Menu

EAGAINST.com

Η εργασία ως πυλώνας της «αντιπροσώπευσης»

Η βιοποριστική εργασία αποτελεί θεμελιώδη αξία στη σύγχρονη κοινωνία, σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να καθορίζει όχι μόνο τη ζωή αυτών που εργάζονται αλλά και αυτών που δεν εργάζονται. Ο ρυθμός της ζωής της εργάσιμης ημέρας έχει μεταμορφώσει σταδιακά όλους τους κοινωνικούς θεσμούς, όπως το σχολείο, την οικογένεια ή τον στρατό. Ζούμε σε μια κοινωνία που οι σχέσεις εργασίας ορίζονται από τρία βασικά σημεία: ευελιξία, κινητικότητα, επισφάλεια. Ευελιξία γιατί πρέπει οι εργαζόμενοι να προσαρμόζονται εύκολα και συνεχώς σε νέα καθήκοντα. Κινητικότητα γιατί πρέπει να αλλάζουν συνέχεια εργασία και επισφάλεια γιατί δεν υπάρχουν πλέον συμβάσεις που να εγγυώνται σταθερή και μακροχρόνια εργασία. Η εργάσιμη ημέρα στο σύνολό της ορίζεται χρονικά από μία απροσδιόριστη διαίρεση μεταξύ του εργάσιμου και του μη εργάσιμου χρόνου. Με δεδομένη πλέον την κατάργηση του οκταώρου, ένας εργάτης χρειάζεται πολύ περισσότερες ώρες να αφιερώσει στο χρόνο της εργασίας του συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου μετακίνησης. Από την άλλη μεριά, βρίσκονται οι εργαζόμενοι στην «άυλη εργασία».  Εδώ δεν έχουμε να παράγουμε ένα «πράγμα», αλλά πρέπει να παράγουμε γνώση, επικοινωνία, πληροφορία, συναισθήματα κλπ. Η δημιουργία μιας ιδέας για μια διαφημιστική καμπάνια είναι κάτι που απασχολεί τους παραγωγούς της εικοσιτέσσερις ώρες την ημέρα με αποτέλεσμα ο πραγματικός χρόνος εργασίας να επεκτείνεται πολύ πέρα από το όποιο ωράριο. Ακόμα και στη γεωργία μπορούμε να δούμε πως οι άνθρωποι αναγκάζονται να δουλέψουν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου, προκειμένου να προλάβουν. Να προλάβουν τι; Όλοι θέλουν να «προλάβουν» και μπαίνουν σε έναν ασταμάτητο αγώνα δρόμου, που η γραμμή του τερματισμού μετακινείται συνεχώς μπροστά, όσο πλησιάζει ο δρομέας. Πρέπει να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε με διαφορετικό τρόπο τον «χρόνο» εργασίας μας.

«Η δε βελτίστη πόλις ου ποιήσει βάναυσον πολίτην». (Αριστοτέλης , Πολιτικά , βιβλίο Γ΄, κεφ. 5 , 1278a, 8 ) Η μετάφραση της πρότασης αυτής είναι απλή: «η άριστη πόλη δεν θα δώσει το δικαίωμα του πολίτη στον “εργάτη”». Μήπως ο Αριστοτέλης ήθελε να αποκλείσει τους εργάτες από το δικαίωμα του πολίτη; Όχι βέβαια. Το συμπέρασμα αυτό μπορεί κάποιος να το εξαγάγει μόνο αν απομονώσει τη φράση αυτή από το υπόλοιπο κείμενο. Από τον ίδιο πληροφορούμαστε τον ορισμό του άριστου πολίτη στο κεφ. 13 του τρίτου βιβλίου των Πολιτικών: «ο δυνάμενος και προαιρούμενος άρχεσθαι και άρχειν προς τον βίον τον κατ’ αρετήν». Μας λέει δηλαδή με απλά λόγια, ότι πολίτη ονομάζουμε αυτόν που έχει τη δυνατότητα να κυβερνά και να κυβερνιέται. Ταυτόχρονα η πολιτική δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο στην περίπτωση που η διακυβέρνηση εφαρμόζεται ανάμεσα σε ελεύθερους και ίσους, συνεπώς δεν χωρά καμία διάκριση μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων. «Η δε πολιτική ελευθέρων και ίσων αρχή» (Α΄ βιβλίο , 7ο κεφ. , 1255b , 21). Ακόμα και αν χρειαστεί σε ένα πρώτο στάδιο κάποιος να είναι κυβερνώμενος, αυτό γίνεται για να μάθει στη συνέχεια να κυβερνά, να μπορεί να συμμετέχει σε αυτήν την εναλλάξ διαδικασία. Όταν όμως ένας άνθρωπος είναι απόλυτα υποδουλωμένος στις βιοτικές του ανάγκες, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ίσος ή ελεύθερος σε σχέση με κάποιον που δεν έχει βιοποριστικό πρόβλημα. Αυτό ακριβώς είναι που οι κατέχοντες την εξουσία, γνωρίζουν πολύ καλά .

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι εργάτες –και όχι οι εργάτριες- απέκτησαν το δικαίωμα ψήφου μόλις τον 19ο  αιώνα. Υπήρχαν δε, πάρα πολλές αντιδράσεις για το αν έπρεπε να έχουν αυτό το δικαίωμα οι «αγράμματοι», οι φτωχοί, ή ο «λαός», από πολλούς «πεφωτισμένους» φιλόσοφους και «διανοητές». Στις σύγχρονες κοινωνίες, οι «αγορές», δεν ενδιαφέρονται για την εργασία καθεαυτή, αλλά για την διατήρηση της εξουσίας και του ελέγχου μέσω αυτής. Ενδιαφέρονται για το «σύστημα» με το οποίο μπορούν να ελέγξουν την εργασία και κατ’ επέκταση το άτομο σε όλες τις πτυχές της ζωής του, δηλαδή να το ελέγξουν «βιοπολιτικά». Ο έλεγχος αυτός, μετατρέπεται σε πειθαρχικό έλεγχο, εξαιτίας των πολύ λεπτών μηχανισμών ελέγχου όπως η παρατήρηση, τα συστήματα καταγραφής, ή η παρακολούθηση. Διαμορφώνεται με αυτόν τον τρόπο ένας μηχανισμός εξουσίας που θέλει να ελέγχει κατά κύριο λόγο τα άτομα και όχι την παραγωγή. Στόχος του, είναι να αποσπά από αυτά περισσότερο χρόνο και εργασία και όχι παραγωγή πλούτου. Ο χρόνος της ημέρας πρέπει να εξαντλείται αφιερωμένος στην εργασία και μαζί με αυτόν να εξαντλείται σωματικά και διανοητικά και ο ίδιος ο εργαζόμενος. Η παραγωγή πλούτου στις σύγχρονες κοινωνίες δεν χρειάζεται τόσο τους εργαζόμενους όσο πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια. Οικονομική πρόοδος σημαίνει λιγότερες θέσεις εργασίας, ενώ τεχνολογική πρόοδος σημαίνει αντικατάσταση όσο το δυνατόν περισσότερων εργαζόμενων από «σκεπτόμενα» λογισμικά.

Η προγραμματισμένη απασχόληση διέπεται από τρεις σημαντικές μεθόδους: τον καθορισμό του ρυθμού απασχόλησης, τον εξαναγκασμό σε καθορισμένες εργασίες, και την ρύθμιση των κύκλων επανάληψης. Ο μεγάλος αριθμός των εργαζόμενων, απαιτεί αυστηρότερη αστυνόμευση του χρόνου εργασίας, με στόχο να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη ποιότητα. Ασταμάτητος έλεγχος, πίεση από τους επιστάτες, κατάργηση κάθε στοιχείου που μπορεί να αποσπάσει την αυτοσυγκέντρωση των εργαζόμενων από το έργο τους. Στην εργασία χρειάζεται το είδος του «ολοκληρωτικά ωφέλιμου χρόνου». Όλες οι πράξεις χρειάζονται μία συγκεκριμένη χρονική ρύθμιση, ένα πρόγραμμα που να εξασφαλίζει αφ’ ενός τη διαμόρφωση της ίδιας της πράξης, αφ’ ετέρου τον έλεγχο εκ των έσω του τρόπου με τον οποίο εκτυλίσσεται σε όλες τις φάσεις της. Η αρχή της αυξανόμενης χρησιμοποίησης του χρόνου προβάλει σήμερα ως απαραίτητο συστατικό επιτυχίας σε όλα τα είδη εργασίας. Το αποτέλεσμά της όμως αποβαίνει μοιραίο για τους ίδιους τους εργαζόμενους. Αποσπά από τον εργαζόμενο όλες τις διαθέσιμες στιγμές του και από κάθε στιγμή την περισσότερο ωφέλιμη δύναμη. Έτσι ο εργαζόμενος δεν απασχολείται αλλά εξαντλείται, αφού το ζητούμενο είναι «το ανώτατο όριο ταχύτητας να φτάσει το ανώτατο όριο αποτελεσματικότητας». Η εξάντληση, ως αποτέλεσμα του τρόπου διαχείρισης του χρόνου από το υπάρχον πολιτικό και οικονομικό σύστημα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ιδιωτικοποίηση των ατόμων, στην αποστασιοποίησή τους από τα κοινά αλλά κυρίως στην μη συμμετοχή τους σε αυτά.

Η σημερινή κοινωνία, όπως όλες οι κοινωνίες, επιβάλλει θεμελιώδεις αξίες στα άτομά της, επηρεάζοντας όχι μόνο τα ίδια ως τέτοια, αλλά όλα τα πεδία του βίου τους. Είμαστε συνεπώς υποχρεωμένοι να λάβουμε υπόψη όλες ανεξαιρέτως τις αξίες αυτές αν θέλουμε να κρίνουμε όχι το πολίτευμα αλλά την κοινωνία μας ως δημοκρατική ή όχι. Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι το να ορίσουμε την δημοκρατία ως είδος κοινωνίας και όχι μόνο ως είδος πολιτεύματος. Συνεπώς δεν μπορούμε να αποκλείσουμε από τη συζήτηση μας, αξίες οι οποίες επηρεάζουν καταλυτικά το πολίτευμα αυτής της κοινωνίας. Τέτοιες αξίες είναι η ιδιοκτησία, ο οικονομικός αναγωγισμός ή η εργασία που μας ενδιαφέρει στο παρόν κείμενο. Ο εργαζόμενος δεν μπορεί ποτέ να συμμετέχει στις κοινές υποθέσεις, επειδή το κύριο μέλημά του είναι το επάγγελμά του. Άρα δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε πολίτη από τη στιγμή που δεν υπακούει στην διττή απαίτηση ως εναλλάξ κυβερνώμενου και κυβερνώντος. Δυστυχώς, αυτή είναι η αλήθεια.

Η ουσιαστική ενασχόληση με τα δημόσια πράγματα είναι εντελώς ασύμβατη με μία ζωή που έχει ως αποκλειστική ενασχόληση την χρονοβόρα και εξαντλητική βιοποριστική εργασία για δύο κύριες αιτίες: α) η «ανάγκη» για εργασία η οποία πηγάζει από την ευελιξία, την κινητικότητα και την επισφάλεια που ανέφερα παραπάνω (οικονομικοί λόγοι) β) ο «αποπροσανατολισμός» που δημιουργείται από την «ανάγκη». Γράφοντας «αποπροσανατολισμός» εννοώ πως το κύριο μέλημά μας είναι η προσπάθεια παραμονής μας στην εργασία ή η οικονομική μας ανέλιξη και όχι η συμμετοχή στη διαμόρφωση των νόμων που ορίζουν την παραμονή και την οικονομική ανέλιξη. Για να στρέψουμε όμως το βλέμμα μας εκεί, χρειάζεται ακριβώς το να έχουμε απόσταση από την ανάγκη και χρόνο για να σκεφθούμε. Να σκεφθούμε, όχι για να προτείνουμε κάτι, αλλά για να πιστέψουμε πως τελικά μπορούμε να σκεφθούμε πολιτικά. Από τη στιγμή που κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, μοιραία αποδεχόμαστε υπόρρητα τον σταθερό και υπαρκτό διαχωρισμό σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους, με αποτέλεσμα να υποτασσόμαστε στην νεωτερική και πάγια αρχή της αντιπροσώπευσης. Υποσυνείδητα, πιστεύουμε πως δεν υπάρχουν ίσες δυνατότητες για τη συμμετοχή όλων στη πολιτική ζωή. Αποτέλεσμα τούτου είναι να αφήνουμε την πολιτική στους λίγους «εργαζόμενους στην πολιτική», τους επαγγελματίες της πολιτικής. Η αρχή της αντιπροσώπευσης, είναι κατεξοχήν αρχή αποκλεισμού των πολλών που δήθεν αντιπροσωπεύονται από τους λίγους.

Τελειώνοντας, πιστεύω πως δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να υποστηρίξω περισσότερο την άποψή μου ότι η εργασία όπως είναι σήμερα διαμορφωμένη αποκλείει εκ των προτέρων τη συμμετοχή των εργαζόμενων στα κοινά και κυρίως στην πολιτική, από το να παραπέμψω στον Κορνήλιο Καστοριάδη:

Όταν ο Benjamin Constant υποστηρίζει […] ότι η σύγχρονη βιομηχανία κάνει αυτούς που εργάζονται σε αυτήν ανίκανους να ασχοληθούν με την πολιτική, και άρα είναι επιβεβλημένος ένας εκλογικός φόρος, το ερώτημα που τίθεται για μας είναι: θέλουμε τη σύγχρονη βιομηχανία όπως είναι και με τις υποτιθέμενες συνέπειές της, μεταξύ των οποίων η πολιτική ολιγαρχία, περί αυτού πρόκειται στην πραγματικότητα και αυτό άλλωστε συμβαίνει. Ή θέλουμε μια πραγματική δημοκρατία, μία αυτόνομη κοινωνία; Στη δεύτερη περίπτωση θεωρούμε ότι η οργάνωση της σύγχρονης βιομηχανίας, και αυτή η βιομηχανία, δεν είναι ούτε φυσική αναγκαιότητα ούτε απόρροια της θείας θέλησης, είναι μία από τις συνιστώσες της κοινωνικής ζωής, την οποίαν καταρχήν πρέπει και μπορούμε να μετασχηματίσουμε με βάση τις πολιτικές και κοινωνικές μας βλέψεις και απαιτήσεις.

(Κορνήλιος Καστοριάδης , Χώροι του ανθρώπου , σελ. 226-227.)                 


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-8Lm

Εργασία και υποταγή

Ο όρος «άνεργος» περιγράφει παραπλανητικά τους υγιείς ανθρώπους που δεν έχουν την ικανότητα να αποκτήσουν τα προς το ζην. Λέω παραπλανητικά, γιατί πλέον οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας. Θα μπορούσαμε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, να πούμε ως  αξίωμα πως «η ανεργία είναι η νόρμα που παραβιάζεται από την κατάσταση της απασχόλησης». Οι άνεργοι αποτελούσαν κάποτε τον «εφεδρικό στρατό», που βρισκόταν προσωρινά εκτός εργασίας για λόγους υγείας, ασθένειας, ή λόγο μικρών προβλημάτων της οικονομίας. Οι άνθρωποι αυτοί, κάποια στιγμή θα επανέρχονταν, αλλά στο διάστημα αυτό υπήρχε μέριμνα γι’ αυτούς, μέριμνα που ήταν αποδεκτή από όλους, κόμματα και κοινωνία.

Η κατάσταση αυτή δεν ισχύει πλέον. Δεν υπάρχει πια το λεγόμενο «κοινωνικό κράτος», αντίθετα, ακούγοντας και τους «ιδιοκτήτες της χώρας», θα υπάρξει περικοπή και στο επίδομα ανεργίας, εκτός των άλλων. Όσοι πλέον δεν εργάζονται, δεν αποτελούν τον εφεδρικό στρατό, αλλά ισορροπούν πάνω στη δοκό που βρίσκεται ανάμεσα στην «απασχόληση» και στον αποκλεισμό. Η λεγόμενη «ανοδική» πορεία της οικονομίας των προηγουμένων ετών, δεν οδήγησε στο «τέλος» της ανεργίας, αλλά στο ακριβώς αντίθετο. Η «ορθολογική» οργάνωση αντιμετώπισης της κρίσης σημαίνει πλέον περικοπή και όχι δημιουργία θέσεων εργασίας, ενώ ταυτόχρονα, η πρόοδος στον τεχνολογικό τομέα αλλά και επιτυχία της «διαχείρισης δυναμικού» μετριέται από την μείωση προσωπικού. Σε όλες τις εταιρείες που βρίσκονται στο χρηματιστήριο, οι τιμές των μετοχών ανεβαίνουν κάθε φορά που προαναγγέλλονται απολύσεις.

Η εργασία που εκτελεί κάποιος, αλλά και το είδος της, καθορίζει τη θέση που ισχυρίζεται πως κατέχει εντός τη φαντασιακής σημασίας που αποκαλούμε κοινωνία. Είναι ο κυριότερος παράγοντας εδραίωσης του κοινωνικού status και της αυτοεκτίμησης αφού εδραιώνεται πάνω σε μία γενικότερη ηθική. Απόδειξη τούτου, αποτελεί το γεγονός ότι μόλις γνωρίζουμε κάποιον ή κάποια, η τρίτη ή η τέταρτη το πολύ ερώτηση που του κάνουμε είναι το «τι δουλειά κάνεις;». Ζώντας σε μια κοινωνία που αγαπά τις κατηγοριοποιήσεις, το είδος της εργασίας είναι θεμελιακή κατηγοριοποίηση, μέσα από την οποία απορρέουν όλα όσα σχετίζονται με τη ζωή μας. Ποιος είναι ισότιμος με εμάς, με ποιους μπορούμε να συγκριθούμε, με ποιον μπορούμε να έχουμε κοινή πορεία, ποιους οφείλουμε να σεβόμαστε, αλλά και ποιοι πρέπει να μας σέβονται. Το είδος της εργασίας δηλώνει εν μέρει, και το πολιτισμικό κεφάλαιο, πράγμα που κατηγοριοποιεί ακόμα περισσότερο τον συνομιλητή μας. Η απόκτηση πολιτισμικού κεφαλαίου εξαρτάται από τον ελεύθερο χρόνο και από την απόσταση που έχει κάποιος από την ανάγκη. Το εισόδημα έχει μεγάλη σημασία όταν πρέπει να καθοριστεί η απόσταση από την ανάγκη. Όσο περισσότερο δουλεύει κάποιος, τόσο λιγότερο ασχολείται με άλλα πράγματα που θα τον βοηθούσαν πρώτα απ’ όλα να σκέφτεται. Καθορίζει τα δικαιώματα που έχουμε απέναντι στην οικογένειά μας, αλλά και τις υποχρεώσεις μας. Η εργασία είναι η αρχή του δρόμου που πρέπει να διαλέξουμε στην πορεία της ζωή μας. Αν αλλάξουμε τομέα εργασίας, ή είδος εργασίας, αλλάζουμε αναγκαστικά και το δρόμο μας. Με βάση αυτήν, μπορούμε να «προβλέψουμε» και να διαμορφώσουμε όλη την πλευρά της ύπαρξής μας. Η εργασία αποτελεί θεμέλιο του βίου, και αν ελέγξεις το θεμέλιο, ελέγχεις ολόκληρο το βίο. Έτσι, μετατρέπεται σε μέσο για την άσκηση «βιοεξουσίας». Αφού είναι το μοναδικό νόμιμο μέσο για να βγουν χρήματα, η ίδια αποτελεί ταυτόχρονα μέσο επιβίωσης και υποταγής. Η εργασία αποτελεί ίσως τον ποιο δημοκρατικό μηχανισμό προσταγής: «κανείς δεν σε υποχρεώνει να δουλέψεις, απλώς αν δεν το κάνεις θα πεθάνεις».

Όπως όλοι οι θεσμοί σε μια κοινωνία, έτσι και η εργασία μπορεί και ανανεώνεται. Η ανανέωση του τρόπου λειτουργίας της εργασίας, είναι η μετατροπή της από σταθερή σε ελαστική καθώς και η μεταφορά, αν είναι δυνατόν, της έδρας της επιχείρησης σε τόπους που ορίζονται από τις εταιρείες ως «μισθολογικοί παράδεισοι», αφού το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι το πειθήνιο και κυρίως, λιγότερο ακριβό προσωπικό τους. Η μετατόπιση του κεφαλαίου σε χώρες με χαμηλότερους μισθούς, μεγαλώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζόμενων σε παγκόσμια κλίμακα. Μία πολυεθνική επιχείρηση δημιουργεί εσκεμμένο ανταγωνισμό όχι μόνο μεταξύ των εργαζόμενων στην χώρα έδρας της εταιρείας, αλλά και με εργαζόμενους στην άλλη άκρη του κόσμου, που είναι αναγκασμένοι να αποδέχονται μισθούς πείνας. Κατασκευάζεται ένας τρόπος κυριαρχίας νέου τύπου, που έχει ως βασικό θεμέλιο το μόνιμο καθεστώς ανασφάλειας, με στόχο την πλήρη υποταγή των εργαζόμενων. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε εργαζόμενους που βρίσκονται σε χώρες με κοινωνικά κεκτημένα και σε αυτούς που ζουν σε χώρες με λιγότερα ή καθόλου κεκτημένα, διαλύει οποιαδήποτε αντίσταση των πρώτων, επιτυγχάνει την υποταγή και κυρίως δημιουργεί την αίσθηση πως οι νέοι κανόνες είναι απόλυτα αναγκαίοι. Θυσία των κεκτημένων στο βωμό της «ανταγωνιστικότητας». Αυτό όμως που προβάλλεται ως οικονομικό καθεστώς ή οικονομική αναγκαιότητα, είναι στην πραγματικότητα προϊόν πολιτικής βούλησης , που μετατρέπεται σε πολιτικό καθεστώς, με την ενεργό συμμετοχή και συνενοχή των εκάστοτε πολιτικών εξουσιών. Δυστυχώς όμως, η γη είναι πεπερασμένη και οι «μισθολογικοί παράδεισοι» συνεχώς λιγοστεύουν. Μετατρέπουμε συνεπώς σε τέτοιους τόπους, με όχημα την «κρίση», οποιαδήποτε χώρα η περιοχή είναι οικονομικά ευάλωτη και προσφέρεται για κάτι τέτοιο. (Την ίδια στιγμή, πρέπει να μπορούμε να ελέγξουμε αυτούς που θα φύγουν από αυτές τις χώρες και για το λόγο αυτό, φτιάχνουμε τις ελεγχόμενες ζώνες μετανάστευσης, ώστε να ελέγχουμε την πρόσβαση των φτωχών στους ανεπτυγμένους πόλους της Ευρώπης ή των ΗΠΑ.)

Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να συνειδητοποιήσουν πως το ίδιο το κεφάλαιο δεν είναι πλέον κάτι «χειροπιαστό». Δεν είναι ατσάλι, τσιμέντο, χαλκός, ή βαριά βιομηχανία. Τώρα πλέον το κεφάλαιο είναι αριθμοί σε οθόνες υπολογιστών, που μπορούν πολύ εύκολα να αλλάξουν τόπο και μορφή. Οι αλλαγές αυτές έχουν ως μοναδικό στόχο, όχι την ευημερία των ανθρώπων, αλλά την «ορθολογική» οργάνωση και την ελαστικότητα του εαυτού του. Επιδρά έτσι στους ανθρώπους αντίστροφα, ως καταστροφή, αφού αδυνατούν να το αντιμετωπίσουν και να το εξηγήσουν. Το λεγόμενο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, έχει τη δύναμη να δημιουργεί την πεποίθηση πως η εργασία του ενός είναι η καταδίκη του άλλου. Θέσεις εργασίας εφ’ όρου ζωής, αφ’ ενός μεν δεν υπάρχουν πια, αφ’ ετέρου, δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας όπως τις αντιλαμβανόμασταν κάποτε. Τώρα υπάρχουν μόνο θέσεις απασχόλησης. Πρέπει να είσαι ευγνώμων που μπορείς να απασχολείσαι. Δεν χρειάζεται να προγραμματίζεις τη ζωή σου, δεν μπορείς να το κάνεις, και δεν μπορείς γιατί δεν σου το επιτρέπουμε. Η εργασιακή αβεβαιότητα κάνει αδύνατη οποιαδήποτε προσπάθεια «τακτοποίησης» του μέλλοντος. Η πίστη και η ελπίδα σε ένα καλύτερο μέλλον, που χρειάζεται να έχει κάποιος προκειμένου να εξεγερθεί ενάντια στο παρόν όταν αυτό δεν είναι  ανεκτό, εξαφανίζονται. Ο συνετός και ο φρόνιμος, δεν είναι  πλέον αυτός που αποταμιεύει με στόχο το μέλλον του, αλλά αυτός που μπορεί να καταναλώσει στο παρόν: «αν δεν μπορείς να καταναλώσεις ορίζεσαι ως φτωχός. Αν δεν θέλεις να ορίζεσαι ως φτωχός, γέμισε το πορτοφόλι σου με πιστωτικές κάρτες.»

Από τα παραπάνω μπορούμε να  συμπεράνουμε πως η εργασία είναι ο κύριος χώρος κοινωνικής ενσωμάτωσης, μία ενσωμάτωση όμως που βασίζεται απόλυτα στην πειθαρχία. Ο χώρος της, δεν παράγει μόνο εμπορεύματα ή δεν παρέχει απλές υπηρεσίες. Παράγει κυρίως πειθήνια υποκείμενα του σύγχρονου κράτους. Έτσι το κράτος διασφαλίζει τον έλεγχο της κεντρικής λειτουργίας επιβίωσης της κοινωνίας. Πάνω της στηρίζει την κοινωνική «τάξη» (order) αλλά και την ιεραρχική δομή της κοινωνίας, δημιουργώντας αυτό που αποκαλείται από πολλούς «ιεραρχική δημοκρατία». Οι πάντες ιεραρχούνται με κύριο κριτήριο το εισόδημα το οποίο δεν πρέπει με κανένα τρόπο να απολέσουν.

Κοιτάζοντας μέσα στους χώρους εργασίας μιας μεγάλης εταιρείας, θα δούμε πως οι μάνατζερς είναι οι «ειδικοί», οι διαχειριστές του κέρδους, οι απόλυτα υπεύθυνοι γι’ αυτό. Η όποια απώλειά του, τους υποχρεώνει να ρίξουν τις ευθύνες στους εργαζόμενους που βρίσκονται από κάτω, απολύοντας όσο το δυνατόν περισσότερους. Οι εργαζόμενοι με τη σειρά τους που δεν έχουν πέσει ακόμα στην κατάσταση του «φτωχού», αφού εργάζονται, διαθέτουν ένα ελάχιστο έστω ποσοστό ασφάλειας που τους επιτρέπει να φιλοδοξούν πως μπορούν να αλλάξουν τη ζωή τους προς το καλύτερο. Ταυτόχρονα, είναι κάτι που πρέπει να υπερασπιστούν, ακόμα και αν η δουλειά τους είναι μικρά αμειβόμενη, με κακές συνθήκες και εξαντλητική, αφού ο φόβος μήπως πέσουν χαμηλότερα, μήπως περιέλθουν στην κατάσταση του φτωχού, δεν τους αφήνει κανένα περιθώριο για αντίσταση. Βλέπουμε συνεπώς μία αντίστροφη πορεία εξουσίας και ευθύνης: ενώ η εξουσία κινείται από πάνω προς τα κάτω , η ευθύνη κινείται από κάτω προς τα πάνω.

Ως κοινωνικός θεσμός, η εργασία, αντικατοπτρίζει πλήρως την κατανομή ισχύος και εξουσίας που υπάρχει στην κοινωνία. Η αντίστροφη πορεία εξουσίας και ευθύνης διαγράφεται και στην πολιτική. Όπως ακριβώς σε μία εταιρεία ο μισθωτός δεν έχει δικαίωμα να επέμβει επί της ουσίας στην «πολιτική» της, έτσι ακριβώς δεν έχει το δικαίωμα να επέμβει επί της ουσίας στην άσκηση πολιτικής της χώρας του. Οι πολιτικοί θεωρούν τους εαυτούς τους «ειδικούς», κατασκευάζουν προγράμματα αλλά θεωρούν υπεύθυνο το λαό για την κατάσταση που έχει βρεθεί, γιατί υποτίθεται πως δεν είναι υπάκουος και δεν τηρεί το πρόγραμμα, ενώ αυτοί είναι στην πραγματικότητα οι διαχειριστές της εξουσίας. Αυτοί υπέγραφαν για δάνεια, συμβάσεις, συνεργασίες, μνημόνια κλπ. Οι «ειδικοί» είναι αυτοί που «γνωρίζουν».

Το οικονομικό καθεστώς είναι συνδεδεμένο με το πολιτικό καθεστώς που με τη σειρά του δημιουργεί έναν συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής. Στις μέρες μας ο έλεγχος και η επιβολή του τρόπου παραγωγής, επιτυγχάνεται με το να μετατρέπεται η ανασφάλεια σε θέσφατο. Εγκαθιδρύοντας την ανασφάλεια  σημαίνει πως μπορούν οι λίγοι να επιβάλλονται στους πολλούς εκμεταλλευόμενοι την προσωρινότητά τους. Το όπλο της ανασφάλειας, είναι αυτό που καθιστά τους εργαζόμενους ανήμπορους να αντιδράσουν και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, γιατί βρίσκονται συνεχώς σε μία κατάσταση άγχους, έντασης και φόβου. Η ανασφάλεια είναι μία συνθήκη που σε αναγκάζει να υποκύψεις και να αρκεστείς σε ό,τι είσαι και ό,τι έχεις. Το θέσφατο της ανασφάλειας έχει γίνει η πρώτη και βασική αρχή οργάνωσης του τρόπου εργασίας και υποταγής.

Δεν θέλω να μεγαλώσω περισσότερο το κείμενο. Ο σκοπός μου δεν είναι να γράψω βιβλίο, άλλωστε δεν είμαι ικανός για κάτι τέτοιο. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που η εργασία υποτάσσει τους ανθρώπους , μπορεί να ανατρέξει στις παρακάτω πηγές:

  1. Αντεπίθεση πυρών 1, 2 / Pierre Bourdieu
  2. Η Διάκριση /Pierre Bourdieu
  3. Η Μετανεωτερικότητα και τα δεινά της /Zygmunt Bauman
  4. Εργασία Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι / Zygmunt Bauman
  5. Η Χειραγώγηση των Μαζών / Noam Chomsky
  6. Η Αυτοκρατορία / Antonio Negri

Υπάρχουν βέβαια και άλλα βιβλία από τα οποία πήρα πληροφορίες ή έχω διαβάσει αλλά πιστεύω πως με αυτά είμαστε «καλυμμένοι». Σε ένα επόμενο κείμενο θα ασχοληθώ με το τι μπορούμε να κάνουμε, κατά τη γνώμη μου, προκειμένου να αλλάξουμε αυτή την κατάσταση.

Θα δούμε…


Σύντομο URL: http://j.mp/jUxoig

Βία: αναπόφευκτο μέσο;

1. Κίνημα και αντιεξουσιαστές

Το «κίνημα» , αν και επανειλημμένα έχω πει πως δεν συμφωνώ με αυτόν τον χαρακτηρισμό, αντιπροσωπεύει μια ανανέωση του τρόπου διαμαρτυρίας, απέναντι σε πρακτικές της υπάρχουσας εξουσίας. Δεν είναι φοιτητικό, ούτε ταξικό, ούτε κομματικό. Είναι φανερό, πως μέρος του «κινήματος», (το οποίο είναι κατά βάση «πολιτικό») αποτελούν και οι λεγόμενοι «αντιεξουσιαστές» στους οποίους αποδίδονται και τα βίαια επεισόδια. Το να είσαι αντιεξουσιαστής, είναι πολιτική θέση, όπως ακριβώς το να είσαι «a politic» όπως λέγεται πως είναι οι περισσότεροι που συμμετέχουν στο «κίνημα».

Το ζητούμενο για το «κίνημα» ήταν από την αρχή η εξάλειψη της βίας από τις πρακτικές του: το θεμιτό είναι να ασκείται βία, μόνο για αμυντικούς σκοπούς, αν και εφόσον χρειάζεται, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του αποκλεισμού της βουλής. Πέρα απ’ αυτό, δεν πρέπει να εκφράζεται καμία περαιτέρω μορφή βίας. Αυτή η τοποθέτηση, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ιστορικό, θεωρητικό και πολιτικό λάθος. Σε καμία περίπτωση βέβαια η βία δεν θα πρέπει να αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα χτιστεί μια νέα κοινωνία. Χρειάζεται όμως να υπάρχει ως το αντίστοιχο «όπλο επάνω στο τραπέζι». Προφανώς και δεν καταδικάζω τους προπηλακισμούς και τις αποδοκιμασίες απέναντι σε βουλευτές. Αυτοί έχουν το δικαίωμα να ασκούν βία  ν ό μ ι μ α (με την άδεια που τους δίνει το κράτος), ενώ οποιαδήποτε χρήση σωματικής βίας από μέρος των διαδηλωτών, κρίνεται παράνομη. (Αυτό το ζήτημα, απαιτεί περισσότερη ανάλυση αλλά δεν είναι του παρόντος).

Η βία είναι κάτι που υπάρχει στην φύση, εξ ορισμού, ένα αναπόσπαστο κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων. Μπορεί, για παράδειγμα, να εμπεριέχεται βία – είτε σωματική, είτε ψυχολογική – μέσα σε μια ανθρώπινη σχέση, όχι γιατί το θέλει κάποιος, αλλά γιατί η βία είναι ένα φυσικό γεγονός, όπως η γέννηση και ο θάνατος. «Η βία έχει την ίδια απελπισμένη και αυθαίρετη πραγματικότητα με τη ζωή: βία της μιζέριας ή βία της μοναξιάς, της εκμετάλλευσης ή του πολέμου» (Negri σ.79). Κάθε προσπάθεια απομάκρυνσης της από μία πολιτική συζήτηση, είναι σαν να πιστεύουμε πως μπορούμε να ζούμε δίχως να τρώμε ή να κοιμόμαστε. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η βία είναι μέρος της ανθρώπινης πραγματικότητας .

Ποιος, όμως, είναι ο σκοπός της εργαλειακής χρήσης της βίας από την εξουσία; Το να «σκοτώσει»… Να σκοτώσει τα όνειρα, τις προοπτικές, τις ιδέες, τα πιστεύω, το μέλλον μας… καταλήγοντας, έτσι, μέχρι και στο τελευταίο στάδιο που είναι το να σκοτώσει και βιολογικά, αφού η ζωή δεν έχει πλέον κανένα απολύτως νόημα. Η άσκηση βίας διαφορετικών μορφών και όχι μόνο η σωματική, είναι αυτή που μπορεί να μας κάνει να πιστέψουμε πως το σώμα μας είναι το μοναδικό εργαλείο εναντίον της υπάρχουσας εξουσίας, συνεπώς είναι απόλυτα φυσιολογικό το να το διαθέσουμε προκειμένου να την ανατρέψουμε. «Αν γι’ αυτή (την εξουσία) η βία είναι η θεμελιώδης μορφή της προσταγής, μπορεί για μένα να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για την απομάκρυνση του θανάτου» (Negri σ.79). Είναι όμως δύσκολο για τους ανθρώπους να έχουν μία πραγματική ανάλυση για το τι είναι βία. Τις περισσότερες φορές, αντιπροσωπεύει κάτι άσχημο, απεχθές, λυπητερό, και κυρίως απευκταίο. Ορίζεται φαντασιακά ως το όπλο εκείνων που προστάζουν. Όταν όμως η μόνη έξοδος από αυτή την κοινωνία είναι η αντίσταση και η ανυπακοή, η άσκηση βίας είναι αναγκαία, και όχι βέβαια γιατί μας αρέσει. Είναι αναγκαία γιατί ποτέ μέχρι σήμερα η βία δεν συμβάδιζε τόσο κοντά με την επιθυμία οικοδόμησης ενός νέου κόσμου από την πλευρά των κυρίαρχων. Αυτός ο νέος κόσμος δεν είναι ούτε μπορεί να γίνει κατανοητός, με το να εθελοτυφλούμε πως βία δεν υπάρχει. Όπου και να κοιτάξουμε, υπάρχει πόλεμος.

Σε ότι αφορά τώρα τους αντιεξουσιαστές, θα πω πως πιστεύω ότι ο τρόπος που αντέδρασαν ήταν εντελώς λάθος. Ακόμα και να παραδεχθούμε την καταφανή ύπαρξη προβοκάτσιας (βίντεο, φωτογραφίες, κλπ), αυτό δεν αναιρεί τον λανθασμένο τρόπο αντίδρασης. Η λογική της «μοναχικής εξέγερσης» μπορεί να αντιμετωπίζεται από πολλούς, και από μένα, ως ηθικά αποτελεσματική, αλλά είναι πολιτικά λανθασμένη και τις περισσότερες φορές χαμένη. Το να θέλει κάποιος να επιτεθεί μόνος του στις αστυνομικές δυνάμεις, σημαίνει ότι, στην πραγματικότητα, επιθυμεί να προσδώσει στον εαυτό του κάποιο κύρος και αναγνωρισιμότητα. Πρέπει να δούμε ποιος φταίει περισσότερο. Αυτός που εκτελεί την διαταγή ή αυτός που την δίνει; Ωστόσο, προς αποφυγή κάθε είδους παρεξήγησης, η άποψη του ότι οι δυνάμεις καταστολής και τα σώματα ασφαλείας μπορούν να εκδημοκρατιστούν δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από παραμύθι για μικρά παιδιά. Πέρα όμως από αυτό, υποστηρίζω πως οποιαδήποτε αλλαγή ή ανασύνθεση ενός κινήματος πρέπει να είναι συλλογική. Εξηγώ:

Ο όγκος του πλήθους από μόνος του αποπνέει μια δύναμη . Η πραγματική «δύναμη» όμως, αναδύεται τη στιγμή που οι άνθρωποι ανταλλάσσοντας τις διαφορετικές προοπτικές τους σχετικά με τις κοινές υποθέσεις, παρεμβαίνουν στα δημόσια πράγματα αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες. Κάτι τέτοιο έχει ξεκινήσει με την εμφάνιση της συνέλευσης και μπορεί να γίνει ακόμα πιο δυνατό , αν οι συνελεύσεις γίνουν περισσότερες και σε διαφορετικές περιοχές . «Η δύναμη υφίσταται εκεί όπου οι άνθρωποι συγκροτούνται σε πολιτική κοινότητα: τη μόνη μορφή οργάνωσης που δεν υπάρχει αναγκαία και η οποία προσδιορίζεται από τις αρχές της αυτονομίας , της ισονομίας και της συναίνεσης, όπως αυτή η τελευταία επιτυγχάνεται μέσω της πειθούς και της ελεύθερης αντιπαράθεσης των διαφόρων και διαφορετικών απόψεων» (Arendt σ.35). Αντίστοιχα, η «δύναμη» είναι αυτή που στηρίζει τις κυβερνήσεις στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες γιατί μπορεί να νομιμοποιήσει την όποια εκλεγμένη κυβέρνηση, αφού και εκεί οι άνθρωποι συγκροτούνται σε πολιτική κοινότητα, προκειμένου να αναδείξουν το Α ή το Β κόμμα. Από εδώ συνάγεται το συμπέρασμα, ότι όσο αυξάνεται η «δύναμη» του πλήθους, τόσο μειώνεται η «δύναμη» των κομμάτων και της εξουσίας. Αυτή η απώλεια της «δύναμης» είναι η βασική προϋπόθεση για την προσφυγή της εξουσίας στη βία και την καταστολή προκειμένου να εδραιώσει την κυριαρχία της. «Η βία εκδηλώνει την παρουσία της όποτε απουσιάζει η πραγματική δύναμη» (Arendt). Τη στιγμή που ο λαός θα αποσύρει την εμπιστοσύνη του αλλά και την συναίνεσή του απέναντι στους θεσμούς και τις πρακτικές της εξουσίας-κυβέρνησης, η τελευταία δεν νομιμοποιείται πλέον σε τίποτε. Οι εντολές ή οι διαταγές παύουν να εκτελούνται και τότε η βία θα έρθει αντιμέτωπη με την πραγματική δύναμη , και μοιραία η αποτελεσματικότητά της θα μειωθεί αισθητά .

Η θέση των αντιεξουσιαστών πρέπει να είναι εντός του κινήματος και όχι εκτός και πάνω από αυτό. Ο ρόλος που θα μπορούσαν να έχουν είναι διπλός: από τη μία μεριά πρέπει να είναι αυτοί που θα προστατέψουν το κίνημα από οποιαδήποτε προβοκάτσια, να αποτελούν δηλαδή ένα είδος περιφρούρησης του κινήματος. Από την άλλη μεριά, μπορούν με την εμπειρία που έχουν σε επεισόδια να βοηθήσουν τους υπόλοιπους σε οποιαδήποτε στιγμή χρειαστεί, γιατί το βέβαιο είναι ότι αν συνεχίσει να αυξάνεται η «δύναμη» του πλήθους, θα χρειαστεί. Ας καταλάβουμε όλοι, πως σε αυτή την προσπάθεια, δεν περισσεύει κανένας. Να μην να πέσουμε στην παγίδα της εξουσίας που θέλει τις κοινωνικές δυνάμεις απέναντι τη μία από την άλλη και όχι δίπλα-δίπλα.

Οι αντιεξουσιαστές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως κάποιες περιθωριακές ομάδες που το μόνο που ξέρουν είναι να σπάνε τράπεζες και μάρμαρα. Σαφώς και εντός τους υπάρχουν παιδιά χωρίς εργασία, χωρίς προοπτική ή που μπορεί να έχουν μεγαλώσει μέσα στην πιο μαύρη μιζέρια. Μήπως όμως αντίστοιχες περιπτώσεις δεν υπάρχουν και εντός του κινήματος; Όπως μέσα στο κίνημα υπάρχουν άνθρωποι με παιδεία, παιδιά μορφωμένα, με άποψη, έτσι υπάρχουν και στις τάξεις των αντιεξουσιαστών. Σε καμία περίπτωση δεν αμαυρώνουν τις εκδηλώσεις του κινήματος παρά τη μεγάλη προσπάθεια που καταβάλουν γι’ αυτό τα ΜΜΕ. (Δεν πρέπει να ξεχνάμε τα ρεπορτάζ για τους «μαύρους» που πουλάνε πράγματα παράνομα, για τις καντίνες που δεν κόβουν αποδείξεις, για το «άσχημο» πανό που λέει πως «η χούντα δεν τελείωσε το ‘73», για τις φήμες περί «ατέρμονης μαστούρας» τις νύχτες, κλπ, κλπ).  Ο στόχος τους είναι να έλθουν σε σύγκρουση με τους θεσμούς και την καθεστηκυία τάξη (order) και πολιτική. Αν ο στόχος του κινήματος, είναι η «άμεση δημοκρατία», τότε το κίνημα έρχεται αντιμέτωπο με τον σημαντικότερο θεσμό της πολιτικής και κατ’ επέκταση με την υπάρχουσα τάξη (order), συνεπώς υπάρχει κοινός τόπος….

(Συνεχίζεται)

Πηγές:
Arendt Hannah (2000): «Περί βίας», Αλεξάνδρεια.
Negri Antonio (2009): Goodbye Mr Socialism, Ελευθεριακή Κουλτούρα.


Σύντομο URL: http://j.mp/kAdTZS

Προβληματισμοί πάνω στην «άμεση δημοκρατία»

syntagma-aganaktismenoi19

Το «κίνημα των αγανακτισμένων» είναι κάτι πρωτόγνωρο για τα Ελληνικά και όχι μόνο δεδομένα. Μία σύνθεση ανθρώπων, χωρίς κομματικές ταυτότητες, επισφαλών, διανοητών, ανέργων, μεταναστών κλπ, που έχουν ένα κοινό εχθρό: το μνημόνιο. Κύριο χαρακτηριστικό του κινήματος, αν και ο όρος είναι καθαυτός ακατάλληλος, είναι οι συνελεύσεις. Οι συνελεύσεις εμφανίζονται για πρώτη φορά με αυτόν τον τρόπο. Αφορούν τους πάντες και δεν περιορίζονται εντός των πανεπιστημίων ή των συνδικαλιστικών κύκλων, όπως συνέβαινε στο παρελθόν σε άλλα κινήματα.

Η αλήθεια είναι πως ένα «συνελευσιακό καθεστώς» από μόνο του δεν μπορεί να λύσει τίποτε. Η προσφορά του έγκειται στο ότι μπορεί να θέσει έναν στόχο, ώστε οι άνθρωποι να μην πέφτουν σε σύγχυση και να γνωρίζουν πoιά πρέπει να είναι τα πραγματικά και ουσιαστικά αιτήματά τους. Δεν φτάνει μόνο το να αποφασίζει κανείς τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει, αλλά χρειάζεται να παρθούν αποφάσεις σχετικά με το πώς θα γίνει κάτι καθώς και το πότε. Οι συνελεύσεις περιορίζονται στο πρώτο ερώτημα και αρκετές φορές, όχι πάντα, στο δεύτερο. Το τρίτο ερώτημα δηλαδή το πότε θα τεθούν σε εφαρμογή αυτά που έχουν αποφασιστεί δεν απαντάται σχεδόν ποτέ. Tο ζήτημα της «άμεσης δημοκρατίας» καθ΄αυτό δεν έχει βγει προς τα έξω, ως κύριο αίτημα του κινήματος. Παρόλα αυτά όμως, μας δίνει ένα νέο πεδίο πειραματισμού πάνω στο οποίο πρέπει να σταθούμε.

Μέσα από τις συνελεύσεις, αποκαλύπτεται ένας νέος τρόπος ατομικο-κοινωνικής αντιπροσώπευσης, άνθρωποι που θέλουν να εκφράζονται δημοκρατικά εναντίον του «νέου πολέμου», της «μιντιακής οργάνωσης του κοινωνικού» και του κύματος της επισφάλειας. Η συνέλευση δίνει την δυνατότητα της συγκρότησης των ανθρώπων σε πολιτική κοινότητα, τη μορφή οργάνωσης που προσδιορίζεται από τις αρχές της αυτονομίας, της ισότητας και της συναίνεσης, αρκεί η τελευταία να επιτευχθεί μέσα από την πειθώ και την ελεύθερη αντιπαράθεση διαφορετικών απόψεων. Μέσα από τη συνέλευση μπορεί να αναδυθεί η «δύναμη» (με την έννοια της Άρεντ) αφού οι άνθρωποι μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα και να ενεργούν σχετικά με τα δημόσια πράγματα. Χρειάζεται όμως να αφήσουν εκτός της, την ικανοποίηση των βιοτικών τους αναγκών και να δημιουργήσουν ένα νέο πεδίο ελευθερίας: αυτό της ισότητας. Θα ήταν καλύτερο, λοιπόν, να μην προβάλλεται ως κύριο αίτημα αποκλειστικά και μόνο η έξοδος από το μνημόνιο. Δεν υπάρχει και δεν ακούγεται, ούτε ένα σύνθημα για την «άμεση δημοκρατία»! Επειδή ακριβώς οι περισσότεροι πηγαίνουν στην συνέλευση, έχοντας ο καθένας στο μυαλό του το δικό του πρόβλημα το οποίο του το δημιούργησε το μνημόνιο, το τοποθετεί πιο ψηλά από τα προβλήματα των άλλων και πολύ περισσότερο από το ουσιαστικότερο πρόβλημα που είναι το πώς θα αλλάξουμε την κοινωνία και όχι το πώς θα πάρουμε μεγαλύτερο μισθό.

Το ουσιαστικότερο αίτημα του κινήματος, λοιπόν, είναι η απαίτηση για «άμεση δημοκρατία». Είναι ό,τι καλύτερο έχει ζητήσει οποιοδήποτε κίνημα, όχι μόνο στην Ελλάδα , αλλά τολμώ να πω σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν θα μπορούσαν να ζήσουν σε καλύτερο «πολιτικό σύστημα» από αυτό. Είναι το μοναδικό «σύστημα» που όχι μόνο προάγει την πολιτική ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αλλάξει την κοινωνία και να της δώσει αυτό που σήμερα της λείπει εντελώς: ένα νέο νόημα. Υπάρχει όμως ένα πολύ σοβαρό εμπόδιο που δεν επιτρέπει την άμεση τουλάχιστον, εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος: η άμεση δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ ίσων.

Στις δυτικές κοινωνίες το νεοφιλελεύθερο παράδειγμα ανάγει το σύνολο των ανθρώπινων σχέσεων, αξιών και αρχών στην «αγορά». Ο «οικονομικός αναγωγισμός» είναι το μοναδικό σύστημα ερμηνείας που δίνουν οι νεοφιλελεύθερες κοινωνίες στον κόσμο τους. Το «οικονομικό» και όχι το «πολιτικό», αποτελεί την θεμελιώδη φαντασιακή σημασία στις σημερινές κοινωνίες και σε συνδυασμό με την «κατανάλωση», το άτομο θεωρεί τον εαυτό του συμμέτοχο στη δημοκρατία της αγοράς. Αγορά ή κοινωνία πολιτών δεν έχουν μεταξύ τους καμία διαφορετική σημασία. Οποιοδήποτε πολιτικό ερώτημα τίθεται, παίρνει πάντοτε την εύκολη και εντελώς μηχανιστική του απάντηση, γιατί ανάγεται υπόρρητα στο πεδίο της οικονομίας. Δεν υπάρχει πλέον αυθύπαρκτη πολιτική, επειδή δεν υπάρχουν περιθώρια για πολιτική δημοκρατία. Καμία κυβέρνηση και πουθενά στον κόσμο δεν έχει την «εξουσία της δράσης». Οποιαδήποτε αλλαγή ή μεταρρύθμιση πρέπει να εγκριθεί πρώτα από τις αγορές. Η «εξουσία δράσης» πέρασε σταδιακά στις αγορές και διαχωρίστηκε πλήρως από την πολιτική. Αυτή είναι και η κύρια αιτία διάβρωσης της κρατικής κυριαρχίας. Οι κυβερνήσεις και τα κόμματα συνεχίζουν να αρθρώνουν λόγο και να εξαγγέλλουν προγράμματα αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση ελεύθερα να αποφασίζουν για τις «πολιτικές εξαίρεσης» ή τις αρχές και τον τρόπο εφαρμογής τους. Στην πραγματικότητα το κράτος μετατρέπεται σε εκτελεστή της κυριαρχίας της αγοράς.

Σημαντικό κομμάτι των αγορών είναι μεταξύ άλλων οι ομάδες συμφερόντων που αποκαλούμε «ελίτ» ή αλλιώς «κυρίαρχες τάξεις». Οι ομάδες αυτές που κατά κύριο λόγο κυριαρχούν στην κοινωνική και οικονομική ζωή, δεν είναι σε καμία περίπτωση διατεθειμένες να παραχωρήσουν τα «κεκτημένα» τους, το χρήμα και κατ’ επέκταση την εξουσία. Για τις ομάδες αυτές, το όριο της δημοκρατίας είναι αυτό κατά το οποίο τίθεται σε αμφισβήτηση η τάξη και η ασφάλεια του συστήματος από το οποίο προέρχονται και προστατεύονται. Πέρα όμως από τις κυρίαρχες ομάδες, η κοινωνία είναι χωρισμένη σε πολλές και διαφορετικές ομάδες συμφερόντων. Οι ομάδες αυτές διαχωρίζονται μεταξύ τους με κύρια κριτήρια το εισόδημά τους, τον πλούτο τους, την εξουσία που διαθέτουν και την στάση τους απέναντι στο υπάρχον σύστημα. Με κυριότερο κριτήριο το οικονομικό, οι ομάδες αυτές διαφοροποιούνται μεταξύ τους και καθίστανται όχι λίγο ή πολύ ίσες, αλλά εξαιρετικά άνισες μεταξύ τους. Όσο πιο πάνω πηγαίνουμε, τόσο αυξάνεται ο βαθμός επιρροής και ελέγχου των κυβερνήσεων αλλά και των κατώτερων κοινωνικά ομάδων από τις ανώτερες. Οι κυρίαρχες ομάδες μπορούν να ελέγξουν την επιλογή των υποψηφίων αλλά και το ποιός θα εκλεγεί. Αποτέλεσμα αυτού, είναι το είδος του πολιτικού μας συστήματος να διαμορφώνεται ως «ιεραρχική δημοκρατία».

Αναγνωρίζουμε συνεπώς με βάση τα παραπάνω μία μεγάλη αντίφαση: δεν μπορεί κάποιος να συνηγορεί υπέρ της «συμμετοχικής δημοκρατίας» ή «της άμεσης δημοκρατίας» και ταυτόχρονα να είναι υπέρμαχος του νεοφιλελευθερισμού ή οποιουδήποτε κοινωνικού ή πολιτικού συστήματος με κοινωνικούς διαχωρισμούς. Ο «αρπακτικός καπιταλισμός» είναι η τελευταία έκδοση του νεοφιλελευθερισμού και της μάχης των  λίγων  πλουσίων να περιορίσουν ασφυκτικά τα πολιτικά δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολλών. Άρα εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα πως ο όρος «δημοκρατικές διαδικασίες»  που αφορά στο διαδικαστικό του συστήματος, είναι μία απάτη, τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.

Ας υποθέσουμε τώρα πως καταφέρνουμε να κατοχυρώσουμε συνταγματικά το πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας. Το «διαδικαστικό» της άμεσης δημοκρατίας, δεν αρκεί να στηρίζεται στη νομιμότητα, αλλά χρειάζεται μία ευρύτερη κοινωνική συναίνεση προκειμένου να ολοκληρώσει τη λειτουργία του. Δεν είναι αρκετό το να υπάρχει μόνο ως αφηρημένος θεσμός, αλλά θα πρέπει να πραγματωθεί μέσα από μία συγκεκριμένη πολιτική. Σε αντίθετη περίπτωση, θα γίνει πάλι ένα ίδιο σύστημα με αυτό που υπάρχει σήμερα. Αυτόματα λοιπόν προκύπτει το ερώτημα, τι θα κάνουμε με όσους δεν θέλουν την άμεση δημοκρατία, οι οποίοι παρεμπιπτόντως, είναι  και πάρα πολλοί; Αν σε όλους αυτούς προσθέσουμε και όσους δεν γνωρίζουν τι σημαίνει πραγματικά η άμεση δημοκρατία, τότε το πρόβλημα μεγαλώνει ακόμα περισσότερο. Θεωρώ πως αυτό είναι ένα ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε πρωτίστως εμείς που πιστεύουμε στην άμεση δημοκρατία. Προσωπικά, δεν γνωρίζω τι να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα πέρα από την συνεχή ενημέρωση των ανθρώπων πάνω στην «άμεση δημοκρατία». Κάτι τέτοιο όμως θέλει χρόνο, και χρόνο αυτήν την περίοδο δεν έχουμε.

Αφήνοντας τις υποθέσεις, το καίριο ερώτημα που τίθεται τώρα είναι το: πως θα κατοχυρωθεί συνταγματικά η «άμεση δημοκρατία»; Η απάντηση θα μπορούσε να είναι, με δημοψήφισμα. Μα για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να υπάρξει μία κυβέρνηση που να το επιτρέψει. Γνωρίζει κάποιος μία κυβέρνηση οπουδήποτε στον κόσμο που θα ήθελε να δημιουργήσει τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις, της αυτοκατάργησής της; Με δεδομένα αυτά που έγραψα παραπάνω για την «εξουσία δράσης», η κυβέρνηση δεν αντιπροσωπεύει παρά μόνο έναν ελάχιστο έως ανύπαρκτο μέρος της εξουσίας. Η ιδιωτική εξουσία μπορεί να περιορίσει ασφυκτικά τις όποιες ενέργειες της όποιας κυβέρνησης. (Τώρα που γράφεται το κείμενο, περίτρανη απόδειξη αποτελεί η προσπάθεια δημιουργίας της «κυβέρνησης σωτηρίας», χωρίς να ερωτηθεί για μία ακόμη φορά ο λαός. Ταυτόχρονα, σε κανένα μέσο ενημέρωσης δεν αναφέρθηκε καθόλου, πουθενά και ποτέ ούτε καν σαν εναλλακτική περίπτωση η «άμεση δημοκρατία»)

Τελευταίο αλλά διόλου ασήμαντο πρόβλημα, αποτελεί η ανάγκη μετατροπής, της άμεσης δημοκρατίας, από πολιτικό σύστημα σε πολιτικό καθεστώς. Το πολιτικό σύστημα αφορά τους ιδιαίτερους πολιτικούς θεσμούς μίας συγκεκριμένης χώρας. Η έννοια του πολιτικού καθεστώτος, αφορά στην αρχή που διέπει αυτούς τους θεσμούς. Αυτή τη στιγμή, πολιτικό καθεστώς γενικότερα των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών, είναι η «αντιπροσωπευτική δημοκρατία». Έχοντας ως δεδομένα πως, αφ’ ενός μεν το κεφάλαιο δεν γνωρίζει τόπο και αφ’ ετέρου πως, η άμεση δημοκρατία στρέφεται πρωτίστως εναντίον του, δεν θα επιτραπεί τόσο εύκολα η δημιουργία της. Άρα χρειάζεται μία προσπάθεια δημιουργίας της άμεσης δημοκρατίας που να υπερβαίνει τα Ελληνικά σύνορα. Βέβαια πρέπει από κάπου να ξεκινήσει, και αφού εμείς είμαστε οι «γεννήτορες της δημοκρατίας», ας ξεκινήσει από εμάς και… βλέπουμε. Πάντως πιστεύω πως μία υπερεθνική προσπάθεια είναι απαραίτητη.

Συνοψίζοντας, τα προβλήματα που παρουσιάζονται από την ορθή κατά τα άλλα απαίτηση για άμεση δημοκρατία είναι:

  1. Πώς θα κατοχυρωθεί συνταγματικά η άμεση δημοκρατία;
  2. Τι μπορούμε να κάνουμε με την μερίδα του πληθυσμού που δεν θέλει την άμεση δημοκρατία;
  3. Πως θα πραγματωθεί κοινωνικά ως θεσμός η άμεση δημοκρατία , με δεδομένες τις αντιδράσεις που θα συναντήσει;
  4. Με ποιο τρόπο μπορούμε να μετατρέψουμε την άμεση δημοκρατία από πολιτικό σύστημα σε πολιτικό καθεστώς;

Η άμεση δημοκρατία ή αλλιώς η πολιτική ελευθερία είναι στην πραγματικότητα κάτι πολύ περισσότερο από ένα πολιτικό σύστημα ή ένα πολιτικό καθεστώς. Είναι το όπλο που μπορεί να μετατρέψει τον όρο «δημοκρατία», από πολιτική έννοια σε κοινωνική έννοια. Αν θέλουμε να φτάσουμε σε μία αυτόνομη κοινωνία, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιλαμβανόμαστε την δημοκρατία ως είδος κοινωνίας, και όχι ως είδος πολιτικού καθεστώτος. Η έννοια του «είδους κοινωνίας» σημαίνει πως οι άνθρωποι επεμβαίνουν στην συνολική θέσμιση της κοινωνίας δηλαδή επεμβαίνουν στην πραγματική της κατάσταση που δεν έχει να κάνει μόνο με την πολιτική θέσμιση. Η πολιτική θέσμιση σε συνδυασμό με την λειτουργία της θέσμισης αυτής, δηλαδή με το πώς εφαρμόζεται στην πράξη, δείχνει την γενικότερη συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στους καθιερωμένους πολιτικούς θεσμούς.

Θα δούμε…


Σύντομο URL: http://j.mp/l7pFIz

Το πρόταγμα του σημερινού «κινήματος».

Λίγες ημέρες πριν ξεκινήσει το «κίνημα» των αγανακτισμένων στην Ισπανία, είχα  γράψει ένα κείμενο, ορμώμενος από τις ταραχές της Αιγύπτου, στο οποίο αναφέρω «Το πολιτικό πρόβλημα της αγανάκτησης», κατά την άποψή μου. Τώρα πλέον και αφού έχουν περάσει μερικές ημέρες από το ξεκίνημα του «κινήματος» εδώ στην Ελλάδα, υπάρχουν κάποια προβλήματα που εντοπίζω και που θεωρώ πως το «κίνημα» αργά ή γρήγορα θα πρέπει να τα αντιμετωπίσει.

Πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσω για άλλη μία φορά με κίνδυνο να γίνω κουραστικός, πως τάσσομαι υπέρ του «κινήματος», άσχετα με το ποια θα είναι η πορεία του , γιατί θεωρώ πολύ σημαντικό το γεγονός πως τόσες χιλιάδες άνθρωποι αποφάσισαν να κατέβουν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν και να διεκδικήσουν. Άλλωστε έχω ήδη δώσει το παρόν.

Θα παρατήρησε ίσως κάποιος πως γράφω τη λέξη «κίνημα» εντός εισαγωγικών. Αυτό δεν το κάνω για να ειρωνευτώ, αλλά επειδή εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτό που γίνεται δεν είναι ακόμα «κίνημα». Η συγκεκριμένη συνομάδωση ορίζεται από κάποιες διεκδικήσεις που στην συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν να κάνουν με κυβερνητικές επιλογές. Άρα αν πρέπει να το αποδεχτούμε ως κίνημα θα το ορίζαμε ως «πολιτικό κίνημα». Όμως, δεν ζητάει κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό. Μπορεί η πρακτική του, να είναι καινούργια, αλλά τα αιτήματά του δεν είναι. Ως «κίνημα» θα μπορούσαμε να ορίσουμε τη συλλογική πρακτική που ζητάει να αλλάξει την κοινωνία, να φτιάξει μία κοινωνία πέρα και έξω από αυτή που γνωρίζουμε ως τώρα. Αυτός ο ριζικός μετασχηματισμός της κοινωνίας είναι κάτι αποδεκτό από όλους όσους συμμετέχουν; Όχι. Τουλάχιστον όχι ακόμα.

Η συγκεκριμένη προσπάθεια, θέλει να αμφισβητήσει σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή το υπάρχον πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Ένα σύστημα του οποίου η καταπίεση μεταφράζεται και επηρεάζει διαφορετικά κάθε κοινωνική ομάδα. Έτσι η κάθε κοινωνική ομάδα, μπορεί να αρνείται να μείνει παθητικό αντικείμενο του συστήματος, πράγμα σαφώς αποδεκτό, αλλά, προσπαθεί να βελτιώσει τη θέση της μέσα στο «σύστημα», χωρίς  να θέλει να το καταργήσει ή να το αλλάξει πραγματικά. Κάτι τέτοιο είναι τελείως «ξένο», προς τις ομάδες, σκεπτικό. Ο καπιταλισμός από την άλλη, μπορεί να χωρίζει την κοινωνία σε ομάδες, αλλά ο στόχος του είναι να μπορεί να τις ελέγξει συνολικά και διαχρονικά. Χαρακτηρίζεται συνεπώς από μία «ολικότητα». Από τις κοινωνικές ομάδες αντίθετα, η απουσία ολικής αντιμετώπισης του καπιταλισμού και του πολιτικού συστήματος που τον χαρακτηρίζει, της μαζικής δημοκρατίας, είναι χαρακτηριστικά απούσα. Στόχος λοιπόν του «κινήματος» πρέπει να είναι όχι μόνο να γράψει ιστορία, όπως γίνεται μέχρι τώρα με τα κινήματα, αλλά να δημιουργήσει ιστορία, κατευθύνοντας την υπόλοιπη κοινωνία προς την συγκεκριμένη δημιουργική κατεύθυνση.

Το μεγάλο όπλο της συλλογικής πράξης, είναι το ότι έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις άλλες δύο μορφές πολιτικής συμμετοχής, τις εκλογές και τα κόμματα, εξαιτίας μίας σημαντικής διαφοράς: μπορεί να προβάλει διεκδικήσεις για ένα νέο πολιτικό καθεστώς και κατ’ επέκταση για μία νέα κοινωνία. Πότε όμως; Όταν έχει πρόταγμα. Τότε μετασχηματίζεται από συλλογική πρακτική σε κίνημα. Το πρόταγμα του σημερινού «κινήματος» θα πρέπει να είναι η αντικατάστασης της «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» από την πολιτική ελευθερία. Δεν χρησιμοποιώ τον όρο «άμεση δημοκρατία» γιατί θεωρώ πως οποιαδήποτε αναφορά στη λέξη «δημοκρατία», παραπέμπει υπόρρητα σε κάτι που οι περισσότεροι το έχουν συνδυάσει με αυτό το καραγκιοζιλίκι που υπάρχει σήμερα. Έχω διαπιστώσει μέσα από συζητήσεις, πως την «άμεση δημοκρατία» την φανταζόμαστε λανθασμένα, να υπάρχει μέσω των υπολογιστών, του Skype, και των κινητών τηλεφώνων γιατί δεν λέμε με κανέναν τρόπο να καταλάβουμε πως όταν πρέπει να παρθεί μία απόφαση για το μέλλον μας, πρέπει να είμαστε παρόντες!!! Να σηκωθούμε από τον καναπέ μας και να πάμε να συμμετάσχουμε στη συζήτηση, στην όποια συζήτηση και να μην στέλνουμε την ψήφο μας από το Mall ή από την παραλία του Σχοινιά!!!

Η πολιτική ελευθερία, εμπεριέχει ένα σημαντικό πολιτικό στοιχείο που απουσιάζει παντελώς από την «αντιπροσωπευτική δημοκρατία»: την ισότιμη συμμετοχή των ανθρώπων στη δημιουργία και την διαμόρφωση των νόμων. Καταλαβαίνουμε πως αυτό από μόνο του μπορεί όχι μόνο να επιφέρει έναν ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας , αλλά να μετατρέψει αυτόματα τους ανθρώπους σε πολίτες. Σε κάποιο επόμενο κείμενο θα γράψω ίσως περισσότερα για τις διαφορές μεταξύ «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» και πολιτικής ελευθερίας. Εδώ, το ζητούμενό μου είναι το ότι πρέπει να πεισθούν ακόμα περισσότεροι άνθρωποι να κινηθούν προς την κατεύθυνση της πολιτικής ελευθερίας. Αυτό πρέπει να γίνει το πρώτο και βασικότερο αίτημα του «κινήματος» γιατί μόνο μέσα από αυτό θα υπάρξει η οποιαδήποτε αλλαγή. «Ευτυχώς», στην παρούσα φάση, οι κοινωνικές ομάδες που πλήττονται από την «κρίση», είναι αριθμητική περισσότερες.

Επιμένω τόσο πολύ πάνω στην άμεση αντικατάσταση του σημερινού πολιτεύματος γιατί ότι και να κάνουμε εμείς, υπάρχει πάντοτε από πάνω μας ο νόμος. Η χώρα τυπικά έχει δεσμευτεί νόμιμα πάνω σε κάποιες υποχρεώσεις της , άσχετα αν αυτό έγινε εν αγνοία μας. Υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν πως οι συμβάσεις που υπέγραψε η κυβέρνηση δεν είναι νόμιμες με βάση το διεθνές δίκαιο ή το Ελληνικό σύνταγμα. Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι πως κάτι τέτοιο δεν ενδιαφέρει καθόλου τους «Τροϊκανούς», αφού έτσι είναι το «σύστημα». Έτσι είναι η «δημοκρατία» τους.

Το πρόβλημα όμως που αναδύεται είναι το, πώς αυτό το πρόταγμα θα μπορέσει νόμιμα να διακόψει ή να σταματήσει την πολιτική που εφαρμόζει η εξουσία; Αυτή τη στιγμή που χιλιάδες άνθρωποι είναι στις πλατείες, η κυβέρνηση υπογράφει για δεύτερο μνημόνιο. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Σημαίνει ότι δεν μας ακούει κανένας!!! Μας αρέσει ή δεν μας αρέσει, αυτή είναι η αλήθεια. Άρα πρέπει να βρεθεί τρόπος , να διακοπεί η πολιτική της κυβέρνησης, αφ’ ενός μεν νόμιμα επαναλαμβάνω, αφ’ ετέρου χωρίς εκλογές. Οι εκλογές θα χρησιμοποιηθούν ως ένα έξυπνο κόλπο προκειμένου να ηρεμήσουν τα πνεύματα και να περιέλθει η όλη προσπάθεια σε πλήρη αδράνεια. Τις περισσότερες φορές λειτουργούν υπέρ της εξουσίας γιατί καταστέλλουν ήρεμα όλες τις προσπάθειες. Βλέπε Αίγυπτο, Τυνησία, κλπ. «Οι εκλογές είναι παγίδα για μαλάκες». Δεν μας αρέσει το πολιτικό σύστημα, συνεπώς πρέπει να ζητήσουμε την ουσιαστική αλλαγή του, και όχι την διόρθωσή του. Να βρούμε «καλύτερους» και να τους βάλουμε στη θέση αυτών που υπάρχουν σήμερα; Μα τόσους αιώνες τώρα, κάθε φορά, τους «καλύτερους» βάζουμε, και από τους «καλύτερους» την πατάμε. Όταν βέβαια λέω «χωρίς εκλογές», εννοώ τις κομματικές εκλογές. Σαφώς και θα πρέπει να ορίσουμε κάποιους που αναγνωρίζουμε ως «αυθεντίες», αλλά μπορούν να εκλεγούν μέσα από κλήρωση και να είναι άμεσα ανακλητοί. Λέμε όχι στα κόμματα, γιατί αποτελούν μέρος της κοινωνίας, και σε καμία περίπτωση το σύνολό της.

Πολλά είναι τα τεχνάσματα εδώ και οι παραπλανητικοί ισχυρισμοί. Αίφνης, για να γίνει αποδεκτό το σενάριο (των εκλογών) σαν αναγκαίο και υποχρεωτικό ταυτίστηκε το πολιτειακό σύστημα με το κομματικό. Ταυτίστηκε δηλαδή το όλον με το μέρος, γιατί μια πολιτεία δεν απαρτίζεται αποκλειστικά από τους κομματικούς σχηματισμούς. Τμήμα της πολιτείας, υπέρτερο από κάθε άποψη του αθροίσματος των κομμάτων, είναι η κοινωνία, οι πολίτες, από τις επιλογές των οποίων (και όχι μόνο στην κάλπη) εξαρτάται η μοίρα των κομμάτων, κι εκείνων ακόμα που έχουν την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας.

(Το απόσπασμα αυτό υπάρχει εδώ και το χρησιμοποιώ γιατί εκφράζει απόλυτα τη σκέψη μου. Η παρένθεση είναι δική μου).

Είναι υποχρέωσή μας να καταλάβουμε πως ακόμα υπάρχει από την πλευρά μας μεγάλη αδυναμία στο να κρίνουμε και να κατανοήσουμε τις νέες καταστάσεις, με τις οποίες μας φέρνει αντιμέτωπους το ιστορικό γίγνεσθαι, χωρίς να χρησιμοποιούμε πεπαλαιωμένα σχήματα σκέψης. Η πεισματική εμμονή σε προϊσχύοντες κανόνες και πρακτικές του παρελθόντος θα έχει πάντα το αποτέλεσμα της μη κατανόησης των σημερινών καταστάσεων, και η μη κατανόηση αναστέλλει οποιαδήποτε πολιτική δράση. Ακόμα και το «ακομμάτιστο» της κατάστασης, είναι πολιτική δράση. Το ζητούμενο δεν είναι να βελτιώσουμε τη θέση μας μέσα στους υπάρχοντες θεσμούς, αλλά να αλλάξουμε τους θεσμούς που δεν μας χρειάζονται πλέον. Πρέπει να βρούμε το θάρρος, και στην κλασσική ερώτηση των δημοσιογράφων και των πολιτικών «εντάξει ρε παιδιά, να φύγουν αυτοί, και ποιος να έρθει;», να μην απαντάμε «θα βρούμε κάποιον», αλλά να απαντάμε… «ΕΜΕΙΣ!!!» Ποιοι «εμείς» θα μου πείτε; «Εμείς», απαντώ, οι απλοί και «αγράμματοι» άνθρωποι. «Εμείς» που επειδή δεν καταλαβαίνουμε από πολιτική, παραχωρήσαμε την εξουσία σε αυτούς που καταλαβαίνουν. Τώρα, πως γίνεται «εμείς» που δεν καταλαβαίνουμε από πολιτική, να καταλαβαίνουμε ποιοι καταλαβαίνουν και να μας ζητούν να τους ψηφίζουμε κάθε τέσσερα χρόνια, είναι μια άλλη ιστορία.

Το πώς θα γίνει αυτό, δηλαδή να σταματήσουμε τη λειτουργία της κυβέρνησης νόμιμα και χωρίς εκλογές,  δυστυχώς δεν το γνωρίζω αφού δεν έχω γνώσεις τέτοιου είδους. Φαντάζομαι με συλλογή υπογραφών ή με μία καλύτερη ανάγνωση του συντάγματος, ίσως , δεν ξέρω. Προφανώς θα υπάρξει και μία προσωρινή κυβέρνηση που θα έχει ως στόχο το να βάλει μπροστά τις διαδικασίες για να φτάσουμε στην πολιτική ελευθερία. Το σίγουρο πάντως είναι πως πολλοί εκεί έξω γνωρίζουν!!! Προτάσεις υπάρχουν. Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να συζητηθεί στις συνελεύσεις που γίνονται. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να πιστεύουν σε μία άλλη κοινωνία, να έχουν νομικές γνώσεις, και να μας εξηγήσουν τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά, εμείς θα αποφασίσουμε. Αν πάρουμε τη λάθος απόφαση, δεν πειράζει. Θα την αλλάξουμε πάλι. Το σημαντικότερο όμως είναι πως την απόφαση θα την έχουμε πάρει έστω και για μία φορά, εμείς.

Θα δούμε…


Σύντομο URL: http://j.mp/kjGuZL