαρξιστικής εμπλοκής με τον Spinoza, λαμβάνει χώρα περισσότερο στο πεδίο της πολιτικής ή της ιδεολογίας, παρά της οικονομίας.

Ο Frédéric Lordon έσπασε το συγκεκριμένο στεγανό προσπαθώντας να αναπτύξει μια σπινοζική κριτική της πολιτικής οικονομίας. Η θεωρία του  Lordon  δεν στηρίζεται στις ελάχιστες, μεμονωμένες παρατηρήσεις του Spinoza σχετικά με το χρήμα, αλλά στο σπινοζικό conatus. To conatus δεν γίνεται αντιληπτό, όπως διαφαίνεται σε ορισμένες άστοχες κριτικές ή εσφαλμένες οικειοποιήσεις, ως διεκδίκηση της θεμελιώδους εγωιστικής αξίωσης κάθε ύπαρξης, ως πρωτο-νεοφιλελευθερισμός.

Για τον Lordon το conatus είναι ένας τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σχέση ανάμεσα στη δράση και στη συγκρότηση, είναι ένα στοιχείο επάλληλα δομημένο και δομικό. Το conatus είναι μια βασική προσπάθεια, η οποία προσδιορίζει τα πάντα εκτός από τους όρους της πάλης, αυτό για το οποίο αγωνίζεται, και ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύει τη χαρά ή την απογοήτευση, καθορίζεται από τα ιστορικά συμφραζόμενα. Η οικονομική δραστηριότητα, ή καλύτερα, η καπιταλιστική οικονομική δραστηριότητα, μπορεί με αυτό τον τρόπο να νοηθεί ως μία εκ βάθρων αναδιοργάνωση, της προσπάθειας καθώς ο βασικός αγώνας για επιβίωση ταυτίζεται με την αναζήτηση εργασίας. Οι όροι αυτής της εργασίας, το τι κάνουμε, υπόκειται στις περιπέτειες του καπιταλισμού. Ο ίδιος ο αγώνας για την ύπαρξη κατ’ ανάγκη καθίσταται αδιάφορος για τη διάρκεια αυτού του αγώνα. Με σπινοζικούς όρους, η εκμετάλλευση της εργασίας μεταθέτει τη χαρά και τη λύπη, η οποία απορρέει από το conatus και τον αγώνα μας, στο αντικείμενο για το οποίο αγωνιζόμαστε, δηλαδή το χρήμα.

Θα μπορούσαν να βγουν πλείστα συμπεράσματα από τη θεώρηση του conatus από τη σκοπιά του Lordon∙ αξίζει να σημειωθεί πως ο Lordon υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός και οι πλείστες μορφές του κεφαλαίου, μπορούν κάλλιστα να γίνουν κατανοητά με άξονα τις συγκεκριμένες μορφές αγώνα. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν έχω ολοκληρώσει την ανάγνωση του έργου του «Η Πολιτική του Κεφαλαίου», θα παραλείψω να σχολιάσω περισσότερο αυτή την άποψη. Αντιθέτως, θα ήθελα να φέρω τη σπινοζική κριτική της πολιτικής οικονομίας, την οποία διατύπωσε ο Lordon, προ ενός ερωτήματος που έθεσα προγενέστερα. Το ερώτημα αυτό, το οποίο διατυπώνεται με έναν τρόπο σπινοζικό, έχει ως εξής: Γιατί οι άνθρωποι μάχονται για την εκμετάλλευση σα να επρόκειτο για απελευθέρωση; Γιατί οι άνθρωποι ταυτίζονται με τον καπιταλισμό και αποτυγχάνουν να καταφερθούν ενάντια στις καθημερινές του εκδουλεύσεις; Ο Lordon ισχυρίζεται πως η απάντηση μπορεί να δοθεί, αν εξετάσουμε τα πάθη ή συναισθήματα (affects) και τον τρόπο, με τον οποίο η αναγκαιότητα και η ελευθερία γίνονται αντιληπτές και αισθητές μέσα στον καπιταλισμό.

Όπως υποστηρίζει ο Spinoza, τα πάθη γίνονται πιο έντονα, από άποψη μίσους και αγάπης, ενάντια σε αυτό που εμείς φανταζόμαστε ελεύθερο, σε σχέση με αυτό που θεωρούμε αναγκαίο. Οι ελεύθερες ενέργειες, ενέργειες που θα μπορούσαν να γίνουν με διαφορετικό τρόπο, θα παράγουν πάντα περισσότερη λατρεία και εχθρικότητα, από εκείνες που δε μοιάζουν να είναι τίποτε περισσότερο από φυσικό επακόλουθο μιας αλληλουχίας γεγονότων. Η φετιχοποίηση της παραγωγής και η γενικευμένη υποστασιοποίηση της οικονομίας, τη φυσικοποιούν με τρόπο αποτελεσματικό, μεταβάλλοντας την οικονομία σε σκοπό και ποτέ σε αποτέλεσμα ενεργειών. Όσο περισσότερο η οικονομία φυσικοποιείται, τόσο περισσότερο αποπολιτικοποιείται, αμβλύνοντας το θυμό και την αγανάκτηση. Η οικονομία προσλαμβάνεται ως ιδιότητα των πραγμάτων, ως τρόπος ζωής και όχι ως συνέπεια ενεργειών. Επιπλέον, η υποτιθέμενη πολυπλοκότητα της οικονομίας, η παρεμβολή ποικίλων διεθνών παραγόντων, αυξάνουν τη φαινομενική ελευθερία του ατόμου. Όσο συνθετότεροι είναι οι καθορισμοί , τόσο πιο εύκολα το άτομο θεωρεί εαυτόν αυτοπροσδιοριζόμενο και καθ’ όλα ανεξάρτητο. Αν το υποκείμενο του παραρτήματος του Spinoza έριχνε μια φευγαλέα ματιά στην ελεύθερη δράση του Θεούκατά τη σύνθετη σειρά από αιτίες που προκαλούν την πτώση μιας κεραμίδας στο κεφάλι ενός ανθρώπου, εμείς βλέπουμε την ελευθερία μαςμέσα από τη διαδοχή σύνθετων αιτιών, οι οποίες αφήνουν την οικονομία να συντριβεί επάνω μας. Η από την άποψη των παθών διαφορά ανάμεσα στην πολιτική και στην οικονομία στηρίζεται σε αυτήν ακριβώς τη σύλληψη της ελευθερίας.  Η πολιτική μας παρέχει μια σειρά από δρώντες ερμηνευτές και παράγοντες, οι οποίοι θα μπορούσαν να ενεργήσουν και διαφορετικά, ενώ η οικονομία μας εμφανίζεται με μία αναγκαιότητα, η οποία δεν επιφέρει ούτε συμπάθεια ούτε αγανάκτηση.

Με βάση αυτήν ακριβώς την προοπτική, την ανασφάλεια της οικονομικής μας κατάστασης, είναι που μπορούμε να εννοήσουμε (grasp ) την εξάρτησή μας από το χρήμα. Το χρήμα, ασφαλώς, είναι κάτι πεπερασμένο και ασταθές εκείνο όμως που το κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα στα ασταθή αντικείμενα επιθυμίας που απαριθμεί ο Spinoza, είναι η ικανότητά του να λειτουργεί ως προαπαιτούμενο για την απόκτηση άλλων πραγμάτων, για την εκπλήρωση άλλων επιθυμιών. Το χρήμα λειτουργεί ως συναισθηματικό γενικό ισοδύναμο, ως αντικείμενο που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε άλλο επιθυμητό αντικείμενο. Αν σε αυτή τη λειτουργία προσθέσει κανείς τη θεμελιώδη θέση του Spinoza σχετικά με την επιθυμία «ότι κρίνουμε πως κάτι είναι καλό επειδή αγωνιζόμαστε γι’ αυτό, το λαχταρούμε, το θέλουμε, το επιθυμούμε» (ΗΙΙΙΘ9, Σχόλιο). Το χρήμα ανάγεται σε αγαθό εξαιτίας της σχέσης του με όλα τα άλλα πιθανά αντικείμενα της επιθυμίας μας. Καθώς το χρήμα γίνεται το μέσο για την απόκτηση όλων των άλλων πιθανών αγαθών «απασχολεί την σκέψη του πλήθους περισσότερο από κάθε τι άλλο» (EIVAPPXXVIII). Η επιθυμία για χρήμα είναι ένα κοινό συναίσθημα, ικανό να ενώνει το πλήθος περισσότερο από τη λογική.

Η σύνθεση των παθών στον καπιταλισμό δομείται από μία σειρά σχέσεων, στις οποίες το χρήμα εμφανίζεται ως το παγκόσμιο ισοδύναμο της επιθυμίας, η οικονομία ως μία φυσική δύναμη και το άτομο μοιάζει να είναι ελεύθερο. Οι σχέσεις αυτές, ή τουλάχιστον, η φαντασιακή τους σύλληψη, προσδιορίζουν τη συγκεκριμένη σύνθεση των παθών, όπου το χρήμα καθίσταται το αντικείμενο του πόθου, μετατοπίζοντας το όποιο αντίστοιχο μίσος στην εκ των ων ουκ άνευ φυσικοποίηση  της οικονομικής δομής.

Αργύρης Αργυριάδης, Εθνικά υπερφίαλοι, έθνος, κοινωνικά ηττημένοι

hqdefault

Από την εφημερίδα “Βαβυλωνία”, via Σχολιαστές Χωρίς Σύνορα

Την τελευταία δεκαετία γίναμε ολοένα και περισσότερο μάρτυρες μιας σειράς γεγονότων, τα οποία μέσα από την ασημαντότητα τους, ανέβασαν ψηλότερα τον πήχη του υπερφίαλου εθνικοπατριωτικού μεγαλείου. Οι «εθνικές» πρωτιές της Ελλαδίτσας, που ξαφνικά την μεταμόρφωσαν ως «Ελλαδάρα», σε πάσης φύσεως αθλητικούς αγώνες ή μουσικούς διαγωνισμούς, ήταν πλέον η μόνη περίπτωση ανάδειξης του εθνικού μεγαλείου. Ενώ την ίδια στιγμή, η κοινωνία, ηττήθηκε σε πολιτικό, οικονομικό και ανθρώπινο επίπεδο.

Ειναι βαριά-βαριά η ήττα σου τσολιά

Χρειάστηκε μια Ελλάδα νικητής ως άλλοθι, για να συντηρηθεί ο μύθος και η νοοτροπία του Ελληναρά, αυτού του υπερβατικού όντος με το εθνικό μεγαλείο της χλαμύδας και του φιλότιμου της φουστανέλας. Το να ξαναειπωθεί ότι μια κοινωνία στην εποχή της ασημαντότητας της, επιλέγει τον πιο εύκολο δρόμο, αυτόν την κενότητας, θα ήταν απλά μια ακόμα γραφική κοινοτυπία, την οποία γνωρίζουμε όλοι .

Άλλωστε ο εθνικός μεγαλοϊδεατισμός, κρύβει μέσα του μια ενδελεχή υποκρισία και μια γνωστική ασυμφωνία: Αυτή της δικαιολόγησης του ένδοξου παρελθόντος, με το άδοξο παρόν και το πιο αβέβαιο μέλλον. Όπως σε όλες τις ψυχικές διαταραχές (ατομικές ή ομαδικές), η συγκάλυψη της αναντιστοιχίας λειτουργεί ως εσωτερικός καταπιεστής, ο οποίος εξωτερικεύεται συλλογικά ως εθνικό ασυνείδητο.

Οδηγηθήκαμε λοιπόν σε μια χαρακτηριστική περίπτωση ψυχοκοινωνικής ασυμβατότητας. Από την μία έχουμε την εθνική χλιδή της Ελληνικής νίκης, με υπερήρωες, άτλαντες και τιτάνες. Και από την άλλη να αποκρύπτεται συστηματικά η σκληρή καθημερινότητα της ανεργίας των απολύσεων της ανισότητας, του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και της κοινωνικής υποχώρησης σε όλους τους τομείς, από δικαιώματα και κεκτημένα. Μόνο που αυτή η άγρια πραγματικότητα δεν ενδιέφερε κανέναν πατριώτη, ειδικά δε όταν δεν έπληττε τον εθνικό μεγαλοϊδεατισμό, μιας Ολυμπιάδας, ενός Eurobasket ή μιας Eurovision.

Ο αθλητισμός ανέκαθεν αποτελούσαν το μεγαλύτερο άλλοθι για την ανάδειξη του εθνικού μεγαλείου, ο οποίος συντήρησε φασιστικές δικτατορίες, στρατιωτικές χούντες και «λαϊκές» ή αστικές δημοκρατίες. Όπως και ο πατριωτισμός έτσι και η εθνική έπαρση δεν θα υπήρχαν εάν δεν υπήρχε η φυλή, το έθνος και το κράτος ως ιδεολογικός μηχανισμός. Φυσικά η Ελληνική περίπτωση διακατέχεται και από κάποια στοιχεία μοναδικότητας σε σχέση με την φύση του εθνικοπατριωτικού μεγαλοϊδεατισμού της.

Οι Έλληνες έχουν μόνο ένδοξη προϊστορία, κρυμμένη μυθιστορία, ηρωική ιστορία και ασήμαντο σήμερα. Για τα του παρελθόντος καυχιούνται αποκλειστικά, διαμέσου μιας απροσδιόριστης, φασίζουσας αρχαιολατρίας. Στην συλλογική συνείδηση του Ελληναρά είναι ανεξίτηλα γραμμένη η ρήση που αποτελεί την κορωνίδα της εθνικής αυταρέσκειας και αυτοεπιβεβαίωσης: «Όταν οι Έλληνες έχτιζαν Παρθενώνες, οι άλλοι ήταν ακόμα στα σπήλαια». Φυσικά δεν θέλει να παραδεχτεί ότι τα Ελληνόπουλα αρκετές φορές δεν μπορούν ούτε την βάση να πιάσουν και απορεί γιατί την σημαία σηκώνουν «οι ξένοι», διότι καθ’ αυτούς πως ο παν μην Έλλην βάρβαρος!, Αρίστευσε; Φαίνεται πως στην χώρα που γέννησε την δημοκρατία ή έννοια της ισονομίας είναι αποκλειστικό προνόμιο μόνο των ντόπιων ιθαγενών κατοίκων.

Μόνο έτσι μπορεί ο σημερινός Έλληνας, ο ήρωας του βυζαντίου, της Αλβανίας, της μεταπολίτευσης, αυτός που κράτησε Θερμοπύλες, να ξεπεράσει το γεγονός ότι ξέμεινε πίσω στο παρελθόν. Ο σύγχρονος νεοέλληνας όμως είναι μια μεταμοντέρνα μετάλλαξη δυτικών και ανατολίτικων πολιτισμικών στοιχείων κατά το δοκούν, δεν είναι στην πλειονότητα του παρά ακοινωνικός, απληροφόρητος, ανιστόρητος και ημιμαθής. Γιαυτό και ενώ αναπολεί την αρχαία Ελλάδα, θέλει να γίνει «σαν Αμερικάνος και να του αρέσει στα κρυφά και ο Μητροπάνος» για να δανειστώ τους στίχους ενός τραγουδιού. Ο σημερινός Τσολιάς μπορεί να περηφανεύεται για το εθνικό του μόριο, κραυγάζοντας μόνο μπροστά στην τηλεόραση, παρακολουθώντας εκστατικά την κίνηση μιας μπάλας ή μιας χορογραφίας. Να κοινωνικοποιείται μόνο μετά την νικηφόρα λήξη ενός παιχνιδιού ή ενός διαγωνισμού, φωνάζοντας ακατάληπτα σεξιστικά ή ρατσιστικά συνθήματα. Και τέλος να αναπτύσσει μια αγελαία εθνική συμπεριφορά νίκης. Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός σε όλο του το μεγαλείο. Διότι είναι βαριά – βαριά η χούντα του τσολιά.

Αλλά η νίκη και η επιστροφή των ηρώων με την πολυπόθητη κούπα ή το πρώτο βραβείο, ήταν ικανή από μόνη της ως θεαματική εκτόνωση να συγκαλύψει την κοινωνική υποταγή μέσω των δανειακών συμβάσεων, τον σεξισμό, τον ρατσισμό και την φυλετική έπαρση που καλλιεργείται όχι υπόγεια πλέον αλλά στο προσκήνιο του εθνικοπατριωτικού lifestyle. Μόνο έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί η χρήση του «εθνικού συμβόλου» από καθωσπρέπει Ελληναράδες οπαδούς της εθνικής ή «υπερπατριώτες» φασίστες που επικαλούνται την αναγκαιότητα της φυλετικής καθαρότητας την απέλαση των μεταναστών, τους ξυλοδαρμούς όσων δείχνουν ή είναι διαφορετικοί πολιτικά, σεξουαλικά, για μια απροσδιόριστη υπεράσπιση της εθνικής συνείδησης μέχρι θανάτου.

Εξάλλου ο φασιστικός υπερεθνικισμός δεν είναι άλλο παρά η αδιοχέτευτη λίμπιντο του κάθε πατριώτη. Αυτή η ξέφρενη εθνική βαρβαρότητα που μεταφράζετε σε ηρωισμό. Στην βάση αυτή η βίαιη συμπεριφορά απενοχοποιείται έστω και αν αυτή τραυματίζει θανάσιμα πολλές φορές μετανάστες, νεολαίους και γενικά όσους φαίνονται διαφορετικοί. Ειδικά δε, σε περιπτώσεις όπου αυτή η πολυπόθητη νίκη δεν ήρθε, η βαρβαρότητα βαφτίζεται ως «συναισθηματικό ξέσπασμα» για να εκλογικευτεί στην συνέχεια με έναν πιο εύπεπτο τρόπο. Οι περιπτώσεις αυτές που προσβάλουν την κοινωνία και τον άνθρωπο, συνήθως όχι μόνο αποκρύπτονται αλλά και συγχωρούνται, ειδικά όταν γίνονται κάτω από την ελληνική σημαία ή την επίδραση της νίκης που είναι μόνο Ελληνική. Το ενδεχόμενο ήττας αποτελεί κατάφορα έναν ανθελληνικό δάκτυλο, μια σκοτεινή συνομωσία. Σε αντίθεση φυσικά με την γενική κατακραυγή από τα ΜΜΕ, όταν για συμβολικούς λόγους καίγεται, σκίζεται ή καταστρέφεται η σημαία, ως πράξη ενάντια στον ρατσισμό, την καταστολή ή τον φασισμό. Ο συμβολισμός τότε γίνεται ασυδοσία και προβάλλεται ως δημόσια προσβολή.

Η συστράτευση της αστυνομίας και της χρυσής αυγής στοχεύει στον γενικευμένο έλεγχο που είναι αδιαμφισβήτητα υπαρκτός σε όλη την καθημερινότητα του πολίτη και δεν έχει στόχο την εξάλειψη της «βίας» ή της «παραβατικότητας», αλλά την ισχυροποίηση με όρους εγκλεισμού του πολίτη μέσα σε ένα κοινωνικό ιδρυματισμό ανάλογο ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης (άλλωστε τα μέλη της χρυσής αυγής αυτό δεν νοσταλγούν);Άλλωστε είναι ηλίου φαεινότερων ότι “τα παιδιά των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας” μοιάζουν πολύ με τους καραφλούς υπερπατριώτες της “Χρυσής Αυγής”, στον σωματότυπο, τον τσαμπουκά, το μίσος, τη βία, τον ανδρισμό, τον σεξισμό και τον ρατσισμό. Ας μην ξεχνάμε ότι τα τάγματα ασφαλείας ανέκαθεν υπήρξαν για να καταργούν και όχι να διαφυλάσσουν την δημοκρατία.

Από τις κάμερες στους δρόμους, στην τράπεζα, το μετρό και το ψιλικατζίδικο της γειτονίας, έως τον «στρατιωτισμό» των αστυνομικών δυνάμεων ως φυσική παρουσία σε κάθε γωνιά ή πλατεία των αστικών κέντρων δεν είναι απλά για να υπενθυμίζουν ότι υπάρχουν, αλλά για να θυμίζουν ότι τα «ΜΑΤ δεν αργούν και δεν ξεχνούν», όπως μου φώναξε ένας άντρας τον αστυνομικών δυνάμεων καθώς περνούσαμε μεταφέροντας μια κυρία σε σοκ από την γενικευμένη θηριωδία που συνέβαινε στις 28 Ιουνίου 2011 προς τον σταθμό Α Βοηθειών της Πλατείας Συντάγματος. Είναι κάτι περισσότερο από δεδομένο ότι η ύπαρξη τους, έχει μια μονοσήμαντη σχέση εκτός του να υπηρετούν την εξουσία, την επιχειρησιακή τους αυτοτέλεια, που σε συνάρτηση με την πολιτική ανοχή σημαίνει ατιμωρησία.

Η καταστολή και η αστυνομική βία δεν είναι γενικευμένη και αντικειμενική όπως προσπαθούν να περάσουν ευρύτερα οι ιδεολογικοί συνεργοί και απολογητές του συστήματος και ούτε πρόκειται για μια βεντέτα μεταξύ αναρχικών – χρυσής αυγής, αλλά Θεσμού (ΜΑΤ) και Κοινωνίας, όπως είδαμε και συνεχίζουμε να βλέπουμε στις επιχειρήσεις σκούπα στην Πλατεάι Συντάγματος. Οι κατασταλτικές δυνάμεις δείχνουν τον ίδιο ζήλο, και επαγγελματισμό μόνο σε όλους όσους διαμαρτύρονται ενάντια στο καθεστώς: Συμβασιούχοι, δάσκαλοι, άνεργοι, απολυμένοι, φοιτητές, την κοινωνία ολόκληρη στις 15 και 21 Μαίου, 28 και 29 Ιουνίου, 3 Σεπτεμβρίου, 18-19 Οκτωβρίου 2011. Το ίδιο όμως δεν ισχύει προς τα παιδιά τα «δικά τους», που δρουν επικουρικά προς αυτούς: Χαφιέδες, δοσίλογοι, τραμπούκοι, εξαγριωμένοι πολίτες, φανατικοί χριστιανοί και υπερπατριώτες. Η ύπαρξη τους δεν αποτελεί την απόδειξη «δημοκρατικής πολυφωνίας» αλλά νίκη του λαικοχριστιανικού συντηρητισμού και της οπισθοδρόμησης. Όλος αυτός ο νεοχαζός συρφετός των ακροδεξιών, που μπορούν ατιμώρητα να μαχαιρώνουν, δολοφονούν και να λυντσάρουν κατά το δοκούν των αντικοινωνικών τους ιδεών (όπως έγινε πρόσφατα στα τέλη Οκτώβρη με την επίθεση σε μετανάστη που πουλούσε Ελληνικές σημαίες), πρόκειται για μια συμμορία αποτελούμενη από άτομα χαμηλού νοητικού (πολιτικά) και κοινωνικού (συμβιωτικά) επιπέδου, οπισθοδρομικά και ομοφοβικά. Με αφετηρία τον εθνοκεντρισμό, τα άτομα αυτά βιώνουν την μισαλλοδοξία μιας ανύπαρκτης φυλετικής, ή πατριωτικής ανωτερότητας που τους διαχωρίζει από τις πρωταρχικές κοινωνικές και οργανικές αξίες της συνεργασίας, της συμβίωσης και της αλληλεγγύης.

Το ερώτημα πλέον δεν τίθεται για την Ελλάδα αλλά για ποια Ελλάδα;

Κάθε όψη αυτού του εθνικού μεγαλείου φαντάζει αποκρουστική. Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη το έθνος, την φυλή ή την πατρίδα. Όλες αυτές, είναι έννοιες ξεπερασμένες και ανθρωποφάγες. Σε οικονομικό επίπεδο έχουν ξεπεραστεί από την κυριαρχία, αλλά σε ιδεολογικό επίπεδο διατηρούνται ως άλλοθι για να θυμίζουν τον πάλαι ποτέ ισχυρό κοινωνικό ιστό του κράτους-έθνους. Η κοινωνία χρειάζεται να επανακαθορίσει τις ανάγκες της με βάση την αλληλεγγύη και την συνεργασία, με στόχο την απελευθέρωση της. Όπως δεν υπάρχουν «φιλήσυχοι» φασίστες, έτσι δεν υπάρχουν αμέτοχοι πολίτες.

Ο εθνοκεντρισμός εκτός από υπερφίαλος ή γραφικός είναι κοινωνικά αποκρουστικός και πολιτικά αποτρόπαιος. Εάν η Ελλάδα θέλουν να είναι αυτή των Ελλήνων αστυνομικών, των «ρουφιάνων, των δολοφόνων και των βασανιστών» για να υπενθυμίσω ένα σύνθημα που φώναζαν σχεδόν όλοι στις 28-29 Ιουνίου 2011, των γερμανοτσολιάδων ή των μεταδιδακτορικών χαφιέδων, αυτό δεν ενδιαφέρει παρά μια μικρή παρελθοντολογική μειονότητα, η οποία αποχαυνωμένη παρακολουθώντας τηλεοπτικές εκπομπές εθνικοπατριωτικού telemarketing, περιμένει να ξυπνήσει ο μαρμαρωμένος βασιλιάς για να ξαναζήσει το μεγαλείο της. Μιας ισχνής μειοψηφίας που δεν μπόρεσε να κατανοήσει το σύνθημα των πλατειών «ότι η χούντα δεν τελείωσε το 73» διότι δεν της φαίνεται αυτό λογικό αφού νομιμοποιήθηκαν οι κομουνιστές, γέμισε ο τόπος μετανάστες, έκλεισαν τα μακρονήσια και πλέον δεν σε επανεντάσουν στην κοινωνία με τον θεραπευτικό τρόπο της φάλαγγας, πως δεν έχουμε δημοκρατία; Είναι οι ίδιοι που συγχαίρουν τον Κορκονέα που σκότωσε τον 15 χρόνο αλήτη μόνο και μόνο γιατί κυκλοφορούσε στα Εξάρχεια ή την επίσκεψη «πάτερα» της εκκλησίας στον φυλακισμένο «αγωνιστή» Ντερτιλή και θεωρούν ότι ο Καρατζαφέρης είναι πολύ διαλλακτικός.

Εάν κάποιοι θέλουν η κοινωνία να μεταβληθεί στην Ελλάδα του ελληνορθόδοξου χριστιανισμού, αυτού του ιδιότυπου φονταμενταλισμού, που κάτω από τον μανδύα της αρετής προβάλει τον κοινωνικό αναχρονισμό, τότε να παραμείνουμε «ΑΘΕΟΙ». Όσο ο εθνικισμός θα βαφτίζεται ως υπέρτατη κοινωνική αξία προτρέποντας τον διαχωρισμό των ανθρώπων βάση του γένους, της φυλής ή του έθνους, να συνεχίσουμε να παραμένουμε «ΑΠΑΤΡΙΔΕΣ». Και φυσικά εφόσον η δημοκρατία μια μικρής αστικής μειοψηφίας που σφετερίζεται την δύναμη των πολλών προς χάρη των συμφερόντων των λίγων, που βαφτίζει τους κοινωνικούς αγώνες τρομοκρατία και τους κοινωνικούς αγωνιστές τρομοκράτες, που στέλνει στην ανεργία μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, να παραμείνουμε πολιτικά «ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ». Επιστρέφοντας έτσι τον συμβολισμό και τον ιδεολογικό χειρισμό στην εκφορά του λόγου της κυρίαρχης ρητορικής.

Δεν χρειαζόμαστε χλαμύδα, φουστανέλα, τσαρούχι φούντα ή φέσι για να βρούμε το δικό μας μεγαλείο. Είμαστε εκτός του εθνικού οράματος και της συναίνεσης του, που οδηγεί στην νέα δανειακή σύμβαση ή σε μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας ή συνεργασίας». Είμαστε επισφαλής εργαζόμενοι, άνεργοι, μετανάστες μα προπαντός είμαστε όλοι αγανακτισμένοι, αντιστεκόμενοι και αλληλέγγυοι. Παραφράζοντας τα δικά τους υπερφίαλα «δυνατά και Ελληνικά» λόγια, μπορεί να μην είναι ακόμα ο «καιρός γαρ εγγύς». Αλλά όταν αυτή η στιγμή έρθει, δεν θα είναι για την επανίδρυση του κράτους-έθνους, ούτε για την επιστροφή στην δραχμή, αλλά για την κοινωνική απελευθέρωση. Αρκεί η ίδια η κοινωνία να το θελήσει. Αλλιώς θα παραμείνει εθνικά υπερφίαλη και κοινωνικά ηττημένη.

Εφόσον θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία – πόσο μάλλον η δημοκρατία – είναι ξεκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει εκ του ασφαλούς, φιλήσυχα και από τον καναπέ. Η Άμεση Δημοκρατία αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία να αλλάξουμε όχι με όρους Αρχαιολατρικούς επιστρέφωντας στο νοσταλγικό παρελθόν, αλλά με όρους κοινωνικούς πέρα από την ξύλινη γλώσσα της ιδεολογίας και την θρησκεία του κομματικού ιερατείου της. Γι αυτό πριν κατηγορήσετε τα «παιδιά με τα μακριά μαλλιά, και τα μαύρα ρούχα που τους έλεγαν αλήτες», αναρωτηθείτε που ήσασταν εσείς όταν «τα παιδιά αυτά που τα έλεγαν αλήτες» πρότασσαν τα σώματα τους ενάντια στην συστημική – φασιστική βία που είναι το ίδιο και το αυτό. Διότι είναι τουλάχιστον αφελές και υποκριτικό «να καταδικάζετε η βία από όπου και αν προέρχεται» μιας και «φιλήσυχοι φασίστες» δεν υπήρξαν και δεν θα υπάρξουν ποτέ. Αντίθετα οι φιλήσυχοι και ευυπόληπτοι πολίτες με την παθητικότητα τους από τον καναπέ, επέτρεψαν να γίνουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, και να φτάσουμε σήμερα εδώ που φτάσαμε να περιμένουμε ως κοινωνία την επόμενη δόση. Ας μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό, Αντίθετα αντί να περιφερόμαστε ως έθνος «εξαρτημένων» μνημονιομανών, να επανδιεκδικήσουμε την κοινωνική μας αξιοπρέπεια και ελευθερία. Είναι δεδομενο λοιπόν ότι αντί για κυβέρνηση “εθνικής” σωτηρίας, να ζητήσουμε καθολική πολιτειακή αλλαγή.

Πώς η οικονομική ανάπτυξη στράφηκε κατά της ζωής

Της Vandana Shiva, (Ινδή ακτιβίστρια κατά της παγκοσμιοποίησης)

via Guardian, μετάφραση PPoL.gr

Η απεριόριστη ανάπτυξη είναι μια φαντασίωση των οικονομολόγων, των επιχειρηματιών και των πολιτικών. Θεωρείται συνώνυμο της προόδου. Το «ακαθάριστο εγχώριο προϊόν» (ΑΕΠ) που δήθεν μετράει τον πλούτο των εθνών, αναγορεύτηκε στο ισχυρότερο δεδομένο και την κυρίαρχη έννοια της εποχής μας. Αλλά η οικονομική μεγέθυνση κρύβει τη φτώχεια που προκαλεί λόγω της καταστροφής του περιβάλλοντος, που με τη σειρά της στερεί από τις κοινότητες τα μέσα να καλύπτουν μόνες τις ανάγκες τους.

Η έννοια της ανάπτυξης δημιουργήθηκε ως ένας τρόπος να κινητοποιηθούν πόροι και άνθρωποι κατά τη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Το ΑΕΠ βασίζεται σε ένα τεχνητό και πλασματικό κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο αν καταναλώνεις ό,τι παράγεις, δεν παράγεις τίποτα. Στην πραγματικότητα η «ανάπτυξη» μετράει τη μετατροπή της φύσης σε λεφτά και των φυσικών πόρων σε εμπορεύματα.

Υπό την έννοια αυτοί, οι θαυμαστοί φυσικοί κύκλοι της ανανέωσης του νερού και των τροφών θεωρούνται κατεξοχήν αντιπαραγωγικοί! Οι αγρότες του πλανήτη, που παρέχουν το 72% της τροφής μας, δεν παράγουν· αλλά κι οι γυναίκες που καλλιεργούν τη γη ή ασχολούνται με τα οικιακά, δεν παράγουν ανάπτυξη. Ένα θαλερό δάσος δε συνεισφέρει στη μεγέθυνση της οικονομίας, παρά μόνο αν υλοτομηθεί και τα δέντρα του πωληθούν ως ξυλεία. Μια υγιής κοινωνία υστερεί από άποψη ανάπτυξης σε σύγκριση με μια κοινωνία που έχει πληγεί από μια επιδημία, που αναπτύσσεται π.χ. μέσω των αυξανόμενων πωλήσεων φαρμάκων κ.λπ.

Όταν το νερό θεωρείται κοινόχρηστος πόρος, προστατεύεται και μοιράζεται δωρεάν σε όλους. Αλλά τότε δε συνεισφέρει στη μεγέθυνση της οικονομίας. Αν όμως η «κόκα κόλα» αναγείρει ένα εργοστάσιο, αρχίζει να καταβροχθίζει τους υδατικούς πόρους και να γεμίζει με χρωματιστό νερό πλαστικά μπουκάλια, δημιουργεί ανάπτυξη. Αλλά αυτή η ανάπτυξη θεμελιώνεται ση πρόκληση φτώχειας στη φύση και τις ιθαγενείς κοινότητες. Η άντληση υδάτων πέραν των δυνατοτήτων ανανέωσής τους και επαναδημιουργίας των υδατικών αποθεμάτων προκαλεί λειψυδρία· οι γυναίκες αναγκάζονται να διανύουν μεγαλύτερες αποστάσεις για να βρουν πόσιμο νερό. Στο χωριό Πλατσιμάντα της Κεράλα, όταν η διαδρομή προς το πόσιμο νερό έφτασε τα 10km, μια ντόπια γυναίκα, η Μαγιλάμα (Mayilamma) όρθωσε το ανάστημά της για να πει: «φτάνει πια! Δεν μπορούμε να περπατάμε άλλο. Το εργοστάσιο της «κόκα κόλα» πρέπει να κλείσει!». Το κίνημα που πυροδότησαν οι γυναίκες εντέλει πέτυχε πράγματι να κλείσει το εργοστάσιο.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει με ένα άλλο δώρο της εξέλιξης: τους σπόρους. Οι αγρότες επέλεγαν, καλλιεργούσαν και διαφοροποιούσαν τους σπόρους, που είναι η βάση της παραγωγής τροφίμων. Ένας σπόρος αναπαράγεται, πολλαπλασιάζεται και εξασφαλίζει τους σπόρους της επόμενης χρονιάς και την τροφή της. Κι όμως, οι επιλεγμένοι από τους αγρότες σπόρους δε θεωρείται πως συνεισφέρουν στην ανάπτυξη. Δημιουργούν και ανανεώνουν τη ζωή, αλλά δεν οδηγούν σε κερδοφορία. Η ανάπτυξη αρχίζει από τη στιγμή που οι σπόροι μεταλλάσσονται, κατοχυρώνονται και «κλειδώνουν» γενετικά, εξαναγκάζοντας τους αγρότες να τους αγοράζουν κάθε χρόνο κι ακριβότερα.

Η φύση πτωχαίνει, η βιοποικιλότητα διαβρώνεται κι ένας ανοικτός, ελεύθερος πόρος αποκτά ιδιοκτήτη και μετατρέπεται σε κατοχυρωμένο εμπόρευμα. Η ετήσια αγορά σπόρων είναι συνταγή για βέβαιη χρεοκοπία των φτωχών Ινδών αγροτών. Κι από τον καιρό που δημιουργήθηκαν μονοπώλια σπόρων, οι χρεοκοπίες αγροτών πράγματι επεκτάθηκαν. Στην Ινδία από το 1995, έχουν αυτοκτονήσει πάνω από 270,000 υπερχρεωμένοι αγρότες.

Η φτώχεια επίσης επεκτείνεται όταν ιδιωτικοποιούνται δημόσιες υπηρεσίες. Η ιδιωτικοποίηση του νερού, του ηλεκτρισμού, της υγείας, της εκπαίδευσης, δημιουργεί ανάπτυξη. Αλλά δημιουργούν επίσης και φτώχεια, εξαναγκάζοντας τους ανθρώπους να δαπανούν μεγάλα ποσά, σε πράγματα που ήταν διαθέσιμα σε λογικές τιμές ως κοινά αγαθά. Όταν εμπορευματοποιηθεί και χρηματιστεί κάθε πλευρά της ανθρώπινης ζωής, αυτή θα γίνει ακριβότερη -και οι άνθρωποι φτωχότεροι.

Οι λέξεις οικονομία και οικολογία έχουν παρόμοια ετυμολογία: παράγονται από τη ελληνική λέξη «οίκος», που θα πει νοικοκυριό. Για όσο καιρό η οικονομία επικεντρωνόταν στο νοικοκυριό, αναγνώριζε και σεβόταν το γεγονός πως εξαρτιόταν από τους φυσικούς πόρους και το σεβασμό των ορίων της οικολογικής τους ανανέωσης. Ασχολιόταν με το πώς να ικανοποιήσει τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες μέσα στα δεδομένα αυτά όρια. Εκείνα τα οικονομικά -που επικεντρώνονταν στην οικιακή οικονομία- ήταν επίσης γυναικοκρατούμενα. Αλλά σήμερα η οικονομία έχει αποσυνδεθεί από τους οικολογικούς περιορισμούς και από τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες. Κι ενώ η καταστροφή του περιβάλλοντος δικαιολογούνταν στο όνομα της ανάπτυξης, η φτώχεια και η ανέχεια επεκτείνονταν. Η οικονομική μας πορεία δεν ήταν μόνο μη βιώσιμη· ήταν και άδικη.

Το κυρίαρχο μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης τελικά στράφηκε κατά της ίδιας της ζωής. Όταν η οικονομία μετριέται με αποκλειστικό κριτήριο τις κεφαλαιακές ροές, τότε οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Επιπλέον, ενώ οι εύποροι είναι πλούσιοι από χρηματικής άποψης, είναι πολύ φτωχοί από την άποψη της ανθρωπιάς.

Οι απαιτήσεις του κυρίαρχου μοντέλου της οικονομίας μάς οδηγούν απευθείας σε πολεμικές συρράξεις: για την διεκδίκηση πετρελαίου, νερού, τροφίμων… Η μη βιώσιμη ανάπτυξη εμπεριέχει τρεις μορφές βίας:

Ÿ Τη βία κατά της Γης, που εκδηλώνεται ως οικολογική κρίση.

Ÿ Τη βία κατά των ανθρώπων, που εκδηλώνεται ως φτώχεια, υπεξαίρεση και εκδίωξη.

Ÿ Τη βία ως πόλεμο και σύγκρουση, καθώς προκειμένου να ικανοποιήσουν τις ακόρεστες ορέξεις, τους, οι ισχυροί ιδιοποιούνται τους πόρους στους οποίους βασίζεται η ύπαρξη των κοινωνιών και των κρατών μας.

Η αύξηση των χρηματικών ροών μέσω της καθιέρωσης του ΑΕΠ οδήγησε στην αποσύνδεση της οικονομίας από τις πραγματικές αξίες. Αλλά εκείνοι που έχουν σωρεύσει χρηματικούς πόρους είναι εις θέση να διεκδικούν τους βασικούς πόρους των ανθρώπων: τη γη και το νερό τους, τα δάση και τους σπόρους τους. Η δίψα τους είναι τέτοια που τους οδηγεί να κυνηγήσουν και την τελευταία σταγόνα ποσίμου ύδατος και την τελευταία σπιθαμή εδάφους. Αλλά αυτό το κυνήγι δεν πρόκειται να σηματοδοτήσει το τέλος της φτώχειας. Θα οδηγήσει στο τέλος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δικαιοσύνης.

Οι νομπελίστες οικονομολόγοι Τζόζεφ Στίγκλιτς (Joseph Stiglitz) και Αμάρτια Σεν (Amartya Sen) παραδέχτηκαν πως ο δείκτης του ΑΕΠ  δεν εκφράζει όλες τις πλευρές της ανθρώπινης κατάστασης και υπογράμμισαν την ανάγκη να κατασκευαστούν νέα εργαλεία έκφρασης της ευημερίας των εθνών. Αυτός είναι ο λόγος που για να εκτιμούν την πορεία τους, κράτη σαν το Μπουτάν αντικατέστησαν τον δείκτη του ΑΕΠ με την «ακαθάριστη εγχώρια ευτυχία». Για να αναζωογονήσουμε την πραγματική ευημερία, χρειαζόμαστε δείκτες πέραν του ΑΕΠ και οικονομίες που να λειτουργούν διαφορετικά από τμήματα ενός παγκόσμιου σούπερ-μάρκετ. Χρειάζεται να θυμηθούμε πως μόνο η ζωή μπορεί να εξαγοράσει τη ζωή.

[Ιρλανδία] Γιατί έγινα αναρχική

Ρατσιστικό γκραφίτι στην περιοχή Finglas του βόρειου Δουβλίνου

Όπως έχει συμβεί και με τα περισσότερα συντρόφια μου, δεν ξύπνησα ξαφνικά μια μέρα κι ανακάλυψα πως είμαι αναρχική. Απεναντίας ήτανε μια βαθμιαία διαδικασία, που ξεκίνησε μέσω μιας αποφασιστικότητας να πολεμήσω το ρατσισμό, να αμφισβητήσω την πατριαρχία και να αμφιβάλω για την ύπαρξη ενός πανταχού παρόντος γέροντα με άσπρη γενειάδα.

Γεννήθηκα το 1987 από ρωσίδα μητέρα και γεωργιανό πατέρα στη Σιβηρία, τα τελευταία χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, και πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μου ηλικίας ταξιδεύοντας συνεχώς μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας, αλλάζοντας διάφορες πόλεις και μπόλικα σχολεία, και γνωρίζοντας ανθρώπους που έσπευδαν με μεγάλη προθυμία να μου αποδείξουν πόσο καλύτερο έθνος ήτανε η Γεωργία σε σύγκριση με τη Ρωσία, και τούμπαλιν. Αυτό που πιότερο επηρέασε την ιδεολογία μου ήταν η απόφαση της οικογένειάς μου να μετακινηθούμε στην Ελλάδα, όπου γνώρισα πολλούς ενδιαφέροντες ανθρώπους, και τα τελευταία χρόνια του σχολείου μαζί με φίλες και φίλους βάλθηκα να διαβάζω βιβλία για τον αθεϊσμό, το φεμινισμό και την αναρχία.

Οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ πως είμαι αναρχική σχετίζονται με την πεποίθησή μου ότι κάθε ανθρώπινο ον, ανεξάρτητα από ιθαγένεια, φύλο, χρώμα, θρησκεία και τα όμοια, θα πρέπει να είναι σε θέση ν’ απολαμβάνει ίσα δικαιώματα σε κάθε μέρος του κόσμου – όπερ δεν ισχύει προφανώς τούτη τη στιγμή και δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ, εκτός κι αν γίνει κάτι για ν’ αλλάξει αυτό το πράγμα. Και ο λόγος για τον οποίο δε θεωρώ τον κρατικό κομμουνισμό ένα πολιτικό σύστημα που ν’ αξίζει τον κόπο να παλέψει κανείς γι’ αυτό είναι –χώρια που οποιαδήποτε μορφή ιεραρχίας είναι απαράδεκτη για μένα (ιδίως εκείνη που δεν παρέχει καμία απολύτως δυνατότητα να εκφράσει κανείς οποιαδήποτε διαφορετική σκέψη αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κοινωνία)– το γεγονός ότι σε μια κομμουνιστική κοινωνία όπου ζήσανε οι γονείς μου, παρόλο που και οι δυο τους είχανε τις ίδιες ακριβώς υποχρεώσεις όσον αφορά τις εργατοώρες και τις συνθήκες δουλειάς τους, ο πατέρας μου απολάμβανε πολύ μεγαλύτερη ελευθερία στην καθημερινή του ζωή του απ’ ό,τι η μητέρα μου.

Ύστερα, ως μετανάστρια στην Ελλάδα, μια χώρα με πολυάριθμους μετανάστες και ακόμη περισσότερα προβλήματα, χρειάστηκε να μάθω να συνηθίζω στην ιδέα του να είμαι η «άλλη», δηλαδή ένας εύκολος στόχος στον οποίο φορτώνονται όλων των λογιών οι κατηγόριες από το κράτος, είτε μιλάμε για κόμματα της αριστερής πτέρυγας είτε για κόμματα της δεξιάς, καθώς και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που βάζανε πάντοτε τα δυνατά τους προκειμένου να δώσουν έμφαση στην εθνικότητα ενός διαρρήκτη εφόσον δεν ήταν η ελληνική. Σ’ εκείνη την κοινωνία ευτύχησα να συναντήσω άτομα για τα οποία η κατηγοριοποίηση των ανθρώπων ανάλογα με τη φυλή τους (μεταξύ άλλων) ήτανε απαράδεκτη, και ενώ βοηθάγαμε μετανάστες να μάθουν ελληνικά στο μεταναστευτικό σχολείο γλωσσών με το συμβολικό όνομα «Οδυσσέας», εμείς οι ίδιοι μαθαίναμε απ’ τους μαθητές και τις μαθήτριές μας κι ο ένας από τον άλλον πόσο ανούσιες και επιφανειακές είναι όλες τούτες οι κατηγοριοποιήσεις.

Τα τελευταία δυο χρόνια ζω στην Ιρλανδία όπου, πέραν του ρατσισμού και ταξικών ζητημάτων, για πολλούς ανθρώπους η ζωή μιας γυναίκας είναι μικρότερης αξίας από εκείνη ενός εμβρύου – κάτι που, μαζί με κάθε άλλο λιγότερο ή περισσότερο σημαντικό θέμα που βιώνω σε καθημερινή βάση, δυναμώνει ακόμα περισσότερο την πεποίθησή μου ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούνε οι άνθρωποι να ζήσουν σ’ έναν δικαιότερο κόσμο είναι να σταθούν αλληλέγγυοι αναμεταξύ τους και να αγωνιστούν για τα δικαιώματα του καθενός και της καθεμιάς, είτε πρόκειται για κάτι που μας αγγίζει άμεσα κάθε φορά είτε όχι.

Νεφέλη (Φθινόπωρο του 2013), via ContraInfo

Ένας άλλος κόσμος είναι δω και δεν είναι καπιταλιστικός

Του Γιώργου Καλλή via Greeklish

Κάποτε η Μάργκαρετ Θάτσερ είχε υποστηρίξει ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική στον καπιταλισμό». «Και όμως υπάρχει εναλλακτική και είναι ήδη εδώ», υποστηρίζει από την άλλη, ο διάσημος κοινωνιολόγος Manuel Castells, γνωστός για την οξυδέρκεια του όντας ένας από τους πρώτους διανοητές που διέκριναν την μετάβαση από την βιομηχανική κοινωνία στην δικτυακή κοινωνία της πληροφορίας.

Στη νέα του δουλειά, ο Castells υποστηρίζει ότι εν μέσω κρίσης μια νέα δομική αλλαγή λαμβάνει χώρα στις κοινωνίες της Δύσης. Πλήθος νέων ανθρώπων αυτο-οργανώνεται και παίρνει τις τύχες στα χέρια του, ανακτώντας βασικές παραγωγικές διαδικασίες από την αγορά και συμπληρώνοντας το Κράτος στην εξασφάλιση πρόνοιας. Η εμπειρική έρευνα των Castells, Conill και της ομάδας τους στη Βαρκελώνη, η οποία αποτυπώνεται στο ντοκιμαντέρ «Φόρος Τιμής στην Καταλονία ΙΙ» (αναφορά στο ομώνυμο έργο του Όργουελ για το αναρχικό πείραμα στην Καταλονία κατά την διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου), αναλύει πληθώρα παραγωγικών πειραμάτων στην πόλη όπως συνεταιρισμούς βιολογικών τροφίμων που φέρνουν μαζί παραγωγούς και καταναλωτές, κοοπερατίβες συστέγασης, συνεταιριστικές τράπεζες με κοινωνικές επενδύσεις, τοπικά νομίσματα και ανταλλακτικές αγορές, παιδικούς σταθμούς και σχολεία διαχειριζόμενα από τους γονείς, συνεταιρισμούς πρωτοβάθμιας ιατρικής βοήθειας, καλλιτεχνικές ομάδες, αυτοδιαχειριζόμενα πάρκα, αστικούς κήπους, ακόμα και συνεταιριστικά γηροκομεία. Εν μέσω ενός καπιταλιστικού συστήματος το οποίο καταρρέει, αδυνατώντας να ικανοποιήσει πια βασικές ανάγκες, οι άνθρωποι αυτοί, υποστηρίζει ο Castells, παράγουν αξίες χρήσης έξω από την αγορά, κτίζοντας μια νέα μη-καπιταλιστική οικονομία αλληλοβοήθειας και συνεργασίας.

Tα συνεταιριστικά εγχειρήματα εκφράζουν και διασπείρουν παραδοσιακές αριστερές αξίες, ενώ παράγουν στην πράξη ένα νέο αριστερό οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο, εναλλακτικό προς το αποτυχημένο του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Το σημαντικότερο τέτοιο εγχείρημα είναι η Cooperativa Integral Catalana (CIC), η ολοκληρωμένη Κοοπερατίβα της Καταλονίας. Νομικά κατοχυρωμένη, η CIC αριθμεί περί τα 600 μέλη και 2000 συμμετέχοντες, παρέχοντας μια δομή η οποία συνδέει πλήθος άλλων κοοπερατίβων, περιφερειακών δικτύων ανταλλαγής και τοπικών νομισμάτων. Στόχος της είναι η αυτόνομη κάλυψη όλων των βασικών αναγκών των μελών της, από την εργασία και την κατανάλωση τροφής, έως την παιδεία, την υγεία και την σύνταξη. Σε έναν βαθμό το καταφέρνει ήδη, αφού για αυτούς που εργάζονται και ζουν από την CIC, ένα ελάχιστο εισόδημα, γύρω στα 200 με 300 Ευρώ, αρκεί για τα υπόλοιπα. Ένα από τα πολλά πρότζεκτ της CIC είναι η “οικο-βιομηχανική αποικία” του Calafou στην εγκαταλελειμμένη ομώνυμη βιομηχανία στα περίχωρα της Βαρκελώνης, όπου έχουν μετεγκατασταθεί τρίαντα άτομα διαφόρων ηλικιών, απασχολούμενα με την παράγωγη ελεύθερου λογισμικού και χαμηλού κόστους ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ένα άλλο σημαντικό εγχείρημα είναι η “Aurea Social”, ένας αυτοδιαχειριζόμενος χώρος περί τα 500 τ.μ., αγορασμένος από τα μέλη της CIC σε παλιό κτήριο στο κέντρο της Βαρκελώνης, ο οποίος στεγάζει κοοπερατίβες γιατρών, δικηγόρων και εκπαιδευτικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Τα εγχειρήματα αυτά συνεπικουρούνται από ένα πυκνό δίκτυο καλλιεργητών και παραγωγών βιολογικών προϊόντων στα περίχωρα της πόλης, περιλαμβανομένων δύο μεγάλων αγροτο-κοινόβιων.

Όπως λέει ο Didac Costa, κοινωνιολόγος και ιδρυτική φυσιογνωμία της Κοοπερατίβας, η CIC αποτελεί εφαρμογή των αρχών της αποανάπτυξης και ενός «αναρχισμού για τον 21ο αιώνα», εμπνευσμένου από την παράδοση της Καταλονίας αλλά προσαρμοσμένου στις σύγχρονες επιταγές. “Το όραμα μας», λέει ο Costa, «είναι η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου μη-καπιταλιστικού συστήματος», στις παρυφές του καπιταλισμού, το οποίο όλο και θα γιγαντώνεται αντλώντας νέα μέλη έως ότου αντικαταστήσει τον καπιταλισμό, ο οποίος θα έχει μείνει ένα λείψανο του παρελθόντος όπως κάποιες μοναρχίες σήμερα. Ο Costa και οι σύντροφοι του ευαγγελίζονται έναν ειρηνικό αναρχισμό, ο οποίος δεν θα επιχειρήσει να επιβάλλει τίποτα, αλλά θα επεκταθεί λόγω των μεγαλύτερων δυνατοτήτων του σε σύγκριση με τον καπιταλισμό καθώς ο τελευταίος θα αδυνατεί όλο και περισσότερο να ικανοποιεί βασικές ανθρώπινες ανάγκες στην εργασία, την δημιουργία και την ψυχαγωγία. Μακροπρόθεσμα η αλληλοβοήθεια είναι ανώτερη οικονομικά του ανταγωνισμού, υποστηρίζει ο Costa, και η CIC ήδη παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια στους εργαζόμενους της, απ’ότι ο ιδιωτικός τομέας. «Ζούμε με λίγα, αλλά σίγουρα», λέει, και «είμαστε πλούσιοι όχι γιατί έχουμε πολλά, αλλά γιατί είμαστε ευτυχισμένοι με λίγα». Ο Costa πιστεύει ότι μέσα από δίκτυα επικοινωνίας και ανταλλαγής εμπειριών, τα οποία υποστηρίζει το διαδίκτυο, το μοντέλο θα εξαπλωθεί χωρικά και σε διεθνές επίπεδο. Η CIC ήδη επιχειρεί να συνδεθεί με άλλους “απελευθερωμένους από τον καπιταλισμό χώρους”.

Μια εύλογη αντίρρηση για το μοντέλο της CIC είναι αν, αυτοοργανώνοντας υπηρεσίες οι οποίες είναι υπό την ευθύνη του Κράτους, διευκολύνει και δικαιολογεί τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας και την εγκατάλειψη του κράτους πρόνοιας. Ο Giacomo D’Alisa, ερευνητής οικολογικών οικονομικών στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης και συμμετέχων ως πολίτης σε πολλά συνεταιριστικά εγχειρήματα, διαφωνεί με την αντιδιαστολή μεταξύ κράτους και αυτο-οργάνωσης, στην οποία υποπίπτουν πολλοί από τους ακτιβιστές της CIC. Για τον D’Alisa, τα συνεταιριστικά εγχειρήματα εκφράζουν και διασπείρουν παραδοσιακές αριστερές αξίες, ενώ παράγουν στην πράξη ένα νέο αριστερό οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο, εναλλακτικό προς το αποτυχημένο του υπαρκτού σοσιαλισμού. Για τον D’Alisa οι πρακτικές αυτές δεν έχουν σκοπό να υποκαταστήσουν το Κράτος, αλλά να παρέχουν φρέσκες ιδέες τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιήσουν ριζοσπαστικές αριστερές κυβερνήσεις για ριζικές μεταρρυθμίσεις της οικονομίας και του Κράτους Πρόνοιας. Εάν η αντίληψη ότι στο μέλλον δεν θα είναι πια εφικτή ούτε και επιθυμητή η διαρκής αύξηση του ΑΕΠ, τότε μια αριστερή κυβέρνηση η οποία δεν θέλει να εφαρμόσει πολιτικές λιτότητας, οφείλει να προτείνει νέες λύσεις για το πως μπορούν να βελτιωθούν οι κοινωνικές υπηρεσίες με παράλληλη μείωση του κόστος τους.

Όλα αυτά δεν συμβαίνουν φυσικά μόνο στην Καταλονία. Και στην Ελλάδα υπάρχει οργασμός πειραματισμού, όπως αυτός αποτυπώνεται και στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ της ομάδας των Ηλιόσπορων «Ένας άλλος κόσμος». Πολιτικά,  ένα κομμάτι της οικολογίας και της αριστεράς έχει υποστηρίξει αυτά τα εγχειρήματα, αν και κατά την ταπεινή και εκ του μακρόθεν γνώμη μου, πολλοί συνεχίζουν να τα βλέπουν περισσότερο ως συμπαθητικά συμπληρώματα αλληλεγγύης σε μια δύσκολη περίοδο, παρά ως κεντρικά συστατικά ενός νέου πολιτικού οράματος για την ανασυγκρότηση της Ελλάδας και την έξοδο από την κρίση. Αν ερευνητές όπως ο Castells ή ο D’Alisa έχουν δίκιο, τότε ίσως έχει έρθει και η ώρα να τα πάρoυμε όλοι πολύ πιο “στα σοβαρά”.