Menu

EAGAINST.com

Εκλογές 2012: ένας χρόνος μετά…

tileoptikos-xronos-kommaton-ekloges-2012

Αυτές τις μέρες κλείνει ένας χρόνος από τη διεξαγωγή των εκλογών της 6ης Μαΐου και των επαναληπτικών της 17ης Ιουνίου. Πρόκειται για μια, ίσως, από τις πιο αξιοσημείωτες στιγμές της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, καθώς το αποτέλεσμα των αναμετρήσεων στην ουσία αντικατοπτρίζει τον όχι και τόσο ιδιόμορφο μετασχηματισμό που υπέστη η ελληνική κοινωνία κάτω από την επέλαση της κρίσης. Εκ πρώτης όψεως βλέπουμε την (αναμενόμενη) συντριβή α) του ΠΑ.ΣΟ.Κ (και την αντικατάστασή του από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α ο οποίος σκαρφάλωσε στη δεύτερη θέση, στην άνοδο του οποίου οφείλεται και η πτώση των ποσοστών του Κ.Κ.Ε λόγω διαρροής ψήφων προς τον πρώτο), και β) του ΛΑ.Ο.Σ (που την θέση του αναπλήρωσε η Χρυσή Αυγή). Ταυτόχρονα, η είσοδος του κόμματος των Ανεξάρτητων Ελλήνων φανερώνει την πολιτική εκπροσώπηση ενός νέου ρεύματος της δεξιάς, ενώ η Δημοκρατική Αριστερά, προσπαθεί να ισορροπήσει το σχοινί μεταξύ ΣΥ.ΡΙΖ.Α και ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ένα χρόνο μετά, τα συναισθήματα παραμένουν ανάμικτα. Ποιά είναι η σημασία της «λαϊκής ετυμηγορίας» και ποιό το πραγματικό νόημα όλων αυτών των εξελίξεων; Τί είδους συμπεράσματα αποκομίζουμε έπειτα από το κλείσιμο ενός δωδεκάμηνου κύκλου; Κάποια ικανοποιητική απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν έχει δοθεί μέχρι στιγμής, λαμβάνοντας ως δεδομένο την τάση κάθε πολιτικού χώρου να ερμηνεύει το πολιτικο-κοινωνικό γίγνεσθαι αυστηρά με βάση τη δική του στρατηγική και ιδεολογική ατζέντα.

Μνημόνιο, τεχνοκρατισμός, Ευρωπαϊκή προοπτική και απατηλές ψευδαισθήσεις

Αρχικά, ο προεκλογικός μηχανισμός ψυχολογικής τρομοκρατίας και προπαγάνδας των Μέσων Ενημέρωσης έκανε πολλούς να αναρωτιούνται αν «θα έρθει η συντέλεια του κόσμου αν βγούμε από το ενιαίο νόμισμα» ή αν «υπάρχει ζωή μετά το ευρώ». Η πύρρειος νίκη της μνημονιακής παράταξης της Ν.Δ αντανακλά μέρος της εξάρτησης μας στο Ευρωπαϊκό ιδεώδες, στον, λεγόμενο «ευρωπαϊκό μονόδρομο». Πρόκειται για μια από τις πιο έντονες μορφές ετερονομίας που έχει για τα καλά ριζώσει στην Ελληνική κοινωνία: την αδυναμία να φανταστούμε ότι σαν λαός μπορούμε να ορθοποδίσουμε δίχως την καθοδήγηση των «ειδικών (σε θέματα κοινωνικής ευημερίας) της ΕΕ», δίχως την ασφάλεια και την δήθεν εγγύηση που εμπνέει η σφραγίδα της Δύσης. Έτσι, για μια ακόμη φορά επικράτησε η ψευδαίσθηση ότι επιλέγοντας τον «σίγουρο» δρόμο του Ευρωπαϊσμού, μια νέα ευνοϊκή ευκαιρία ανοίγεται μπροστά μας, για την υπέρβαση των «αρχαϊσμών», της «ελληνικής τσαπατσουλιάς» και της «λογικής της λαμογιάς», που θα μας επιτρέψει να ολοκληρώσουμε τη πολυπόθητή μας πορεία προς τη δυτικοποίηση.

Στο μεταξύ,  η επέλαση της φτώχειας συνεχίζεται κανονικά, παρά τις υποσχέσεις του Α. Σαμαρά και των τεχνοκρατών για «ανάπτυξη» (τί εννοούν βέβαια ανάπτυξη ακόμα δεν μας έχουν ξεκαθαρίσει). Η αποτυχία δηλαδή του ελληνικού καπιταλισμού (που ανέκαθεν ήταν ανορθολογικός ακόμα και με καπιταλιστικά κριτήρια) τον καθιστά καθημερινά όλο πιο και βάρβαρο και αντικοινωνικό, ενώ, ταυτόχρονα, παραμένει αντιπαραγωγικός (με μια έμφυτη μανία αποθησαύρισης και όχι «επενδυτικός»), στρεβλός, μαφιόζικος και υπό σιδηρά κρατική προστασία.

Η επικράτηση του λαϊκισμού

Από την άκρα δεξιά και τους νεοναζί, μέχρι και την αριστερά αλλά και κομμάτι του αναρχικού χώρου, ο λαϊκισμός ευδοκιμεί σε κάθε πολιτική συζήτηση. Αν και στην πραγματικότητα ο λαϊκισμός ανέκαθεν αποτελούσε κομμάτι του πολιτικού λόγου στην Ελλάδα (και όχι μόνο), τα τελευταία δύο χρόνια κυριαρχεί σχεδόν σε όλα τα τμήματα του αντι-μνημονιακού μπλοκ. Ο σημερινός λαϊκισμός, όμως, δεν αφορά μονάχα την απλή κολακεία του λαού ή την αντίληψη ότι μυστικές συνωμοσίες σε διάφορα μέρη της γης έχουν βάλει στον στόχο τους τον περιούσιο λαό, τους Έλληνες που «δεν φταίνε σε τίποτα», όπως  υποστηρίζει η λαϊκή δεξιά του Καμμένου, οι φασίστες της Χρυσής Αυγής, διάφοροι εθνικιστές και όλοι όσοι αναπαράγουν αλόγιστα τα γνωστά συνθήματα περί «χούντας» και «νέας Κατοχής» – είτε αναλώνονται σε αφηγήσεις περί «γεωπολιτικής» ανεξαρτησίας (κάτι που αποτελεί βασική αντανάκλαση του νεοελληνικού φαντασιακού που λόγω ιστορικών συγκυριών επιλέγει πάντα να μιλά με μια θυματική γλώσσα, υποστηρίζοντας ότι ισχυρά κέντρα εξουσίας επιβουλεύονται την ευημερία του έθνους). Ο λαϊκισμός έχει να κάνει κυρίως και με την απουσία κριτικής στις καταναλωτικές μας συνήθειες και στην απλοϊκότητα με την οποία επιχειρούν οι πολιτικοί αυτοί χώροι να προσεγγίσουν τη φτωχοποίηση και την περιθωριοποίηση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού συγκαλύπτοντας παράλληλα τις δικές μας ευθύνες αναφορικά με την αποδοχή και στήριξη του σάπιου πολιτικού συστήματος για πολλές δεκαετίες. Οι αφηγήσεις αυτές επισκιάζουν τη συναίνεσή μας όλα αυτά τα χρόνια στην σύμπλευση της κοινωνίας μας με αξίες του κομφορμισμού, του κέρδους και της κατανάλωσης που μας οδήγησαν σε αυτό το αδιέξοδο, ενώ το αίτημα της αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης ταυτίζεται μονομερώς με την επιστροφή στην προ-μνημονιακή καταναλωτική ευημερία, ενώ προτάσσοντας τον πατριωτισμό ή τον αντιιμπεριαλισμό ως αντίδοτο σε όλα αυτά τα προβλήματα εξοβελίζουμε την κοινωνική και «ταξική» κατανόηση των γεγονότων.

Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και οι αναλύσεις ολόκληρου του μνημονιακού μπλοκ («σοβαρές» εφημερίδες και πρετεντερικές εκπομπές). Ενώ παρουσιάζονται ως οι «υπεύθυνες φωνές εθνοσωτήριων» συνταγών, περιστρεφόμενοι γύρω από το δίπολο: σοβαρότητα ή λαϊκισμός, τεχνοκρατισμός ή πελατειοκρατία, «διαρθρωτικές αλλαγές» ή επαρχιωτισμός και οπισθοδρόμηση, προωθώντας, ταυτόχρονα, το δόγμα της μετριοπάθειας και του κέντρου ως τη μόνη εγγύηση κοινωνικής ευημερίας, «καταδικάζοντας τη βία απ’ όπου και αν προέρχεται», και κρατώντας «ίσες αποστάσεις» τόσο από την άκρα δεξιά όσο και από την αριστερά και τον αναρχικό χώρο, επενδύουν πάνω στη λογική του φόβου και στον τεχνοκρατικό επιστημονισμό. Όπως οι αριστεροί και δεξιοί λαϊκιστές επιλέγουν με τον δημαγωγικό τους λόγο να χαϊδεύουν αυτιά, έτσι και οι τεχνοκράτες, μέσω της ηθικής της ενοχής που εσκεμμένα καλλιεργούν, χτυπούν πάνω στη βασικότερη δομή του ανθρώπινου όντος, την ψυχή, διαχειρίζοντας (κυρίως) τον φόβο («τί θα γίνει σε περίπτωση εξόδου από το ευρώ;»), την φαντασία, και όλα τα καταπιεσμένα πανομοιότυπα συναισθήματα που φωλιάζουν στο υπερ-εγώ, με τέτοιον τρόπο ώστε ο μέσος απο-πολιτικοποιημένος άνθρωπος να ακολουθήσει τις αληθοφανείς τους προβλέψεις. Ως εκ τούτου, ο κυνισμός και η απάθεια αναδύονται μέσα από την γενικευμένη ανασφάλεια και το καθεστώς φόβου, καθιστώντας έτσι την ίδια την κοινωνία αδύναμη να λειτουργήσει εκτός και αν τα επιτακτικά νέα μέτρα που παρουσιάζονται ως «σανίδα σωτηρίας» εφαρμοστούν. Αυτός είναι, άλλωστε, και ένας από τους βασικότερους λόγους (μαζί με την άνοδο των αριστερών γραφειοκρατιών για τις οποίες θα γίνει λόγος παρακάτω) που εδώ και ένα εξάμηνο κάθε κινηματική δράση έχει παραλύσει, ενώ την ίδια στιγμή κάθε κοινωνική αντίδραση βαφτίζεται ως τρομοκρατία, εστία ανομίας, αμετροέπεια και αντικοινωνική συμπεριφορά, ταυτίζοντας τις συνελεύσεις, τις καταλήψεις και κάθε συλλογική δράση με τις δολοφονικές επιθέσεις της Χρυσής Αυγής και λοιπών φασιστοειδών. Έτσι επιχειρείται παράλληλα η συγκάλυψη των βασανισμών στα αστυνομικά τμήματα, αλλά και οι επιθέσεις σε καταλήψεις (με τη βοήθεια διαφόρων ακροδεξιών που σε τέτοιες περιπτώσεις απολαμβάνουν μιντιακής ασυλίας).

Τί σημαίνει η άνοδος της αριστεράς;

Για πολλούς οι εκλογές του 2012 σηματοδοτούν την επανεμφάνιση της αριστεράς έπειτα από περιθωριοποίηση πολλών δεκαετιών, (παρά την τελική της ήττα λόγω της προ-εκλογικής καμπάνιας τρόμου των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης που με κάθε μέσο προσπάθησαν να υπερασπιστούν τις πολιτικές του μνημονίου). Ωστόσο, η τοποθέτηση αυτή στερείται βάθους, λόγω του ότι οι περισσότεροι ψηφοφόροι του ΣΥ.ΡΙΖ.Α δεν είναι ούτε συνειδητοποιημένοι αριστεροί ούτε ενστερνίζονται πολλές από τις βασικές του θέσεις. Αρκετοί από αυτούς (κατά πάσα πιθανότητα η συντριπτική πλειοψηφία) θα απέρριπταν δίχως αντίρρηση την αναγνώριση της Π.Γ.Δ.Μ με το όνομα Μακεδονία, τις μαζικές νομιμοποιήσεις μεταναστών, το δικαίωμα γάμου στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια… Όμως είδαν στο πρόσωπό του Α.Τσίπρα μια πολιτική αμφισβήτησης της λιτότητας, των εντολών της Ε.Ε και, κατά κάποιον τρόπο, την αποκατάσταση μέρους της εθνικής κυριαρχίας. Κάτι τέτοιο επιβεβαιώνει πως δεν πρόκειται για κάποιο κόμμα που εκφράζει μια καθολική τάση για ριζική μεταβολή των καθιερωμένων πολιτικών θεσμών και του συστήματος, αλλά απεναντίας μια γενικευμένη έκφραση αγανάκτησης προς τις πολιτικές λιτότητας. Αυτό ωστόσο δεν αναιρεί το γεγονός ότι ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας ριζοσπαστικοποιήθηκε ως ένα βαθμό, δεδομένου ότι ένα χρόνο πριν τις εκλογές, το κίνημα των πλατειών έδωσε αφορμή σε μεγάλο αριθμό πολιτών να έρθει εν μέρη σ’ επαφή με πολιτικό διάλογο, όπου όμως κυριαρχούσε ο αντιμνημονιακός λόγος της αριστεράς: ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α αφότου πέτυχε να ηγεμονεύσει ιδεολογικά με τον αντιμνημονιακό του λόγο στις συνελεύσεις της πλατείας Συντάγματος, όπου και διάφορα μέλη του μαζί με την βοήθεια πολλών άλλων αριστερών οργανώσεων, κομμάτων και συνδικάτων, με μακιαβελικό τρόπο επένδυσαν στη λογική του ψαρέματος συνειδήσεων, εκμηδένισε κάθε ίχνος αυθορμητισμού, κατευθύνοντας μέρος των συμμετεχόντων υπέρ της πολιτικής του ατζέντας.

Τέλος, η κατασυκοφάντηση της αριστεράς από τα Μ.Μ.Έ, πως δήθεν πίσω από κάθε ταραχή και βίαιη σύγκρουση κρύβονται δυνάμεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, πως τα «μπάχαλα του Συντάγματος» είναι αποτέλεσμα της δημαγωγικής του πολιτικής, λειτούργησε αντίθετα από αυτό που επεδίωκαν οι προπαγανδιστές του μνημονίου και της «νομιμότητας». Όταν τα δελτία ειδήσεων έκαναν λόγο για καταδίκη της αριστερής βίας, για αναγκαιότητα της εφαρμογής των μέτρων, όταν ο πρώην αντί-πρόεδρος της κυβέρνησης Θ. Πάγκαλος εξύβριζε με απίστευτη χυδαιότητα ολόκληρο τον Ελληνικό λαό ως τεμπέλη και χαραμοφάη, τόσο στα κανάλια όσο και σε διάφορες διαλέξεις του στο εξωτερικό, όλα αυτά όξυναν σταδιακά την κοινωνική οργή, τη στιγμή που ο κρατικός αυταρχισμός με κάθε μέσο προσπαθούσε να συντηρήσει την αδικία καλώντας τους πολίτες να συμφιλιωθούν με την εξαθλίωση, τη στιγμή που σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης παιζόταν το σενάριο του «τεμπέλη Έλληνα που προτιμά να διαδηλώνει και να προκαλεί ταραχές αντί να εργάζεται». Επιπλέον, από τη μια το δόγμα της υποταγής και του αποκλεισμού από τα τηλεοπτικά παράθυρα κάθε γνώμης που στρέφεται ενάντια στις πολιτικές λιτότητας λειτούργησε αντίθετα από αυτό που οι περισσότεροι θα περίμεναν, και από την άλλη, η ιδεολογική χρεωκοπία του ΠΑ.ΣΟ.Κ ως κόμμα που έχει μετατραπεί σε φορέας συντηρητικών ιδεολογιών, ωθεί πολλούς από τους πρώην ψηφοφόρους του σε εναλλακτικές λύσεις. Αλλά εκεί που ως επί το πλείστο βασίστηκε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α είναι το κίνημα των πλατειών: η ιδεολογική καθοδήγηση των συνελευσιαζόμενων, και η γραφειοκρατικοποίηση κάθε κοινωνικής διαμαρτυρίας στο βαθμό που κουτσά στραβά (άθελά του ή και ίσως ηθελημένα), μαζί με τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, απομάκρυνε τους πολίτες από τους δρόμους, αφήνοντάς τους ομήρους στα χέρια μιας ηγεσίας που «όταν θα έρθει η στιγμή θα αναλάβει το τιμόνι της χώρας». Έτσι η μοναδική ευκαιρία για την εξάπλωση ενός οριζόντιου κινήματος με πραγματικά δημοκρατικά προτάγματα και σχέδια έσβησε κάτω από την καθοδήγηση των διαφόρων κομματικών συντεχνιών, οι οποίες μόνο κέρδος είχαν να αποτιμήσουν από τη συγκεκριμένη διαδικασία, ευνουχίζοντας κάθε κινηματική δυναμική και σπρώχνοντας μεγάλο μέρος ενεργών πολιτών και πάλι στην απάθεια. Αυτός είναι, άλλωστε, ένας από τους μεγαλύτερους λόγους που τον τελευταίο χρόνο οι πολιτικές δράσεις έχουν μειωθεί, σε σύγκριση με δύο ή και τρία χρόνια πριν.

Χρυσή Αυγή και ακροδεξιά

Η άνοδος της Χ.Α. δίνει σε πολλούς την εντύπωση ότι η Ελλάδα είναι ένας ρατσιστικός «βόρθος», γεμάτος μισάνθρωπους, σεξιστές και ομοφοβικούς που μισούν οτιδήποτε έρχεται εκτός συνόρων ή δεν είναι δυτικόφερτο. Αναμφισβήτητα η ελληνική κοινωνία ουδέποτε κατάφερε να απογαλακτιστεί από το φαντασιακό της Μεγάλης Ιδέας πάνω στην οποία γαλουχήθηκαν γενιές και γενιές, μήτε να αποτινάξει από πάνω της τον Χριστιανικό φονταμενταλισμό και να διαχωρίσει την εκκλησία από το κράτος, όπως συμβαίνει σε πολλές άλλες κοσμικές χώρες. Αναμφισβήτητα το πρόβλημα υφίσταται και είναι αρκετά ανησυχητικό το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι στρέφονται στην συνωμοσιολογία, το λαϊκισμό, την λογική του όχλου και τον αντισημιτισμό. Ωστόσο, με μια πιο ψύχραιμη ματιά αυτό που βλέπουμε είναι ότι η Ελλάδα δεν παρουσιάζει κάποιο ρεκόρ ρατσιστικής έξαρσης σε σύγκριση με τις χώρες της Δύσης – ιδιαίτερα αν συμπεριλάβουμε την οξύτητα της Ελληνικής κρίσης σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., την τεράστια εισροή μεταναστών στην Ελληνική επικράτεια και την απουσία της κρατικής πρόνοιας με σκοπό την βελτίωση της κατάστασης (κάτι που συνεπάγεται λουμπενοποίηση των περιοχών της κεντρικής Αθήνας, πορνεία, μαστροπεία, διακίνηση ναρκωτικών) – τα αντανακλαστικά εσωστρέφειας παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλά. Την ίδια στιγμή που στην Βρετανία το ακροδεξιό Κόμμα της Ανεξαρτησίας του Nigel Farage έρχεται δεύτερο στις δημοσκοπήσεις (σε μια χώρα όπου η ανεργία είναι 5 φορές χαμηλότερη από ότι στην ελληνική περίπτωση) όπως και αντίστοιχα το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν στη Γαλλία, ενώ στην Σουηδία οι Σουηδοί Δημοκράτες πλέον αγγίζουν την τρίτη θέση.

Ο ναζισμός ουδέποτε αποτελούσε πλειοψηφικό ρεύμα στην κοινωνία. Απεναντίας, της προκαλεί απέχθεια όταν αποκαλύπτεται, κάτι που μπορεί να μην συμβαίνει στις χώρες της Ευρώπης. Έτσι, το πρόβλημα που παρουσιάζει η ελληνική κοινωνία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο ως μια μορφή επιθετικής ξενοφοβίας που συνοδεύεται από μια έντονη λαϊκό-εθνικιστική τάση, δίχως, όμως, να πρόκειται για κάποιου είδους αποικιοκρατικό ρατσιστικό φαντασιακό που για πολλά χρόνια έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην πολιτική και την ιστορία. Οι περισσότεροι Έλληνες αντιμετωπίζουν τους μετανάστες με φόβο, δεδομένου της εξαθλίωσής τους αλλά και της μη επαφής με οτιδήποτε έρχεται από εκτός Ευρώπης (η Ελλάδα ουδέποτε υπήρξε πολυπολιτισμική κοινωνία). Τα έκτροπα έξω από το χυτήριο, οι βανδαλισμοί πάγκων πλανόδιων πωλητών, τα μαχαιρώματα και ο συμμοριτοπόλεμος των Χρυσαυγητών οργανώνονται από μια μικρή κλίκα ανθρώπων (σε αντίθεση με την περίοδο του μεσοπολέμου όπου υπήρχε μαζική κινητοποίηση πολιτών υπέρ των ολοκληρωτικών φασιστικών κινημάτων). Τα χαστούκια στην Λ. Κανέλη δεν δηλώνουν κάποια κρυφή συνωμοσία μεταξύ καπιταλιστών και νεοναζί με σκοπό να τρομοκρατηθεί ο μέσος πολίτης ώστε να μην διαδηλώνει (την απομάκρυνση των πολιτών από τους δρόμους και τις πλατείες, άλλωστε, την πέτυχαν οι αριστερές γραφειοκρατίες), όπως λένε οι αριστεροί. Απεναντίας, οι πολίτες βλέπουν την Χρυσή Αυγή ως μια δύναμη που δεν ήρθε για να τρομοκρατήσει τους ίδιους, αλλά το αποτυχημένο κράτος που πλέον έχει φανεί πλήρως ανίκανο να σταματήσει την διάλυση της κοινωνίας συντηρώντας την διαπλοκή, την διαφθορά και την αναξιοκρατία. Μέσα από τους εκσφενδονισμούς αντικειμένων ενάντια σε πολιτικούς, μέσα από τον ξυλοδαρμό βουλευτών, οι πολίτες αισθάνονται ότι τιμωρούν όλους αυτούς που θεωρητικά είναι υπαίτιοι για τον κοινωνικό μας ξεπεσμό. Συνεπώς, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που ευνοεί την άνοδο της Χ.Α είναι ο λουμπενισμός στον οποίο τα μέλη της επιδίδονται, πράγμα που σημαίνει ότι το βασικό πρόβλημα αντανακλά την γενικευμένη απάθεια που μαστίζει την ελληνική (και κάθε) κοινωνία, την έλλειψη καθολικών δημοκρατικών προταγμάτων που θα στοχεύουν στην διεκδίκηση κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, μέσω της κοινωνικής μεταστροφής.

Δημοκρατικός αντιρατσισμός ή εθελοτυφλία

Αναμφισβήτητα η ξενοφοβία δεν είναι κάτι που κάποια στιγμή θα εξαφανιστεί όταν περάσει η μπόρα, ούτε πρόκειται να εξαφανιστεί με αντι-ρατσιστικούς νόμους. Είναι σαφέστατα μια ορατή απειλή που διαβρώνει αργά και σταθερά το κοινωνικό πράττειν, και μετατοπίζει το μίσος που ο μέσος πολίτης νιώθει για τους πολιτικούς και το σάπιο σύστημα προς κάποιον εύκολο στόχο. Όσο τα διάφορα φοβικά σύνδρομα απέναντι στους «διαφορετικούς» εσωτερικεύονται από μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας και μετατρέπονται σε «κοινή λογική» και όσο η κρίση βαθαίνει, τόσο οι αποδιοπομπαίοι τράγοι θα βρίσκονται στο στόχαστρο του κράτους εξαίρεσης και της αρνητικής κοινής γνώμης, πράγμα που επιβεβαιώνει η δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης για μετανάστες. Η ξενοφοβία δεν είναι ούτε δικαιολογημένη ούτε αθώα και συνεπώς θα πρέπει να πολεμηθεί. Διότι οι κοινωνικές τάσεις μετασχηματίζονται εύκολα όταν η οργή και η αγανάκτηση κυριαρχήσει έναντι της λογικής, ακόμη και αν ο γενικευμένος και αδιάκριτος ρατσισμός δεν αποτελεί κυρίαρχο δόγμα. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, απαιτεί μια πιο ολιστική προσέγγιση πάνω στο ζήτημα του ρατσισμού.

Η πολυδιάστατη φύση του φαινομένου αυτού μας επιβάλει επαναθεώρηση πολλών από τις θέσεις που μέχρι στιγμής υιοθετούσαμε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η αριστερά, εδώ και πολλά χρόνια, αναζητά το νέο προλεταριάτο που «νομοτελειακά θα οδηγήσει το σύστημα σε ανατροπή» και αυτό το βλέπει στους εξαθλιωμένους μετανάστες, αγιοποιοώντας τους και κλείνοντας τα μάτια στην πιθανότητα πολλοί από τους ίδιους να είναι εξίσου ρατσιστές, ομοφοβικοί, φορείς ρατσιστικών ιδεών και υποστηρικτές αυταρχικών ιδεολογιών ενώ, την ίδια στιγμή, ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς δεν ενδιαφέρεται να ανατρέψει το σύστημα. Απεναντίας, προσπαθεί να ενσωματωθεί μέσα σε αυτό (πράγμα που φαντάζει λογικό). Οι αντιρατσιστικές διαμαρτυρίες, όσο και αν προβάλουν ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα, δεν αρκούν ούτε για να αφυπνίσουν μήτε καταφέρνουν ν’ αλλάξουν τον κοινωνικό προσανατολισμό ο οποίος οδεύει όλο και πιο δεξιά (κάτι που επιβεβαιώνει ο διπλασιασμός των ποσοστών της Χ.Α από πέρυσι). Η άρνηση του αντιρατσιστικου κινήματος να βρει απαντήσεις αναφορικά με τις εγγενείς αδυναμίες του μοντέλου της πολυπολιτισμικότητας συμβάλλει όλο και περισσότερο στην αποδυνάμωσή του. Το πρόταγμα της κοινωνίας των διαπολιτισμικών σχέσεων υπάρχει, ωστόσο, και θα πρέπει να προωθηθεί ως μια εναλλακτική απάντηση τόσο στην φιλελεύθερη πολυπολιτισμικότητα, όσο και στον πολιτισμικό απομονωτισμό των ακροδεξιών. Διαπολιτισμικότητα σημαίνει υπέρβαση της απλής παθητικής (και συχνά επιβαλλόμενης) αποδοχής (από το σύνολο) μιας πολυπολιτισμικής πραγματικότητας πολλαπλών στοιχείων και ταυτοτήτων που υπάρχουν σε μια κοινωνία προάγοντας το διάλογο και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Η διαπολιτισμική επικοινωνία στοχεύει στην αντιμετώπιση κάθε είδους τάσης αυτο-διαχωρισμού όχι μόνο μεταξύ μιας πλειοψηφικής ομάδας και μειονοτήτων, αλλά και εντός των ίδιων των μειονοτήτων.

Εν κατακλείδι

Είναι καιρός να τελειώνουμε με την απάθεια. Αυτό σημαίνει ότι οι εκλογές, τα κομματικά πανηγύρια, ο λουμπενισμός, ο λαϊκισμός και κάθε είδους στρουθοκαμηλισμός δεν βοηθά κανέναν από εμάς. Ας αναγνωρίσουμε ότι η ελληνική κοινωνία όσο και αν έχει αλλοτριωθεί από μισαλλόδοξες αξίες, εξακολουθεί να παραμένει ευμετάβλητη, πράγμα που θα πρέπει να το αναγνωρίσουμε από τη μια με σκοπό είτε να αποφύγουμε υστερικές αναλύσεις (του τύπου: «παντού φασίστες!!!») που τον μόνο που ενισχύουν είναι η Χ.Α, αλλά ούτε και να αγνοήσουμε τους διάφορους φανατισμένους ακόλουθούς της ως «γραφικούς», και «ακίνδυνους». Όμως, ο αγώνας ενάντια στην Χ.Α, στην ξενοφοβία και τον λαϊκισμό θα πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των προσπαθειών μας για να μπει ένα τέλος στη λογική της «φιλήσυχης» ζωής, όπου η αδιαφορία για την πολιτική θα παίζει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνικής πραγματικότητας. Είναι καιρός, λοιπόν, να έρθουμε σε ρήξη με τον ψευδο-ατομικισμό, μια ρήξη που θα αποτελέσει το έναυσμα για ένα ριζικό κοινωνικό αυτο-μετασχηματισμό προς την κατεύθυνση της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας για την πραγματική κοινωνική, πολιτική, και οικονομική δημοκρατία, για την εγκαθίδρυση αμεσοδημοκρατικών κοινωνικών δομών, ικανών να προωθήσουν την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ισότητα. Μόνο μέσα από μια τέτοια προοπτική θα μπορέσει να αποτραπεί η ανθρωπολογική και αξιακή κατάπτωση του μαζάνθρωπου που χαρακτηρίζει την εποχή μας και να καταστεί δυνατή η δημιουργία αυτόνομων θεσμών που θα επιτρέπουν στα άτομα την αυτο-πραγμάτωση και επανοικειοποίηση των δημιουργικών τους δυνατοτήτων και, κατ’ επέκταση, τη ανάδειξη ενός νέου, πιο ελεύθερου, υπεύθυνου και σκεπτόμενου, ανθρώπου.

Ας μελαγχολήσουμε λιγάκι παραπάνω (απάντηση στον Κ. Δουζίνα)

left

Με αφορμή το άρθρο: Αριστερή μελαγχολία και ιστορική αναγκαιότητα (του Κώστα Δουζίνα)

Για να κοιτάμε την πραγματικότητα κατάματα, και όχι με βάση τη δική μας μικρο-κοινωνία…

Εδώ και σχεδόν πέντε χρόνια, οι συνεχείς απεργιακές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα καθώς και η εκτόξευση των ποσοστών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχουν γίνει αντικείμενο πολύπλευρης συζήτησης στα διεθνή Μέσα Ενημέρωσης. Η γνώμη που ως επί το πλείστον επικρατεί είναι λίγο πολύ γνωστή: ο Ελληνικός λαός με τον τρόπο ζωής του, δημιούργησε μια κρίση την οποία καλούνται να πληρώσουν οι σκληρά εργαζόμενοι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι. Οι εκλογές του 2012 ώθησαν τις δεξιές εφημερίδες να υιοθετήσουν ακόμη πιο σκληρή στάση απέναντι στον Ελληνικό λαό, μια στάση καθαρά ρατσιστική. Το αποτέλεσμα είναι φυσικά όχι μόνο η έλλειψη αλληλεγγύης – καθώς η προπαγάνδα αυτή έχει καταφέρει να ξυπνήσει τα πιο στυγνά προτεσταντικά συντηρητικά κατάλοιπα του μέσου Ευρωπαίου – αλλά και ο στιγματισμός χιλιάδων Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό. Η στάση της Ελληνικής Νεοφιλελεύθερης δεξιάς είναι λίγο πολύ γνωστή: πίστη στο Ευρωπαϊκό ιδεώδες (ό,τι και αν σημαίνει αυτό), εφαρμογή των μέτρων λιτότητας με κάθε μέσο (όπως διατάζουν οι Βρυξέλλες), κοινώς εδραίωση και ηθικοποίηση της πιο ακραίας εθελοδουλίας. Όσο για τον εθνικιστικό όχλο, λίγο πολύ γνωρίζουμε τις θέσεις του: «για όλα φταίνε οι Εβραίοι», ή τέλος πάντων, (για να αποφύγω τις γενικεύσεις), «στόχος είναι να πληγεί η εθνική υπερηφάνεια των Ελλήνων»… Όλα αυτά είναι αναμενόμενα φυσικά. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο δεν περιμένουμε από τους χώρους αυτούς, όπως εξίσου και από την ιδεολογικά γερασμένη αριστερά η οποία εξακολουθεί να πιστεύει ότι βρίσκεται ένα βήμα πριν την επανάσταση. Κυρίως μετά την κατάρρευση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και την εν τοις πράγμασι αντικατάστασή του από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., περνά εύκολα στην αντίληψη του αριστερού κοινού ότι η ανατροπή βρίσκεται προ των πυλών. Γράφει λοιπόν ο Κ. Δουζίνας: «Οι επιτυχίες του ΣΥΡΙΖΑ δημιουργούν τη βάση για μια μεγάλη ανατροπή που θα ανασχέσει την καταστροφή του  κοινωνικού δεσμού, αποτελώντας αφετηρία για μια νέα Ελλάδα. Ο ελληνικός  λαός υιοθέτησε τον ΣΥΡΙΖΑ ως το υποκείμενο της ριζικής αλλαγής φέρνοντας το σύστημα εξουσίας των τελευταίων σαράντα χρονών στο χείλος  του γκρεμού.».

Στην πραγματικότητα τίποτα από αυτά δεν έχει συμβεί. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατάφερε και ενίσχυσε την παρουσία του στη βουλή καθώς μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος (που δεν σημαίνει ότι αντιπροσωπεύει αναγκαστικά το ιδεολογικό προφίλ του Ελληνικού λαού) βρήκε αφορμή να εκφράσει την διαμαρτυρία του στις πολιτικές λιτότητας ή να τιμωρήσει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Κανένας «ερωτευμένος επαναστάτης» δεν θέλησε ούτε να καταλάβει τα χειμερινά ανάκτορα ανατρέποντας την μπουρζουαζία, ούτε φυσικά και να εναντιωθεί στον ίδιο τον καπιταλισμό. Η επιλογή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι επίσης και εθνικιστική επιλογή: ο Ελληνικός λαός αισθάνεται ταπεινωμένος, το εθνικό του φρόνημα είναι πεσμένο λόγω των άδικων κατηγοριών που εκτοξεύονται εναντίον του σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Είναι συνεπώς λογικό να επιλέξει εκείνο το κόμμα που με το δικό του τρόπο θα αντικαταστήσει τη φήμη του αντί να οδηγήσει τα πράγματα σε ρήξη με την καπιταλιστική πραγματικότητα.

Πολλοί αριστεροί διανοούμενοι τείνουν να πιστεύουν ότι η υπόλοιπη κοινωνία σκέφτεται όπως ακριβώς και αυτοί, ότι σύντομα θα έρθει η μέρα που οι λαοί του κόσμου θα κατέβουν στους δρόμους, κάνοντας τον καπιταλισμό να φαντάζει ένα μακρινό ιστορικό φάντασμα. Όπως μάλιστα είχε δηλώσει και ο Α.Τσίπρας πριν από μερικούς μήνες σε συνέντευξή του στο Μουσείο Μπενάκη «εμείς είμαστε αυτοί που κάναμε τους Ευρωπαίους να φωνάζουν «είμαστε όλοι Έλληνες«». Η πραγματικότητα φυσικά απέχει παρασάγγας από τις εντυπώσεις που επιχειρείται να δημιουργηθούν με τέτοιες βαρύγδουπες δηλώσεις:

  1. Καμία επιτυχία της Ελληνικής αριστεράς δεν υπήρξε και ούτε φαίνεται ότι θα υπάρξει ποτέ, με μια μικρή εξαίρεση: τα μέλη και οι γραφειοκρατίες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατάφεραν να καπελώσουν το κίνημα των πλατειών. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν υιοθετήθηκε από το πλήθος το 2011 επειδή οι ιδέες του βρήκαν απήχηση στα μαχητικά κομμάτια της Ελληνικής κοινωνίας. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατάφερε με Μακιαβελικές λογικές να μονοπωλήσει στις πλατείες (αρχικά υπήρξε ένας ανταγωνισμός ως προς αυτό με την ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α., την οποία τελικά κατατρόπωσε). Αναμφισβήτητα «οι «πλατείες» ήταν βασικός λόγος της εκλογικής επιτυχίας της Αριστεράς», αλλά ο αρχικός τους σκοπός δεν ήταν η άνοδος των αριστερών κοινοβουλευτικών δυνάμεων, ούτε φυσικά έσκασαν σαν θαύμα μετά από «12 γενικές απεργίες, και πολλές διαδηλώσεις.».
  2. Οι πλατείες είναι ένα μεγάλο θέμα για το οποίο η αριστερά καυχιέται συνεχώς,  αγνοώντας ότι ο αρχικός τους χαρακτήρας ήταν διαφορετικός, ότι οι  αρχικές γνώμες των συνελευσιαζόμενων έκλιναν πιο πολύ προς το πρόταγμα  της άμεσης δημοκρατίας (πριν καπελωθούν από τα διάφορα κομματικά στελέχη όπου και άρχισε να μονοπωλεί ο «αντι-μνημονιακός λόγος») όπως εκφράστηκε από τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τους αναρχικούς της Βαρκελώνης το 1936 (άσχετα αν κάποια κομμάτια του ντόπιου αναρχικού κινήματος προσπάθησαν με κάθε μέσο να «μποϊκοτάρουν» τις συνελεύσεις επειδή νόμιζαν ότι οι απόψεις που ακούγονταν εκεί δεν συμβάδιζαν με τις δικές τους, επιδιδόμενοι έτσι σε έναν άνευ προηγουμένου σεχταριστικό ναρκισσισμό).
  3. Οι πλατείες εμφανίστηκαν έπειτα από το ξέσπασμα του Ισπανικού Μάη (σχεδόν ένα μήνα αργότερα), όπου οι Ισπανοί «αγανακτισμένοι» (indignados) αποφάσισαν να πάρουν στα χέρια τους την κατάσταση, βγαίνοντας στους δρόμους, διώχνοντας τις κομματικές γραφειοκρατίες από κοντά τους, και προσκαλώντας κάθε πολίτη να λάβει μέρος δημόσια και ανοιχτά σε πολιτικές συζητήσεις. Και όλα αυτά, τρεις μήνες μετά τα γεγονότα στην Πλατεία Ταχρίρ στο Κάιρο, μετά την εξέγερση των Τυνήσιων και, τέλος, τρία χρόνια μετά τον Δεκέμβρη του 2008, ο οποίος αποτελεί σημείο έμπνευσης για πολλούς αναρχικούς/ελευθεριακούς και αριστερούς σε όλη την νότια Ευρώπη.
  4. Αν θα πρέπει να μιλήσουμε για επιτυχίες, τότε αυτές οι επιτυχίες οφείλονται αρχικά στη μαχητικότητα μέρους των αναρχικών από το 2008, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στις συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής, δείχνοντας έτσι τον δρόμο της σύγκρουσης με το καθεστώς. Θα πρέπει όμως να μιλήσουμε και για τον ακροδεξιό συρφετό που με τον άκρατό του λαϊκισμό έσπρωξε μεγάλο κομμάτι της Ελληνικής κοινωνίας προς την Χρυσή Αυγή και τους Ανεξάρτητους Έλληνες (που πιστεύουν πως μας ψεκάζουν αεροπλάνα), με τους οποίους (τελευταίους)… επιδιώκει μάλιστα και συνεργασία ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.!
  5. Οι φωνές που έλεγαν «είμαστε όλοι Έλληνες» προέρχονται εξίσου είτε από αριστερίστικους κύκλους (στην πλειοψηφία τους από Έλληνες μετανάστες που ζουν στο εξωτερικό) – είτε από υποστηρικτές της λαϊκής δεξιάς που θυμήθηκαν τις γαλανόλευκες όταν ανακάλυψαν ότι τελειώνουν οι κρατικές επιδοτήσεις και άρχισαν να κατηγορούν για όλα τους Γερμανούς! Οι συγκεκριμένοι Ευρωπαίοι αριστεροί αποτελούν μια πολύ μικρή μειοψηφία, τους οποίους η κοινωνία στην οποία ζουν χαρακτηρίζει ως «τεμπέληδες», ανθρώπους που θέλουν «τα πάντα για τίποτα», κοινώς τα αποβράσματα της κοινωνίας (εκτός και αν ντύσουν το λόγο τους με πιο έντονο κοινοβουλευτικό κουστούμι – πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να εγκαταλείψουν τη φιλελληνική τους στάση. Διαφορετικά, κανείς πέρα από ένα 10% συνήθως πανεπιστημιακών ή ανθρώπων που έχουν δεσμούς με την Ελλάδα, δεν υπάρχει περίπτωση να τους αντιμετωπίσει θετικά). Κοινώς οι αριστεροί έχουν μετατραπεί σε μια κλειστή κάστα ανθρώπων που διεκδικούν ένα συγκεκριμένο status (όπως θα έλεγε και ο Max Weber) και παραμένουν εγκλωβισμένοι μέσα στο δικό τους κοινωνικο-κεντρισμό, προσπαθώντας να πείσουν τον εαυτό τους πως οποιοσδήποτε διαφωνεί μαζί τους είναι μια ασήμαντη μειοψηφία. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι οι διαδηλώσεις που έγιναν στη Βρετανία αναιρούν τα παραπάνω, καλό θα ήταν κι εδώ να γνωρίζουμε πως μεγάλο κομμάτι διαδηλωτών δεν επιθυμούσε (και δεν μπορούσε καν να διανοηθεί την) ανατροπή του καπιταλισμού. Απλά, δυσανασχετούσε με τις αποφάσεις της Βρετανικής κυβέρνησης να «χρηματοδοτήσει τους τεμπέληδες του Νότου» μειώνοντας τις κρατικές δαπάνες για την κρατική πρόνοια, επιθυμώντας ταυτόχρονα να περιορίσει το δικαίωμα των μεταναστών από άλλες χώρες της Ε.Ε. (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας) να χρησιμοποιούν την κρατική πρόνοια.
  6. Τέλος, όταν ο Κ.Δουζίνας λέει πως «η έκκληση του Κεν Λόουτς και άλλων γνωστών προσωπικοτήτων, στην Guardian, για τη δημιουργία ενός νέου αριστερού κόμματος στη Βρετανία, χρησιμοποιεί τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως μοντέλο για την ευρωπαϊκή Αριστερά» ξεχνά ότι η Guardian δεν είναι η μεγαλύτερη εφημερίδα σε πωλήσεις στη Βρετανία, για να μπορούμε να πούμε ότι η επιτυχία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εξαπλώνεται διεθνώς. Αντιθέτως το Βρετανικό κοινό επιθυμεί να διαβάζει Telegraph, The Sun και Daily Mail, εφημερίδες που φλερτάρουν ασύστολα με την ακροδεξιά.

«Γιατί λοιπόν περιορίστηκαν οι αντιστάσεις;» αναρωτιέται ο Κ. Δουζίνας. Ανεξάρτητα με το τί έλεγε ο Ζακ Λακάν, οι αντιστάσεις περιορίστηκαν για τον εξής λόγο: η εκλογική επιτυχία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να απομακρύνει τους πολίτες από τους δρόμους και τις πλατείες. Έτσι κανείς τώρα δεν επιδιώκει ούτε απεργίες, ούτε συνελεύσεις. Η πλειοψηφία του κινηματικού χώρου αυτό που περιμένει είναι οι επόμενες εκλογές. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όπως και το αντίστοιχο κίνημα των 5 αστέρων του Γκρίλο στην Ιταλία, πέτυχαν αυτό που χρόνια επεδίωκαν οι δεξιοί και οι Ευρωπαϊκές αντιδραστικές φωνές: να εγκλωβίσουν τους πολίτες στην ιδιωτική τους σφαίρα, να προσπαθούν να βρουν διεξόδους μόνο μέσα από τους θεσμισμένους τρόπους διακυβέρνησης, ξεχνώντας τί πάει να πει αυτο-διαχείρηση, αυτο-οργάνωση και αυτονομία. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., κοινώς, υπήρξε η κινηματική ταφόπλακα, την οποία πρέπει να σπάσουμε. Δεν έχει άραγε αναρωτηθεί κανείς γιατί σχεδόν ένα χρόνο μετά την αυτο-δολοφονία του Δ. Χριστούλα στο Σύνταγμα, δεν βλέπουμε πια σχεδόν καμία διαδήλωση, καμία κινητοποίηση, παρά μόνο από τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο που προσπαθεί με νύχια και με δόντια ν’ αμυνθεί απέναντι στην κρατική καταστολή;

Ένας άλλος παράγοντας που συμβάλλει στον περιορισμό των αντιστάσεων (αντιστάσεων με την έννοια της ανατροπής ενός διεφθαρμένου καθεστώτος και εγκαθίδρυσης μιας πραγματικής δημοκρατίας) ή στην ώθησή τους προς λάθος κατεύθυνση είναι η ίδια η εξαθλίωση: Η Hannah Arendt στο βιβλίο της «On Revolution» τοποθετεί την ένδεια κάτω από τη δικτατορία των βιολογικών αναγκών των ανθρώπων, διατυπώνοντας ότι η οικονομική εξαθλίωση σπάνια οδηγεί στην εξερεύνηση της δημιουργικής σκέψης, στη διαύγαση ή στην συλλογική δράση, όταν έχει προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε ο κοινωνικός ιστός να έχει καταρρεύσει. Αντιθέτως, προκαλεί ανεξέλεγκτες παρορμήσεις και κοινωνικές εκρήξεις που ελάχιστες φορές επιφέρουν κοινωνικό μετασχηματισμό. Τις περισσότερες φορές λειτουργούν αυτο-καταστροφικά, καθώς τα δημοκρατικά προτάγματα ευνουχίζονται κάτω από τον ανορθολογικό αυθορμητισμό των πρωτογενών ανθρώπινων αντιδράσεων που συχνά πυροδοτούν ολοκληρωτικά κινήματα (όπως κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου), κινήματα που τα τροφοδοτεί η τυφλή οργή του όχλου, η οποία οργή κατευθύνεται συνήθως προς κάποιον εύκολο στόχο: μετανάστες, Εβραίοι, διανοούμενοι (ιδιαίτερα αν συμπεριλάβουμε και σε αυτό τις τάσεις μιας κοινωνίας να κλείνεται στον εαυτό της σε περιόδους κρίσεων, πράγμα που επιβεβαιώνει τόσο η άνοδος της ΧΑ, όσο και των αντίστοιχων UKIP και Front Nationale σε Βρετανία και Γαλλία την ίδια στιγμή). Κάτω από συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης και κοινωνικής οργής γεννήθηκε η τρομοκρατία κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, οδηγώντας τον Ροβεσπιέρο, τον Μαρά και τους υπόλοιπους επαναστάτες να ξεκινήσουν εκτελέσεις. Αυτού του είδους την τρομοκρατία μιμήθηκε και το καθεστώς των Μπολσεβίκων στη Ρωσία το 1917, οδηγώντας στη δημιουργία των εκτελεστικών αποσπασμάτων της Τσεκά, οι οποίοι κατά το πρότυπο των Γάλλων επαναστατών, είχαν την δυνατότητα να δολοφονούν οποιονδήποτε θεωρούνταν «επικίνδυνος για τα σχέδια της σοσιαλιστικής κυβέρνησης». Πάνω στο φόβο ενός επικείμενου κοινωνικού χάους και στην πιθανή αναρρίχηση φιλοσοβιετικών καθεστώτων στην εξουσία, βάσισαν τη δημαγωγία τους οι Χίτλερ και Μουσολίνι κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, επιβάλλοντας τη δική τους τάξη πραγμάτων και σπρώχνοντας μια ολόκληρη ήπειρο σε έναν αδυσώπητο πόλεμο.

Όλα αυτά φαίνεται να τα αγνοούν οι αριστεροί σήμερα, οι οποίοι μάλιστα επικαλούνται άκρως ντετερμινιστικά επιχειρήματα όπως: «αντίσταση στην εξουσία υπάρχει παντού και πάντα. Γίνεται όμως φανερή όταν η συλλογικότητα λέει  «αρκετά», «ως εδώ και μη παρέκει». Αυτό συνέβη το 2011».  Αυτό το «ως εδώ και μη παρέκει» δεν αποτελεί πάντα μια επαναστατική δύναμη, αλλά, απεναντίας, μπορεί να μετατραπεί και σε φορέα αμείλικτης βίας για χάρη της ίδιας της βίας. Στη φάση που βρίσκεται η Ελληνική κοινωνία, όπου όλες οι γνήσιες επαναστατικές φωνές καθημερινά ευνουχίζονται από τα τηλεοπτικά παράθυρα και τις κομματικές γραφειοκρατίες, ένα «ως εδώ και μη παρέκει» κάλλιστα θα μπορούσε να επαναφέρει έναν Παπαδόπουλο στην εξουσία (άλλωστε, δεν είναι και λίγοι αυτοί που λένε «καλύτερα ήταν τα πράγματα στην Χούντα», ή «ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται») ή να οδηγήσει την ήδη υπάρχουσα κυβέρνηση να επιβάλει κατάσταση εξαίρεσης (πράγμα που θα ικανοποιούσε τους Ευρω-ηγέτες αλλά και τους Ευρωπαίους πολίτες που δυσανασχετούν όταν βλέπουν τους Έλληνες στους δρόμους αντί στα γραφεία και τα εργοστάσιά τους). Οι αντιστάσεις δεν αποδομούν πάντοτε το οπλοστάσιο, τους θεσμούς και τα ιδεολογήματα της εξουσίας. Πολλές φορές το χρησιμοποιούν για να οικοδομήσουν καθεστώτα που επιβάλλουν γκούλαγκ ή Μαρκονήσους, πράγμα που φαίνεται ότι μέρα με τη μέρα ξεχνάμε (ή αγνοούμε) όλο και περισσότερο, κλείνοντας τα μάτια μπροστά στο ιστορικό υλικό που έχουμε μπροστά μας, όταν αυτό μας «φωνάζει» να το μελετήσουμε πριν να είναι αργά. Διότι ο πόλεμος όλων εναντίον όλων που έλεγε ο Χομπς, δεν εκφράζει καμία έμφυτη τάση μας, αλλά οι ίδιες οι ιστορικές εν γένει πραγματικότητες μας διδάσκουν ότι η κατάσταση του πολέμου (the state of war) είναι ανθρώπινο δημιούργημα, όπως ακριβώς και η δημοκρατία, η συμμετοχή, ο αλληλοσεβασμός και η αλληλεγγύη.

Αναμφισβήτητα «πρέπει λοιπόν η Αριστερά να διδαχθεί από τις αντιστάσεις που άλλαξαν το πολιτικό σκηνικό», αρκεί να σταματήσει να εγκλωβίζει εντός της θεσμισμένης εξουσίας τη δυναμική, την ενέργεια και την κοινωνική μνήμη των πλατειών που «αποτελούν σοβαρή παρακαταθήκη για το μέλλον. Μπορεί όμως η συντακτική δύναμη που πρωτοεμφανίστηκε εκεί  να γίνει μόνιμη;» Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι αναμφισβήτητα θετική. Υπάρχει όμως μια βασική προϋπόθεση: Να απαρνηθεί τις γραφειοκρατίες, όποιες και αν είναι αυτές. Συνδικαλιστικές, κομματικές, ή θρησκευτικές. Δηλαδή, «για να πετύχει η Αριστερά, πρέπει να αφήσει τη μελαγχολία των προκάτ συνταγών και λύσεων, την ασφάλεια του κομματικού πρωτοκόλλου και επετηρίδας. Είμαστε το μέλλον αλλά δεν έχουμε καμιά εγγύηση γι’ αυτό». Εν ολίγοις, την απάντηση μας την δίνει ευθέως εδώ ο Δουζίνας, αυτο-αναιρώντας όλα όσα είχε γράψει προηγουμένως: η αριστερά θα πρέπει να απαρνηθεί τον εαυτό της, να ξαναβρεί την κινηματική της δράση, τους δρόμους και τις πλατείες, κι εκεί να παραμείνει όχι, όμως, ως ένας φορέας ψευτο-ιδεολογιών που δεν αναπτύσσονται, που είτε φλερτάρουν με την Κεϋνσιανική σοσιαλδημοκρατία είτε τα Σταλινικά εκτρώματα. Να γίνει ένα με το πλήθος που θα ζητά πραγματική δημοκρατία ενώ τα στελέχη της, όπως και κάθε κινηματικός ακτιβιστής, να αρχίσουν σιγά σιγά να δομούν την διαφορετική κοινωνία, αρνούμενοι το βόλεμα και την καρέκλα. Η Ευρώπη και η  ευρωπαϊκή Αριστερά δεν παίζονται στην Ελλάδα (όπως ο Δουζίνας θέλει να πιστεύει). Η Ελλάδα είναι μόνη της και κατά πάσα πιθανότητα έτσι θα παραμείνει. Οι χώρες του Ευρωπαϊκού βορά δύσκολα θα αποβάλουν την προτεσταντική ηθική της εργασίας που ο Max Weber μας έδωσε να καταλάβουμε πόσο βαθιά έχει εισχωρήσει στο Δυτικό φαντασιακό (καθώς κάτι τέτοιο δείχνουν οι δημοσκοπήσεις στη Βρετανία αναφορικά με το ερώτημα: θα πρέπει η κυβέρνηση να περικόψει επιδόματα ανεργίας από αυτούς που αρνούνται να εργαστούν δωρεάν; όπου η απάντηση κατά 55% είναι θετική). Η ετερονομία των Δυτικών κοινωνιών έχει προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε η αμφισβήτηση των θεσμών και των κοινωνικών νορμών να θεωρείται «τεμπελιά» και «τρομοκρατία» (αγαπημένες λέξεις των ευρωσυντηρητικών, λέξεις κωδικοποιημένες που χρησιμοποιούνται, πάνω απ’ όλα, για την συνειδησιακή καταστολή). Απεναντίας, οι χώρες του Νότου φαίνεται ότι έχουν τη διάθεση να ακολουθήσουν το Ελληνικό παράδειγμα, αρκεί αυτό να απεγκλωβιστεί από τα κοινοβούλια και τις γραφειοκρατίες. Να ξαναβρεί το κίνημα τον δρόμο του διότι όσο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο θα επελαύνει η φτώχεια, δυσχεραίνοντας όλο και περισσότερο το έργο της κοινωνικής μεταστροφής. Ας ξεσυνηθίσουμε τον θάνατο και ας κάνουμε τώρα τη συνέχεια του καλοκαιριού του 2011… για να μην καταντήσουμε να μελαγχολούμε για πολύ ακόμα…

Για την διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την άμεση δημοκρατία

eu_i

Εδώ και αρκετό πλέον καιρό από μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού συνειδησιακά απο-νομιμοποιείται το όραμα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, το φαντασιακό της ενωμένης Ευρώπης που θα προωθεί την αλληλεγγύη και την αλληλοσυνεργασία. Οι απροκάλυπτες επιθέσεις των ευρωκρατών ενάντια στην Κύπρο, ο στιγματισμός του Ελληνικού λαού ως «τεμπέλη που αποκλειστικά και μόνο αυτός ευθύνεται για τα παθήματά του», η ολική απαξίωση του Νότου δείχνουν φανερά πλέον ότι το περιβόητο Ευρωπαϊκό ιδεώδες έχει καταρρεύσει μέσα στην πλήρη ανικανότητά του να δείξει στοιχειώδη αλληλεγγύη στους αδύναμους του κρίκους, απαντώντας με επιθέσεις μίσους και άκρατου κυνισμού, σαν να πρόκειται για μια οργανωμένη μαφία. Δεν είναι, όμως, μονάχα ο Νότος που αρχίζει σιγά σιγά να αποδοκιμάζει το ολιγαρχικό τούτο φιάσκο. Ολόκληρη σχεδόν η ήπειρος δυσανασχετεί με το αποτυχημένο, πλέον, Ευρωπαϊκό όραμα, καθώς η Βρετανική κοινή γνώμη παραμένει πλειοψηφικά υπέρ της εξόδου της χώρας από την ΕΕ, με τον λαϊκιστή πρωθυπουργό David Cameron και το ακροδεξιό κόμμα UKIP να προσπαθούν να χαϊδέψουν τα αυτιά των Βρετανών απο-πολιτικοποιημένων καταναλωτών που για όλα τους φταίει ο αποδιοπομπαίος τράγος των Βρυξελλών· παράλληλα, η Ελληνική και Γαλλική αριστερά κάνουν λόγο για «καταστροφή της Ευρωπαϊκής ιδέας από τους Νεοφιλελεύθερους πολιτικούς που εφαρμόζουν σκληρή λιτότητα», σαν να μην ήταν η ίδια η ΕΕ μια δομημένη γραφειοκρατική μηχανή, αποκλειστικά και μόνο πάνω σε lesaiz faire καπιταλιστικές βάσεις. Στην Ιταλία, το «κίνημα» των Πέντε Αστέρων, με τον κωμικό Giuseppe Grillo, γνωστός για τις ευρωσκεπτικιστικές του θέσεις, κατέκτησε την δεύτερη θέση στις πρόσφατες εκλογές, αφήνοντας πίσω τον νεοσυντηρητικό Μπερλουσκόνι, δεδομένο που φανερώνει πέρα για πέρα την αντίδραση μεγάλου μέρους της Ιταλικής κοινωνίας όχι μόνο στις πολιτικές λιτότητας που επιβάλει η ΕΕ, αλλά πάνω απ’ όλα την καταπάτηση βασικών δημοκρατικών δικαιωμάτων με σκοπό την υλοποίησή των πολιτικών αυτών, καθώς κανένας πια πολιτικός (είτε πρόκειται για εκλεγμένο με «δημοκρατικές» διαδικασίες, είτε τεχνοκράτη σφετεριστή) δεν υπολογίζει ούτε στο ελάχιστο τη στάση ενός ολόκληρου λαού που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει απέναντι σε ένα τόσο μείζον ζήτημα.

Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις της Metron Analysis φανερώνουν την, έστω και αργοπορημένη, άνοδο των ευρωσκεπτικιστικών τάσεων και στην Ελλάδα, με το 40% να επιθυμεί τη διάλυση της ΕΕ, την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και την επαναφορά της κυριαρχίας των εθνών κρατών – θεσμού που τουλάχιστον μπορούσε, έστω και σε κάποιον υποτυπώδη βαθμό, να εγγυηθεί κάποια αστικά δικαιώματα. Τί σημαίνουν, όμως, όλα αυτά; Κάποιοι θα κάνουν λόγο για «φωνές διαμαρτυρίας», άλλοι για «κραυγές λαϊκισμού» ενώ πολλοί δίχως απολύτως κανέναν ενδοιασμό θα εκφράσουν την απογοήτευσή τους για τούτη την Ευρωκατάντια. Όπως και να έχει, όμως, έχουμε να κάνουμε με κάποιο ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα, που, στην πραγματικότητα, απαγορεύει βιαστικά συμπεράσματα (κυρίως από τη στιγμή που η οργή και η αγανάκτηση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού κυριαρχεί στις δημόσιες συζητήσεις, φορτίζοντας συναισθηματικά τον ‘πολιτικό’ διάλογο), δίχως αυτό, την ίδια στιγμή, να σημαίνει τυφλή υπακοή στους ευρωπαϊστές εξτρεμιστές, στην κυρίαρχη προωθούμενη προπαγάνδα των ΜΜΕ, πως η λύση βρίσκεται όχι στην λιγότερη αλλά στην «περισσότερη Ευρώπη». Τί σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ΕΕ; θα πρέπει να δούμε, τί είναι αυτό που πραγματικά πρεσβεύει αυτού του είδους η κλίκα με έδρα τις Βρυξέλλες, ποιές είναι οι αντιπροτάσεις του Ευρωσκεπτικιστικού κινήματος, όπου και ανάλογα θα μπορούσαν να δοθούν απαντήσεις.

Η Ευρωπαϊκή ιδέα 

Ο πρώτος που εισήγαγε την ιδέα περί δημιουργίας μιας ομοσπονδιακής υπερδύναμης που θα άκουγε στο όνομα Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης ήταν ο Ιταλός πολιτικός Giuseppe Mazzini, ο οποίος αντιλήφθηκε το πρόταγμα αυτό ως μια επέκταση της ενοποίησης της Ιταλίας. Στη συνέχεια ο Βίκτωρ Ουγκώ, το 1849 στο συνέδριο Διεθνούς Ειρήνης στο Παρίσι τάχθηκε υπέρ της δημιουργίας μιας ανώτατης κρατικής δύναμης η οποία «θα είναι για την Ευρώπη ό,τι είναι το κοινοβούλιο για την Αγγλία» δηλώνοντας πως «θα έρθει η ημέρα όπου όλα τα έθνη της ηπείρου μας θα αποτελέσουν μια ευρωπαϊκή αδελφότητα… Θα έρθει που θα δούμε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης [στο εξής ΗΠΕ] πρόσωπο με πρόσωπο». Τις θέσεις του υποστήριξαν οι Giuseppe Garibaldi και John Stuart Mill. Επίσης, ο Ιταλός φιλόσοφος Carlo Cattaneo προκειμένου να αντιταχθεί στις πολεμοχαρείς τάσεις της αριστοκρατίας, εξέφρασε τη συμπάθειά του για την ιδέα των ΗΠΕ, ως τη μοναδική απάντηση στις εχθροπραξίες μεταξύ Ευρωπαϊκών κρατών, και τέλος, ο αναρχικός φιλόσοφος Mikhail Bakunin υποστήριξε τα εξής: «προκειμένου να επιτύχουμε το θρίαμβο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στις διεθνείς σχέσεις της Ευρώπης, και να καταστήσουμε τον  εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των λαών που συνιστούν την ευρωπαϊκή οικογένεια αδύνατο, μόνο ένας δρόμος υπάρχει: Η σύσταση των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης».

Το Ευρωπαϊκό ιδεώδες, λοιπόν, αρχικά εκφράστηκε ως ο μοναδικός πολιτικός προσανατολισμός για να δοθεί ένα τέλος στις ένοπλες συγκρούσεις που ταλάνιζαν την ήπειρο, στοχεύοντας στην διακρατική ειρήνη και σταθερότητα, αντίληψη που κυριαρχεί μέχρι και σήμερα, αν κρίνουμε από την πρόσφατη απονομή βραβείου Νόμπελ στην ΕΕ, λόγω της επιτυχίας της να εξασφαλίσει ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή (όπως λέει η επιτροπή απονομής). Η ιδέα των ΗΠΕ όμως υπήρξε και κύριος εμπνευστής των Κομμουνιστικών και φασιστικών καθεστώτων του προηγούμενου αιώνα, τα οποία έβλεπαν ως μοναδικό τους κίνητρο την ολοένα και μεγαλύτερη εξάπλωσή τους. Έτσι, κατά τη διάρκεια των πρώτων νικηφόρων στρατιωτικών εκβάσεων από τη ναζιστική Γερμανία το 1940, ο Wilhelm ΙΙ, δήλωσε ότι: «Το χέρι του Θεού δημιουργεί ένα νέο κόσμο θαυμάτων…. Γινόμαστε οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης κάτω από γερμανική ηγεσία, μια ενωμένη ευρωπαϊκή ήπειρος» (Petropoulos p.170)[1], ενώ λίγα χρόνια πριν ο Τρότσκι είχε κάνει έκκληση για την δημιουργία των ΗΠΕ κάτω από μια ισχυρή κομμουνιστική εξουσία. Λίγο μετά το τέλος του ΒΠΠ, η ιδέα της ειρηνικής συνύπαρξης των Ευρωπαϊκών χωρών μέσω μιας διακρατικής εξουσίας των ΗΠΕ επανεκφράστηκε από τον Συντηρητικό Βρετανό πρωθυπουργό Winston Churchill σε ομιλία του στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, όπου και δήλωσε τα εξής: «πρέπει να οικοδομήσουμε ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Με αυτόν τον τρόπο μόνο τα εκατοντάδες εκατομμύρια των βιοπαλαιστών θα είναι σε θέση να επανακτήσουν τις απλές χαρές και ελπίδες που καθιστούν μια ζωή άξια να τη ζει κανείς». Έτσι, η ενοποίηση της Ευρώπης ξεκίνησε δειλά δειλά από τις αρχές της δεκαετίας του 50, με την Γαλλία και την Γερμανία να αποτελούν τις πρώτες χώρες, ενώ η ολοκλήρωσή της άρχισε να προγραμματίζεται λίγο μετά την υπογραφή της συνθήκης του Maastricht το 1992. Ήταν οι εποχές που το Κομμουνιστικό ανατολικό μπλοκ σιγά σιγά κατέρρεε, είτε μέσα από λαϊκές εξεγέρσεις είτε μέσω φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που αναγκάζονταν να λάβουν οι ηγέτες των ανατολικών χωρών κάτω από τις πιέσεις του κοινού για περισσότερες ελευθερίες, προωθώντας όλο και περισσότερο τον υποτιθέμενο «θρίαμβο του καπιταλισμού» ο οποίος θεωρητικά είχε «βγει νικητής της αναμέτρησης», και πλέον τίποτα, κανένα εναλλακτικό πρόταγμα δεν έμοιαζε ότι θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει. Έτσι, η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση απορρόφησε το φιλελεύθερο φαντασιακό όταν ήδη αυτό βρισκόταν στο απόγειό του, δίνοντας ώθηση σε διαφόρων ειδών Φριντμανικές αλλά καί σοσιαλδημοκρατικές Κεϋνσιανικές φωνές να κυριαρχήσουν εντός της, επηρεάζοντας πέρα για πέρα το θεμέλιωμα βασικών της δομών.

Η Ευρωουτοπία και ο νότος

Η απαξίωση του Ευρωπαϊκού Νότου (και κυρίως  της Ελλάδας) από τους «σκληρά εργαζόμενους» (όπως τα ΜΜΕ τους  αποκαλούν) βορειοευρωπαίους δεν έχει να κάνει μόνο με την οικονομία, αλλά και με το γεγονός ότι οι ίδιοι οι βορειοευρωπαίοι πάντοτε έβλεπαν με καχυποψία τους  λαούς του Νότου (και όσο πιο Ανατολική είναι μια χώρα, όσο πιο  κοντά στην Ασία, τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς). Οι βουτιές των  χρηματιστηρίων, η αύξηση του ποσοστού των ανέργων που βύθισαν στη  φτώχεια εκατομμύρια πολίτες έγινε αφορμή ώστε αυτό το χάσμα μεταξύ  Ευρωπαϊκού βορρά και νότου (που βασίζεται στο φαντασιακό του κυρίαρχου  λευκού βορειοευρωπαίου) να βγει στην  επιφάνεια και οι λαοί του Νότου να  χρησιμοποιηθούν ως οι αποδιοπομπαίοι τράγοι της κρίσης. Έτσι, η  σύγκρουση Ελλάδας vs Ευρωπαϊκού βορρά, έχει να κάνει, μέχρι ενός  σημείου, με το βορειοευρωπαϊκό παλαιο-αποικιακό φαντασιακό. Για όσο καιρό η οικονομία ανθούσε, αυτή η ιδεοληψία της ανωτερότητας των βορειοευρωπαίων δεν εκδηλωνόταν, καθώς κυριαρχούσαν οι γρήγοροι ρυθμοί ανάπτυξης και η κερδοφορία. Χρειάστηκε να απειληθούν τα συμφέροντα των Ευρωπαϊκών ελίτ, ώστε να ξεσπάσει μια αναμπουμπούλα στην Ευρώπη. Στην ουσία, το δίπολο Ελλάδα/Γερμανία αποτελεί κομμάτι του ευρύτερου πολιτικο-πολιτισμικού χάσματος μεταξύ της «υποανάπτυκτης» Ανατολής και  της καπιταλιστικής Δύσης, καθώς για πολλούς Ευρωπαίους η Ελλάδα ανήκει  καθαρά στην Ανατολή. Άλλωστε δεν είναι ψευδές ότι η ελληνική κοινωνία ελάχιστους δεσμούς έχει με την Ευρώπη σε πολιτισμικό επίπεδο  – κάτι που θα πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε, όσο οδυνηρό και αν μας φαίνεται. Αναμφισβήτητα είναι δύσκολο για εμάς να το αποδεχτούμε καθώς για πολλές  δεκαετίες η ιδέα της ένταξης της Ελλάδας στην Ε.Ε και της μετατροπής της από μια εγκαταλελειμμένη υποανάπτυκτη επαρχία σε μια Δυτική καπιταλιστική μητρόπολη, υιοθετούνταν αβασάνιστα και αναντίρρητα από τη  συντριπτική πλειοψηφία. Πρόκειται για μια αντίληψη που βασίστηκε πάνω  στην mainstream ιδέα της δεκαετίας του ’90, πως οτιδήποτε φέρει την Ευρωπαϊκή σφραγίδα είναι πάντοτε προτιμότερο (πράγμα που να συζητηθεί στην επόμενη ενότητα).

Επίσης, είναι πρακτικά δύσκολο να ‘αναμείξει’ κανείς 27 διαφορετικές χώρες με διαφορετική ιστορία, ήθη, έθιμα με στόχο μια κοινή οικονομία, ασχέτως και αν δεν υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες οι οποίες οφείλονται σε γενετικά-φυλετικά χαρακτηριστικά (όπως λένε οι ακροδεξιοί) που καθιστούν τις διαπολιτισμικές σχέσεις αδύνατες. Θα πρέπει να εξετάσουμε τις αξίες κάτω από τις οποίες η πολυπολιτισμική Ευρώπη λειτουργεί, αξίες οικονομικές, ανταγωνιστικές, που δεν προωθούν την διαπολιτισμικότητα αλλά το μοναδικό κίνητρο: το κέρδος και τον ανταγωνισμό, ο οποίος εκφράζεται και με χαρακτηριστικά έθνους, φυλής είτε σεξουαλικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο οικονομικός ανταγωνισμός οδηγεί στην δαιμονοποίηση του λιγότερου ισχυρού, ενισχύοντας τον εθνικισμό ο οποίος διχάζει όλο και περισσότερο τους λαούς, διαιωνίζοντας την παντοδυναμία των ολιγαρχιών.

Το Ευρωπαϊκό φαντασιακό και η νεοελληνική, μεταπολιτευτική πραγματικότητα

Η Ελλάδα από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της αποτελούσε ένα κράτος οικονομικά ανίσχυρο, με βαθιά ριζωμένες συνειδησιακά παραδοσιακές αναπαραστάσεις σε ό,τι αφορά την κοινωνική ζωή, την εργασία, την θρησκεία και τα διάφορα ήθη κι έθιμα. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες Δυτικές κοινωνίες (αν μπορεί η Ελληνική να θεωρηθεί Δυτική) ουδέποτε ήρθε σε επαφή με τον κοινωνικό εξορθολογισμό, ελάχιστα γνώριζε από corporate culture και βιομηχανοποίηση, παραμένοντας μια χώρα επαρχιακή, με δομές βαθιά πελατειακές. Λόγω ακριβώς της συνεχόμενης οικονομικής της δυσπραγίας υπήρξε και ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς ανθρώπινου δυναμικού στην Ευρώπη (μετά την Ιρλανδία και την Ιταλία). Δεκάδες χιλιάδες Έλληνες πολίτες πήραν τον δρόμο της μετανάστευσης προκειμένου να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, ενώ μεγάλο ποσοστό κατάφερε να αναρριχηθεί στην καπιταλιστική πυραμίδα, στις χώρες όπου φιλοξενούνταν. Το γεγονός αυτό άρχισε σιγά σιγά στο εσωτερικό της χώρας να καλλιεργεί την ιδέα της ισχυρής Δύσης που δίνει ευκαιρίες ανέλιξης σε αντίθεση με την βαλτωμένη Ελληνική πραγματικότητα που δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο παρά ένα κράτος αδύναμο να προσφέρει όλα αυτά που η αναπτυγμένη Δύση επιτυγχάνει. Για πολλά χρόνια, κύριος εκφραστής τούτης της αντίληψης υπήρξε η Καραμανλική Δεξιά η οποία δίχως καμία απολύτως συγκατάθεση υπέγραψε τη συμφωνία ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ μετά την πτώση του καθεστώτος των Συνταγματαρχών, ενώ από την αντίθετη πλευρά, η αριστερά εξέφραζε ευρωσκεπτικιστικές θέσεις όντας εγκλωβισμένη στον φιλοσοβιετικό αντιδυτικισμό, στο αντι-ιμπεριαλιστικό εμφυλιακό φαντασιακό που αποτελεί κληρονομιά των εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων του ΕΑΜ.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» κυριαρχούσε στις συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ, το οποίο στα πολύ πρώτα χρόνια της δράσης του εξέφραζε μεγάλο κομμάτι του αντι-δικτατορικού κινήματος και τις ευρωσκεπτικιστικές αντι-ιμπεριαλιστικές τάσεις του Ελληνικού λαού, τάσεις που μερικές δεκαετίες αργότερα εκφράζονταν μόνο μέσα από το ΚΚΕ (καθώς το ΠΑΣΟΚ συνέπραξε με την σοσιαλδημοκρατία και έπειτα με τον κοινωνικό φιλελευθερισμό ιδίως κατά την ανάληψη της προεδρίας από τον Κ. Σημίτη), χάνοντας την αίγλη του σε μια εποχή που η απάθεια και η μαζική απο-πολιτικοποίηση είχαν αρχίσει να κατακλύζει τα πάντα. Τις συγκεντρώσεις στις πλατείες αντικατέστησαν οι κραυγές στα τηλε-παράθυρα, τον πολιτικό διάλογο οι διαφημίσεις και ο καταναλωτισμός: τα ψώνια του Σαββατοκύριακου, η κουλτούρα του fast-food και του super-market προερχόμενη από την Δύση γρήγορα διείσδυσε και στην Ελληνική κοινωνία, διαβρώνοντας ολοκληρωτικά τον sui generis χαρακτήρα της. Η νέα αυτή πραγματικότητα αντικατέστησε τις παλιές αξίες με τον οικονομισμό, την αγοραστική δυνατότητα, την ευμάρεια που αποκλειστικά και μόνο συνδυάζεται με την μαζική κατανάλωση, την ευκολία και την μίμηση τηλε-ηρώων, πράγμα που ίσχυε στις περισσότερες Ευρωπαϊκές μητροπόλεις δυο/τρεις δεκαετίες πριν, ιδανικά που προβάλλονταν συνεχώς ως παραδείγματα κοινωνιών που ευημερούν σε αντίθεση με τον παρωχημένο Ελληνικό επαρχιωτισμό που έπρεπε να ξεπεραστεί με κάθε μέσο προκειμένου να αγγίξει την τελειότητα, τα Ευρωπαϊκά standards of living, να ξεπεράσει την μίζερη πραγματικότητα του «εδώ όλα χάλια, έξω είναι όλα καλά». Ως εκ τούτου, η ιδέα της ΕΕ, η άποψη του «με το ευρώ καλύτερα» κατέστη κοινή λογική στην Ελληνική κοινωνία, η οποία δεν έβλεπε άλλο δρόμο παρά να γίνει ένα κομμάτι με την Δύση, δίχως ωστόσο να θέλει χάσει την δική της ιδιαιτερότητα, το σκυλάδικο, την κουλτούρα του «ωχαδερφισμού» και του φραπέ, που ενσωμάτωσε πλήρης σε όλα τα καταναλωτικά ιδανικά που δανείστηκε από την «πολιτισμένη» Δύση.

Το γεγονός αυτό εκφράζει σε μεγάλο βαθμό μια από τις μεγαλύτερες μορφές ετερονομίας που χαρακτηρίζουν την Ελληνική κοινωνία: την αδυναμία να σκεφτούμε ότι μόνοι μας σαν λαός μπορούμε να δημιουργήσουμε κάτι καινούριο δίχως την καθοδήγηση του «πετυχημένου», δίχως τις υποδείξεις των «ειδικών της ΕΕ» σε θέματα κοινωνικής ευημερίας.  Ότι το κακό μας παρελθόν σημαδεμένο από δικτατορίες, εμφυλίους, πολιτικές ανακατατάξεις και αστάθεια θα το βλέπαμε πλέον μονάχα τυπωμένο και  ανώδυνο σε μερικές σελίδες στα βιβλία της ιστορίας, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι καινούριοι· ότι μόνο αν ακολουθήσουμε την «σιγουριά» που μας εμπνέει το Ευρωπαϊκό όραμα θα γλιτώναμε απ’ αυτό, σα να μην ήταν η ίδια Ελληνική κοινωνία για μεγάλο χρονικό διάστημα φορέας αυταρχικών ιδεών (καί από τα αριστερά καί από τα δεξιά). Όλος αυτός ο εξοβελισμός του κοινωνικού πράττειν σε εξωγενείς παράγοντες ευνουχίζει κάθε αυτόνομη πολιτική δράση. Κύριοι εκφραστές της αποτελούν τα διάφορα ευρωπαϊκού προσανατολισμού κόμματα που επικαλούνται την υπευθυνότητα και τον «πόλεμο ενάντια στον λαϊκισμό», που βάλλονται κατά της αντί-ευρωπαϊκής αριστεράς. Κατά βάθος, όμως, το σκεπτικό τους αυτό δεν αντανακλά μόνο τον παραδοσιακά χυδαίο εθελόδουλο αυταρχισμό της Ελληνικής Δεξιάς, αλλά εγκλωβίζει τους ίδιους τους πολίτες στην ανευθυνότητα μέσω του κλίματος απάθειας που καλλιεργούν, μέσω της δογματικής αντίληψης του καπιταλιστικού-ευρωπαϊκού μονόδρομου (όπου και η ΕΕ) πως οι τεχνοκράτες «θα καθαρίσουν για εμάς» που δεν θα πρέπει να κάνουμε τίποτα παραπάνω από το να τους υποστηρίζουμε μια φορά στα τέσσερα χρόνια, ασχέτως και αν μέρα με την μέρα ο αριθμός των ανέργων αυξάνεται, οι αυτοκτονίες πολλαπλασιάζονται και η εξαθλίωση καθιστά την ζωή ανυπόφορη. Η ευθύνη των πράξεών μας δεν αναλαμβάνεται μέσω της τιμωρίας, του εκφοβισμού και της μαύρης προπαγάνδας των ολιγαρχιών πως αν δεν θα τους ακολουθήσουμε θα έρθει το τέλος του κόσμου, αλλά μονάχα μέσω της δικής μας δράσης, δίχως ηγέτες και καθοδηγητές, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας, να αναγνωρίσουμε τα δικά μας λάθη.

Πάνω στην ίδια παγίδα φυσικά πέφτει και μεγάλο κομμάτι του αντι-μνημονιακού μπλοκ το οποίο  συσπειρώνει ευρωπαϊστές αριστερούς που πιστεύουν σε θαύματα (πως η ΕΕ  μπορεί να μεταρρυθμιστεί υπέρ των λαών και όχι των τραπεζών) αλλά και  ακροδεξιούς προγονόπληκτους που πιστεύουν πως η ΕΕ αποτελείται από Εβραίους, κρύβει μέσα της τον Σατανά, ετοιμάζει στρατιές για να  υποδουλώσουν την Ελλάδα στους Σιωνιστές μέσω της μετανάστευσης και  διάφορα άλλα παράλογα ή παραληρητικά που ακούμε κατά καιρούς από διάφορους σαλτιμπάγκους φαντασιόπληκτους στις πιο ακραίες περιπτώσεις, ή όπως συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες του βορρά, οι ευρωσκεπτικιστικές τάσεις ωθούν όλο και περισσότερο στον απομονωτισμό, πράγμα που θα δούμε παρακάτω:

Ο ευρωσκεπτικισμός στις χώρες του βορρά βαδίζει χέρι χέρι με την ξενοφοβία

Αντίθετα με τις χώρες του Νότου όπου ο ευρωσκεπτικισμός συνήθως αποτελεί προνόμιο των αριστερών, στον βορρά οι πιο ακραίες φωνές ξενοφοβίας εκφράζονται αυτήν την στιγμή από το Βρετανικό συντηρητικό κόμμα και το ακροδεξιό UKIP με τους ψηφοφόρους και οπαδούς τους να επιθυμούν δημοψήφισμα που θα καθορίσει την συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ, όχι όμως με σκοπό τον πολιτικό της απεγκλωβισμό από τις κεντρικές εξουσίες των Βρυξελλών, αλλά με στόχο τον περιορισμό της μετανάστευσης: εάν η Βρετανία πάψει να συμμετάσχει στην ΕΕ, τότε οι ελεύθερες μετακινήσεις δεν θα ισχύουν πλέον για την χώρα αυτή. Όσοι έχουν το ελεύθερο να μεταναστεύσουν στην Γερμανία, στην Ισπανία ή οπουδήποτε αλλού, πλέον δεν θα το έχουν για την Βρετανία όπου πιθανότατα θα απαιτείται visa παραμονής που δεν θα μπορεί να εγκριθεί δίχως πρόσκληση από Βρετανό εργοδότη, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει πως δεν υπάρχει Βρετανός πολίτης που θα μπορούσε να καλύψει τη συγκεκριμένη θέση εργασίας, κι έτσι απαιτείται ξένο εργατικό δυναμικό.

Παρένθεση: Ξεκαθαρίζω ότι η μετανάστευση δεν θα πρέπει να θεωρείται ως κάτι το θετικό όταν συμβαίνει μαζικά και όχι ατομικά καθώς κάτι τέτοιο αποτελεί την διαιώνιση της σκλαβιάς, όπως έλεγε και ο Μαρξ. Θα πρέπει να γνωρίζουμε εδώ πως η αποδοχή των μαζικών μετακινήσεων ως κάτι αυτονόητα θετικό δεν αποτελεί κάποιο επαναστατικό πρόταγμα, αλλά απεναντίας πρόκειται για μια φιλελεύθερη θέση η οποία αποδέχεται ντετερμινιστικές θεωρήσεις όπως: σε κάποιες χώρες είναι φυσικό να καταπιέζονται κάποιοι πληθυσμοί έναντι κάποιων άλλων και συνεπώς κομμάτι των καταπιεσμένων δεν έχει παρά να αναζητήσει την τύχη του σε κάποια άλλη χώρα. Συνεπώς η μαζική μετανάστευση θεωρείται ως κάτι το θετικό, μιας και δίνει ευκαιρίες σε άλλους ανθρώπους να αναρριχηθούν πράγμα που δεν μπορούν να το επιτύχουν στις χώρες καταγωγής τους, κι επίσης, βελτιώνει – μέσω της ανταγωνιστικότητας που δημιουργείται από τη συμπίεση των θέσεων εργασίας – τις υπηρεσίες που παρέχουν οι διάφορες εταιρίες. Οι Μαρξιστές και οι αναρχικοί υπερασπίστηκαν το «δικαίωμα» των μαζικών μετακινήσεων προκειμένου από τη μια να συμβιβαστούν με την πραγματικότητα πως είναι καλύτερο τελικά ένας Ινδός, Πακιστανός, Έλληνας, Κύπριος να εργάζεται στην Βρετανία, την Γερμανία ή αλλού, αλλά πάντα με σκοπό να τονίσουν την κοινωνική αδικία που δημιουργείται από τις επεμβάσεις των ισχυρών καπιταλιστών των βιομηχανοποιημένων χωρών σε αυτές που είναι λιγότερο ισχυρές και, από την άλλη για να αντιταχθούν στις απομονωτικές τάσεις των συντηρητικών, οι οποίοι βλέπουν τους μετανάστες ως απειλή για την κοινωνία, διχάζοντας έτσι την εργατική τάξη σε ντόπια και ξένη, αποδυναμώνοντας τους πολιτικούς αγώνες προς όφελος των καπιταλιστών.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, δεν μας αφορά τόσο το παραπάνω δεδομένο. Αυτό που βλέπουμε εδώ από κομμάτι των ευρωσκεπτικιστών δεν είναι η αποδόμηση της μετανάστευσης λόγω του ότι συμβάλλει στη δουλεία, αλλά μια έκφραση της γενικευμένης απανθρωπιάς, αποτέλεσμα του ατομικιστικού φαντασιακού: δεν με ενδιαφέρει αν ο Έλληνας δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας στη χώρα του για να μπορέσει να επιβιώσει. Με ενδιαφέρει ότι αν έρθει εδώ κάποιος άλλος θα τον προσλάβει αντί για μένα, συνεπώς να φύγει και να πάει πίσω στη χώρα του και για να μην ξανάρθει εδώ ας κλείσουμε τα σύνορα το οποίο μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την έξοδο της χώρας από την ΕΕ. Όλες αυτές οι επικίνδυνες τάσεις θα πρέπει με κάθε μέσο να πολεμηθούν, καθώς όχι μόνο αποτελούν ντροπή για την ίδια την ανθρωπότητα, όχι μόνο δικαιολογούν την Βεμπεριανή εκδοχή του έθνους-κράτους (τον μόνο δικαιολογημένα – ηθικά και νομικά – φορέα άσκησης βίας), αλλά στρέφονται κατά των ίδιων των μετακινήσεων με έμμεσο και ύπουλο τρόπο, καταστρατηγώντας δικαιώματα που κερδήθηκαν μέσα από μεγάλους αγώνες, οδηγώντας όλο και περισσότερο στον απομονωτισμό που με τη σειρά του οδηγεί σε διαφόρων ειδών συγκρούσεις.

Το επόμενο βήμα: ούτε εθνική ούτε γεωγραφική αλλά πολιτική ανεξαρτησία

Και τα δύο στρατόπεδα φανερώνουν την διττή ετερονομία που κυριαρχεί στις ‘πολιτικές συζητήσεις’ μια ετερονομία που οφείλουμε να ξεπεράσουμε αν πραγματικά επιθυμούμε την κοινωνική μεταστροφή αντί να  εγκλωβιζόμαστε σε ετερόνομα δίπολα του τύπου: ΕΕ ή έθνος κράτος και  εθνική ανεξαρτησία. Όσο και αν μας προκαλούν αποστροφή οι μαφιόζικου τύπου επιθέσεις των ηγετικών στελεχών της ΕΕ στην Κύπρο και την Ελλάδα, αυτό δεν δικαιώνει την πίστη ότι η λύση βρίσκεται πίσω στις εθνικές κυβερνήσεις και το εθνικό νόμισμα. Διότι το πρόβλημα εδώ δεν είναι ούτε μονεταριστικό αλλά ούτε και κατά βάθος εθνικό. Απεναντίας, το πρόβλημα είναι βαθιά πολιτικό, και δεν μπορούν οι φωνές που απαιτούν ισχυρούς ηγέτες και εθνικά σύνορα να χαρακτηριστούν ως ‘πολιτικές’. Αντιθέτως, αποτελούν εκφραστές προ-πολιτικών αντιλήψεων, καθώς δικαιολογούν έμμεσα την βία και τον αποκλεισμό κοινωνικών ομάδων από την πολιτική σφαίρα (δεδομένου ότι οι περισσότεροι που κάνουν λόγο για εθνική ανεξαρτησία προέρχονται από εθνικιστικούς κύκλους) και γενικά καλλιεργούν ένα κλίμα απομονωτισμού το οποίο θα μπορούσα να πω ότι είναι το τελευταίο που χρειαζόμαστε αυτή την στιγμή. Αντιθέτως, αυτό που επείγει είναι η πολιτική ανεξαρτησία, δηλαδή το δικαίωμα μιας κοινότητας ανθρώπων (όχι αναγκαστικά ενός έθνους) να ρυθμίζουν οι ίδιοι τον τρόπο λειτουργίας της κοινότητάς τους δίχως εξωτερικές παρεμβάσεις, ενώ ταυτόχρονα θα βρίσκονται και σε διαρκή επικοινωνία με άλλες κοινωνίες.

Η περίφημη Ευρώπη των λαών δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η Ευρώπη της άμεσης δημοκρατίας, του απο-συγκεντρωτισμού και της καθημερινής πολιτικής δράσης. Δεν είναι δυνατό να μιλάμε για άμεση δημοκρατία και να ανεχόμαστε την Ευρωζώνη και την ΕΕ, μια καθαρά ολιγαρχική Νεοφιλελεύθερη συμμορία. Δεν είναι δυνατό να μιλάμε για άμεση δημοκρατία και οριζόντιες δομές όταν έχουμε απέναντί μας έναν οργανισμό που δεν σέβεται ακόμη και τα βασικά κεκτημένα συνταγματικά δικαιώματα (τί έγινε  με την αρνητική ψήφο των Ιρλανδών στην Συνθήκη της Λισαβόνας;) ούτε καν και με τα αστικά πρότυπα. Ούτε είναι εφικτό να μεταρρυθμιστεί αυτός ο γραφειοκρατικός Χομπσιανός μηχανισμός προς κάτι καλύτερο, καθώς οι δομές του είναι τόσο  συγκεντρωτικές, που αδυνατούν πλήρως να εκφράσουν την λαϊκή θέληση. Αντιθέτως, λόγω του τρόπου με τον οποίο έχει οικοδομηθεί, εύκολα απορροφάται από εξουσιαστικά κέντρα ισχυρών συμφερόντων, που επιβάλλονται με τον πιο χυδαίο τρόπο. Μπορούμε, όμως, να εντάξουμε το Ευρωπαϊκό ζήτημα μέσα στα πλαίσια της αναζήτησης νέων προταγμάτων, ενάντια στην βαρβαρότητα του συντηρητισμού και του ιδεολογικά χρεοκοπημένου φιλελευθερισμού, μέσα στους αγώνες για πραγματική δημοκρατία και ατομική και κοινωνική αυτονομία.

Η ΕΕ πρέπει να διαλυθεί με κάθε τρόπο και να αντικατασταθεί από ένα ανοικτό δίκτυο αλληλεγγύης και πολιτισμικής επαφής των λαών που φυσικά θα ελέγχει ότι καμία τοπική απόφαση δεν μπορεί να παραβιαστεί από κεντρικούς μηχανισμούς και για κανέναν λόγο (εκτός και αν εγκυμονεί κίνδυνος εδαφικής επίθεσης σε περίπτωση που η απόφαση κάποιας κοινότητας αυτό επιβλέπει, πράγμα που θα μπορούσε να αποφευχθεί σε μεγάλο βαθμό μέσω των δικτύων πολιτισμικής συναδέλφωσης). Την αρχή των αποφάσεων την έχουν οι ίδιοι οι πολίτες κάθε κοινότητας και όχι οι ολιγαρχίες, όπως το ευρωκοινοβούλιο των Βρυξελλών. Για να  φτάσουμε, όμως, στο  σημείο αυτό θα πρέπει αρχικά να έρθουμε σε ρήξη με κάθε είδους ιδεολογικό μας αποκούμπι, είτε πρόκειται για τον φιλο-ευρωπαϊκό φετιχισμό είτε για το εθνικιστικό φαντασιακό που αναμασούν αριστεροί και δεξιοί και πάνω απ’ όλα, να επανακαταλάβουμε τις πλατείες.

[1] Petropoulos, J,. 2006. Royals and the Reich, Oxford University Press

Ολική επιστροφή της δουλείας;

holland-and-barrett-02

Δωρεάν εργασία για όλους

Υποχρεωτική, αλλά και εθελοντική (!!!), ταυτόχρονα εργασία επιβάλει στους ανέργους η Βρετανική κυβέρνηση. Το περιβόητο Mandatory Work Activity εφαρμόζεται πλέον εδώ και δύο χρόνια σε όλη την Βρετανική επικράτεια. Το πρόγραμμα αυτό πλασάρεται ως μή έμμισθη εξασφάλιση εργασιακής εμπειρίας για κάθε άνεργο που λαμβάνει κρατικό επίδομα συντήρησης, το γνωστό Job Seekers Allowance για χρονικό διάστημα πάνω από τρεις μήνες, γεγονός που αφορά πλέον όλους καθώς οι μαζικές απολύσεις είναι πια καθημερινό φαινόμενο στη χώρα και η εύρεση εργασίας έχει καταστεί ιδιαίτερα δύσκολη, δεδομένου ότι ο αριθμός των αιτούντων για μια θέση ξεπερνά τα 100 άτομα.

Μέχρι στιγμής χιλιάδες άνεργοι έχουν σταλεί να προσφέρουν υπηρεσίες δωρεάν σε πολυκαταστήματα όπως τα Poundland, ή σε εταιρείες που αναλαμβάνουν καθαρισμούς χώρων ή εργοστάσια, προκειμένου να συνεχίσουν να εισπράττουν τις 70 λίρες την εβδομάδα που προβλέπει το επίδομα ανεργίας και ταυτόχρονα το επίδομα ενοικίου που πλέον δεν ξεπερνά τις 300 λίρες μηνιαίως. Οποιαδήποτε άρνηση συμμετοχής στο πρόγραμμα ‘εθελοντικής’ εργασίας οδηγεί σε ποινικές κυρώσεις που θα έχουν ως αποτέλεσμα την παύση πληρωμών στον άνεργο και, ταυτόχρονα, τον εξάμηνο αποκλεισμό του από την κοινωνική πρόνοια.

Πρόσφατα, μάλιστα, η νεαρή απόφοιτος γεωλογίας Cait Reilly που λόγω της έλλειψης θέσεων εργασίας για πτυχιούχους συμμετείχε στο Job Seekers Allowance κλήθηκε για δωρεάν εργασία στα Poundland αλλά κινήθηκε δικαστικά ενάντια στην κυβέρνηση, κερδίζοντας δικαστήριο που έκρινε ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα είναι παράνομο. Η ενέργειά της αμέσως καλωσορίστηκε από τους εκατομμύρια ανέργους του νησιού που καθημερινά αντιμετωπίζουν τον χλευασμό και την περιφρόνηση της Βρετανικής κοινωνίας, όμως βρήκε απέναντί τα διάφορα προτεσταντικά εργασιακά ταμπού που έχουν ριζώσει βαθιά στην συνείδηση των περισσότερων Βρετανών: πως η εργασία, οποιαδήποτε και αν είναι αυτή είναι αρετή, και πως ο άνθρωπος θα πρέπει ακόμα και δίχως πληρωμή να εργάζεται. H Cait Reilly λοιδωρήθηκε από τα Μέσα Ενημέρωσης ως «άτομο που δεν εκτιμά την εργασιακή αρετή και ρέπει προς την τεμπελιά», «που επιθυμεί τα πάντα δωρεάν», και που, τέλος, «ζει εις βάρος άλλων ανθρώπων».  Μάλιστα οι υπερσυντηρητικές εφημερίδες Telegraph και Daily Mail έφταναν σε σημείο συνεχώς να δημοσιεύουν άρθρα εναντίον της, προκειμένου να τονώσουν τον Βρετανικό κομφορμισμό και την θεσμισμένη εθελοδουλία της προτεσταντικής εργασιακής ηθικής, ενώ ταυτόχρονα αντιστάσεις έχουν ξεπηδήσει, με αποκορύφωμα την ομάδα Boycott Workfare και διάφορες συλλογικότητες όπως το Solidarity Federation που προσπαθούν με κάθε μέσο να σταματήσουν αυτήν την ολοφάνερη εκμετάλλευση (και μέχρι στιγμής κατάφεραν να θέσουν την αλυσίδα καταστημάτων Vegan προϊόντων Holland and Barret εκτός του προγράμματος) δίχως ωστόσο να λαμβάνουν υποστήριξη από το Βρετανικό κοινό, καθώς οι επίσημες στατιστικές της υπηρεσίας Yougov δείχνουν ότι α) το 76% των ερωτηθέντων αναφορικά με το αν θα πρέπει να σταματήσουν οι πληρωμές σε αυτούς που αρνούνται να εργαστούν ενώ β) το 55% απαντά θετικά στο ερώτημα αν θα πρέπει η κυβέρνηση να σταματήσει να πληρώνει τους ανέργους που αρνούνται να συμμετάσχουν στα προγράμματα μη αμειβόμενης εργασίας, και, τέλος γ) μόνο το 34% διαφωνεί με αυτά.

Παρόμοια προγράμματα εκμετάλλευσης ανέργων συναντά κανείς και στην Ολλανδία, στην Ουγγαρία όπου μάλιστα είχε γίνει λόγος για πληθυσμιακές μετακινήσεις των ανέργων σε ειδικά χωριά όπου θα απασχολούνται σε εργοστάσια, ενώ σκέψεις έχουν ακουστεί και για την εφαρμογή του στην Ελλάδα καθώς ο ο πρώην υφυπουργός Οικονομικών Πέτρος Δούκας μέσα από την προσωπική του ιστοσελίδα, παρουσιάζοντας ένα μανιφέστο προτάσεων για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση δήλωσε τα εξής:

Από το να μαζεύουν ελιές (χιλιάδες τόνοι παραμένουν αμάζευτες), ή άλλα αγροτικά προϊόντα, να καθαρίσουν τις παραλίες ή δρόμους, να φυτέψουν δένδρα, να κάνουν βοηθητικές εργασίες σε τεχνικά έργα, σε μαγαζιά, συνεργεία, επιχειρήσεις, ανάλογα με την ηλικία, τις δεξιότητες, την έφεση και την όρεξη του καθενός. Ταυτόχρονα, να ζητηθεί από τις επιχειρήσεις αν θα τους ενδιέφεραν κάποιοι εργάτες, ή υπάλληλοι για τρεις μήνες χωρίς επιβάρυνση (για τις επιχειρήσεις, κλπ). Ακόμα και οι τελειόφοιτοι του Γυμνασίου και οι πρωτοετείς και δευτεροετείς των ΑΕΙ, κλπ., να εργάζονται το καλοκαίρι πέντε βδομάδες σε αντίστοιχες εργασίες για να αποκτήσουν κάποια στοιχειώδη εργασιακή εμπειρία.

Κοινωνική πρόοδος μόνο στη θεωρία

Οι Συντηρητικοί Βρετανοί, όπως και όλοι οι Νεοφιλελεύθεροι εργατιστές, διατείνονται ότι το Mandatory Work Activity (και τα διάφορα παρόμοια προγράμματα για τα οποία όλο και περισσότερες φωνές ακούγονται υπέρ της εφαρμογής τους καί στην Ελλάδα) βοηθούν τους ανθρώπους που έχουν μείνει εκτός εργασίας για πολύ καιρό μέσω της παροχής τους υπηρεσιών να μην δημιουργήσουν κενά στο βιογραφικό τους, πράγμα που στη θεωρία φαντάζει λογικό, καθώς η αγορά εργασίας (ιδιαίτερα στη Βρετανία) δίνει προτεραιότητα πρόσληψης σε άτομα με εμπειρία, και η αποχή από την εργασία (για οποιονδήποτε λόγος) πάνω από ένα τρίμηνο, συνήθως εκλαμβάνεται ως μείωση της απόδοσης του υποψήφιου/ας ο οποίος/α έχε πάψει πλέον στις καθημερινές του/της δραστηριότητες να χρησιμοποιεί τις τεχνικές γνώσεις που είχε προηγουμένως αποκομίσει ενώ εργαζόταν. Στην πραγματικότητα, όμως, το Mandatory Work Activity υποχρεώνει τους ανέργους να απασχολούνται σε κάθε εργασία, ανεξαρτήτως κατάρτισης, σπουδών και προϋπηρεσίας. Για παράδειγμα, κάποιος που εργαζόταν ως πολιτικός μηχανικός και απολύθηκε λόγω περικοπών, θα σταλθεί να αναλάβει υπηρεσίες είτε στα McDonalds, είτε σε άλλου είδους παρόμοιες θέσεις, ακόμη και εκεί που απαιτούνται χειρωνακτικές δραστηριότητες. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι οι πιθανότητες το άτομο αυτό να επαναπροσληφθεί ως πολιτικός μηχανικός είναι χαμηλότερες μιας από την προηγούμενή του απασχόληση οι γνώσεις που έχει αποκομίσει είναι άλλες από αυτές του πολιτικού μηχανικού τις οποίες πιθανότατα να θεωρηθεί ότι τις έχει ξεχάσει.

Αν μέσα σε όλα αυτά συνυπολογίσει κανείς και το γεγονός ότι στη Βρετανία (αναλόγως και στις περισσότερες χώρες της Βόρειας Ευρώπης) τα πτυχία πανεπιστημίου ελάχιστα αναγνωρίζονται από τους εργοδότες οι οποίοι δίνουν προτεραιότητα στην εμπειρία και την προϋπηρεσία, αυτό που καταλαβαίνουμε είναι πως πλέον ένας τεράστιος αριθμός εκμεταλλεύσιμων ανθρώπων γίνεται διαθέσιμος, οι οποίοι θα είναι έτοιμοι να χρησιμοποιηθούν ανά πάσα στιγμή για τη μεγιστοποίηση του κέρδους των μεγαλο-επιχειρήσεων, ενώ ελάχιστοι θα είναι αυτοί που θα μπορούν να χρησιμοποιούν στην καθημερινότητά τους τις επιστημονικές τους γνώσεις που στο παρελθόν μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν μια λιγότερο επίπονη επιβίωση. Ιδιαίτερα αν συμπεριλάβουμε και τον τριπλασιασμό των διδάκτρων στα Βρετανικά πανεπιστήμια (που πλέον αγγίζουν το ποσό των 9.000£ τον χρόνο για προ-πτυχιακές σπουδές), την επιβολή διδάκτρων σε χώρες με ισχυρές εκπαιδευτικές δομές όπου η δωρεάν εισαγωγή στα τριτοβάθμια ινστιτούτα θεωρούνταν για χρόνια ως κάτι δεδομένο και αυτονόητο, τότε γίνεται ολοφάνερο πως από εδώ και στο εξής στρατιές δούλων θα αναπαράγονται συνεχώς από τους μηχανισμούς του συστήματος, ενώ η πρόσβαση στην γνώση (και συνεπώς στην άνετη διαβίωση) θα αποτελεί ‘δικαίωμα’ μιας μικρής προνομιούχας μειοψηφίας.

Δουλεία ή ελευθερία;

Η εφαρμογή τέτοιου είδους προγραμμάτων εκμετάλλευσης φανερώνει πέρα για πέρα την πολιτική οπισθοδρόμηση της εποχής μας, ως αποτέλεσμα όχι μόνο της ήττας του εργατικού κινήματος εξ’ αιτίας του οποίου μέχρι και μερικά χρόνια πριν μπορούσαμε να απολαμβάνουμε κάποια σχετικά προνόμια, αλλά πάνω απ’ όλα, αντανακλά το γενικευμένο κλίμα απάθειας που κυριαρχεί στην Δύση, την απο-πολιτικοποίηση που οδηγεί όλο και περισσότερο στην εδραίωση και διαιώνιση του πιο ακραίου αντιδραστικού ελιτισμού (όπως θα έλεγε και ο Finley) που συναντά κανείς τα τελευταία 30 χρόνια στον «ελεύθερο κόσμο». Η δικαίωση της Βεμπεριανής αυθαίρετης αντίληψης του «όποιος δεν δουλέψει δεν θα φάει» αποτελεί πεμπτουσία του, καθώς βάζει τα θεμέλια για την ηθικοποίηση της εκμετάλλευσης, προσπαθώντας, ταυτόχρονα, να καταστήσει ως κοινή λογική την ποινικοποίηση κάθε είδους αυτονόητης αντίδρασης.

Καλό θα ήταν στο σημείο αυτό να γνωρίζουμε ότι το λεγόμενο εργασιακό ήθος (το οποία είχα αναλύσει και σε προηγούμενο άρθρο) και η χρήση της λέξης «τεμπέλης» σχεδόν πάντοτε χρησιμοποιούνταν από τις εκάστοτε θεσμισμένες ολιγαρχίες ενάντια στους κοινωνικούς αγώνες για περισσότερα δικαιώματα. Από την Παρισινή Κομμούνα μέχρι τις απεργίες του Σικάγο, από τον Μάη του 68 μέχρι και τις φοιτητικές διαδηλώσεις στην Βρετανία και το Occupy Wall Street, χαρακτηρισμοί όπως «τεμπέλης», «χαραμοφάης», «καταχραστής της ελευθερίας» και «τρομοκράτης» εναντίον όλων αυτών που συμμετείχαν στα κινήματα αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της προπαγάνδας των ολιγαρχιών. Η παρότρυνση υποψηφίων για το χρίσμα του αμερικανικού ρεπουμπλικανικού κόμματος προς τους συμμετέχοντες στο Occupy Wall Street «πηγαίνετε να βρείτε καμιά δουλιά αφού κάνετε μπάνιο», η διεθνής μιντιακή καμπάνια μίσους των «lazy Greeks» υποδηλώνουν ξεκάθαρα ότι η προσκόλληση στα εργασιακά ήθη όχι μόνο χρησιμοποιείται από τις κυρίαρχες τάξεις οι οποίες στρουθοκαμηλίζοντας επιδιώκουν την εξουδετέρωση των πολιτικών τους αντιπάλων στο επικοινωνιακό επίπεδο, αλλά, ταυτόχρονα, αποτελεί και βασικό χαρακτηριστικό μιας κοινωνίας που δεν καταφέρνει να αμφισβητήσει τις παραδοσιακές θεσμισμένες (στην καπιταλιστική περίπτωση προτεσταντικές) αξίες, να έρθει σε ρήξη με τον κοινωνικο-κεντρισμό της προσπαθώντας να δει τα δρώμενα από μια άλλη οπτική γωνία, και να προσεγγίσει διαφορετικά τους σκοπούς και τους λόγους κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας.

Η δαιμονοποίηση της φτώχειας και η ολομέτωπη επίθεση ενάντια στους αναξιοπαθούντες δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Το συναντάμε πάντοτε σε εποχές όπου οι αντιστάσεις και τα κοινωνικά κινήματα άφηναν ανοιχτό το πεδίο για όλες τις συντηρητικές κοινωνικές εκφάνσεις να κυριαρχήσουν, τάσεις που αντανακλούν την προ-πολιτική πλευρά των Δυτικών παραδόσεων οι οποίες πηγάζουν από τις καταπιεστικές κοινωνίες του μεσαίωνα και επιβιώνουν μέχρι και σήμερα. Αυτού του είδους οι παραδόσεις εκφράστηκαν στο παρελθόν μέσα από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και τις δικτατορίες, μέσα από την καταστολή και την ανελευθερία, και σήμερα μέσω του επικοινωνιακού πολέμου των Μέσων Ενημέρωσης επιστρατεύεται η αναντίρρητη υπακοή στους ισχύοντες νόμους με την ηθική της εργασίας να παίζει καταλυτικό ρόλο στην ολοένα και συνεχόμενη σπατάλη ενέργειας σε οποιαδήποτε δραστηριότητα μόχθου είτε για χάρη της δραστηριότητας αυτής είτε με σκοπό την παροχή υπηρεσιών προς αυτούς που βρίσκονται στις υψηλότερες βαθμίδες της εξουσιαστικής πυραμίδας. Στην αντίθετη πλευρά έχουμε την κληρονομιά του προτάγματος της αυτονομίας, της δημοκρατίας, που συμπληρώνει το δίπολο των Δυτικών παραδόσεών. Όσο οι συνειδήσεις θα δηλητηριάζονται από το ατομικιστικό φαντασιακό της κοινωνικής ανόδου, του prestige, από τον κρετίνικο καταναλωτισμό και την πλαστική κομφορμιστική κουλτούρα, τόσο το πρόταγμα της αυτονομίας θα περιορίζεται, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για την οπισθοδρόμηση της κοινωνίας.

Βλέποντας τις καταστάσεις να φτάνουν πλέον σε οριακό επίπεδο και τον καριερισμό να καταρρέει δεν μας μένει τίποτα παραπάνω παρά να διαλέξουμε: θέλουμε να ζήσουμε σαν δούλοι ή σαν ελεύθεροι άνθρωποι; Αν η επιλογή μας είναι η δεύτερη τότε μάλλον ήρθε η στιγμή να αποδεχτούμε ότι η επιστροφή στις «παλιές καλές μέρες», στον καπιταλισμό «με το ανθρώπινο πρόσωπο» αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός, προωθώντας έτσι την αυτο-οργάνωση και την απο-ανάπτυξη ως ριζικές απαντήσεις στην βαθιά κρίση της εποχής μας. Αν πραγματικά θέλουμε να διεκδικήσουμε μια αξιοπρεπή ζωή, μάλλον θα πρέπει να αποβάλουμε πέρα για πέρα το καπιταλιστικό φαντασιακό. Ή θα αμφισβητήσουμε την προπαγάνδα τρόμου και θα συγκρουστούμε με τις κυρίαρχες αξίες που διέπουν την κοινωνία μας (το κέρδος και την αλόγιστη συσσώρευση κεφαλαίων), με τους θεσμούς που διαιωνίζουν την θεσμισμένη ετερονομία (όπως το κράτος και τις μεγάλες επιχειρήσεις) απαιτώντας άμεση δημοκρατία και ισότητα σε όλα τα εισοδήματα, ή θα υπομένουμε μαρτυρικά και σιωπηλά τις συνέπειες της απάθειάς μας. Καί τα δυο μαζί δεν γίνονται…

Σύντομο URL: http://eagainst.com/?p=47157

A re-evaluation of Grillo’s radicalism

grillo_2493286b

With the narrow victory of the center-left leader Pier Luigi Bersani (29,53%) over the center-right coalition led by Silvio Berlusconi’s People of Freedom – who received 29,13% of the total domestic votes – the Italian elections came to an end. The ‘centrist’ coalition of the x-Life Senator of Italy Mario Monti – who on November 9th 2011 was ordered by Brussels to replace Berlusconi in power in order to implement harsh reforms and austerity measures – failed to gain more than 10%. This clearly denotes that the Neoliberal monetarist austerity policies imposed by the EU and the ECB were largely disapproved by the Italian people, especially if we acknowledge the enormous but expected victory of the ‘anti-establishment’ Movimento 5 Stelle (Fiver Star Movement – M5S) party, led by comedian Giuseppe Grillo who won the third place with 25%. It thus consists one of the fastest-growing protest political parties, in a country that has been seriously hit by the global financial crisis while the will of her citizens has been consistently ignored by the corrupt political bureaucracies. The M5S is an active political organization focused on a variety of radical ideas that penetrate several ‘public’ discussions such like environmentalism, withdrawal of Italy from the Eurozone, decrease of the voting age, direct democracy and free access to the internet [1].

As John Hooper writes for the Guardian Online, the x-comedian Giuseppe Grillo became active in politics during the 1980s “as Italy sank deeper into the corruption that was to bring down its postwar political order.” Two are the key elements that marked the political course of this controversial figure: a) he studied commercial economics which helped him acquire an «acute perception of the many scandals in Italy in which politics and finance overlap, like the one enveloped its oldest bank, Monte dei Paschi di Siena, during the campaign. Grillo can read company accounts in a way few journalists and politicians can» (Hooper), and b) his exclusion from state-owned National Television (RAI) in 1993. The latter “forced him to turn to what was then a medium decidedly outside the mainstream, founding a blog that soon became a samizdat for the young, frustrated, indignant and internet-savvy” (Hooper 2013). The M5S was founded in 2009 by Grillo’s fans, quickly after the first signs of the crisis started to concern the Italian public, and spread all across the country thanks to the widespread usage of the online social networks.

European reactions

Immediately after Grillo’s electorate success the mainstream European Press responded with the well-known cynicism, similar to that of the analyses regarding the protests in Greece. While BBC sees the Italian results as a blow against austerity, the Financial Times expressed their concern over an “Italian Uncertainty.” The French Nouvel Observateur describes Italy as swamped by a populist wave (openly referring to the supporters of Grillo) and the ‘left-wing’ Liberation speaks about the rejection of Europe. «Half of the Italians voted for parties that support offensive anti-Europeanism» claimed the Frankfurter Allgemeinze Zeitung, while the Der Bild, as expected, describes the Italian elections as a «horror scenario».

Grillo appears ready to wage war against the rotten political establishment of the last twenty years and promises renovations and parliamentary reforms. For this reason his opponents continuously accuse him of canvassing. In fact, Grillo attempts to attract voters from both the left and the right: unemployed or under-employed graduates who see no other choice but emigration, low incomers who have been severely affected by the austerity cuts, other vulnerable employees, a great percentage of Italian voters who seem to be fed up with mainstream political options, but also a percentage of conspiracy theorists who are attracted by fabricated myths which often become implicitly anti-Semitic or xenophobic. However, most accusations against Grillo for populism from the arrogant euro-conservative media are insidiously directed against the ordinary citizen, as they attempt to convince the public that only few are able to understand economics and high politics and, therefore, the rest of the ‘ignorant mob’ should yield to the instructions of a technocratic oligarchy. This pro-EU extremism of the media, which is presented as an accountable choice, is used to justify the imposition of unpopular austerity reforms that deprive democratic rights won with hard struggles during the past centuries, leaving, thus, the door open for implementation of harsh authoritarian policies. What we currently witness is that the right of a nation not to follow what the eurocrats arbitrarily attempt to force upon them, a right which by no means is negotiable, is constantly tresspassed. The unchallengeable democratic choice of a society to disobey the absolutism of the markets and create its own future without being constantly under the surveillance of oligarchic institutions is continuously ignored and denied. Consequently, it appears that the struggle of the Italian people for democracy not only has to significantly challenge the Italian status quo, but also the hegemony of European Parliament.

Grillo and the euro-referendum

Unlike most of the left-wing parties which have long ago abandoned their radical platform by unquestionably embracing Europeanism and social-democratic values (such like the Greek party SYRIZA), Grillo recognizes the catastrophic consequences of Italy’s membership in the Eurozone and rightfully proposes a referendum that will determine the country’s participation in the common currency. This position undoubtedly appears for many of Grillo’s supporters as a groundbreaking proposal. But a deeper examination of the current socio-political reality could lead us to a different conclusion. Grillo’s promise is not really radical as he only wishes to pursue a monetary change and fails to address the problem widely; he does not question the Italian participation in the EU, which would have been a preferable way for the Italian people towards their political independence. In short, economic independence alone cannot emancipate a nation. Further attempts for full political self-sufficiency are required in order to achieve a more democratic change. Various radical projects, such like thirty or twenty hours work per week and increase of the minimum wage to 1000 Euros, which is among Grillo’s demands, could not be implemented if Italy continues to follow Brussel’s orders, which, on the contrary, call for increase of the retirement age and cuts on wages.

In other words, the current crisis should not be understood solely as a financial or economic crisis. It is also in many respects a political crisis, or to be more specific, a systemic multicomplex problem which derives from the fact that degenerated institutions have substuntialy failed to protect basic democratic rights, to reinforce political participation and secure the citizen’s right to supervise representatives. One of these institutions is the European Union in itself, which because of the way it has been structured, increasingly contributes to the perpetuation of political inequality and the establishment of powerful monopolies. Thereafter, even if the Italian people decide to exit the Eurozone their political independence will not be guaranteed if they still remain subjected to this strictly hierarchical undemocratic organization.

Grillo’s supporters who seem to be standoffish regarding his euroscepticism can consider the events that followed the initial Irish rejection of the Nice Treaty (2001) and the Lisboa Treaty (2009): the continuous blackmail of euro-leaders against the response of the Irish electorate, which resulted to a repeat of the referendums aiming to reverse the final decision. Such referendums are supposedly guaranteed by the Irish constitution,but obviously for the EU political sovereignty means nothing if the electoral decision is against the interest of the global markets. Similarly in Greece one year ago, George Papandreou’s call for a referendum concerning the implementation of further austerity measures, caused massive reactions across Europe to the extent that he was forced to resign and be replaced by Loukas Papademos (a technocrat appointed by Goldman Sachs). This clearly prooves that the EU’s greatest enemy is democracy. Consequently, no political sovereignty is possible if Italy continues as a full member of the EU. Instead, the Italian people could engage in the creation of a solidarity network together with the rest of the P.I.I.G.S to push forward the project of alter-Europeanism.

What democracy?

The followers of the M5S aim to the realization of a public sphere where open and direct participation takes place. As Grillo said in his interview on the Greek editorial board Tvxs, they have created a large e-society on Youtube, ignoring, however, that direct democracy (open participation in the decision making without hierarchy and party bureaucracy) is antithetical to the notion of political representation which may erode the public sphere, absorb it, and subordinate it to the interests of a centralized leadership. Democracy in itself stands for the power of the demos, where power is equivalent to equal participation in an open agora (or assembly), requires, hence, a body where citizens can meet each other as free individuals; additionally, demos in ancient Greek refers to the citizens themselves who exercise the right to have a say in political discussions that determine the function of the society they live in, without recognizing representatives or individuals who decide on their behalf. Direct democracy presupposes not only a change of culture – meaning rejection of labouring, passiveness, irresponsibility, greed, individualism, inactivity and social indifference – but a more holistic understanding of what a radical social transformation means and, above all, the ability to call values, norms and institutions into question.

There are several examples in modern history where a collective public sphere from below was in the process of emergence: from the first days of the Enlightenment, to the Parisian Commune and the Soviets in Russia (before they were hijacked by the bureaucracy of the Bolshevik Party) the masses became engaged in self-organization activities. The Hungarian Revolution and the Anarchist Catalonia are sources of inspiration for those preoccupied with the idea of a truly democratic change. The recent examples of the Spanish and Greek Indignados could be acknowledged as a form of partial braking with the currect oligarchic social institutions [2].

Last but not least

The mediocre choice of M5S is not able to provide answers to the impasses of the Italian society. The truly democratic revolutionary forces cannot lay their hopes on a reformist party, which the stronger it gets the higher is the risk to become bureaucratized, and to rescind from the most innovative and radical trends. Apart from that, the Italians have for a long time been trapped into personality cult delusions widely represented by Berlusconi (as happened in Greece with Andreas Papandreou). Such delusions do not need to be replaced by new ones (represented by Grillo). The Italian results, no matter what the final outcome from the current crucial negotiations of party leaders will be, show that the idea of social change has started to penetrate the mainstream political discussions, no matter if the technocrats in Brussels refuse to accept it. But this alone does not deliver promises. At this stage, the role of the social movements is to contribute to a further radicalization of the rest of society based on truly democratic values to the greatest extent possible, and also, to become independent from the idea that only through a central leadership social emancipation can be achieved. Complete radical transformation can come only through ourselves. We are responsible for the future we create. Hence, we have to choose: action or apathy, creation or passiveness: democracy or oligarchy? Both are incompatible.

[1] We must take into account the significantly high amount of abstention (25%). This involves individuals who either chose to remain indifferent or do not believe that elections can bring change, while a great percentage is not inspired or persuaded by any candidate.

[2] Etymologically speaking, oligarchy stands for the rule of the minority, even if this minority has been empowered by the electorate majority: from the Greek words oligoi = the few and archein = to rule. Political parties are an example of oligarchy as power is exercised by the bureaucracy while the citizens have very little share in the decision making.