Menu

EAGAINST.com

Όχι στην αστυνομική αντίληψη της πολιτικής και της ιστορίας

8F9016BA7D9EB72D32EE74FE5B7BD1EA

Έπειτα από την ανάληψη ευθύνης για τη δολοφονία των δύο χρυσαυγιτών στο Νέο Ηράκλειο, για μια φορά ακόμη οι συντηρητικοί, οι ευρωπαϊστές καθώς και οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής, έσπευσαν ευθέως να μιλήσουν για «αριστερό φασισμό». Από την άλλη, μεγάλο κομμάτι της αριστεράς και του αναρχικού χώρου επιδίδεται στη γνωστή φλυαρία αναφορικά με το κατά πόσο η προκήρυξη είναι «γνήσια» (δεδομένου του θεωρητικού κομφουζιονισμού αυτών που συνέγραψαν το κείμενο), αν συνδέεται ή όχι με το χτύπημα, κάνοντας λόγο για προβοκάτσια, για παρακράτος, για εσωτερική δουλειά που στοχεύει στη συκοφάντηση του (ανύπαρκτου) λαϊκού κινήματος, λέγοντας ότι με αφορμή το περιστατικό αυτό, το κράτος και η αστυνομία θα εντείνουν την καταστολή με σκοπό την πάταξη της «αριστερής ανομίας». Έτσι, και πάλι αυτό που κυριάρχησε είναι η κατάφωρη συνωμοσιολογία και η κατανόηση του πολιτικού πράττειν με το βλέμμα του αστυνόμου, ή οι λίγο πολύ γνωστές φανφάρες περί «άκρων» που επικαλούνται οι τεχνοκράτες, οι συντηρητικοί, οι δυνάμεις του «συνταγματικού τόξου», μια άποψη που, στην πραγματικότητα, αποτελεί την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος (πράγμα που θα εξηγήσω παρακάτω).

Αναμφισβήτητα τούτη η προκήρυξη είναι γεμάτη πολιτικές αντιφάσεις. Πρόκειται για ένα ακόμη κάκιστο κείμενο που επιχειρεί να παντρέψει τον Λενινισμό με τον αριστερό σωβινισμό, την ταξική πάλη με το φαντασιακό της εθνικής κυριαρχίας, το σφυροδρέπανα με την αναρχία, ενώ δεν λείπουν και αναφορές σε τμήμα της αρχαίας Ελληνικής ιστορίας που παραθέτεται συγκριτικά με την τωρινή κατάσταση, κάτι που φανερώνει αν μη τι άλλο θεωρητική ένδεια και ανικανότητα κατανόησης της ιστορίας ως ανθρώπινη δημιουργία βασισμένη σε συγκεκριμένες αξίες οι οποίες δεν μπορούν να δράσουν εκτός του δεδομένου χρονικού πλαισίου που έχουν θεσμιστεί (εφόσον δεν υιοθετούνται φυσικά από πλατιά κοινωνικά στρώματα). Στο κείμενο θα δει κανείς εμφανείς αντιφάσεις, όπως για παράδειγμα η επίκληση σε έναν στρεβλό, κίβδηλο και επικίνδυνο ευρωσκεπτικισμό (σαν αυτόν που επικαλείται ο Βρετανός Nigel Farrage), μια ρομαντικοποίηση του ΕΑΜ και της εθνικής αντίστασης, και ταυτόχρονα μια ρητορική συμπάθειας για τους μετανάστες, μαζί με μια συνοπτική αφήγηση –  αλλά δόκιμη και δεκτή – για το μετεμφυλιακό κράτος. Θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε σε ολόκληρο το κείμενο συντακτικά, ιστορικά και θεωρητικά λάθη, στρεβλώσεις και λογικά άλματα προκειμένου να καταλήξουμε στο εξής συμπέρασμα: ότι το κείμενο δεν γράφτηκε ούτε από αναρχικό, ούτε από άτομο του αριστερού χώρου, αλλά από ακροδεξιό προβοκάτορα ή ποινικό παραβάτη… Το «ενδεχόμενο» αυτό ενισχύουν οι δύο επιπλέον παράγοντες: α) η προκήρυξη παραδόθηκε στο Zougla.gr, ένα δίκτυο πληροφόρησης που δεν συμπαθεί ιδιαίτερα ούτε ο αναρχικός αλλά ούτε και ο αριστερός χώρος, και β) η είδηση περί ανάληψης ευθύνης έσκασε σαν βόμβα μόλις λίγες ώρες προτού γίνουν οι γνωστές κινητοποιήσεις στο χώρο του Πολυτεχνείου, αναφορικά με την 40η επέτειο της σφαγής.

Μην έχοντας εμείς όμως βάσιμα στοιχεία που να αναιρούν ή να αποδεικνύουν την «αυθεντικότητα» του κειμένου, δεν είναι δυνατόν να καταλήξουμε σε κάποιο θεμελιώδης συμπέρασμα μόνο και μόνο μέσα από θεωρητικές κριτικές. Ως εκ τούτου, η πιθανότητα η συγκεκριμένη προκήρυξη να έχει πραγματικά συνταχθεί από αντιφασίστες παραμένει ανοιχτή, όπως και το ενδεχόμενο να συνδέεται με την ενέργεια της δολοφονίας (ή και το αντίθετο). Τί σημασία έχει για εμάς όμως αυτή την στιγμή κάτι τέτοιο; Όπως είπα και παραπάνω, πολλοί θα πουν ότι η δολοφονία (και κατ’ επέκταση η ανάληψη ευθύνης) ήταν αποτέλεσμα εσωτερικής δουλειάς με σκοπό η Χρυσή Αυγή να αποκτήσει έναν δικό της «Φύσσα» και η κυβέρνηση Σαμαρά να συνεχίσει ακάθεκτη το έργο της, ενισχύοντας την προπαγάνδα των δύο άκρων, τα κατασταλτικά μέτρα και την αστυνομοκρατία. Υπάρχουν, όμως, τρεις βασικοί παράγοντες που αναιρούν την συγκεκριμένη τοποθέτηση:

  1. η περιστολή βασικών μας πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που έχουν κερδηθεί με το αίμα και τους διωγμούς εκατομμυρίων ανθρώπων συντελείται ούτως ή άλλως. Εξηγώντας περαιτέρω: σε καθημερινή πλέον βάση (και όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη και τον Δυτικό κόσμο) γίνονται συζητήσεις αναφορικά με την ανάγκη να ενταθεί η καταστολή εναντίον διαδηλώσεων και να γίνονται όλο και πιο αυστηροί έλεγχοι στα μέσα επικοινωνίας. Ήδη η λογική της επικράτησης της δομικής βίας (κράτος και άγραφοι νόμοι ή νόρμες) ως απάντηση στην προσωπική βία (μεμονωμένες δολοφονίες, και άλλου είδους ποινικά κολάσιμες πράξεις, είτε αυτές χρησιμοποιούνται για «πολιτικούς» σκοπούς είτε όχι) έχει για τα καλά εισχωρήσει στις μάζες, πράγμα που βλέπουμε και στην Μεγάλη Βρετανία όπου οι τελευταίες δημοσκοπήσεις φανερώνουν ότι πάνω από τους μισούς πολίτες επιθυμούν επαναφορά της θανατικής ποινής για πράξεις τρομοκρατίας και παιδεραστίας, ποσοστό που σκαρφάλωσε στα ύψη έπειτα από τη δολοφονία Βρετανού φαντάρου στο Woolich. (Το γεγονός αυτό επίσης φανερώνει πόσο αναποτελεσματικές είναι όλες αυτές οι ενέργειες που θεωρούν την αφαίρεση της ζωής ενός πολιτικού «εχθρού» ως μια μέθοδο πίεσης στην βαρβαρότητα της θεσμισμένης ολιγαρχίας). Το πόσο επικίνδυνο είναι κάτι τέτοιο ας το αναλογιστεί ο καθένας μόνος του (τί θα μπορούσε στο άμεσο μέλλον να χαρακτηριστεί ως τρομοκρατία, δεδομένου ότι η έννοια αυτή εισάγεται ως φίμωτρο για κάθε πράξη που εναντιώνεται στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές).
  2. Η Χρυσή Αυγή δεν έχει ανάγκη ούτε από ήρωες ούτε από θύτες. Το ποσοστό του πληθυσμού που στράφηκε προς αυτήν γνώριζε εξ αρχής πολύ καλά ότι πρόκειται για μια συμμορία τραμπούκων, που συνεχώς μαχαιρώνει μετανάστες και άτομα που διαφωνούν με τις παραληρητικές απόψεις των μελών της. Οι ψηφοφόροι που θεωρούν την φασιστική αποκτήνωση ως μια εναλλακτική στα πολιτικά αδιέξοδα του τόπου δεν θα απογοητευτούν ξαφνικά στο άκουσμα της δολοφονίας ενός μετανάστη ή του Παύλου Φύσσα. Διότι πολύ απλά θεωρούν την βία ως αυτοσκοπό, ως μέθοδο τιμωρίας και τρομοκράτησης όλων όσων οι ίδιοι θεωρούν «εχθρούς του έθνους» (οποιοιδήποτε και αν είναι αυτοί). Όπως, άλλωστε, είπα και σε παλαιότερη ανάρτηση (βλ The fascist threat beyond Golden Dawn παράγραφος 3), το γεγονός ότι τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής παρουσίαζαν πτώση για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, έπειτα από τα γεγονότα της 18η Σεπτεμβρίου τα οποία ως ένα βαθμό λειτούργησαν αφυπνιστικά για κάποιους ψηφοφόρους της (ας μην αποκλείουμε απερίφραστα αυτόν τον παράγοντα) ένα μεγάλο ποσοστό αυτών ενδέχεται να μην επιθυμεί να εκφράσει ανοιχτά την υποστήριξή του στο κόμμα/συμμορία για διάφορους λόγους (πιθανότατα από ντροπή κατόπιν του διασυρμού που υπέστη η ηγεσία της, ως ποινικοί εγκληματίες).
  3. Αν φτάσουμε στο σημείο να πούμε ότι αυτή η δολοφονία στο Νέο Ηράκλειο είναι μια βρώμικη και προβοκατόρικη συνωμοσία (όπως η περίπτωση της Piazza Fontana στην Ιταλία και Caso Scala στην Ισπανία αντίστοιχα) αυτό μπορεί να αποκαλυφθεί μετά από αρκετά χρόνια (ίσως και δεκαετίες). Όμως, ο δικαστικός και ο πολιτικός χρόνος δεν είναι δυο ταυτόσημα πράγματα, και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εξισωθούν. Eίναι συνεπώς μεμπτό να προσπαθούμε κάτω από αυτές τις συνθήκες να κρίνουμε ένα εν γένει πολιτικό γεγονός με βάση την λογική του αστυνομικού. Διότι όσο ο πολιτικός χρόνος τρέχει τόσο εμείς καλούμαστε να βρούμε απαντήσεις αναφορικά με την κοινωνική καταστροφή που βιώνουμε (πλέον σε όλα τα επίπεδο, όχι μονάχα στην οικονομία), να δράσουμε συλλογικά και αλληλέγγυα και να διεκδικήσουμε δίχως χρονοτριβές και καθυστερήσεις.

Δικό μας ζητούμενο λοιπόν είναι να δώσουμε το βάρος και την ποιότητα που πιστεύουμε ότι αρμόζει σε κάθε επαναστατική διαδικασία και όχι να μιμούμαστε τον Χίτσκοκ προσπαθώντας να βρούμε μια μαύρη γάτα μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο (δίχως καν να γνωρίζουμε αν πραγματικά υπάρχει γάτα), αναπαράγοντας εικασίες και αοριστολογίες. Διότι, είτε πρόκειται για εσωτερική δουλειά καλά οργανωμένη, είτε για υπαρκτή ένοπλη οργάνωση η ουσία παραμένει ίδια: υπάρχουν άτομα που θα υποστηρίξουν την θανάτωση του πολιτικού τους αντιπάλου, που αντί για τη διαβούλευση και την συνεύρεση θα προτιμήσουν τις τρυπημένες από σφαίρες σάρκες. Δεδομένου ότι τέτοιου είδους τάσεις υφίστανται καί στην αριστερά αλλά καί στον αναρχικό χώρο, αυτό που επείγει τη συγκεκριμένη στιγμή είναι να κατανοήσουμε βαθιά πρώτα απ’ όλα ότι το χτύπημα αυτό δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης λογικής που το συνέχει, μια «λογική»-παγίδα που εδώ και χρόνια επιχειρεί να στήσει η ακροδεξιά, από την εποχή του ΛΑ.Ο.Σ. (με τωρινή εμπροσθοφυλακή της την Χ.Α.), ξεθάβοντας το τσεκούρι του εμφυλίου. Έχοντας πέσει σε τούτη την φάκα ολόκληρος ο αντιφασιστικός χώρος αναπαράγει εύκολα τα σχηματάκια της κρεμάλας και της διολίσθηση στο επίπεδο του μύθου του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (πράγμα που δίνει το καλύτερο άλλοθι στους Σαμαρικούς να ξεκινήσουν να μιλάνε για «δύο άκρα»). Επιπλέον, όλη αυτή η επίκληση στον τσαρλατανικό αβανγκαρντισμό του αντάρτικου που αναζητά λύσεις με Καλάσνικοφ και εκτελέσεις συνιστά όχι μόνο μια αγκύλωση στη λογική της γραφειοκρατίας αλλά και καθαρό δείγμα της έλλειψης πολιτικής σκέψης και φαντασίας.

Η κριτική αυτή στις «πολιτικές» δολοφονίες δεν θα πρέπει να γίνεται κάτω από το πρίσμα του γνωστού συντηρητικού (π)ηθικισμού. Αλλά αντιθέτως, θα πρέπει να δούμε την ύπαρξη όλων αυτών των αυτόκλητων επαναστατών ως την παρακμή των προσπαθειών για την δημιουργία ενός πραγματικά δημοκρατικού κινήματος που σκοπός του δεν είναι η φυσική εξόντωση των φασιστών, των μπάτσων και των αστών αλλά η μεταστροφή τους, πάντα μέσα στα πλαίσια του ευρύτερου κοινωνικού μετασχηματισμού. Διότι η άνοδος της Χρυσής Αυγής και η λουμπενοποίηση της πολιτικής σφαίρας δεν είναι κάτι ξεκομμένο από την γενικότερη εξέλιξη της Ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία χρόνια. Και πώς μπορεί να αποκοπεί η άνοδός της δίχως να έρθουμε σε επαφή με την κοινωνία; Αυτός είναι ο ρόλος του δημοκρατικού κινήματος: να προσπαθήσει, μέσω του αντιφασισμού του να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα αλληλεγγύης και συνεργασίας. Το να επιθυμούμε το θάνατο των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής είναι απλώς δείγμα της ήττας μας, μια εκλογίκευση του γεγονότος ότι δεν έχουμε καταφέρει να βγούμε από το καβούκι μας. Το να περιμένουμε από την άλλη λύσεις μέσω του ΣΥ.ΡΙΖ.Α είτε με το να υπακούμε πιστά τις εντολές των «σοβαρών» της ΝΔ και των τεχνοκρατών της δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια απατηλή ψευδαίσθηση. Διότι και οι δύο (αλλά και όλες οι κοινοβουλευτικές) δυνάμεις επενδύουν σε ένα διττό στοιχείο, ανασταλτικό ωστόσο για την ανάπτυξη δημοκρατικών κινημάτων: τον λαϊκισμό και την αστυνομικού τύπου κατανόηση της πολιτικής και της ιστορίας, κάτι που αποτελεί πεμπτουσία του φασισμού (τουλάχιστον αυτό μας διδάσκει η ιστορία του μεσοπολέμου). Ο μεν ΣΥ.ΡΙΖ.Α τάζει επιστροφή στις προ-μνημονιακές δόξες λέγοντας – ίσως άθελά του – αυτά που πραγματικά θέλουν οι ψηφοφόροι του να ακούσουν, ενώ η ΝΔ από την άλλη, κάτω από τον μανδύα της υπευθυνότητας ψευδο-επιστημονισμού και ενός δήθεν αντι-φασισμού (που μόνο αντι-φασισμός δεν είναι), με ύπουλο τρόπο επενδύει όχι στην ελπίδα αλλά στον φόβο (πως αν δεν ακολουθήσετε τις συνταγές μας η πλήρης καταστροφή θα έρθει). Τέλος η Χ.Α. χειραγωγεί με βάση την οργή και την αγανάκτηση, παράγοντες που επιτρέπουν ταυτόχρονα την καλλιέργεια μιας ιστορικής λήθης και γενικευμένης πολιτικής αμνησίας του τύπου δεν με ενδιαφέρει αν ο Παπαδόπουλος έστειλε στην εξορία αντιπάλους του, με ενδιαφέρει όμως η τιμωρία των προδοτών και δοσίλογων των τοκογλύφων, ή αυτή η γενιά του Πολυτεχνείου μας οδήγησε στην εξαθλίωση και την ταπείνωση και συνεπώς της αξίζει μια άνευ προηγουμένου τιμωρία. Πρόκειται για το γνωστό affectus φαινόμενο («συναισθηματική επήρεια») που θα έλεγε και ο Σπινόζα, με βάση το οποίο γίνεται χρήση των συναισθημάτων (όπως ο φόβος, η χαρά, η λύπη, η ελπίδα) – της κεντρικής ουσίας δηλαδή της ανθρώπινης υπόστασης που ο Φρόιντ ονόμαζε ψυχή – με στόχο τον επηρεασμό (δηλαδή τη δημαγωγία στη συγκεκριμένη περίπτωση).

Κλείνοντας την παραπάνω φιλοσοφική (αλλά βασική) παρένθεση η μόνη λύση για εμάς κάτω από τις δεδομένες συνθήκες δεν είναι ούτε το κοινοβούλιο αλλά ούτε και οι εκτελέσεις. Ο φασισμός, ο αυταρχισμός, οι νεοφιλελεύθερες ολιγαρχίες, όλα αυτά θα συντριβούν μονάχα μέσα από την πλατιά κοινωνική κινητοποίηση, μέσα από τα αμεσοδημοκρατικά συμβούλια εργαζομένων, τις ανοιχτές συνελεύσεις γειτονιών και πλατειών ή τους αυτο-διαχειριζόμενους χώρους. Έτσι μαζί τους θα ηττηθούν και οι ένοπλες πρωτοπορίες, μέσα στο κλίμα της διαφάνειας και αλληλεγγύης που αχρηστεύει κάθε τάση μυστικοπάθειας, μέσω της δημιουργίας αντιδομών και της διεκδίκηση μιας πραγματικά ποιοτικής ζωής, όπου δεν θα κυριαρχεί ο φόβος αλλά η φιλία (μια από τις βασικότερες προϋποθέσεις για την ευδαιμονία του ανθρώπου και του πολιτικού σώματος με βάση τον Αριστοτέλη, βλ στα Πολιτικά), η διαβούλευση και ο λόγος. Αυτή είναι η πραγματική δημοκρατία και όχι η σημερινή φιλελεύθερη ολιγαρχία. Η δημοκρατία όμως είναι μια έννοια ασυμβίβαστη με τον φασισμό, τον (ένοπλο και μή) αβανγκαρντισμό και την ύβρη που αυτά συνεπάγονται.

The fascist threat beyond Golden Dawn

A provisional assessment

After the fatal stabbing of Pavlos Fyssas in Nikea (Athens) by Giorgos Roupakias (a member of the neo-nazi party Golden Dawn, organizer and coordinator of the party’s blackshirts’), mass demonstrations took place across the country. A few days later the conservative government launches crackdown on GD, resulting to the prosecution of party leader Nikolaos Michaloliakos and five other Golden Dawn MPs, who are charged with murder, sex trafficking, money laundering, benefit and tax fraud. But it was only two weeks ago that government officials and members of the ruling coalition were openly discussing the possibilities of a future collaboration with the far-right party whilst for years the Greek State was deliberately tolerating the proliferation of neo-Nazi violence against immigrants and leftists. It is also evident that the Greek police has strong ties with the far-right, given that in the past elections 50% of the various police divisions are said to have voted for GD. Thus, racist attacks are systematically being covered up while illegal methods of detaining protesters and dissidents are continuously reported and condemned by Amnesty International; the most alarming case, however, is the story of fifteen anti-fascist protesters, who after being arrested in Athens in a clash with supporters of GD last year, during their custody in the Attica General Police Directorate (GADA) have said they were heavily beaten up and tortured by officers. Unsurprisingly, the Greek Minister of Public Order, Nikolaos Dendias denied any act of deliberately inflicting severe physical pain and injury, ignoring at the same time the forensic surgeon’s confirmation that corporal coercion has indeed been used against the detainees. In addition, the thousands of anti-fascists who took to the streets of the major Greek cities (around 50.000 marched in the streets of Athens)were confronted with tear gas, whilst the campaign group Info-war.gr recorded a scene where rocks and stones were thrown by GD’s sympathizers against protesters with the riot squads only standing by.

What did, however, urge the Greek government to order such investigations on GD after years of concealing its criminal activities? Can we deny that Antonis Samaras acted under the pressure of the public outcry against the impunity of the far-right and the erosion of the police forces by GD? This is what the leader of the left-wing opposition party SYRIZA has claimed during his recent party conference. It can also be said that ND (being a europeanist and pro-bail-out party) would do everything possible to pretend that the rule of law prevails in Greece and applies to everyone equally (hence the Greek justice system is supposedly incorruptible and trustful) and that the alleged connections of GD with members of the police forces are only some of the aberrations of the State mechanism. But there is also another scenario: a possible collapse of GD would perfectly suit Samaras’ plans to secure a stable government; according to polls issued by VPRC (September 2013; see p.9), the popularity of the far-right party has significantly decreased (after the September riots and the numerous negative discourses that appeared in the progressive press) reaching 8.5% in contrast with 14.5% a few months before the assassination of Fyssas (see p.10). The same statistics reveal that an approximate 13,0%of GD’s disappointed voters could ‘return’ back to ND (see p.17) whose agenda has adopted much of the former’s rhetoric[I]. This came as a relief to Samaras whose party was polling behind the left-wing SYRIZA for a couple of weeks, and thus by seeing ND gaining an additional 1,5% – 3%, not only succeeds in avoiding early elections but at the same time appears confident to win the next round (scheduled for 2016).

Nonetheless, an important point should be made here: it is possible that many respondents be apprehensive to admit support for a party whose leading members are associated with the organized crime. If this is true then Samaras will have no other choice but to transform GD into a more ‘europeanized’ party, removing all its members that have close relations with the underworld and are outspokenly anti-Semits, replacing them with more ‘moderate’ executives in order to collaborate with them[II]. Whether this scenario is plausible or not, what we obviously see is that parliamentarism cannot any-more be considered as a system waterproof to fascism. The empirical observation of Greece shows clearly how the serpent’s egg is incubated within the system of liberal ‘democracies’, through a regime where the so called “moderate” and “prudent” voices (as opposed to the far-left and far-right “extremist” forces) dominate. This will be further examined below.

Institutionalized ‘anti-fascism’ and the horseshoe theory

It is undeniable that GD’s nature is utterly hubristic, and as every misanthropic paramilitary gang that is attracted by totalitarianism, anti-Semitism and conspiracist scapegoating, contains all the elements that have no place in a truly democratic world. But the claim that the conservative coalition is the sole defendant of Greek democracy is entirely inaccurate. Not only because ND has absorbed the most reactionary forces of Greek society (as aforementioned) but – and especially – due to the fact that Samaras and his co-workers were always looking for the right moment, for the opportunity where under the pretext of legality and public security will suppress every voice that calls into question ND’s political platform. Indeed, Samaras in Washington, in a conference organized by the Institute for International Economics in collaboration with the Stavros Niarchos Foundation stated the following:»we are crushing extremism, […] but we have to confront the other extreme, the one that talks of leaving the EU and NATO» (directly denoting the left-wing eurosceptic opposition parties). In another speech, he stressed that any refusal to accept that the country is exiting from the crisis constitutes incitement to extremism (using again the far-right rhetoric of «invasion of illegal immigrants,» and promising deportations to «relieve society»). As the pro-government columnist Stefanos Kasimatis confirms (in his article posted in Kathimerini on the 16th of September 2012) the crackdown of Golden Dawn provides a vital “opportunity” for the Greek State to get rid of the other “extreme”; the anti-fascist movement.

This is the notorious horseshoe theory – constantly promoted by the Greek and European mainstream media and the political intelligentsia – which claims that the far-left and the far-right whilst being at opposite and opposing ends of a linear political spectrum share many view-points and practices. The entire Greek conservative political elites constantly defend this oversimplistic stand-point, supporting that the left (either talking about the extraparliamentary anti-capitalist voices or the social-democratic reformists of SYRIZA) is equally offensive with the far-right, that both forces are battling each other to gain control over districts and neighborhoods descending the country into chaos. Whilst this perspective is presented as the basic principle of common sense, a deeper research on the socio-political prattein shows that it is utterly myopic and instrumental; this is obviously seen not only through Samaras’ speeches but also from the constant reluctance of ND’s government to clean up the police forces from all the fascist enclaves long before the assassination of Fyssas. Additionally, no far-right group (GD is not the only active in Greece) has been dissolved and brought to justice since ND came to power (and for the last 10 years), but instead police brutality and beatings during custody (as mentioned also in the first paragraph), repression and attacks against anti-austerity and anti-capitalist protesters has become the only reality. We should acknowledge the evictions of self-organized social centres in Athens such as Villa Amalias – a social space that is considered as the feeder of the city’s anti-fascist spirit – between December 2012 and January 2013, that were located close to areas where thugs of GD organize attacks against migrants on a daily basis, after several complaints of GD’s sympathizers who also reside in these neighbourhoods (the so-called “outraged citizens”) in the mainstream media[III].

As it becomes obvious, the theory of the “two edges” implicitly inclines towards the right-wing direction. But additionally, it obscures the complicity of the “moderate centrist voices” (which according to its logic appear the only trustful political forces to safeguard ‘democratic’ institutions and social stability) in the cultivation of the conditions that allowed fascism to rise from the dead. In fact, no concentration camps for immigrants (such as that of Amigdaleza[IV]) were ever created by Golden Dawn, no protester or HIV victim was pilloried by any far-right political organization. It was the “centrist” government of PASOK that took such measures, and its “center-right” successor that criminalized immigrants publicly, launching witch-hunts like the Xenios Zeus[V]. Historically speaking, it was not the far-right that persecuted communists and leftists during and after the Greek Civil War, but the government of the “centrists” Themistoklis Sofoulis and Giorgos Papandreou that ordered the re-opening of penitentiaries and concentration camps for dissidents and sent thousands to the fire squads in coordination with the so called dosilogoi[VI].

This, however, does not apply only to the Greek case. In Britain, for example, it was not BNP or any fringe organization that uses vans for explicit anti-immigrant campaigns, declaring that “there will be no place to hide for illegal immigrants.” It is not a fringe neonazi magazine that publishes the profiles of students who participate in demonstrations calling for other citizens to report them to the police (as the Nazi authorities were doing when they seized power) but the so-called “centrist” newspapers, like Telegraph and Daily Mail. From this it follows that, in reality, no fascist organization is actually needed to give the green light for zero tolerance against immigration and criminalization of dissent, since the agenda of many center-right conservative parties often relies on the law-and-order ideology and justify the Weberian approach of the State as the only legitimate source of violence (which is the essence of occidental liberalism). Law, order, security and protection are also the main ideological bases of the far-right where the State is seen as the sole legitimized force that guarantees social peace. In other words, both the centrists and far-right ideologues recognize structural violence as a necessity to overcome personal violence. Both accept the Hobbessean motto that “covenants without the sword are about words” (Hobbes 2006, p.93) as the cradle of harmonious co-existence which practically shows that a strong connection between the far-right and the ‘centre’ exists. And this assumption leads us also to another crucial conclusion: if indeed the left has utterly failed, this is because it accepted the State as a tool of social well-being (contemporary history is full of examples where party bureaucracies exploited genuine movements and instead of leading societies to liberation, imposed their own dictatorial rule). Thus, the condemnation of any action that does not comply with the “moderate” voices – which theoretically safeguards social balance – as a “potential extremist” and any arbitrary invocation to the so called «common sense» falls into an ambivalent subjectivity. The subjectivity of this doctrine is unveiled by its ineffectiveness to secure political dialectic, as it seeks to monopolize its own defended order, eroding at the same time, the foundations of a free society towards authoritarianism and prevention of political freedoms in the name of protection and security.

Xenophobia as a self-reflection of hubris

While liberalism has incarnated all the elements that open the back door to authoritarianism and fascism [VII], to blame solely the political intelligentsia, the ruling classes and the media for the rise of the reactionary right is utterly unacceptable. Can we practically deny that all undemocratic measures are imposed with our own complicity? Can we honestly claim that the percentage of the Greeks who voted for GD were fully unaware of what they were voting for during May and June (2013)?

Many confine the rise of the far-right and the political regression we experience to the current crisis, an argument that lacks substantial depth; we can see that the first tensions between natives and immigrants in Greece (and also in Austria and France) appeared long before the financial turmoil. As I have stressed in the first Issue of Democracy Street (2013, p.27), the rise of the far-right can be understood as an indirect effect of the economic downturn since intense competition (that is also expressed in national or racial terms) over scarce resources cultivates a climate of social introversion and generalized insecurity which is exploited by ultra conservative forces. In other words, the break out of crisis has intensified the feeling of pessimism, fear and uncertainty, creating, at the same time, the appropriate opportunity for charlatans and xenophobic demagogues to increase their electorate support. The border-walls (such as that between U.S. and Mexico, of Morocco and Ebros) are not only the results of the Fordist and anti-immigrant policies of Western countries (which in an essence is only a reflection of the profiteer laws that govern and regulate labor market aiming to overexploitation). Additionally they promote the image of a protected and safe society that allows us to continue living in complete peace within the artificial and false paradises of consumerism, even though deep down we know that the years of our prosperity are numbered. The role of the ideology of security contributes to a fake image of national self-sufficiency that hides the misery, isolation and loneliness we experience as mortal beings. This ideology is not necessarily created from above and not always relies to the historico-political background of a country, but many times is generated by society itself, as the same society when it feels threatened attempts to maintain the illusion that the prosperous life of consumerist (pseudo)happiness is always safeguarded. This not only maintains the deterministic logic of the necessity of the State but, at the same time, enhances xenophobia as the massive waves of migrants arriving in the West appears symbolically like an onslaught of the «Third World» in our living room. This is the obvious answer to the question “why the Greek people voted for such party”, an answer that also applies to the occidental world (where the only difference is that most of the far-right parties consist of ultra-conservative demagogues who do not oppose parliamentarism whilst GD is a neonazi paramilitary group[VIII]).

Conclusion

While Samaras and his cronies portray themselves as the only source of justice against the brutality of GD, the strong ideological and practical links between his own party’s rhetoric and policies with the neo-nazi group do not allow us to consider his claim as plausible. While reactionary forces are taking over the ‘public’ sphere attempting to fill the political ‘gap’ and the incompetency of parliamentary ‘democracy’ we must be aware of the severe consequences of racism, the worst hubris of our times that will continue to penetrate social life beyond the parliaments. GD is only a reflection of the actual problem whose solution can be only found in the struggles for social emancipation, that propose rupture with heteronomous institutions and further spreading of direct democracy and equality.

Notes:

[I] Samaras during his pre-election speech in Alexandroupoli called the clandestine migrants the tyrants of Greek society and proclaimed mass and quick deportations. “Our cities have been taken over by them” he stated a few months before the 2012 elections, promising, at the same time, to repeal Ragousi’s Law (which allows every foreigner who has been born within the Greek territory to obtain citizenship). He also ‘borrowed’ the unconfirmed but populist claim, that the number of illegal immigrants in Greece has reached two million, which during 2007-2009 was the main argument of the anti-immigrant campaign of LAOS – Popular Orthodox Rally, (the previous but more moderate far-right party that suffered heavy defeat (1.58%) during the 2012 elections).

[II] Makis Voridis (who twenty-five years ago was an axe-wielding fascist patrolling the streets of Greece chasing leftist students according to Helena Smith) was a member of the political council of LAOS and Adonis Georgiadis served as the spokesman for the same party before both joining ND in February 2012. This clearly shows that Samaras would not hesitate to collaborate with a far-right party that acts solely according to the parliamentary laws and does not support street violence. Moreover, Michaloliakos in Vergina Channel declared that «If ND promises to withdraw from the memorandum, to clean up the country from illegal immigrants and cut all ties with the economic oligarchy […] then nothing is excluded in order to save the country.»

[III] This is not the first time that GD offers a helping hand to ND: when the government decided to shut down overnight the National Public Broadcasting TV, GD launched a smear campaign against the public sector workers.

[IV] The detention centre of Amygdaleza, else called “the Greek Guantanamo”, is located in a desolate land 25 kilometers from the centre of Athens. Approximately 1,600 migrants are currently held there (according to police) forced to live under inhumane conditions until the day of their deportation. Rights groups claim that migrants have constantly been subjected to abuse by police and denied proper health-care. Activists from the group KEERFA said that Muslim detainees had been beaten by guards during prayers. In July, the same group reported the death of an Afghan detainee from a lung infection while the guards had deliberately ignored his severe condition for months.

[V] In August 2012, Samaras and Dendias passed a new enforcement strategy known as “Operation Xenios Zeus,” aiming to detain and deport clandestine migrants who reside in the Greek territory. Roughly 85,000 people were detained whilst 4,200 (around the 6%) face charges for unlawful entry, and were sent to Amygdaleza or other similar detention centres. As Eva Cosse says “the fact that such a small percentage was actually found to be in Greece unlawfully suggests ethnic profiling”, a claim that seems plausible since this strategy not only targeted immigrants but also tourists, like Hyun Young Jung from South Korea and Christian Ukwuorji (a US born Nigerian), who were also stopped and searched, then detained and beaten up in a police station.

[VI] In Greek the term dosilogos (δοσίλογος) derives from logosλόγος (reason; or in a less strict translation account, report) and dinoδίνω (give), meaning the task to give account (to report) to a third party whatever I am obligated. It does not only refer to the nazi collaborators during the occupation who were obligated to report to the German authorities any act of resistance, but also the action of every citizen who believed that it was vital to report to the police whoever had connection (or was suspected to have connections) with leftist organizations during and after the civil war and the military junta of 1967-74. Whilst dosilogism can be found in every totalitarian state, such as that of the Nazi Germany, the fascist Italy and Spain, as well as in the Stalinist regimes, it is visible even in the liberal “democracies” (as the example of the 2010-2011 students’ protests in London confirms). It is constantly being fed by the obsession of the masses with security and blind obedience to the values of the established institutionalized norms, pointing out the heteronomy of the modern occidental world; absence of self-limitation, that is the inability of individuals to understand by themselves where their power ends, without being forced to control their desires for pride and domination or acquisition of material goods due to obedience to a superior authority or due to habitual orientation.

[VII] According to Mark Neocleous, the liberal notion of security and protection refers to the various governmental declarations, often constitutionally justified, according to which the use of illiberal means (police and army repression) are necessary aiming to the removal of an alleged potential (often suspicious and not confirmed) common threat coming from ‘violent’ opposition groups, which undermine civil liberties, social or global stability and well-being. As John Locke supported (Neocleous 2012), when public freedoms are threatened by such aggressors, the Sovereign has the right to reduce a certain amount of civil liberties, “only so that [freedom] would be preserved forever”. However, the state of emergency, as this condition is officially called, for Neocleous is nothing but a pretext for various statesmen who usually invent fictitious social enemies (or take advantage of the existence of one real enemy in order to invent more) aiming to suspend basic civil rights for their own private benefit. This simultaneously opens the back door for the imposition of harsh authoritarian measures. In agreement with Neocleous, Giorgio Agamben (2008) also claimed that the state of emergency signifies the beginning of the state of exception (or else constitutional dictatorship), where modern totalitarianism is gradually established; “the entire Third Reich can be considered as a state of exception that lasted 12 years” says also Agamben (2008, p.2) claiming that Hitler took advantage of liberal constitutional laws; “the last years of the Weimeir Republic passed entirely under a regime of the state of exception” (Agamben 2008, p.15) thanks to a systematic abuse of the 48th Article of the Weimeir which writes: “if security and public order are seriously disturbed or threatened in the German Reich”, then the president of the Reich may take any necessary measure to establish public order, even with the help of the army (Agamben 2008, p.14). The Xenios Zeus could be also taken as a state of emergency and this denotes that there is a close relationship between liberalism and authoritarianism. Nonetheless, this loss of liberty ‘for security reasons’ is significantly minor compared to what takes place in a fascist regime. But “the practices involved, the wider state of emergency to which it gives rise, and the intensification of the security obsession, have a disquieting tendency to push contemporary politics further and further towards entrenched authoritarian measures. Liberalism is not only unable to save us from this possibility, but actually had a major role in its creation and continuation”. (Neocleous 2012)

[VIII] But the reasons behind this are historical: Greek nationalism contains more ethnic elements than civic, given that the Greek State was not founded upon the imaginary of capitalist production but on “the messianic irredentist discourse, the ‘Great Idea’” (Giovanni 2012), a narrative that promises border expansion and re-occupation of territories that were lost after the collapse of the Byzantine Empire. GD is clearly a party that embraces racial theories (claiming the superiority of the Greeks) and eugenics, rather than being confined to the ideology of national borders sovereignty.

Additional references (bibliography)
Agamben, G., 2008. State of Exception. Chicago: The University of Chicago Press.
Hobbes, Th., 2006. Leviathan. New York: Dover Philosophical Classics.
Theodosiadis, M. (2013), «The Society of Intercultural Relations», Democracy Street, Oct 15.

Να μην συνηθίσουμε στην ύβρη

hub

Σε αντίθεση με την έννοια που η νεότερη και μετα-αρχαϊκή ανθρωπότητα αποδίδει στην λέξη ύβρη, ως ασέβεια προς οτιδήποτε πρεσβεύει κάποια κοινή αξία ή ταύτιση με κάθε είδους ενέργεια που θίγει την τιμή, το αξίωμα και την αξιοπρέπεια κάποιου, για τον αρχαιοελληνικό κόσμο η ὕβρις έχει αυστηρά πολιτικό χαρακτήρα. Η ὕβρις αποτελεί συστατικό στοιχείο του πολιτικού συστήματος των Αθηνών και η σημασία της μεταφέρεται μέσα από έναν εξίσου πολιτικό θεσμό, την Τραγωδία. (Δεν  είναι τυχαίο άλλωστε ότι με την πτώση του δημοκρατικού πολιτεύματος το 401 π.Χ. αμέσως μετά δηλαδή το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, επήλθε και ο θάνατος της τραγωδίας, αλλά και της φιλοσοφίας. Έκτοτε οι πολιτικές ‘ύβρεις’ που διεπράχθησαν από τα Μακεδονικά βασίλεια και τις διάφορες πολιτικές ελίτ συνεχίζουν μέχρι σήμερα μέσω των φιλελεύθερων ολιγαρχιών να συμβάλλουν στην κοινωνική υποδούλωση και στον σφετερισμό κάθε προσπάθειας της ανθρώπινης χειραφέτησης). Η ὕβρις αναφέρεται στην λυσσαλέα επιθυμία της παράβασης (Καστοριάδης 2006, σ.177) αλλά πάνω απ’ όλα στην υπερβολή του δήμου και την παραφροσύνη (Καστοριάδης 2008, σ.111), στην παραβίαση των ορίων (Καστοριάδης 2008, σ.210) και στην αδυναμία του να αυτοπεριορίζεται, βασική προϋπόθεση για να επιτευχθεί η δημοκρατία, ως πολίτευμα και καθεστώς αυτονομίας. Συνεπώς, για τον Καστοριάδη (2008, σ.193) η δημοκρατία είναι συνεχώς εκτεθειμένη σε θεωρητικούς κινδύνους, ένα καθεστώς που μπορεί να οδηγήσει σε θανάσιμα λάθη. Η πτώση της Αθήνας είναι ταυτόχρονα το αποτέλεσμα και η αιτία της ύβρεως που κυρίευσε τον δῇμον – λόγω της αδυναμίας του αθηναϊκού λαού να αυτοπεριοριστεί – οδηγώντας την δημοκρατία στην καταστροφή της. Ο ίδιος (1999, σ.22-23) γράφει χαρακτηριστικά: «το χάος το έχουμε και μέσα μας με τη μορφή της ύβρεως, δηλαδή της άγνοιας ή της αδυναμίας αναγνωρίσεως των ορίων των πράξεων μας. Διότι αν τα όρια ήταν σαφή και αναγνωρίσιμα εκ των προτέρων, δεν θα υπήρχε ύβρις, θα υπήρχε απλώς παράβαση ή αμάρτημα, έννοιες χωρίς κανένα βάθος».

Η ὕβρις δεν είναι η παράβαση ενός νόμου, αλλά ούτε συνιστά κάποιου είδους αμαρτία (Καστοριάδης 2006, σ.433). Στις θρησκείες για παράδειγμα, η παραβίαση των ηθικών κανόνων συνιστά παραβίαση του Θεϊκού δικαίου και επομένως ο πιστός διαπράττει αμάρτημα που θα επιφέρει την ανάλογη τιμωρία, συνήθως ηθικής τάξεως, σε κάποιον μεταφυσικό κόσμο. Τα όρια εδώ είναι καθορισμένα. Αντίθετα η αρχαιοελληνική ὕβρις συνίσταται ακριβώς στην απουσία του πολιτικού αυτοπεριορισμό (όπως είπαμε και παραπάνω), μια έννοια που έχει βαθειά φιλοσοφική βάση γιατί συνδέεται απευθείας με την ευθύνη, η βαρύτητα της οποίας μέσα στα πλαίσια της πόλεως πέφτει στις πλάτες του κάθε πολίτη ξεχωριστά που καλείται μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες (στις δημόσιες συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου) να αποφασίσει για τον μέλλον της κοινωνίας που ζει. Οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν σχεδόν τα πάντα, από την διεξαγωγή πολέμου μέχρι τα έσχατα φιλοσοφικά ερωτήματα για το τί είναι δίκαιο και τί νόμιμο. Με βάση ποιά κριτήρια όμως καθορίζεται το όριο; Σε ότι αφορά το πολιτικό και κοινωνικό πεδίο μόνο η ίδια η παράβαση θα καταστήσει εφικτό τον προσδιορισμό του μέτρου. Έτσι «ο Ευριπίδης στις Τρωάδες δείχνει την ὕβριν των  Ελλήνων, οι οποίοι μετά τη πτώση της Τροίας επιδίδονται σε ένα όργιο ωμότητας και κτηνωδίας, σκοτώνοντας, βιάζοντας πάνω στους βωμούς των θεών, κατακρημνίζοντας τα παιδιά από τα τείχη. Λέει στους Έλληνες και ιδιαίτερα στους Αθηναίους: «ιδού τα τέρατα που είστε, που είμαστε» (Καστοριάδης 2008, σ.211). Όπως καταλαβαίνουμε λοιπόν, ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία βρίθει από περιστατικά ύβρεως, δεδομένου ότι πάμπολλες φορές τα ανθρώπινα όντα είτε παρασυρόμενα από διάφορους δημαγωγούς και λαοπλάνους οδηγήθηκαν σε όργια μακαβριότητας, σαν αυτά του Άουσβιτς, των γκούλαγκ, των φασιστικών καθεστώτων του Φράνκο, του Βιντέλα ή των Ερυθρών Χμερ. Τόσο μεγάλη σπουδαιότητα είχε λοιπόν στην διαμόρφωση του δημοκρατικού πολίτη ο θεσμός της Τραγωδίας και της κεντρικής φαντασιακής σημασίας της, της ύβρεως.

Η ὕβρις όμως αναπαράγεται εντός κοινωνιών που απουσιάζει κάθε μέτρο, και συνεπώς κάθε αυτοπεριορισμός, κάτι που δεν αφορά μόνο τα ολοκληρωτικά καθεστώτα: οι δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες θέτουν ως βασικό τους στόχο την αλόγιστη συσσώρευση ανανεώσιμου πλούτου και την αέναη εξάπλωση των παραγωγικών δυνατοτήτων μέσα από ορθολογικές κινήσεις (Finley 1973; Weber 1992, σ.17). Συνεπώς απουσιάζει από αυτές η έννοια του αυτο-περιορισμού και η ύπαρξη εσωτερικών ορίων, εφόσον η παραγωγική διαδικασία και η οικονομική ανάπτυξη όχι μόνο δεν γνωρίζουν σταθερές, αλλά απεναντίας κάθε ενέργεια που παρακωλύει τις διαδικασίες αυτές εκλαμβάνεται ως παρασιτισμός. Τόσο στην περίπτωση των ολοκληρωτικών καθεστώτων/κινημάτων όσο και στις καπιταλιστικές κοινωνίες έρχεται κανείς άμεσα σ’ επαφή με την ετερονομία που διέπει τις Δυτικές παραδόσεις, μια κατάσταση που ενδυναμώνεται καθώς εξαφανίζονται και υποχωρούν τα σπέρματα αυτονομίας. Στην δεύτερη περίπτωση ειδικά, η αλόγιστη συσσώρευση κεφαλαίου στα χέρια μιας ολιγαρχίας οδηγεί στην φτώχεια και την εξαθλίωση, η οποία με τη σειρά της καλλιεργεί την εσωστρέφεια, διαλύοντας κάθε είδος κοινωνικής συνοχής, κάθε δεσμό φιλίας και αλληλεγγύης. Έτσι, ο εθνικισμός, η υπερβολική προσκόλληση στις παραδόσεις και τα έθιμα για τα οποία δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση, ενισχύεται ακριβώς όταν η κοινωνική απελπισία αναζητά μια αιτιολόγηση και οι πολίτες μια ταχεία διέξοδο. Στο σημείο αυτό ο ρόλος των δημαγωγών είναι καταλυτικός: οι ίδιοι (που άλλοτε χρησιμοποιώντας σοσιαλιστικές ρητορείες και άλλοτε εθνικιστικές) λειτουργούν ως «διαμορφωτές συνειδήσεων» μέσω του τον αόριστου, τρομολαγνικού και διφορούμενου λόγου τους, εκστομίζοντας ατεκμηρίωτες ασυναρτησίες, με στόχο είτε να κατευθύνουν τις μάζες προς τα δικά τους ιδιωτικά συμφέροντα παρουσιάζοντάς τα ως κοινωφελή όπως λέει ο Finley (1985, σ.41) παίρνοντας ως παράδειγμα την παρακμή της Αθηναϊκής δημοκρατίας και την παράδοσή της στα χέρια διαφόρων λαοπλάνων, είτε καθοδηγούμενοι από μια ιδεολογική φαντασίωση που ταιριάζει σε έναν ιδεατό κόσμο (όπως το φυλετικό κράτος στην περίπτωση του Χίτλερ ή της ελληνικής καθαρότητας που επικαλούνται οι δολοφόνοι της Χρυσής Αυγής) παρουσιάζοντάς την ως τη μοναδική απάντηση στα αδιέξοδα του φιλελευθερισμού. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, εξηγεί και την ραγδαία άνοδο της Χρυσής Αυγής καθώς και των διαφόρων ακροδεξιών ή λαϊκιστικών μορφωμάτων σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, όπως για παράδειγμα του United Kingdom Independence στη Βρετανία, των Σουηδών Δημοκρατών ή του Γιόμπικ στην Ουγγαρία, ενώ σε άλλες κοινωνίες (είτε σε άλλες εποχές) παρόμοιου τύπου δημαγωγοί εγκαθίδρυσαν τυραννικά πολιτεύματα (όπως αυτό του Άσσαντ ή του Χίτλερ και του Στάλιν κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου). Έτσι γράφονται οι μαύρες σελίδες στην ιστορία της ανθρωπότητας, όπου η σύνεση και η διαλεκτική αποσύρονται, με την ύβρη να αποτελεί τον μοναδικό νόμο.

Άλλωστε ο εθνικισμός από μόνος του αποτελεί μια από τις πιο έντονες μορφές ύβρεως καθώς με τον τρόπο που επιβάλλεται στα κοινωνικά άτομα ευνουχίζει κάθε τάση αυτο-περιορισμού: η φυλετική ή εθνική υπερηφάνεια (που λόγω της έντασής της εκλαμβάνεται ως ανωτερότητα) ενός ανθρώπου υιοθετείται ως ύψιστο ιδανικό προσδιορίζοντας κύρος και αναγνωρισιμότητα στο ίδιο το άτομο την ίδια στιγμή που ο κόσμος γύρω του καταρρέει και οι παλιές αξίες, που για χρόνια εξαγόραζαν την θνητότητά του προτάσσοντας κατανάλωση και καριερισμό σβήνουν ολοσχερώς, αναπληρώνουν έτσι το κενό. Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε εργαλείο ικανό να να σκοτώσει και να σκοτωθεί για ένα καλύτερο χθες, όπως λέει και ο Δεσποινιάδης (2008). Πρόκειται για έναν ταυτιστικό παραλογισμό που απαντά σε υπαρξιακής μορφής ερωτήματα: αν αμφισβητηθεί το έθνος και η φυλή ως έννοιες και αξίες κοινωνικές, τότε το ίδιο το άτομο νοιώθει ότι αμφισβητείται και η ύπαρξή του αλλά και οι ικανότητές τους. Κάτι τέτοιο δεν φανερώνει μονάχα κλειστότητα του εθνικιστικού φαντασιακού η οποία λειτουργεί ως κινητοποιός δύναμη κατά τη συνάντηση της κοινωνίας αυτής με άλλες, οδηγώντας στο εξής συμπέρασμα: οι θεσμοί [της άλλης] είναι υποδεέστεροι και όχι ίσοι. Ιδιαίτερα όταν όλες οι ανθρώπινες σχέσεις διέπονται από ανταγωνισμό (οικονομικό και κατ’ επέκταση γεωπολιτικό), ο εθνικισμός και η δημαγωγία παίζουν καταλυτικό ρόλο στον όχλο που έχει χάσει την πολιτική του σύσταση, παρασύρεται από τη μονομέρεια της ιδεολογικής τύφλωσης σε μια κατάσταση γενικευμένου μίσους και τέλος στην ύβρη. Οι αναφορές του Ευριπίδη στις φρικαλεότητες του Τρωικού πολέμου τονίζουν υπόρρητα την ετερονομία αυτής της ταυτιστικής λογικής και την προτροπή στην αυθάδεια η οποία προβάλλεται ως υπερηφάνεια, υποδεικνύοντας τις καταστροφικές συνέπειες της αδυναμίας των ανθρώπων να θέτουν εσωτερικά όρια. Με άλλα λόγια, η μη κατανόηση του διαφορετικού ως ίσο (ή έστω ως εν δυνάμει ίσο) αποτελεί ύψιστο δείγμα έκφρασης της αυθάδειας που γεννά η κλειστότητα του εθνικισμού η οποία ωθεί κάθε κοινωνία να παραγνωρίσει τον εαυτό της, έχοντας αποτύχει να αυτοπεριοριστεί αλλά και να οικουμενικοποιηθεί, πράγμα που ούτε λίγο ούτε πολύ συναντά κανείς στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες οι οποίες έχοντας παραλύσει πολιτικά αδυνατούν να εκφράσουν κάποιο νέο πρόταγμα ως απάντηση στην φιλελεύθερη πολυπολιτισμικότητα, και όντας ανίκανες να αυτοπεριοριστούν αγκαλιάζουν τον κοινωνικό συντηρητισμό και σταδιακά οδηγούνται στο ρατσισμό. Αυτού του είδους την ετερονομία προσέγγιζαν οι τραγωδίες, υπενθυμίζοντας τον δήμο κάθε λεπτό για τις συνέπειες της ύβρεως, όπως και στην περίπτωση του Ευριπίδη ο οποίος χρησιμοποιεί την περίπτωση του Τρωικού πολέμου για να υπενθυμίσει στους Αθηναίους πολίτες την περίπτωση της σφαγής των Μιλησίων (Καστοριάδης 2008, σ.197)[1]

Και επειδή σήμερα τραγωδίες πλέον δεν παίζονται στα θέατρα ως μέσον διαπαιδαγώγησης των πολιτών, αλλά στα αθηναϊκά πεζοδρόμια από ανεγκέφαλους και αποκτηνωμένους σαλτιμπάγκους’, που ως άβουλες μαριονέτες και χωρίς να έχουν καν το δικαίωμα να επικαλεστούν το «εν βρασμώ ψυχής» χύνουν με μια απλή κίνηση του στιλέτου, το αίμα κάθε καλλιτέχνη που ανοιχτά τολμά και καταδικάζει την αισχρότητα και την χυδαιότητα του λουμπενισμού τους, εμφανίζονται οι λεγόμενες δυνάμεις του «συνταγματικού τόξου», που με αφορμή τον θάνατο του Παύλου Φύσσα επικαλούνται τις αρχές της «νομιμότητας» και της «αποφυγής των άκρων» κάνοντας ακριβώς την ίδια δουλειά με τους δημαγωγούς και τους λαϊκιστές. Αντί να χαϊδεύουν τα αυτιά του δήμου, αντί να εκφράζονται με βάση που αυτά ο ίδιος θέλει ν’ ακούσει λένε δήθεν ότι επικαλούνται αυτό που πρέπει να ακουστεί, ακόμη και αν δεν αρέσει σε πολλούς. Όπως οι εμφανείς λαϊκιστές δημαγωγοί έτσι και οι εκπρόσωποι της «υπευθυνότητας» παίζουν ποντάροντας πάνω στον ίδιο παράγοντα, τα συναισθήματα, τον φόβο, την ελπίδα για ταχεία διέξοδο (από την ολική ταπείνωση και εξαθλίωση), την βαθύτερη ουσία της ανθρώπινης υπόστασης, αυτό που ο Freud ονόμαζε ψυχή (μια ψυχή που όντας εκ φύσεως βάρβαρη ποτέ κανείς δεν σκέφτηκε να την εκπολιτίσει), πράγμα που τους κατατάσσει στην ίδια κατηγορία με τους πρώτους.

Οι δημαγωγοί προβάλλοντας αληθοφανείς και μονομερείς διατυπώσεις και αναζητώντας αποδιοπομπαίους τράγους που συνήθως είναι οι μετανάστες, που με βάση τη δική τους λογική συμπιέζουν τις θέσεις εργασίας αφήνοντας απ’ έξω τους Έλληνες να πεινάνε, είτε οι Εβραίοι και οι μασόνοι που βάλλονται κατά του έθνους, ή στη λιγότερο ακραία εκδοχή, οι Γερμανοί που επειδή μισούν τους Έλληνες τιμωρούν έναν ολόκληρο λαό. Οι λαϊκιστές με προσωπείο υπευθυνότητας επικαλούμενοι τη γνώση και την αυθεντία επιβάλλονται μέσω του φόβου: αν δεν μας ψηφίσετε πείνα, κατάρες και καταστροφές θα σας βρουν, είτε, εσείς δεν ξέρετε τι θα πει διαχείριση της εξουσίας και γι’ αυτό ψηφίστε εμάς τους γνώστες και άριστους στην τέχνη της πολιτικής να ρυθμίσουν την κατάσταση με όποιο κόστος. Και ποιά είναι η απάντησή τους στη ρατσιστική βία; Οι ίδιοι μας λένε ότι για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο Χρυσή Αυγή, θα πρέπει να τεθεί το μόρφωμα αυτό εκτός νόμου. Ξεχνάνε όμως ότι η ὕβρις του φόνου, που υπήρξε απλά η κορυφή του παγόβουνου ενός γενικευμένου κυνισμού που καλλιεργούνταν τόσα χρόνια, δεν αντιμετωπίζεται με διατάγματα και νομοθετικές ρυθμίσεις. Ξεχνάνε επίσης ότι το ίδιο το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης που ακόμα υπηρετούν, εκπαίδευε στους κόλπους του τον μανιχαϊσμό, τον διαχωρισμό των ανθρώπων σε ‘άριους’ κι υπανάπτυκτους, σε ιδιωτικούς και δημόσιους, σε trendy και ‘κλασσικούς’. Και όλα αυτά με την παράλληλη απουσία κάθε δημοκρατικής παιδείας, καθώς αντί για τα διδάγματα του αρχαίου θεάτρου, οι σύγχρονοι αστοί δημοκράτες προσέφεραν την «παιδεία» της ευτυχίας, της επιτυχίας, των χόμπυς, την ολοκλήρωση μέσο του άκρατου καταναλωτισμού, την ‘αλήθεια’ μέσο της παθητικής και άκριτης ενημέρωσης από τα ΜΜΕ, την επαγγελματική αποκατάσταση μέσο του προσανατολισμού της παιδείας σε ‘πρακτικού’ τύπου γνώσεις με αποτέλεσμα να αποδυναμώνονται τα κοινωνικά και πολιτικά αντανακλαστικά των ψηφοφόρων. Ξεχνάνε ότι ο σπόρος της ολοκληρωτικής απανθρωπιάς έχει ήδη ριζώσει στην Ελληνική κοινωνία και αυτό δεν μπορεί να λυθεί μέσα από γραφειοκρατικές διαδικασίες. Κάτι τέτοιο επιβεβαιώνεται άλλωστε και ιστορικά: πού ήταν η «νομιμότητα» να σταματήσει την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία την περίοδο του μεσοπολέμου; Ποιοί νόμοι ήταν ικανοί να σταματήσουν την γενοκτονία των Εβραίων και συνάμα την εξόντωση άλλων 50 εκατομμυρίων ανθρώπων; Αν πραγματικά η ανθρωπότητα θελήσει να αυτοκτονήσει τότε κανείς δεν θα μπορέσει να την σταματήσει, παρά μόνο η ίδια και αυτό μπορεί να το πετύχει μονάχα μέσω της δημοκρατίας[2], την μόνη απάντηση στην ύβρη (Καστοριάδης 2006, σ.457)

Τέλος, όπως λέει κι ο χορός των πολιτών στις Ευμενίδες του Αισχύλου: «Των Συμφορών η διχόνοια, εγώ εύχομαι να μην ξεσπάσει στη πόλη. Μήτε εμφύλιο αίμα οργής η γη να πιει, και να ζητά για το χυμένο αίμα άλλο αίμα. Τη χαρά να ανταποδίδουν αδελφωμένοι οι πολίτες και από κοινού να αποφασίζουν. Η συμφωνία σώζει το κακό από τους ανθρώπους» (στ. 1009-1016).

[1] Επίσης με βάση τον V.Naquet (2010), ο Αισχύλος στην τραγωδία του «Πέρσαι», που έγραψε αμέσως μετά την ναυμαχία  της Σαλαμίνας, για να τονίσει την σημασία της ύβρεως έγραψε την τραγωδία από την σκοπιά του ηττημένου, δλδ των Περσών, παρόλο που ο ίδιος είχε  πολεμήσει στην Σαλαμίνα σαν νικητής με το πλευρό των Αθηναίων, που θα είχε κάθε λόγο να πανηγυρίζει, θέλοντας  έτσι να δείξει ότι δεν μετράει η στρατιωτική νίκη των Αθηναίων, ή αντίστοιχα η νίκη ενός έθνους θα λέγαμε σήμερα, αλλά η ύβρις ή αλλιώς εκείνη η παράλογη δύναμη της ψυχής που οδηγεί κάποιον στην καταστροφή, ακόμα και ένα ολόκληρο λαό. Θα μπορούσε  κάλλιστα να γράψει ενα κείμενο που να τονίζει την Νίκη της Πόλης του. Αυτό ήταν το αντι-εθνικιστικό μύνημα του Αισχύλου, όσο και της ετερότητας του Ελληνικού πολιτισμού με βάση τον Γάλλο συγγραφέα.

Επιπλέον, η Hannah Arendt (1998, σ.176) επίσης λέει ότι η Ετερότητα ως αμεροληψία και αποδοχή του άλλου ξεκίνησε στη Αρχαία Ελλάδα. Συνεπώς, όχι μόνο κάθε έννοια εθνικισμού και κλειστότητας κοινωνιών κατά την περίοδο αυτήν ήταν απούσα αλλά, ταυτόχρονα, η χρήση των αρχαίων Ελληνικών κειμένων με σκοπό την ανάδειξη ενός εθνικιστικού φαντασιακού αποτελεί μέγιστη ημιμάθεια και ασέβεια ως προς το πραγματικό αρχαιοελληνικό πνεύμα, την γέννηση της δημοκρατίας, της ισότητας, της ισηγορίας και της ελευθερίας.

[2] Η πραγματική (ή αλλιώς η άμεση) δημοκρατία με τίποτα δεν θα πρέπει να συνδέεται με την νεοτερική έκβαση της φιλελεύθερης ολιγαρχίας/αριστοκρατίας, που θέτει ως βασίζεται πάνω στην αρχή της αντιπροσώπευσης και του κοινοβουλευτικού θεσμού: «Η ιδέα των αντιπροσώπων είναι νεότερη. Προέρχεται από τη φεουδαρχία, το άδικο και παράλογο σύστημα διακυβέρνησης που υποβιβάζει το ανθρώπινο όν και εξευτελίζει το όνομά του. Στις αρχαίες πολιτείες, ακόμα και στις μοναρχίες, ουδέποτε ο λαός είχε αντιπροσώπους. Η λέξη αυτή ήταν άγνωστη» (Rousseau 2003, σ.114)

Στη μνήμη του Παύλου Φύσσα…

Βιβλιογραφία
Αισχύλος, 1992. Ευμενίδες – Ορέστεια. Αθήνα: Εκδόσεις Κάκτος.
Δεσποινιάδης, Κ., 2008. Πόλεμος και Ασφάλεια, Θεσσαλονίκη: Πανόπτικον.
Καστοριάδης, Κ., 1999. Η Αρχαία Ελληνική δημοκρατία και η Σημασία της για μας Σήμερα. Αθήνα: Υψιλον βιβλία.
Καστοριάδης, Κ., 2006. Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα. Αθήνα: Κριτική.
Καστοριάδης, Κ., 2008. Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα. Αθήνα: Κριτική.
Arendt, H., and Canovan, M., 1998. The Human Condition. 2Nd ed. Chicago: The University of Chicago Press.
Naquet, V., 2010. Aeschylean Tragedy. London: Bloomsbury Academic.
Finley, M. I. 1973. The ancient economy. London: Chatto & Windus.
Finley, M. I. 1985. Democracy ancient and modern. 2Nd ed. London: Hogarth.
Rousseau, J., J., and Gourevith, V., 2003. Rousseau: ‘The Social Contract’ and Other Later Political Writings. 2Nd ed. Cambridge: Cambridge University Press.
Weber, M., 1992. The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism. 2Nd ed. London: Routledge.

Συγγραφή: Μιχάλης Θεοδοσιάδης και Μίλτος.

Ο Αντερς Μπρέιβικ και οι φασιστικές θηριωδίες: δύο χρόνια μετά

Εμείς και η ΕΡΤ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ακόμα και οι τυφλοί μπόρεσαν να δουν το ρεσιτάλ χυδαιότητας και αυταρχισμού που παρέδωσε η κυβέρνηση Σαμαρά με την απόφασή της να κλείσει την ΕΡΤ, απολύοντας χιλιάδες εργαζόμενους και στέλνοντας σαφές μήνυμα προς τη μεριά της κοινωνίας: είμαστε αποφασισμένοι να προχωρήσουμε στην υλοποίηση του προγράμματός μας και όποιος σταθεί εναντίον μας θα είμαστε εδώ και εν μέσω μιας νυκτίς με πυγμή, αυθαιρεσία και καταστολή, στην υπηρεσία της υπεράσπισης του καθεστώτος, θα τον εκμηδενίσουμε. Την ίδια στιγμή στο πλευρό των κυβερνητικών επιλογών στέκονται οι φασίστες της Χρυσής Αυγής αλλά και οι ανεκδιήγητοι αναγνώστες της ακροδεξιάς φυλλάδας Στόχος, οι οποίοι πανηγυρίζουν για το τέλος ενός θεσμού που, κατά τι δική τους «κρίση» αποτελεί σύμβολο της «αμαρτωλής γενιάς του Πολυτεχνείου» που ευθύνεται για όλα τα κακά του τόπου.

Από την πρώτη μέρα που ανεπιτυχώς η κυβέρνηση προσπάθησε να βάλει λουκέτο στην δημόσια τηλεόραση, οι διάφοροι υπερασπιστές του δόγματος των αυτο-ρυθμιζόμενων αγορών άρχισαν να κάνουν λόγο για το πόσο διεφθαρμένος οργανισμός είναι η ΕΡΤ, πόσο ζημιογόνος προς το δημόσιο οικονομικό συμφέρον, για την αναξιοκρατία σε ότι αφορά τον διορισμό του προσωπικού, για το πόσο παχυλές είναι οι μηνιαίες απολαβές των εργαζόμενων της, και διάφορες παρόμοιες ιστορίες που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τον ιδεολογικό φανατισμό της τεχνοκρατικής πολιτικής ελίτ και των ευρωεξτρεμιστών που δουλεύουν ακούραστα προσπαθώντας να μας πείσουν ότι η ελληνική κοινωνία είναι ανίκανη για όλα, και, συνεπώς δεν έχει άλλη διέξοδο παρά μόνο αν ακολουθήσει πιστά την προτεσταντική ηθική του καπιταλιστικού φαντασιακού. Αγνοούν, όμως, ότι ακόμα και οι συμπορευόμενοί τους στο δόγμα των περικοπών και της απόλυτης κυριαρχίας των αγορών κατέκριναν την στάση της κυβέρνησης. Κι ενώ η στάση του πρωθυπουργού παραμένει ίδια, πως η ΕΡΤ αποτελεί μια ζημιογόνα επιχείρηση, ένα βάρος στην εθνική οικονομία από το οποίο πρέπει να απαλλαγούμε, οι αναφορές της Humanite φανερώνουν μια άλλη πραγματικότητα, ότι αντίθετα με τα όσα λέγονται η ΕΡΤ αποκόμιζε κέρδος και, σε γενικές γραμμές, συνέβαλε θετικά στη διαμόρφωση του πολιτικού και πολιτισμικού γίγνεσθαι της χώρας, ενώ το Spiegel επισημαίνει ότι τα Γερμανικά κανάλια κοστίζουν περισσότερο στην τσέπη του Γερμανού φορολογούμενου, απ’ ότι αντίστοιχα η ΕΡΤ στην περίπτωση της Ελλάδας. Τέλος, ο Φοιτητικός Σύλλογος Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας τονίζει ότι «τα μεγάλα ιδιωτικά κανάλια κοστίζουν πολύ περισσότερο [από τα δημόσια] στο ελληνικό κράτος και κατά συνέπεια στην τσέπη του λαού».

ΕΡΤ και αντιφάσεις

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι μυστικό ότι πολλοί από τους εργαζόμενους της ΕΡΤ αμείβονται πλουσιοπάροχα. Αποτελεί πρόκληση, όμως, η εξομοίωση όλων όσων έχουν για χρόνια συνεισφέρει, πολιτισμικά αλλά και πολιτικά στην ΕΡΤ με τα λίγα υψηλόβαθμα στελέχη της που στην ουσία αποτελούν φορείς κρατικής προπαγάνδας, όπως και το τσουβάλιασμα όλων των εργαζόμενων που προσέφεραν ψυχή και σώμα (έναντι χαμηλών αμοιβών) για την ομαλή λειτουργία του οργανισμού με την μειοψηφία αυτών που «τρώνε με χρυσά κουτάλια». Γνωρίζουμε πως δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου εκφωνητές αποκαλούν βάνδαλους διαδηλωτές οι οποίοι προσπαθούν ν’ ανακαταλάβουν μια πλατεία όταν απωθούνται βίαια από δυνάμεις των ΜΑΤ εξασκώντας το αυτονόητο δικαίωμα της διαμαρτυρίας. Γνωρίζουμε και για τις αναξιοκρατικές σχέσεις εργασίας εντός της ΕΡΤ, κάτι που ούτε λίγο ούτε πολύ αφορά κάθε κερδοσκοπικό οργανισμό, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως! Έτσι, λοιπόν, ένα από τα βασικότερα θέματα που πρέπει να συζητηθούν εδώ είναι τα θεσμικού τύπου προβλήματα που αφορούν την λειτουργία του μηχανισμού αυτού, κυρίως σε ότι αφορά τον ρόλο του μέσα στην κοινωνία.

Πρώτα απ’ όλα η ΕΡΤ ουδέποτε υπήρξε μια πλήρως δημόσια επιχείρηση, αλλά κατά βάση αποτελεί μια κρατική μηχανή που απλά απευθύνεται στο δημόσιο. Ο πρωταρχικός της ρόλος είναι να εκτελεί αποφάσεις που εγκρίνουν οι διάφοροι γραφειοκρατικοί – ίσως και κομματικοί – μηχανισμοί, και αυτό επιβεβαιώνεται έπειτα από την απόφαση του ΣτΕ να ανασταλεί η κυβερνητική απόφαση, όπου και ο παλιός χαρακτήρας της επέστρεψε, ενώ οι συζητήσεις κοινωνικού προβληματισμού (κυρίως στην ΕΡΤ3) που κυριαρχούσαν καθ’ όλη την διάρκεια που εξέπεμπε «πειρατικά», δίνουν και πάλι τη θέση τους δειλά δειλά στον καθωσπρεπισμό. Είναι, λοιπόν, προφανές σε αυτή την φάση της γενικευμένης κρίσης, πως οι κρατικοί θεσμοί κάθε άλλο παρά ικανοί είναι να διαχειριστούν ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, κάνοντας αυτό που ξέρουν καλύτερα: φιμώνουν, απολύουν και καταστέλλουν. Σαφώς είναι πολύ δύσκολο για την ελληνική (όπως και κάθε) κοινωνία να ξεχάσει τις προ-μνημονιακές «δόξες» χαράζοντας τη δική της πορεία αυτόνομα, δίχως την ανάγκη πίστης σε κάποιον «μπαμπά-κράτος», προτάσσοντας έτσι τη δημιουργία μιας πραγματικά δημόσιας σφαίρας, ενός ανοιχτού – για όλους τους πολίτες – πολιτικού σώματος. Ο ελευθεριακός χώρος μέχρι στιγμής υπήρξε ο μόνος που συνεχώς έκανε λόγο για την απόρριψη του κράτους και των θεσμών του, αλλά εμφανίζεται αδύναμος να εκμεταλλευτεί την συγκεκριμένη ευκαιρία αυτοδιαχείρισης όταν αυτή παρουσιάζεται. Μήπως, όμως, βρισκόμαστε στην κατάλληλη στιγμή όπου όλοι όσοι είναι διατεθειμένοι να παλέψουν με όλες τους τις δυνάμεις για την επαναλειτουργία της ΕΡΤ θα πρέπει να προτείνουν μια διαφορετικού τύπου επαναλειτουργία, όχι από το κράτος αλλά από την ίδια την κινηματική βάση της κοινωνίας;

Περί διαφθοράς

Οι θιασώτες του δόγματος των αυτο-ρυθμιζόμενων αγορών, της «μή-παρεμβατικότητα» και του ελεύθερου εμπορίου συνεχώς κάνουν λόγο για τη διαφθορά του ελληνικού δημοσίου, προβάλλοντας αυτό το εν μέρη ορθό επιχείρημα ως δικαιολογία με σκοπό να προχωρήσουν ακόμα περισσότερο οι περικοπές και οι απολύσεις που οδηγούν στην περαιτέρω εξαθλίωση ολόκληρης της κοινωνίας. Ξεχνούν, όμως, ότι στις «πολιτισμένες» και αναπτυγμένες χώρες (πρότυπα για εμάς) της καπιταλιστικής Δύσης, η διαφθορά κρύβεται κάτω από τον μανδύα της νομιμότητας, του εξορθολογισμού και της αυστηρής εφαρμογής των νόμων, όπου οι διευθυντές τραπεζών μπορούν και αυξάνουν τους μισθούς τους μέσω διαδικασιών που δεν έρχονται σε αντίθεση με τον ποινικό κώδικα (όπως στην ελληνική περίπτωση). Φοροδιαφεύγουν όμως συστηματικά, ιδιαίτερα αν υπολογίσουμε το γεγονός ότι οι διάφορες κυβερνήσεις με ειδικές διατάξεις επιτρέπουν φοροαπαλαγές σε μεγαλοεπιχειρηματίες, ενώ στην Ελλάδα διεφθαρμένος θεωρείται αυτός που δεν τηρεί τα νόμιμα μέσα οικονομικών συναλλαγών προκειμένου να αυξήσει τα κέρδη του. Ούτε φυσικά οι προσλήψεις σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες γίνονται πάντα «αξιοκρατικά», όπως πολλοί νομίζουμε. Αντιθέτως μεγάλο κομμάτι εργαζομένων εξασφαλίζει μια θέση εργασίας επειδή τυχαίνει να γνωρίζει άτομα που θα τον προτείνουν στον υπεύθυνο προσλήψεων μιας επιχείρησης, ή, πολλές φορές και τον ίδιο τον διευθυντή. Πρόκειται για το γνωστό networking ή lobbying που λένε στην Αγγλία και τις Η.Π.Α. Συνεπώς τα περί αναξιοκρατίας στην ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από φθηνές δικαιολογίες. Η (νόμιμη ή παράνομη) διαφθορά αποτελεί πεμπτουσία των κοινωνιών που ζούμε, αναπόσπαστο κομμάτι του φαντασιακού του κέρδους, της απεριόριστης αύξησης κεφαλαίων με όποιο κόστος και μέσο, της λογικής του να «φάμε» όσο το δυνατό περισσότερο, από όπου και κανένας θεσμός ή επιχείρηση δεν ξεφεύγει.

Ακόμη, όμως, και αν υιοθετήσουμε τις απόψεις αυτές, ότι η ΕΡΤ είναι ένα οχυρό διαφθοράς και αναξιοκρατίας που θα πρέπει πάση θυσία να κλείσει, τότε πέφτουμε σε μια διττή αντινομία: εφόσον όσοι διορίζονται στο δημόσιο έχουν από πίσω τους κάποιον κομματικό επίτροπο που αναλαμβάνει να τους εξασφαλίσει μια θέση επιβίωσης, τότε πώς είμαστε σίγουροι ότι το νέο προσωπικό που θα στελεχώσει την ΝΕΡΙΤ δεν θα αποτελείται εξίσου από διεφθαρμένους υπηρέτες της κυβέρνησης; Μπορεί κανείς να βασιστεί στις υποσχέσεις του Σαμαρά, ότι δήθεν η τρικομματική έχει αποκηρύξει το «αμαρτωλό» παρελθόν των πελατειακών σχέσεων, όταν σοβαρές υποψίες υπάρχουν πως στο μουσείο της Ακρόπολης διορίστηκαν όλοι οι ψηφοφόροι του Σαμαρά; Τί σημαίνει κάτι τέτοιο; Μήπως παρομοίως, το εργατικό δυναμικό της ΝΕΡΙΤ θα αποτελείται εξ’ ολοκλήρου από φερέφονα Νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όπως, πάνω κάτω ισχύει στις περισσότερες αγγλοσαξωνικές χώρες, αλλά και, δεδομένου ότι η Χρυσή Αυγή πλέον έχει αποκτήσει έρεισμα στην ελληνική κοινωνία (φυσικά, πάντοτε με τη βοήθεια των ιδιωτικών καναλιών), πολλοί από τους νέους εργαζόμενους θα είναι και συμπαθούντες προς το φασιστικό αυτό σχήμα (άλλωστε, υπάρχουν ενδείξεις περί μελλοντικής συνεργασίας μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και Χρυσής Αυγής); Πώς μπορεί να βασιστεί κανείς στις εξαγγελίες της γαλάζιας παράταξης ότι ο πόλεμος ενάντια στη διαφθορά έχει ξεκινήσει, όταν ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Ν. Δένδιας όχι μόνο αρνείται να εξετάσει τους βασανισμούς κατά ακτιβιστών εντός αστυνομικών τμημάτων, τις σχέσεις Χρυσής Αυγής με την αστυνομία, και αντί γι’ αυτό, απειλεί την Guardian με μηνύσεις, λόγω της εκτεταμένης κάλυψης ενός γεγονότος που θυμίζει δικτατορικό καθεστώς; Ή μήπως η ίδια κυβέρνηση θα έμπαινε και στη διαδικασία να σφραγίσει ακόμη και τα γραφεία της Guardian αν είχε τη δυνατότητα να το πράξει, όπως ακριβώς έπραξε με την ΕΡΤ μέσα σε μια νύχτα; Ποιά ήταν, τέλος, η στάση των κρατικών αρχών κατά τη διάρκεια της δημοσιοποίησης της λίστας Lagarde από τον Κώστα Βαξεβάνη, μια λίστα που όχι μόνο η πολλά υποσχόμενη νέα κυβέρνηση, αλλά και οι προηγούμενες από την πρώτη στιγμή όφειλαν να είχαν ερευνήσει; Ας μην τρέφουμε, λοιπόν, αυταπάτες καταπίνοντας αμάσητα φτηνές δικαιολογίες.

Έχουμε την τηλεόραση που μας αξίζει

Η ΕΡΤ δεν αποτελεί κάποιο ύψιστο δείγμα πολιτισμού, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσει κανείς ότι μέσω της ΕΡΤ προβάλλεται και η Eurovision και διαφόρων ειδών εκφυλισμένα πανηγυράκια. Όμως, μέσω της ΕΡΤ κατάφεραν κάποιοι να μάθουν για προσωπικότητες σαν τον Μπαρμπα-Γιάννη Ταμτάκο (ιστορική φιγούρα του ελληνικού εργατικού κινήματος), πράγμα ανήκουστο για τα δεδομένα των ιδιωτικών καναλιών. Θα μπορούσε, λοιπόν, να υπάρξει κάποιου είδους δημόσια τηλεόραση η οποία θα στέκεται δίπλα στον πολίτη, θα προβάλλει τη γνώμη του, δημιουργώντας έτσι μια δημοκρατική πλατφόρμα (όσο αυτό είναι εφικτό για τα δεδομένα της τηλεόρασης) αντί να προωθεί μονομερείς απόψεις και λειτουργώντας σαν προπαγανδιστική μηχανή; Σαν μια πρώτη πρόχειρη ιδέα, θα μπορούσαν να υπάρξουν εκπομπές στις οποίες δημοσιογράφοι μαζί με τα συνεργία τους θα επισκέπτονται διάφορες περιοχές της χώρας, καλώντας τους κατοίκους σε κεντρικά σημεία να εκφράσουν όλοι την άποψή τους για τα μείζονα ζητήματα, ζωντανά σε πανελλήνια προβολή. Τί μπορούμε να πούμε, όμως, όταν κατά τη διάρκεια αυτών των εκπομπών, η πλειοψηφία θα προτιμά να βρεθεί στον καναπέ της για να παρακολουθήσει τον Σουλεϊμάν ή τα μεσημαριανάδικα αντί να προβληματίζεται για την γνώμη των συμπολιτών της μερικά χιλιόμετρα παραπέρα; Τί μπορούμε να πούμε όταν ελάχιστοι είναι αυτοί που γνωρίζουν την εκπομπή Παρασκήνιο, ενώ σχεδόν όλοι χάσκουμε μπροστά στο γυαλί βλέποντας τον Πρέκα να ωρύεται, τους παπάδες να καταριούνται ομοφυλόφιλους και μετανάστες ή την ξανθιά καχεκτική να ποζάρει με το νέο της συνολάκι της; Τί μπορούμε να πούμε όταν οι πολίτες-πελάτες ενδιαφέρονται λιγότερο να μάθουν για το ποιός ήταν ο Κορνήλιος Καστοριάδης ή για το έργο του Κώστα Αξελού και προτιμούν να παρακολουθούν κάκιστης ποιότητας μεταγλωττισμένα σίριαλ; Γιατί εμείς την ίδια στιγμή εκφράζουμε την αγανάκτησή μας για τις δηλώσεις Κεδίκογλου και της Νεοφιλελεύθερης παρέας του, οι οποίοι ανοιχτά σχεδόν μας λένε πως είναι προτιμότερο να έχουμε σκυλάδικο σε κάθε γειτονιά αντί μια συμφωνική ορχήστρα στο κανάλι, εφόσον το σκυλάδικο βγάζει πιο πολλά λεφτά, πως είναι προτιμότερο να μένουμε κοινωνικά απαθείς, αμέτοχοι και πολιτικά νεκροί, αντί να γνωρίζουμε τον Καρούζο και τον Ελύτη, ή να προβληματιζόμαστε με στιγμιότυπα της παγκόσμιας ιστορίας;

Απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δεν μπορούν να δοθούν  έτσι απλά, καθώς το ζήτημα εδώ είναι βαθύτερο, αγγίζει τη συνολική πολιτισμική, ηθική, αξιακή και πολιτική κατάπτωση που χαρακτηρίζει όχι μόνο την ελληνική, αλλά και όλες τις κοινωνίες που δέχονται το Δυτικό φαντασιακό αναντίρρητα. Μπορούν, όμως, να υπάρξουν αντιπροτάσεις με σκοπό την μεταστροφή του κλίματος που δημιουργούν τα μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, εφόσον πάντα επιθυμούμε και μεταστροφή σε όλη την κοινωνία, κάτι που φυσικά προϋποθέτει ρήξη με τον άθλιο καταναλωτικό πολιτισμό, με τα ιδανικά του κέρδους και του αλληλοφαγώματος, του κρετίνικου ατομικισμού που έχει μετατρέψει ολόκληρες ηπείρους σε παραγωγικά ζόμπι. Υπάρχουν, τέλος, οι δυνατότητες για να πετύχουμε κάτι παραπάνω και η κατάλληλη στιγμή για να διεκδικήσουμε κάτι τέτοιο βρίσκεται μπροστά τώρα, όπου το ζήτημα της δημόσιας τηλεόρασης τίθεται πλέον παντού και κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο. Αλλά θα πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει μέση οδός. Ας πούμε όχι, λοιπόν, στην αναδιάρθρωση του χρέους, στις υποσχέσεις για ανάπτυξη, στο success story, και ΝΑΙ στην αναδιάρθρωση της ίδιας μας της ζωής, ΝΑΙ στον επανακαθορισμό των αναγκών μας και τον επαναπροσδιορισμό του συλλογικού μας προσανατολισμού. Διότι σε μερικά πράγματα δεν υπάρχουν μεσαίες λύσεις. Ή με το σκυλάδικο ή με τον κοινωνικό προβληματισμό. Ή με την αποχαύνωση ή με την δημιουργία. Ή με την ελευθερία ή με τον αυταρχισμό (ο οποίος αυταρχισμός αρχικά ξεκινά από μέσα μας, εδραιώνεται με την πολιτική μας απάθεια και αμορφωσιά και στη συνέχεια σαν γάγγραινα μολύνει όλο το κοινωνικό σύνολο, οδηγώντας μας στον φασισμό, στον απόλυτο θάνατο). Καί τα δυο μαζί δεν γίνονται!