Menu

EAGAINST.com

«Μετά τον Καστοριάδη»: συζήτηση με τους συγγραφείς του βιβλίου, Α. Σχισμένο και Ν. Ιωάννου

10624058_807426589338953_4809139555377763372_o

Συνέντευξη του Αλέξανδρου Σχισμένου και Νίκυο Ιωάννου στην ιστοσελίδα Microvia, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου «Μετά τον Καστοριάδη: Δρόμοι της αυτονομίας στον 21ο αιώνα» στον κοινωνικό χώρο Μικρόπολις. Θέματα προς συζήτηση: η άμεση δημοκρατία, την έννοια του ατόμου στον Καστοριάδη, τον Serge Latouche, αλλά και το κίνημα των Πλατειών.

Πώς αποφασίσατε να γράψετε το βιβλίο και πώς κινηθήκατε κατά τη διάρκεια της έρευνας και της συγγραφής;

Νίκος Ιωάννου: Έχουμε μια επαφή με τον Καστοριάδη εδώ και πολλά χρόνια. Ασχολούμαστε με το έργο του, ακριβώς επειδή ασχολούμαστε με την πολιτική – με την έννοια που ο ίδιος όριζε την πολιτική και όχι, προφανώς, με την έννοια της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ως αναρχικοί στο χώρο όπου δραστηριοποιούμασταν, χρησιμοποιούσαμε το λόγο του για να κάνουμε πολιτική, αλλά δεν κατανοούσαμε ακριβώς αυτά που έλεγε, για παράδειγμα την άρνηση της ταύτισης της εξουσίας με το κράτος. Πλέον κατανοούμε πραγματικά τον Καστοριάδηη, καθώς μποορούμε να ανιχνεύσουμε τη σκέψη του στο σήμερα. Και η σκέψη του αποτελεί και το θέμα του βιβλίου, ως η κατάρρευση των παλαιών σημασιών και η ανάδυση νέων σημασιών που είναι πλέον ορατές.

Αλέξανδρος Σχισμένος: Επίσης, στο βιβλίο ερχόμαστε σε διάλογο με το έργο του Καστοριάδη, αλλά και με άλλους στοχαστές, πάντα μέσα από το πολιτικό κίνημα. Από τη μία, η σκέψη του Καστοριάδη βοηθάει, ώστε να γκρεμιστούν παλαιοί δογματισμοί, από την άλλη ανοίγει νέους δρόμους. Στον 21ο αιώνα, σ’ αυτήν την τελευταία δεκαετία που υπήρξε όλη αυτή η κοινωνική αναταραχή, όλη αυτή η κοινωνική σύγκρουση, ανιχνέυσαμε τις ιδέες του Καστοριάδη μέσα στο κοινωνικό κίνημα. Αυτές οι ιδέες έβγαιναν σιγά σιγά σε διάφορα «κομμάτια»: σε άρθρα στο περιοδικό Βαβυλωνία, σε πολιτικά κείμενα, σε πολιτικές δράσεις (και δικές μας και άλλων). Το βιβλίο ουσιαστικά ξεκίνησε σαν μια προσπάθεια να κωδικοποιήσουμε ως ένα βαθμό νοήματα και σημασίες τις οποίες φέραμε μέσα από την πολιτική μας δράση και την κοινωνική πρακτική που βλέπαμε τριγύρω, σαν συντάκτες της Βαβυλωνίας. Αργότερα, διακρίναμε μέσα από αυτά τα κείμενα ξανά τις σημασίες του Καστοριάδη και μετά προχωρήσαμε σε μία έρευνα γύρω από το έργο του Καστοριάδη. Αρχίσαμε να συνομιλούμε γι’ αυτές τις ιδέες και να καταγράφουμε αυτή την “κουβέντα”.

Το βιβλίο οργανώνεται γύρω από τρεις άξονες: παρελθόν, παρόν, μέλλον. Ως συμπέρασμα από τη γνώση του παρελθόντος, την εμπειρία του παρόντος και την ελπίδα του μέλλοντος βγαίνει το πρόταγμα για την άμεση δημοκρατία. Το πρόταγμα αυτό έχει αρχίσει να υιοθετείται από την κοινωνία. Το ερώτημα είναι, γιατί τώρα; Πρόκειται για μια ουσιαστική πολιτική συνειδητοποίηση ή η πλειονότητα βλέπει την άμεση δημοκρατια ως «αντίδοτο» στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση;

Α.Σ.: Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο στα πρόσφατα κοινωνικά κινήματα ήταν ότι η άμεση δημοκρατία πραγματικά μπήκε σαν αίτημα του κόσμου από πολλές διαφορετικές πλευρές και χωρίς να υπάρχει ένα κεντρικό πρόγραμμα, όπως έχουμε συνηθίσει στην παλαιότερη πολιτική. Αυτό μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, επειδή ακριβώς ανιχνεύαμε τα στοιχεία της για να ξεφύγουμε από τις ιδεολογίες του επαναστατικού κινήματος – οι οποίες είχανε καταρρεύσει. Προσωπικά, παρατήρησα πως αυτές οι ιδέες που ανίχνευα μέσα στην συλλογικότητά μου ή προσωπικά, εκφράστηκαν κοινωνικά από κόσμο που δεν το περίμενα. Δηλαδή είναι ένα ερώτημα κατά πόσο υπήρξε πραγματικά συνειδητοποίηση ή κατά πόσο ο κόσμος “υπήρξε εκεί” μόνο συνθηματολογικά. Βέβαια, το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας δεν είναι απλώς ένα πολιτικό αίτημα ή σύνθημα, καθώς αυτόματα ανοίγει δρόμους και για περεταίρω ερωτήματα και αναζητήσεις. Ταυτόχρονα φάνηκε ότι η άμεση δημοκρατία είναι κάτι που συνένωνε πολλά επιμέρους κινήματα σε διάφορους τόπους σαν συνεκτικός τρόπος οργάνωσης. Όλες αυτές οι ενσαρκώσεις της άμεσης δημοκρατίας στις συνελεύσεις θέτουν ακόμα μεγαλύτερο το ζήτημα ορισμού της άμεσης δημοκρατίας. Όμως θέτουν και διεξόδους απέναντι σ’ αυτό που λένε τώρα “there is no alternative” ή σε μια διαχείριση του συστήματος που προβάλλεται ως φυσική ροή.

Ν.Ι.: Βλέπουμε μέσα στο έργο του Καστοριάδη ότι ο ίδιος έχει ανιχνεύσει νέα νοήματα και νέες σημασίες ήδη 40 χρόνια πριν (τη δεκαετία του 1970), τις οποίες τις βλέπουμε να αναδύονται σήμερα με ένα πιο συγκεκριμένο τρόπο. Αυτές έχουν να κάνουν με το άτομο και τη θέση του στην κοινωνία σήμερα, η οποία είναι εντελώς διαφορετική από τη θέση του στην κοινωνία του παρελθόντος. Ο Καστοριάδης μιλάει για το άτομο και για την αλλαγή του μέσα στον ιστορικό χρόνο κατά τον 20ο αιώνα. Σήμερα βλέπουμε το άτομο σε μία θέση, όπου δεν εκφράζεται από το σύνολο το θεσμισμένων κανόνων ή από τον τρόπο οργάνωσης των ανθρώπων του παρελθόντος. Επίσης, αυτό που στα σχήματα του παρελθόντος ονομάζαμε οργανώσεις αντίστασης, σήμερα παρατηρούμε ότι συρρικνώνται, αποχωρούν σταδιακά, ενώ δημιουργούνται νέου τύπου συλλογικότητες, όπου το άτομο πλέον δεν υποκύπτει σε κάποια γραφειοκρατία. Βλέπουμε να γεννιέται μια νέα συλλογικότητα ως δίκτυο ατόμων. Παράλληλα, βλέπουμε να παίρνουν μεγαλύτερη διάσταση νοήματα τα οποία πάλι άρχισαν να ανιχνεύονται 40 και 50 χρόνια πριν – που για παράδειγμα έχουν σχέση με την διατροφή, έξω από τον κόσμο της ανάπτυξης. Χρόνο με το χρόνο, βλέπουμε αυτά τα νοήματα γύρω από την παραγωγή, την ανάπτυξη, την ποσοτικοποίηση να μην έχουν εκφραστές στο πιο προωθημένο κομμάτι της κοινωνικής κίνησης παγκοσμίως, αλλά βλέπουμε άλλα νοήματα να βγαίνουν μπροστά σε τέτοιο βαθμό, που και το ίδιο το σύστημα το καπιταλιστικό προσπαθεί να τα χρησιμοποιήσει για να μπορέσει να υπάρξη (βλ. κοινωνική ευθύνη επιχειρήσεων, παραγωγή ποιοτικών προϊόντων ετικέτας κλπ). Αυτό που συμβαίνει στην παγκόσμια κοινωνική κίνηση, ο καπιταλισμός προσπαθεί να το οικειοποιηθεί, αλλά δεν το καταφέρνει. Αυτά τα νέα νοήματα επηρεάζουν την ίδια την οργάνωση της ζωής των ανθρώπων. Τα νεά κοινωνικά κινήματα προσπαθούν να δημιουργήσουν μια νέα χρονικότητα, να οικειοποιηθούν τον ίδιο το χρόνο τους. Βγαίνουμε λοιπόν έξω από το πλέγμα σκέψης που παράγει την ανάπτυξη, βγαίνουμε έξω από κάθε έννοια ηγεμονικού λόγου, καταρρέουν οι αυθεντίες. Επίσης το άτομο, αν και για τον καπιταλισμό λειτουργούσε ως προϊόν, σ’ αυτή την καινούρια περίοδο προσπαθεί να λειτουργήσει εκτός οικονομίας. Αυτά είναι νέα νοήματα τα οποία κατά κάποιο τρόπο πλαισιώνουν και επηρεάζουν μια ευρύτερη πολιτική κίνηση των ανθρώπων. Εδώ, κεντρική είναι η έννοια της ανταλλαγής προϊόντων: οι έννοιες που τη συνοδεύουν δεν είναι το “πόσο-τόσο”, αλλά “τι-από ποιον-για ποιον”. Αυτές είναι νέες σημασίες που σήμερα τις βλέπουμε να αναδύονται.

3

Διαβάζοντας τον Καστοριάδη, συχνά οδηγούμαστε σε μια αντίληψη ότι, προϋπόθεση για να κινηθεί μια κοινωνία σε μια αμεσοδημοκρατική κατεύθυνση, είναι η πολιτική αφύπνιση και η συνειδητοποίηση του ατόμου. Ωστόσο, για να φτάσουμε από τη «μονολιθική συλλογικότητα στη συλλογική ατομικότητα«, που βλέπουμε και στο βιβλίο σας, χρειάζεται ελεύθερος χρόνος και χώρος, αλλά και πολιτιστικό κεφάλαιο. Δεν καταλήγει η αφύπνιση να παίρνει ελιτίστικα χαρακτηριστικά;

Α.Σ.: Υπάρχει ένα παράδοξο, ένας φαύλος κύκλος, που συνίσταται στο ότι ένα αυτόνομο άτμο προϋποθέτει μια αυτόνομη κοινωνία ή έναν αυτόνομο κοινωνικό χώρο και ότι ένας αυτόνομος κοινωνικός χώρος προϋποθέτει αυτόνομα άτομα. Αυτό είναι το ζήτημα της διευρημένης παιδείας. Ωστόσο, όσον αφορά την ελίτ, αυτή έχει να κάνει με την ιδιοποίηση και ουσιαστικά κλειστότητα/στεγανοποίηση του κεφαλαίου -προφανώς- και της γνώσης. Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για τη γνώση. Αυτό που φαίνεται μέσα από τα κοινωνικά κινήματα, μέσα από αυτά τα σπέρματα μικρών αυτόνομων χώρων που δικτυώνονται, αλλά και μέσα από την εμφάνιση και την ευρεία χρήση του ίντερνετ σαν ένας ψηφιακός αποσωματικοποιημένος δημόσιος χώρος με διαφορετικά χαρακτηριστικά, είναι πως έχουν δημιουργήσει νέες δυνατότητες ως προς την διάχυση της γνώσης. Και αυτό που μπορεί να διαφοροποιήσει μια κίνηση, μια κολλεκτίβα αυτόνομη, ένα δημόσιο χώρο μ’ αυτά τα χαρακτηριστικά από μία απλή συνεργατική συμπεριφορά ή έναν απλό συνεταιρισμό είναι ακριβώς ότι δημιουργείται μέσα σ΄αυτούς τους χώρους μια διαφορετική παιδεία, ότι οφείλουν να διαμορφώνουν αυτοί οι χώροι μια διαφορετική παιδεία. Εξάλλου, ζούμε πλέον σε μια κοινωνία όπου η παιδεία δεν άγεται πλέον μόνο από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αλλά είναι μια ευρύτερη κοινωνική διεργασία.  Είναι ανάποδο το να προσπαθεί να μας πείσει το σύστημα ότι η στεγανή γνώση και τα ιδρύματα παράγουν ακριβώς τον κριτικό λόγο. Για παράδειγμα, οι κουβέντες που γίνονται για τον Καστοριάδη σε κοινωνικούς χώρους είναι πιο ζωντανές και παράγουν περισσότερα νοήματα σε σύγκριση με αυτές που γίνονται στην Ακαδημία (και το λέω αυτό, έχοντας παρακολουθήσει τέτοιες συζητήσεις και στην Ακαδημία). Οι ακαδημαϊκοί προσπαθούν να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα με σχήματα θεωρητικά. Τα άτομα που σκέφτονται ελεύθερα – και λόγω της αγωνίας τους να διαχειριστούν τη ζωή τους – ουσιαστικά ερμηνεύουν και τη θεωρία με βάση το βίωμα. Κάπως έτσι πάει και το βιβλίο μας. Έχουμε ένα διάλογο με βάση τον Καστοριάδη, αλλά δεν διαβάζουμε το Καστοριάδη για να πούμε τι θα γίνει στον 21ο αιώνα. Βιώνουμε κάποια πράγματα στον 21ο αιώνα και τα θέτουμε ως θέματα, ως σκέψεις, απέναντι και στο έργο του Καστοριάδη. 

Ν.Ι.: Βλέπουμε στον Καστοριάδη ότι οι ανθρώπινες δημιουργίες του δημόσιου χώρου και του δημόσιου χρόνου, αποτελούν προϋπόθεση για την άμεση δημοκρατία. Αυτό που βιώνουμε εμείς σήμερα είναι η επαναδημιουργία του δημόσιου χώρου με σύγχρονους όρους ελευθερίας και η επανοικειοποίηση του δημόσιου χρόνου. Αυτό το βλέπουμε στη νέα κοινωνική κίνηση που αναδύεται παγκοσμίως. Και αυτό φέρνει τη σκέψη του Καστοριάδη στο σήμερα.

Α.Σ.: Επίσης, ένα στοιχείο της σκέψης του Καστοριάδη που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι ο ίδιος διαχωρίει τη θέση του από την ατομικιστική φιλοσοφία του 20ου αιώνα. 20ος αιώνας σημαίνει υπαρξισμός ή το ανάποδό του, η μαζική φιλοσοφία που δεν εξετάζει καθόλου το άτομο (μαρξισμός). Ο Καστοριάδης υπογραμμίζει ότι το άτομο είναι κοινωνικός θεσμός. Δηλαδή το άτομο, μέσα από τη γλώσσα, μέσα από τη σκέψη, την κίνηση, το συναίσθημα, φέρει τις κοινωνικές σημασίες. Ως άτομα, επενδύουμε τον ψυχικό μας κόσμο, ο οποίος δεν μπορεί να καλυφθεί από την κοινωνία, μένει πάντα ανυπότακτος, αλλά επενδύεται με βάση τις δεδομένες κοινωνικές σημασίες. Οπότε δεν υπάρχει αυτή η διάσταση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας που προβάλλεται. Η επιστροφή του ατόμου πέραν του κράτους και του κεφαλαίου, δηλαδή πέραν του συστήματος ουσιαστικά ανοίγει το δρόμο για μια νέα συλλογική ατομικότητα, το άτομο έτσι ξεφεύγεια και επανοικειοποιείται τον εαυτό του. Το κοινωνικό συλλογικό άτομο είναι ένα άτομο το οποίο γνωρίζει ότι η κοινωνία είναι ο χώρος δράσης του, επεμβαίνει σ’ αυτή, έχει ενεργό συμμετοχή. Σε αντίθεση ερχεται το άτομο του νεοφιλελευθερισμού, που είναι ένα άτομο ανάπηρο, δεν έχει καμία βλέψη πέρα από τον εαυτό του, έχει περιορισμένο ορίζοντα.

2

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης έχει αποτελέσει έμπνευση για πολλούς θεωρητικούς. Ένας από αυτούς, ο Serge Latouche, διαφοροποιείται από την άμεση δημοκρατία και μιλά για αποανάπτυξη, μια έννοια που έχει συζητηθεί πολύ. Σχετίζεται τελικά η αποανάπτυξη με τη σκέψητου Καστοριάδη;

Ν.Ι.: Η αποανάπτυξη του Latouche αποτελεί ένα υποερώτημα ενός συνολικού πολιτικού ερωτήματος. Ίσως να είχε δίκαιο ο Daniel Cohn-Bendit – έστω κι αν το πέταξε κοροϊδευτικά – όταν μετά την ομιλία του Latouche στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, είπε “μα η αποανάπτυξη γίνεται”. Η πραγματικότητα είναι ότι το κυρίαρχο αυτό φαντασιακό του καπιταλισμού που καθολικεύτηκε για ένα ολόκληρο αιώνα, το φαντασιακό της ανάπτυξης, σήμερα υποχωρεί. Και υποχωρεί σε τέτοιο βαθμό που πλέον, οτιδήποτε έχει σχέση με την οικονομία και είναι δεδομένο πάνω στην ανάπτυξη σήμερα καταρρέει. Βλέποντας το παράδειγμα της Ελλάδας, μπορούμε να πούμε ότι σήμερα δεν υπάρχει άλλο μοντέλο ανάπτυξης πέρα απ’ την εκμετάλλευση και τη λεηλασία του φυσικού πλούτου. Η πρόταση του Latouche διατυπώνεται πιο πολύ ως ένας προγραμματικός λόγος, ο οποίος δεν έχει καμία ανταπόκριση στο πολιτικό σύστημα στο οποίο απευθύνεται ο ίδιος στην πραγματικότητα. Γιατί όταν θεωρεί μη εφαρμόσιμη την πρόταση του Καστοριάδη για άμεση δημοκρατία και αντιπροτείνει ο ίδιος μια δημοκρατία “ολίγη” και προσπαθεί να το συνδυάσει με την συμβιωτικότητα του Ίλιτς, φτάνουμε σε ένα σημείο που η πρότασή του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε από το πολιτικό σύστημα αλλά ούτε από τους από τα κάτω, οι οποίοι ήδη το έχουν ξεπεράσει αυτό. Η κίνηση που περιγράφει ο Latouche, τα κύρια χαρακτηριστικά της, είναι η επανοικειωποίηση του δημόσιου χώρου και η επαναδημιουργία του δημόσιου χρόνου, πράγματα που ξεφεύγουν από αυτό που ονομάζει αποανάπτυξη, το ξεπερνάνε.

Α.Σ.: Επίσης, το πρόγραμμα του Latouche φαίνεται ως ένα πρόγραμμα που μπορεί να διαχειριστεί ένα κοινωνικό κράτος ή μια ριζοσπαστική – όπως τη λένε – δημοκρατία και ουσιαστικά το ριζοσπαστικό του στοιχείο είναι ότι έχει δικλίδες ανακλητότητας των κυβερνώντων. Κατά τη γνώμη μου, ο Latouche πέφτει σε δύο λάθη. Το πρώτο λάθος είναι ότι δέχεται τη φιλελεύθερη δημοκρατία, τη φιλελεύθερη ολιγαρχία, ως ηθικό μέσο, δηλαδή ως μέσο διαχείρησης της οικονομίας με ηθικούς τρόπους και κατά δεύτερο δεν συνειδητοποιεί το πόσο θεμελιακή έννοια είναι η ανάπτυξη για το σύγχρονο καπιταλισμό. Δηλαδή, το πρόγραμμα της αποανάπτυξης θέτει άμεσα το πολιτικό στίγμα: ποιος αποφασίζει για την αποανάπτυξη. Αν πούμε ότι το κράτος αποφασίζει για την αποανάπτυξη, δεν καταλαβαίνουμε τι είναι το κράτος, δεν καταλαβαίνουμε πώς λειτουργεί ο κρατικός μηχανισμός. Από την άλλη, δεν καταλαβαίνουμε τι είναι ο καπιταλισμός. Ο μόνος τρόπος να προτείνει κανείς μια αποανάπτυξη χωρίς άμεση δημοκρατία είναι είτε μέσα από μια επιλογή του κράτους η οποία βασίζεται σε συγκεκριμένα συμφέροντα είτε μέσα από μια επιλογή του κεφαλαίου ως κάτι το «ορθολογικό» – δηλαδή να γυρίσουν οι επιχειρήσεις και να πουν ότι “κάναμε λάθος, καταστρέφουμε τον πλανήτη”. Ο Latouche, άθελά του – γιατί είναι ένας άνθρωπος με ειλικρίνεια – χωρίς να προχωράει από τη ριζοσπαστική στην άμεση δημοκρατία, ουσιαστικά καταφέρνει να δώσει νομιμοποίηση σε κινήματα που θέλουν να εκφράσουν μια νέα νομιμοποίηση, που βάζουν την ανάπτυξη ως κεντρικό τους πρόταγμα, που δανείζονται το λόγο του ώστε να πάρουν μια επένδυση κινηματικού άλλοθι. Επιπλέον, ο ίδιος συζητώντας μέσα στα όρια που είναι βαλμένα από το σύστημα, προσφέρει ένα άλλοθι αδυναμίας στο κοινωνικό κίνημα. Από αυτή την έννοια δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε τα όρια της σκέψης του.

Σε πολλά σημεία του βιβλίου αναφέρετε τις Πλατείες ως βίωμα άμεσης δημοκρατίας. Ωστόσο σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, κάνοντας μια αποτίμηση, μπορούμε να εντοπίσουμε πολλές προβληματικές. Για παράδειγμα, οι Πλατείες έδωσαν μια βάση για την υιοθέτηση λαϊκιστικής και πατριωτικής ρητορικής από την αριστερά, ενώ δεν κατάφεραν να αποδομήσουν τη λογική της αναθεσης. Επίσης, υπάρχει το ζήτημα του αποκλεισμού: στην Θεσσαλονικη, τουλάχιστον, αφενός δεν υπήρχαν τοποθετησεις από μετανάστες/ριες, αφετέρου αρκετές τοποθετήσεις είχαν σεξιστική ή ομοφοβική επένδυση.

Α.Σ.: Καταρχάς, να έχουμε υπόψη μας ότι οι πλατείες της επαρχίας – εκτός Αθηνών δηλαδή – ακριβώς επειδή δεν είχαν επίδικο, με την εννοια ότι δεν είχαν μπροστά τους τη Βουλή, ήταν ουσιαστικά μια αντανάκλαση του τι συνέβαινε στο Σύνταγμα. Και υπήρξαν διαφορετικά χαρακτηριστικά ανά τόπους. Αλλού οι συνελεύσεις ήταν πιο αμεσοδημοκρατικές, αλλού ήταν περισσότερο συγκεντρώσεις όπου κομματικές οργανώσεις παλαιού τύπου μπόρεσαν να βγάλουν έναν άλλο λόγο, ωστόσο αυτό που είδαμε στο Σύνταγμα ήταν συνελεύσεις με αμεσοδημακρατική οργάνωση, με δημόσιο λόγο που έβγαζε ως πρόταγμα την άμεση δημοκρατία. Πράγματι, υπήρξε η προβληματική ότι καταπιεζόμενες ομάδες δεν βγήκαν μπροστά, ωστόσο υπήρξε ο χώρος που θα μπορούσαν να το κάνουν – και το ότι δεν βγήκαν μπροστά αντικατοπτρίζει γενικότερα προβλήματα της κοινωνίας. Να θυμόμαστε ακόμα ότι η πλατεία στο Σύνταγμα χτυπήθηκε όπως δεν χτυπήθηκε καμία άλλη πλατεία στην Ελλάδα. Επίσης, να θυμόμαστε ότι βλέπουμε τις πλατείες παγκοσμίως. Το Σύνταγμα έδωσε παλμό στο παγκόσμιο Occupy Movement, ήταν μια εικόνα που κυριάρχησε. Οι πλατείες έδειξαν τον τρόπο αμεσοδημοκρατικής οργάνωσης, αλλά και τα όρια. Δεν προχώρησαν σε κάτι άλλο πέρα από την οργάνωση της διαμαρτυρίας, δεν προχώρησε στη διαμόρφωση κάποιας πολιτικής απόφασης που να μην ήταν στα πλαίσια της διαμαρτυρίας. Και δε θα μπορούσαν κιόλας. Έδειξαν μ΄αυτό τον τρόπο ότι κάθε αμεσοδημοκρατική δομή οργάνωσης πρέπει να καθορίζει και το πεδίο δικαιοδοσίας της, αλλιώς ξεφεύγει. Το πρόβλημα με τις πλατείες είναι ότι δεν έσπασαν τα εθνικά στερεότυπα. Για παράδειγμα, έλεγαν “τι θα κάνουμε με την Ελλάδα”. Ωστόσο, έσπασαν και κάθε έννοια “επαναστατικής ελίτ”, καθώς έδωσαν λόγο και σε κόσμο που δεν είχε προηγούμενη επαφή με την άμεση δημοκρατία.

1

*Οι φωτογραφίες είναι από την παρουσίαση του βιβλίου στο Μικρόπολις. Το βιβλίο «Μετά τον Καστοριάδη: Δρόμοι της αυτονομίας στος 21ο αιώνα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάρχεια.

Ένα μικρό (προς το παρόν) σχόλιο περί Charlie Hebdo και σάτιρας

Οι ισλαμιστές θέλουν να περιορίσουν την ελευθερία της έκφρασης. -Σταματά εδώ!

Η υπόθεση Σαρλί Εμπντό φαίνεται να απασχόλησε -αλλά και ν’ απασχολεί ακόμη- ιδιαίτερα την ελληνική Αριστερά και τον αναρχικό χώρο. Εκτός από το γεγονός ότι πρόκειται από μόνο του για θέμα εξόχως σημαντικό, αυτό συμβαίνει λόγω ορισμένων ζητημάτων με τα οποία συνδέεται (όπως η σχέση του Ισλάμ με τη Δύση). Αυτό που εντυπωσιάζει, πάντως, είναι η πολύ χαμηλή ποιότητα της επιχειρηματολογίας η οποία χαρακτηρίζει τα περισσότερα κείμενα που γράφτηκαν σχετικά. Μέσα σε όλα αυτά διαβάσαμε και αρκετές κριτικές στην αρχή της ελευθερίας της έκφρασης και της σάτιρας. Παύουν, διαβάσαμε, να είναι υπερασπίσιμες αυτές οι δύο αρχές, όταν στρέφονται κατά των «αδυνάτων». Επειδή για εμάς το θέμα αυτό είναι καίριας σημασίας, ετοιμάζουμε μια μπροσούρα -η πρώτη της ομάδας μας- όπου προσπαθούμε να εκθέσουμε λεπτομερώς τις απόψεις μας. Μέχρι την κυκλοφορία της, δημοσιεύουμε εδώ ένα μικρό αρθράκι από το τρέχον φύλλο της γαλλικής (αριστερής) σατιρικής εφημερίδας Le Canard Enchaîné (4/2/2015), με σκοπό να δώσουμε και την άλλη όψη του νομίσματος σχετικά με το ποιος είναι «καταπιεζόμενος», «μειονότητα» κ.λπ., που πάγια αγνοείται και συσκοτίζεται από την αριστερή και αναρχική φιλολογία επί του θέματος.

Ένα δίλημμα

Την επομένη του μακελειού στο Σαρλί Εμπντό, στην τελευταία σελίδα της γαλλόφωνης αλγερινής εφημερίδας Ελευθερία, ο σκιτσογράφος Ali Dilem σχεδίαζε έναν άντρα πεσμένο στη γη ο οποίος έγραφε σ’ έναν τοίχο με το αίμα του «Οι μαλάκες με σκότωσαν».

Επί μια εικοσαετία ο Ντιλέμ ζει υπό τις απειλές των ισλαμιστών εξτρεμιστών κι εύχεται σήμερα «καλή δύναμη στη Γαλλία». Αν και δε δημοσίευσε ποτέ κάποια γελοιογραφία με τον Προφήτη, έχει ωστόσο τολμήσει να σχεδιάσει ένα χέρι που βγαίνει από ένα σύννεφο. Εξαιτίας, λοιπόν, αυτού του χαριτωμένου σκαριφήματος, που θεωρήθηκε βλάσφημο, όπως επίσης βέβαια κι όλων αυτών των τζιχαντιστών με τη γενειάδα, τη μεγάλη μύτη και το ηλίθιο βλέμμα που σχεδιάζει καθημερινά, ο αλγερινός καλλιτέχνης ζει σ’ ένα καθεστώς οιονεί παρανομίας. Ωστόσο δεν παραπονιέται. Ειδικά μάλιστα αν σκεφτεί κανείς πως επιτίθεται με την ίδια όρεξη στον Πρόεδρο της αλγερινής Δημοκρατίας, σχεδιάζοντας πάντοτε τους στρατηγούς (που κάνουν κουμάντο στη χώρα) με την κοιλιά να χύνεται έξω απ’ τη στολή, τα σάλια να τρέχουν απ’ τα χείλη τους, παρασημοφορημένους με μια νεκροκεφαλή, περιτριγυρισμένους απ’ τους καλύτερούς τους φίλους –τις μύγες.

Το 2001 -τι φόρος τιμής, ε;- ο αλγερινός Ποινικός Κώδικας εμπλουτίστηκε με μια νομοθετική ρύθμιση που έγινε γνωστή ως «τροπολογία Ντιλέμ» και προβλέπει φυλάκιση μέχρι κι ενός έτους για κάθε «προσβολή» του Προέδρου και των εκπροσώπων του. Εντούτοις, παρά τις δεκάδες δίκες, ο Ντιλέμ συνεχίζει να σαρκάζει. Την ίδια στιγμή, σκιτσογράφοι σαν τον Saad Bekhelif (της εφημερίδας El Watan) ή τον Ghilas Aïnouche (της γαλλόφωνης ιστοσελίδας Tout sur lAlgérie) απαντούν στο μακελειό της 8ης Ιανουαρίου ανεβάζοντας φωτογραφίες τους με τον Charb (ηγετική μορφή του Charlie Hebdo που σκοτώθηκε από τους τρομοκράτες) στα προφίλ τους στο Facebook. Γνωρίζουν όλοι τον κίνδυνο που συνεπάγεται κάτι τέτοιο.

Όπως μας υπενθυμίζει η Humanité, από το 1993 μέχρι το 1997, 123 αλγερινοί δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι, γενικότερα, στον Τύπο, αποκεφαλίστηκαν ή εκτελέστηκαν με περίστροφο ακόμα και μέσα στα γραφεία τους. «Οι δημοσιογράφοι που πολεμούν το Ισλάμ με την πένα, θα πεθάνουν με τη λεπίδα» είχε τότε διακηρύξει ένας εμίρης της Ένοπλης Ισλαμικής Ομάδας (al-Jama’ah al-Islamiyah al-Musallaha ή GIA, εκ του γαλλικού Groupe Islamique Armé –αλγερινή τζιχαντιστική ομάδα που πολεμά το αλγερινό κράτος και μάχεται για τη δημιουργία ισλαμικού κράτους στη χώρα).

Οι ονομασίες και τ’ ακρωνύμια μπορεί ν’ αλλάζουν, όχι όμως και τα σκοτεινά σχέδια των φορέων τους…

Ο λιτός βίος του Βαρουφάκη, ή 5 βήματα για την απο-ανάπτυξη

quinoterapia_43

Μέσω του Χωροχρόνου

Το πρόταγμα της αποανάπτυξης βασίζεται στην εξής απλή ιδέα: είναι αδύνατο να απομυζούμε απεριόριστα έναν πλανήτη με περιορισμένους πόρους. Για το λόγο αυτό είναι αναγκαίο να αλλάξουμε συνολικά την κοινωνία που ζούμε. Αυτό σημαίνει πως είμαστε υποχρεωμένοι να περιορίσουμε τους ρυθμούς με τους οποίους παράγουμε και καταναλώνουμε.

Η προσπάθεια αυτή περιέχει δύο αλληλοεπηρεαζόμενες όψεις. Η πρώτη σχετίζεται με ένα πιο μακροπρόθεσμο σχέδιο ριζικού και συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας: η κοινωνία μας πρέπει να αλλάξει συνολικά προσανατολισμό, να αλλάξουν οι οικονομικό-κοινωνικές σχέσεις, να εξαλειφθεί η εκμετάλλευση και η οικονομική ανισότητα, να δοθεί η δυνατότητα στους πολίτες να αποφασίζουν οι ίδιοι για τις ζωές τους, να σταματήσουν να αποτιμώνται τα πάντα με γνώμονα την οικονομική αποδοτικότητα, να μπουν όρια στη βιομηχανική παραγωγή και στην καταστροφή που αυτή προκαλεί στο περιβάλλον κ.λπ.

Επιθυμούμε, δηλαδή την ανατροπή του καπιταλισμού και μια προσπάθεια για τη δημιουργία μίας αυτόνομης και δημοκρατικής κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα οφείλουμε να εγκαταλείψουμε την καταστροφική ιδέα που συνδέει την ευημερία της κοινωνίας με την ανάπτυξη, τη διαρκή αύξηση του Ακαθόριστου Εγχώριου Προϊόντος (δηλαδή την αδιάκοπη παραγωγή ολοένα και περισσότερων αγαθών).

Ο εκμηδενισμός των ρυθμών ανάπτυξης καθώς και η συνολική απεμπλοκή μας από την ιδεολογία της ανάπτυξης που σηματοδοτεί ο όρος «απο-ανάπτυξη», αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έξοδο από την οικολογική κρίση. Οι πολυδιαφημιζόμενες έννοιες της «πράσινης», της «βιώσιμης» κ.λπ. ανάπτυξης αδυνατούν να αντικρίσουν το οικολογικό πρόβλημα στο βάθος του, αφού αποφεύγουν να αναμετρηθούν με τις ρίζες του στην κυρίαρχη καπιταλιστική λογική. Το μόνο που μπορούν να καταφέρουν είναι η επιβράδυνση του οικολογικού κραχ. Αντιθέτως, το πρόταγμα της αποανάπτυξης αμφισβητεί τον ίδιο τον πυρήνα της καπιταλιστικής ιδεολογίας, τη σημασία της ίδιας της οικονομίας και της οικονομικής μεγέθυνσης για τη ζωή των ανθρώπων.

Η δεύτερη όψη της απο-ανάπτυξης αφορά τις αλλαγές που μπορεί να ξεκινήσει να κάνει –στο μέτρο του δυνατού- ο καθένας μας από σήμερα. Σε αυτό το πλαίσιο συγγραφείς όπως ο Σερζ Λατούς (στο βιβλίο του Το στοίχημα της απο-ανάπτυξης) προτείνουν 5 απλά βήματα:

1) Μείωση: οφείλουμε να περιορίσουμε τις καταναλωτικές μας ανάγκες υιοθετώντας ένα μοντέλο «εθελούσιας ολιγάρκειας». Να καταναλώνουμε λιγότερο, αλλά να ζούμε καλύτερα. Να ανακαλύψουμε δηλαδή ξανά την ποιότητα και την αξία χρήσης των προϊόντων. Να περιορίσουμε τις ανάγκες μας σε ενέργεια δηλαδή να κρίνουμε κάθε φορά αν η ενεργοβόρα δραστηριότητά μας είναι απαραίτητη. Μπορούμε για παράδειγμα να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε το ασανσέρ, να χρησιμοποιούμε το ποδήλατο ως μέσο μεταφοράς, να περιορίσουμε τη χρήση του αεροπλάνου και του αυτοκινήτου για μικρές αποστάσεις, τις άσκοπες μετακινήσεις ή τις ενεργοβόρες μεταφορές καταναλωτικών αγαθών από την άλλη άκρη του πλανήτη κ.ά.

2) Επαναχρησιμοποίηση: οφείλουμε να περιορίσουμε τη χρήση υλικών μιας χρήσης. Τα υλικά συσκευασίας αποτελούν μια τεράστια πηγή παραγωγής σκουπιδιών και μια τεράστια πηγή σπατάλης. Μπορούμε να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε πλαστικά ποτήρια ή μπουκάλια μιας χρήσης, σακουλάκια και σακούλες μιας χρήσης, ξυραφάκια μιας χρήσης κ.λπ. Είναι επίσης αναγκαίο να εξαντλούμε τη διάρκεια ζωής των προϊόντων και να αποφεύγουμε να αγοράζουμε κάτι καινούργιο ενώ μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το παλιό.

3) Επισκευή: χάλασε το κινητό, ο υπολογιστής, το αμάξι; Πάρε άλλο· που θα πει δημιούργησε νέα απορρίμματα (λες και δεν έχουμε ήδη αρκετά), των οποίων η διαχείριση είναι πολύ δύσκολη και η αποσύνθεση προκαλεί μεγάλη μόλυνση στο περιβάλλον. Αλλά επίσης η αγορά καινούργιων προϊόντων αντί της επισκευής των παλιών σημαίνει κατασπατάληση υλικών, ενέργειας και εργασίας. Οπότε, μην πάρεις καινούργιο, απλά επισκεύασε το παλιό. Βέβαια, υπάρχει εδώ ένα πρόβλημα: ολόκληρη η σημερινή οικονομία, η οικονομία της καταστροφής και της σπατάλης, είναι προσανατολισμένη προς άλλη κατεύθυνση. Η επισκευή είναι ακριβότερη και δυσκολότερη από την αγορά νέου προϊόντος. Έτσι λειτουργεί η καταναλωτική κοινωνία και γι’ αυτό χρειάζεται να επεκταθεί κάθε προσπάθεια αληθινής αυτό-παραγωγής, δηλαδή κάθε προσπάθεια εξοικείωσης των καταναλωτών με την παραγωγή των προϊόντων ούτως ώστε να μπορούν οι ίδιοι, με ένα είδος αλληλοβοήθειας να επισκευάζουν ό,τι χρειάζεται να επισκευαστεί.

4) Ανακύκλωση: τα οφέλη της ανακύκλωσης είναι γνωστά. Παρ’ όλα αυτά σε πολλές περιοχές δεν υπάρχει δίκτυο ανακύκλωσης, συνεπώς η πίεση προς του δήμους να υιοθετήσουν τέτοια προγράμματα όπως επίσης και η προτίμηση ανακυκλώσιμων προϊόντων είναι απαραίτητη. Επιπλέον, η ανακύκλωση όλων των υλικών που μπορούν να ανακυκλωθούν (όχι δηλαδή μόνο του χαρτιού και του αλουμινίου) θα έδινε μια λύση και στο πρόβλημα της διαχείρισης των σκουπιδιών.

5) Επιβράδυνση: το ζήτημα της επιβράδυνσης έχει να κάνει με την υιοθέτηση ενός εντελώς διαφορετικού τρόπου ζωής. Οι ρυθμοί ζωής, υπεύθυνοι για το άγχος και το στρες που κάνουν τη ζωή στις μεγαλουπόλεις αφόρητη, οφείλουν να χαλαρώσουν. Και μπορούν να χαλαρώσουν στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου δε θα μετρώνται τα πάντα με τους όρους του χρήματος και της οικονομικής αποδοτικότητας, αλλά κεντρική θέση θα διατηρεί το πρότυπο μιας ισορροπημένης ζωής με τον ελεύθερο χρόνο βασικό συστατικό της. Η ίδια η σημασία της εργασίας σε μια τέτοια κοινωνία θα μεταστρέφονταν και θα τοποθετούνταν στην πραγματική της θέση. Η μείωση των ωρών εργασίας είναι ένα απαραίτητο βήμα για τη μετάβαση από την κοινωνία της εργασίας, όπου ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ένα ρομπότ που εργάζεται και καταναλώνει, στην κοινωνία του ελεύθερου χρόνου, όπου ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει ολόπλευρα την προσωπικότητά του.

(απόσπασμα από προκήρυξη, που μοιράστηκε κατά την ανοιχτή  εκδήλωση της πολιτικής ομάδας Αυτονομία ή βαρβαρότητα στο Παιδαγωγικό, στις 12 Ιουνίου 2009)

1. Για την προκήρυξη με τίτλο «Οικολογία και Αυτονομία» βλ. Σύνδεσμος: Αυτονομία ή Βαρβαρότητα.
Η εισήγηση της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα για την τότε εκδήλωση για την αποανάπτυξη βρίσκεται εδώ.
Η ομάδα εξέδιδε το περιοδικό Μάγμα (στην παραπομπή όλα τα τεύχη σε ψηφιακή μορφή) και διαλύθηκε στα τέλη του 2010.
Το καλοκαίρι του 2011 πρώην μέλη της ομάδας και συντάκτες του περιοδικού πρωτοστάτησαν στο κίνημα των πλατειών της άμεσης δημοκρατίας και στη συγκρότηση του Occupy Wall Street και ένα χρόνο αργότερα σε αυτή του Occupy Athens.

Προοπτικές ανανέωσης και διεύρυνσης του Δημοκρατικού Εγχειρήματος

121226777]

Toυ Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια* προσέγγισης των προοπτικών για ανανέωση και διεύρυνση του αιτήματος των πολιτών για άμεση συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, τη θέσπιση και την εφαρμογή των νόμων. Η εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος – όπως αυτή διαμορφώθηκε και μέσα από της πλατείες των αγανακτισμένων του 2011 – είναι πολύτιμη και μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο σύμβουλο για την αποφυγή ατομικών/συλλογικών σφαλμάτων και παραλείψεων.

Πολλοί υπήρξαν οι παράγοντες που καθόρισαν την μετέπειτα πορεία του αιτήματος για άμεση Δημοκρατία, οι οποίοι και απέτρεψαν τη δημιουργία ενός ισχυρού και αυτόνομου Πολιτικού Σώματος…

Αρχικά οι κομματικές και οι συνδικαλιστικές αναμείξεις που είχαν σαν στόχο την οικειοποίηση ορισμένων δράσεων, συνέβαλαν καθοριστικά στον αποπροσανατολισμό και στην αποδυνάμωση του αιτήματος. Η θωράκιση ενός ανανεωμένου εγχειρήματος από κάθε είδους προσπάθεια κομματικής οικειοποίησης και εκμετάλλευσης μπορεί να το προστατέψει από τη φαγοκυττάρωσή του[1] από το αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα και κατ’ επέκταση από τη σταδιακή αποκινητοποίηση και εξαφάνισή του.

Παράλληλα η κατασταλτική κρατική βία σε συνδυασμό με τις αυτόκλητες δράσεις (υπερασπιστικού και/ή επιθετικού χαρακτήρα), οδήγησαν σε απονομιμοποίηση και αποδυνάμωση της μαζικότητας του κινήματος. Με τη σημερινή κυβέρνηση μπορεί να υπάρξει η προοπτική και το ενδεχόμενο, τουλάχιστον παροδικά, να αμβλυνθεί ο κατασταλτικός χαρακτήρας του κράτους που παραδοσιακά επέδειξαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Αν και θα ήταν υπερβολικό να μιλήσει κανείς για σιδηρά απολυταρχική στάση, αρκετές φορές, στο πρόσφατο παρελθόν, ξεπεράστηκε το σημείο ισορροπίας που διατηρεί ως κοινωνικά αποδεκτή την χρήση της νόμιμης κρατικής βίας. Είναι πιθανό η τρέχουσα κυβέρνηση να απαιτήσει λιγότερη εκχώρηση δικαιωμάτων από τον πολίτη προς όφελος της ευταξίας και της ασφάλειας [4]. Μία από τις κύριες μέριμνες επομένως θα πρέπει να είναι, η ειρηνική μαζικοποίηση ενός κινήματος το οποίο θα αυτό-προστατεύεται και δεν θα προσφέρει αφορμές για άσκηση κατασταλτικής βίας.

Τα κυρίαρχα ΜΜΕ έδρασαν κυρίως ανασταλτικά και αποπροσανατολιστικά παρά υποστηρικτικά. Ο επικοινωνιακός χάρτης σε ό,τι αφορά στην ελευθερία και την αμεροληψία των ΜΜΕ θα μπορούσε στο επόμενο διάστημα να αλλάξει προς το καλύτερο. Η συμβολή τους (αν και είναι πιθανό να παραμείνουν ή να μεταλλαχθούν σε φιλοκυβερνητικά) θα μπορούσε να αποδειχτεί θετική και ουσιαστική.

Ποικίλες ιδεολογικές μονολιθικότητες (ελευθεριακές, κομμουνιστικές, εθνικιστικές κλπ.) οδήγησαν σε κατακερματισμό, αναχωρητισμό και τελικά απομόνωση από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Η αναγέννηση αυτού του πολιτικού αιτήματος προϋποθέτει την Ένωση Πολιτών όπου κοινός στόχος θα είναι το Δημοκρατικό Εγχείρημα (ως θεσμική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος) και όχι η επικράτηση κάποιων ηγετικών φυσιογνωμιών και ιδεολογημάτων. Επομένως το ζητούμενο είναι ο κοινός στόχος και οι κοινός παρονομαστής και όχι οι διχαστικές διαφοροποιήσεις. Οι πιθανότητες επιτυχίας εξαρτώνται από την αναζήτηση της έλλογης σύνθεσης και της συλλογικής φαντασίας και όχι από την προσκόλληση σε ιδεολογικής φύσης εμμονές και δογματικούς ανταγωνισμούς.

Η πλήρης από-ιδεολογικοποίηση δεν είναι ούτε εφικτή ούτε κατ’ ανάγκη ωφέλιμη, η υπέρβαση όμως των ιδεολογικών κολλημάτων (σε ότι αφορά στη Δημοκρατία) είναι απαραίτητη.

Κοινός παρονομαστής σε αυτό το πολιτικό σώμα δεν μπορεί παρά να είναι το πολιτικό πάθος για ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη και έλεγχο της εξουσίας [2] [3]. Ένα πάθος το οποίο θα πηγάζει από τη βαθιά συνείδηση και πίστη στις τρείς αυτές θεμελιώδεις έννοιες καθώς και στην αναγκαιότητα για διαρκή έλεγχο της εξουσίας η οποία έχει μια έμφυτη ροπή στη διαφθορά. Το πάθος αυτό μπορεί να μετασχηματίσει ασύνδετες μάζες ανθρώπων που υποκινούνται κυρίως από ένστικτα σε πολίτες που θα ενεργούν βασιζόμενοι στη λογική.

Χωρίς αυτό το πάθος, η επικυριαρχία του πόθου για ατομική ευημερία (όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον καθένα) θα συνεχίσει να οδηγεί σε αντιφατικές στάσεις ζωής. Σε ανθρώπους δηλαδή που ενώ αναζητούν την ευημερία, πραγματώνουν την αδιαφορία και την ιδιώτευση παραδίδοντας το μέλλον τους σε αντιπροσώπους. Είναι ουσιώδης η αναγνώριση του ότι η ατομική ευημερία δεν μπορεί παρά να συμπορεύεται εξισωτικά με την συλλογική, καθώς και ότι δεν είναι συνώνυμο της επανάκτησης/αύξησης του επιπέδου κατανάλωσης, ούτε φυσικά μπορεί να επιτευχθεί με κάποιο μαγικό τρόπο, δεν γίνεται να προσφερθεί χωρίς προσωπική συμμετοχή και συλλογικότητα. Η συνεχής διεύρυνση της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας αποτελεί τραγικό και λυπηρό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Ο κίνδυνος κοινωνιών όπου ένα ελαχιστότατο ποσοστό πλουσίων και προνομιούχων θα ανησυχεί για την ασφάλειά του και ένα συντριπτικό ποσοστό ανθρώπων θα ανησυχεί τόσο για την ασφάλειά του όσο και για την επιβίωσή του, είναι ήδη ορατός.

Όταν μια κοινωνία πολιτών λειτουργήσει αυτόνομα σε μια δημόσια σφαίρα έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τους θεσμούς και τις δομές που την διέπουν, έτσι ώστε να αποφασίσει τι θα μεταβάλει, τι θα καταργήσει και τι θα αποδεχθεί[3]. Η πολιτική εξουσία όπως εκφράζεται μέσω της αντιπροσώπευσης εκμεταλλεύεται διαχρονικά το μονοπώλιο του ορισμού των εννοιών περί νομιμότητας, κοινού συμφέροντος επηρεάζοντας καταλυτικά το Λόγο του πολίτη έτσι ώστε αυτός να έρθει σε θέση ταυτόσημη με τη δική της [3][4]. Με αυτό τον τρόπο ο Συλλογικός Λόγος [3][4] παρουσιάζεται εσφαλμένα ως μια γνήσια σύνθεση του Ατομικού, ενώ στην πραγματικότητα διαμορφώνεται και κατευθύνεται από την ίδια την πολιτική εξουσία.

Άλλωστε οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις μεταθέτουν συνεχώς στο μέλλον (ενταφιάζοντας έννοιες όπως η κλήρωση και η ανακλητότητα) την ουσιαστική αναθεώρηση του Συντάγματος, τόσο σε ότι αφορά στις ασυλίες, την ατιμωρησία και τα προνόμια του πολιτικού προσωπικού όσο και σε ότι αφορά στην υιοθέτηση – έστω και αδύναμων – αμεσοδημοκρατικών εργαλείων. Ενδεικτική είναι η αναθεώρηση του 1986 κατά την οποία ο θεσμός του δημοψηφίσματος κατ’ ουσία απενεργοποιήθηκε καθώς πέρασε από τις προεδρικές εξουσίες στην κυβέρνηση. Το εγχείρημα επομένως, θα πρέπει να έχει ως βασικό του στόχο την μετουσίωση του παρόντος πολιτικού συστήματος. Οι πολιτειακές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και οι θεσμικές αλλαγές [2] μπορούν να επιτευχθούν μόνον εάν αποφασιστούν συλλογικά και αυτόνομα. Ώστε από αυτή την προσπάθεια να προκύψει ένα γνήσιο έργο σύνθεσης, ένα διηνεκές εγχείρημα για τη υπέρβαση και/ή συνάρθρωση των όποιων αντιφάσεων. Ο δρόμος προς τη Δημοκρατία για να μην αναιρεί την ίδια της τη φύση οφείλει να συνθέτει συλλογικά και να εξελίσσεται δυναμικά.

Η αντίληψη και η αποδοχή του γεγονότος ότι τα οικονομικής φύσης στοιχεία της σύγχρονης κρίσης είναι μόνο μερικά από τα συμπτώματα μιας χρόνιας, βαθύτερης και σύνθετης ασθένειας στενά συνδεδεμένης με την αντιπροσώπευση, χαράσσει το αρχικό και αναγκαίο τμήμα μιας διαδρομής που θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν πολιτικό τρόπο προσέγγισης με σκοπό την ίαση από την ασθένεια και όχι απλά την πρόσκαιρη ή ευκαιριακή αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της.

Εφόσον έχει εκχωρηθεί στην πολιτική εξουσία το δικαίωμα να δημιουργεί και να διαπραγματεύεται αξίες, θεσμούς, χρέη, δανεισμούς κ.λπ., ο πολίτης έχει κάθε δικαίωμα να επαναδιαπραγματευθεί το – εμφανώς πλέον – δυσλειτουργικό και μη συλλογικά ωφέλιμο κοινωνικό συμβόλαιο που έχει συνάψει μαζί της.

* Ο συντάκτης δεν φιλοδοξεί να υποδυθεί τον Κύριο των εννοιών ούτε ασφαλώς τον ειδικό. Το κείμενο αυτό αποτελεί μια προσπάθεια αναζήτησης, μελέτης, κατανόησης, σύνθεσης και προσέγγισης της Δημοκρατίας.

[1] Ο όρος φαγοκυττάρωση χρησιμοποιείται εδώ μεταφορικά. Ορίζεται ως εγκόλπωση οργανικών ή ανόργανων σωματιδίων από τα φαγοκύτταρα και προϋποθέτει καταρχήν, την αναγνώριση αυτών των σωματιδίων ως ξένων.

[2] Γιώργου Ν. Οικονόμου. «Άμεση Δημοκρατία, αρχές επιχειρήματα, δυνατότητες» Εκδόσεις Αθήνα 2014, Εκδόσεις Παπαζήση.

[3] Κορνήλιου Καστοριάδη, «Η Ορθολογικότητα του Καπιταλισμού», Αθήνα 1998 εκδ. Έψιλον και «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», Αθήνα, 1985 (1978)

[4] Γιώργου Ν. Πολίτη «Το δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής – Η νόμιμη άμυνα στην αυθαίρετη εξουσία», Αθήνα 2012, Εκδόσεις Ψυχογιός.

Οι εκλογές σε συνθήκες μετακοινοβουλευτισμού

C1C6BAEF-C82A-4735-B3CC-4D2DF88B3DA8

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 20 Ιανουαρίου 2015]

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου

Ακόμη μία φορά η κοινωνία σέρνεται σε εκλογές, χωρίς ουσιαστική ενημέρωση, πληροφόρηση και συμμετοχή σε αυτά που συμβαίνουν. Άλλη μία φορά καλείται να επικυρώσει το ολιγαρχικό κομματοκρατικό σύστημα που οδήγησε στην χρεοκοπία και είναι ανίκανο να σταματήσει την ολέθρια πορεία. Πάλι η κοινωνία είναι έτοιμη να αναθέσει τις τύχες και το μέλλον της σε αμφιλεγόμενους πολιτικούς, προβληματικά κόμματα, σε γραφειοκρατικές διακυβερνήσεις και θνησιγενή προγράμματα.

Πράγματι, η κομματική αντιπαράθεση εδώ και πέντε έτη εγκλώβισε τη συζήτηση στο δίπολο «μνημόνιο – αντιμνημόνιο», «τρόικα – αντιτρόικα». Οι μεν ισχυρίζονται ότι θα σώσουν τη χώρα με το μνημόνιο και το ευρώ, ενώ οι δε ότι θα σώσουν την κοινωνία από το μνημόνιο και από το ευρώ. Αυτό όμως που κατάφεραν και οι δύο πλευρές ήταν να σώσουν το αποτυχημένο και παραπέον σύστημα, βοηθώντας το να διατηρηθεί άθικτο χωρίς αναδόμηση, αναδιάρθρωση και ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές. Αυτά τα αντιθετικά δίπολα-διλήμματα, συγκαλύπτουν το ουσιαστικό και θεμελιώδες πρόβλημα της χώρας, που είναι η ανάγκη για βαθειές πολιτειακές και θεσμικές αλλαγές, οι οποίες λείπουν εκκωφαντικά από τις διαθέσεις και τα προγράμματα όλων των κομμάτων.

Ταυτοχρόνως λείπουν από την κοινωνία το όραμα, η επιθυμία και η βούληση για ριζικές αλλαγές, οι οποίες θα αφαιρέσουν εξουσία, προνόμια και πλούτο από τους παραδοσιακούς κατόχους και θα επιτρέψουν τη συμμετοχή των ατόμων στη λήψη των αποφάσεων και στη θέσπιση των νόμων. Χωρίς αυτή τη συμμετοχή δεν είναι δυνατόν να βρεθεί διέξοδος στην καταστροφική πορεία, διότι ένας από τους λόγους για την πορεία αυτή ήταν η πολιτική απουσία της κοινωνίας. Επίσης, οι δήθεν ειδικοί αποδείχθηκαν ανίκανοι, διαπλεκόμενοι και διεφθαρμένοι, ενώ η εκλογική νίκη δεν προσπορίζει την ουσιαστική εξουσία, η οποία στην πραγματικότητα ασκείται από την ολιγαρχία των τραπεζών, των επιχειρήσεων, των ΜΜΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αλήθεια αυτή επιβεβαιώνεται και από την σημερινή εικόνα των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων, τα οποία, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, έχουν μεταλλαχθεί σε μετα-αντιπροσωπευτικά, μετα-κοινοβουλευτικά πολιτεύματα. Ενώ δηλαδή διατηρούν ακόμη το κοινοβούλιο και τις εκλογές εν τούτοις αυτά δεν παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, διότι οι τελευταίες λαμβάνονται από τις αγορές, από κέντρα που δεν έχουν εκλεγεί από τις κοινωνίες. Σε αυτό συνετέλεσε η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και χρηματιστικοποίησης εκ μέρους των μεγάλων επιχειρήσεων, των τραπεζών και χρηματιστηρίων με τη βοήθεια των κοινοβουλίων όλων των δυτικών χωρών. Έτσι οι αποφάσεις λαμβάνονται όχι μόνο ερήμην της κοινωνίας αλλά και ερήμην του κοινοβουλίου. Αυτό σημαίνει απουσία τόσο δημοκρατίας όσο και αντιπροσώπευσης. Η κατάσταση αυτή έχει λάβει ακραία μορφή στην περίπτωση της Ελλάδας, στην οποία είναι έκδηλη η ανάθεση των αποφάσεων σε κέντρα εκτός της κοινωνίας και του κοινοβουλίου, στην εξωθεσμική τρόικα. Στο πλαίσιο αυτό οι εκλογές δεν συνιστούν ουσιαστικό όργανο πολιτικής και αντιπροσώπευσης. Δεν λύνουν τα θεμελιώδη προβλήματα. το κύριο που καταφέρνουν είναι να τα συγκαλύπτουν, να τα οξύνουν ή να τα μεταθέτουν. Το μόνο που επιτρέπουν οι εκλογές είναι η διαχείριση της εξουσίας προς όφελος των κομμάτων, των ισχυρών και της ολιγαρχικής ελίτ. Επί πλέον η άποψη πως τα κόμματα μπορούν να επαναφέρουν το κοινοβούλιο στην προτέρα κατάστασή του για να αποφασίζει κυριαρχικώς είναι φαύλος κύκλος, αφού από την προτέρα κατάσταση μεταλλάχθηκε σε μετακοινοβουλευτισμό εν πλήρει γνώσει και συνειδήσει.

Από την άλλη, η εκλογική διαδικασία δεν δανείσθηκε τυχαίως όρους από την στρατιωτική και πολεμική ορολογία. Πρόκειται ακριβώς περί εκστρατείας, με όλη τη σημασία της λέξεως, που έχει σκοπό να αλώσει τη συνείδηση και να κάμψει τη θέληση των ανθρώπων, έτσι ώστε αυτοί, βομβαρδισμένοι με προεκλογικές υποσχέσεις, βαρύγδουπα συνθήματα, λεηλατημένοι από την πλύση εγκεφάλου, τους εκβιαστικούς μονόδρομους και τα εκφοβιστικά διλήμματα, να συρθούν εξουθενωμένοι και καθημαγμένοι στις κάλπες, να παραδοθούν και να παραδώσουν την εξουσία στα κόμματα, στους ολίγους. Ο αντίπαλος, δηλαδή, στην προεκλογική εκστρατεία, δεν είναι ο άλλος υποψήφιος ή το άλλο κόμμα – αυτοί, λίγο ή πολύ, είναι οι κερδισμένοι και οι νικητές, επειδή ούτως ή άλλως συμμετέχουν στη διανομή της εξουσίας και επωφελούνται από αυτήν. Ο ουσιαστικός αντίπαλος είναι οι πολλοί, οι οποίοι πρέπει να καμφθούν και να αλλοτριωθούν πολιτικώς, να καταντήσουν ψηφοφόροι, να παραδώσουν τα ψήγματα ελεύθερης σκέψης και πολιτικής δύναμης που κατέχουν στους ολίγους κομματικούς. Έτσι όμως χάνεται τόσο η διέξοδος από τη χρεοκοπία και την παρακμή όσο και το όραμα της δημοκρατίας. Οι μεγάλοι ηττημένοι των εκλογών είναι η κοινωνία και η δημοκρατία.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων τι μπορεί να κάνει η χειμαζόμενη κοινωνία; Η μόνη δύναμη που έχει η κοινωνία είναι η εφεδρεία της επανάστασης, λέει η Χάννα Άρεντ και συμφωνεί ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Επανάσταση δεν σημαίνει όπλα, φόνοι, εμφύλιοι και κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων, με τη μαρξιστική και λενινιστική έννοια, αλλά μία κινητοποίηση του κοινωνικού πλήθους για ριζοσπαστικές αλλαγές, για θεσμική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος. Προαπαιτούμενο είναι η κοινωνία να συμπεριφερθεί όχι ως εκλογικό παθητικό ενεργούμενο, αλλά ως ενεργητικό πολιτικό υποκείμενο, ως αυτόνομη συλλογικότητα με βούληση και όραμα για μία δημοκρατική κοινωνία.