Menu

EAGAINST.com

Λίγες ακόμα σκόρπιες σκέψεις για τις ευρωεκλογές, το πραγματικό διακύβευμα και τα πραγματικά ζητούμενα

Στο προηγούμενο μου άρθρο που αναρτήθηκε λίγες μέρες πριν «για τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών 2014» ειπώθηκαν διάφορα αναφορικά με την άνοδο της ακροδεξιάς, τις δυναμικές της, καθώς και την αύξηση των ποσοστών των αριστερών κομμάτων στις χώρες του νότου, πράγμα που για τα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης – τα οποία συνεχώς εστιάζουν στη νίκη του Φαράτζ (Βρετανία) και της Λεπέν στη Γαλλία αντίστοιχα – αποτελεί ασήμαντη λεπτομέρεια. Φυσικά, στον επίλογο του άρθρου, κατέστησα σαφές ότι το δημοκρατικό έλλειμμα και ο κοινωνικός πόλεμος (εντός του οποίου εντάσσεται και ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός, η ξενοφοβία και κάθε είδους διάκριση) δεν είναι φαινόμενα που μπορούν να εξαλειφθούν μέσα από ολιγαρχικές διαδικασίες, όπως οι εκλογές. Αλλά σε γενικές γραμμές ισχυρίστηκα ότι τα δεδομένα που έχουμε μπροστά μας μόνο κατόπιν ψύχραιμης ανάλυσης και διαύγασης μπορούν να μας οδηγήσουν σε βάσιμα συμπεράσματα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και η υπερπροβολή του «ευρωσκεπτικιστικού σεισμού» από τα Μέσα Ενημέρωσης, ως η μοναδική απειλή που αυτή τη στιγμή καλούνται οι κοινωνίες να αντιμετωπίσουν, όχι μόνο δεν συμβάλλει στην πτώση των ποσοστών των κομμάτων αυτών, αλλά απεναντίας οξύνει ακόμα περισσότερο τις αντιδράσεις σε μια περίοδο όπου απαιτείται το άκρως αντίθετο· δράση αλλά και περισυλλογή, πράξη αλλά και διαύγαση, συζήτηση και όχι κινδυνολογία, ταμπουϊσμό και στρουθοκαμηλισμό. Εξηγώ λοιπόν για όλα αυτά παρακάτω:

1. Η άνοδος του ακροδεξιού λαϊκισμού και η συνολική εικόνα

Σε πρώτη φάση, ο χαρακτηρισμός των αριστερών και των φιλελεύθερων για τα κόμματα αυτά ως φασιστικά και ναζιστικά είναι όχι μόνο υπερβολικός αλλά τερατώδης. Διότι ούτε ο Φαράτζ ούτε η Λεπέν αμφισβητούν την φιλελεύθερη «δημοκρατία», τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και τις εκλογές. Ελάχιστα από αυτά τα κόμματα – έως κανένα – είναι προσωποπαγή (στην πραγματικότητα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α είναι πολύ πιο προσωποπαγής από ότι το Κόμμα της Ελευθερίας του Βίλντερς πχ), κανένα μανιφέστο από τέτοιες οργανώσεις δεν μιλά για απόλυτη πίστη σε κάποιον ηγέτη ή επιθυμεί κατάληψη της εξουσίας με εξωκοινοβουλευτικές μεθόδους. Αντίθετα αυτοί που επιθυμούν σιδηρά πυγμή και πίστη στον αρχηγό είναι η Χρυσή Αυγή, το Ουγγρικό Γιόμπικ το Γερμανικό Δημοκρατικό Κόμμα καθώς και το Βρετανικό Εθνικό Κόμμα, οι μόνες οργανώσεις με καθαρά ναζιστική/φασιστική χροιά και ιδεολογία. Σε αντίθεση λοιπόν με τους δεύτερους (που δεν διστάζουν να σχηματίσουν εθνοφρουρές και παραστρατιωτικές ομάδες, ή συσσίτια μίσους), οι πρώτοι ελάχιστη παρουσία έχουν στους δρόμους και η κινηματική τους βάση είναι επί της ουσίας ανύπαρκτη. (Άλλωστε μαζικά ναζιστικά κινήματα στη σημερινή Ευρώπη, όπως τη δεκαετία του 30, δεν υφίστανται σε καμία χώρα της υφηλίου, ούτε καν και στην εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης Ουκρανία, όπου ο Δεξιός Τομέας – υπαίτιος για δολοφονίες Εβραίων και αντιφρονούντων κατά τη διάρκεια των βανδαλισμών κατά την περίοδο των διαδηλώσεων της Euromaidan, στις πρόσφατες εκλογές κατέγραψε ποσοστά αμελητέα).

Σε πρώτη φάση θα πρέπει να μιλήσουμε με όρους εκλογικής συμπεριφοράς, κι εδώ δεν θέλει και πολύ να καταλάβουμε γιατί ο Φαράτζ ή η Λεπέν είναι δελεαστικοί για τους ψηφοφόρους. Σε πολλές περιπτώσεις λένε – με τρόπο φυσικά άκομψο, δημαγωγικό και λαϊκιστικό (κάτι που τους καθιστά εμπορεύσιμους και θεαματικούς στο απαθές ευρύ κοινό) – αυτό που θα έπρεπε να έχει ήδη ειπωθεί από τις δυνάμεις του αντικαθεστωτικού χώρου (μέ ή χωρίς εισαγωγικά). Τρεις είναι οι, επί της ουσίας, λόγοι που μας βοηθούν να καταλάβουμε την άνοδο της ακροδεξιάς:

  1. Δεν μπορούμε να παραβλέπουμε ότι μονάχα όσοι έχουν άμεσα συμφέροντα από την νεοφιλελεύθερη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαφωνούν με το ότι τα τελευταία επτά χρόνια η πολιτική γραμμή της έχει καταστεί εχθρική για τους λαούς, μέσω των συνεχόμενων μέτρων λιτότητας, αυταρχικοποίησης και χυδαίων εσωτερικών παρεμβάσεων: τί έγινε για παράδειγμα με την αντικατάσταση του Γ.Παπανδρέου από τον Παπαδήμο ή του Μπερλουσκόνι από τον Μόντι έπειτα από εξαγγελίες για «λαϊκή ετυμηγορία» με στόχο την εφαρμογή μέτρων λιτότητας; Τί έγινε με την αρχική απόρριψη της συνθήκης της Λισσαβόνας από τους Ιρλανδούς, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να μπουν σε δεύτερη διαδικασία δημοψηφίσματος με σκοπό να δοθεί θετική απάντηση – απάντηση που φυσικά βολεύει μια χαρά τις Βρυξέλλες; Κάποιοι με βάση τα (πραγματικά) αυτά γεγονότα – και με αφορμή τον φόβο που προκαλούν και την ανασφάλεια που διαχέουν μέσα σε μια κοινωνία που όλα μοιάζουν να καταρρέουν – χτίζουν και προωθούν διαφόρων ειδών θεωρίες συνωμοσίας (οι οποίες, αν μη τι άλλο, τροφοδοτούν και ενισχύουν τα ποσοστά των κομμάτων αυτών). Οι λόγοι είναι ένα σωρό: αδυναμία κοινωνικής διαύγασης, ναρκισσιστική/ταυτιστική ιδεολογικοποίηση και παρωπιδισμός, θεαματική (και υπόρρητη) αναπαραγωγή του μεταμοντέρνου κιτς…  Αυτό φυσικά δεν αναιρεί το γεγονός ότι καμία λαϊκή βούληση πλέον δεν γίνεται σεβαστή αν δεν συμβαδίζει με τα σχέδια των αγορών, με την τυφλή, πεισματική και συνεχόμενη εμμονή της υπάρχουσας ιντελιγκέντσιας στο δόγμα του χυδαίου οικονομισμού που σαν οδοστρωτήρας έχει καταστρέψει κάθε κοινωνική σχέση (ο λεγόμενος κοινωνικός πόλεμος).
  2. Σε ότι αφορά το μεταναστευτικό επίσης (πάνω στο οποίο έχει στηθεί ολόκληρη η προπαγάνδα της ακροδεξιάς) μόνο οι φιλελεύθεροι (και δυστυχώς ένα μεγάλο κομμάτι αριστερών) εξακολουθούν ακόμα να θεωρούν την πολυπολιτισμικότητα ως ιδανικό μοντέλο, αγνοώντας το γεγονός ότι ο πολιτισμικός σχετικισμός που προωθεί υποθάλπει εξίσου ακραίους εθνικισμούς (συνήθως από μετανάστες) όπως για παράδειγμα ο Ισλαμικός φονταμενταλισμός. Στην πραγματικότητα η παρηκμασμένη αριστερά δεν δέχεται απολύτως καμία αντίρρηση στο ζήτημα αυτό, βαφτίζοντας «ρατσιστή» και «φασίστα» οποιονδήποτε τολμά να θίξει τέτοια ερωτήματα, στο βαθμό που άλλα βασικά θέματα κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως η ισότητα των φύλων και η ελευθερία του σεξουαλικού προσανατολισμού (τα οποία αμφισβητούνται από τα πιστεύω και τις ιδέες κάποιων συντηρητικών μεταναστών – φυσικά όχι όλων), περνάνε σε δεύτερη μοίρα. Απεναντίας, καμία από αυτές τις δύο δυνάμεις δεν προσπαθεί να καταλάβει ότι το πολυπολιτισμικό μοντέλο απέτυχε όχι όμως γιατί δεν είναι εφικτή η συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο (όπως εξακολουθούν να λένε οι ρατσιστές – με πρώτο και καλύτερο τον Μπρέιβικ) αλλά γιατί πολύ απλά δεν υφίσταται καμία εξισωτική δύναμη εντός του, καμία τάση με στόχο την εύρεση ενός κοινού τόπου επικοινωνίας μέσα στο στίβο του σκληρού οικονομικού ανταγωνισμού, αναζητώντας νέα προτάγματα (όπως αυτό των διαπολιτισμικών σχέσεων).
  3. Ας μην ξεχνάμε φυσικά ότι ένα μεγάλο ποσοστό αυτών που επέλεξαν τον κύριο Φαράτζ ή τον κύριο Σόινι οφείλεται εξίσου και στην υποτιθέμενη οικονομική αλληλεγγύη προς τις χώρες του νότου. Εδώ και πέντε χρόνια οι μεγάλες σε κυκλοφορία tabloid εφημερίδες του βορρά (όπως η Daily Mail και η Bild) μηρυκάζουν διαρκώς για τον ελληνικό λαό – και τους υπόλοιπους λαούς τους νότου αντίστοιχα – πως είναι όλοι τεμπέληδες, φοροφυγάδες και απατεώνες που επιθυμούν με τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογούμενων (οι οποίοι είναι όλοι τίμιοι) να μπαλώσουν την κρίση (η οποία είναι δημιούργημα της μεσογειακής τους οκνηρίας). Έτσι, η πλειοψηφία των λαών του βορρά – που πιστεύει ότι παίζει το ρόλο του αλόγου στην κούρσα της μεσογειακής σιέστας – επιλέγει τις ευρωσκεπτικιστικές πολιτικές (που στην πραγματικότητα εκφράζονται μέσα από ακροδεξιά λαϊκιστικά σχήματα) με στόχο την άμεση διακοπή της χρηματοδότησης. Άλλωστε όταν οι Βρετανοί διαδήλωναν στους δρόμους του Λονδίνου ενάντια στη λιτότητα (μαζί με εκφυλισμένα συνδικάτα) δεν επιθυμούσαν «ανατροπή» και «κοινωνική πολιτική» (όπως αντίθετα θέλουν να πιστεύουν οι αριστερές σέχτες) αλλά επιστροφή στην παλιά ευμάρεια με το κράτος να παίζει το ρόλο του κοινωνικού προστάτη ή να πάψει η κυβέρνηση κόβει μισθούς και συντάξεις με σκοπό να χρηματοδοτεί την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους «τεμπέληδες» του νότου (ένα μεγάλο ποσοστό εξέφρασε τέτοιες απόψεις).

2. Η τριπλή πόλωση που συνθέτει το παζλ

Στις περισσότερες χώρες του βορρά – όπου η αριστερά είναι ανύπαρκτη για πολλούς και διάφορους λόγους – αυτές τις αντιδράσεις προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τα ακροδεξιά κόμματα που, επιπλέον, όχι μόνο δεν εκφράζουν κάποιο επεκτατικό εθνικισμό ή αποικιοκρατικό ρατσισμό – εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον -, αλλά απεναντίας προβάλλουν έναν αντιδραστικό εθνικο-συντηρητισμό καθαρά αμυντικής φύσεως, όπως εναντίωση στην εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, εναντίωση στην εμπλοκή των Δυτικών στον πόλεμο της Συρίας και στη Λιβύη. (Το κατά πόσο από πίσω υποβόσκει το παλιό ρατσιστικό ευρωπαϊκό φαντασιακό είναι δύσκολο να απαντηθεί στη συγκεκριμένη στιγμή). Έτσι λοιπόν κερδίζουν το εκλογικό παιχνίδι βρίσκοντας ευήκοα ώτα. Κι εφόσον οι διαχωριστικές γραμμές αριστεράς – δεξιάς έχουν πλέον αλλοιωθεί, ένας μέσος Γάλλος πολίτης εκφράζει τέτοιου είδους ανησυχίες (απεχθάνεται τον Δυτικό ιμπεριαλισμό και την παγκοσμιοποίηση) δεν θα διστάσει να στηρίξει τη Λεπέν. Έτσι λοιπόν ενώ η αριστερά αποτελεί στο νότο την παλιά συνιστώσα και «δύναμη» για ανατροπή της λιτότητας και επαναφορά σε μια σοσιαλδημοκρατία, στο βορρά ενώ άλλοτε εκπρόσωπευε τις τάξεις που ήταν οι μόνες ικανές για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της ευημερίας, στη σύγχρονη εποχή της κονιορτοποίησης και διάλυσης των αξιών αυτό το υποκείμενο παύει να αποτελεί σημαίνον έχοντας πλήρως απορροφηθεί και καταστεί νωθρό και μαλθακό από την κοινωνία της πληροφορίας και την τεχνολογική επανάσταση. Με άλλα λόγια, η αριστερά στο νότο παίρνει τη μορφή της νέας σοσιαλ-δημοκρατίας (εφόσον οι παλιές κεντροαριστερές δυνάμεις αρχίζουν σιγά σιγά να εξασθενούν – κυρίως λόγω των συμμαχιών τους με την νεοφιλελεύθερη κεντροδεξιά), προτάσσοντας το αυτονόητο που κερδήθηκε τη Χρυσή Τριακονταετία: δημόσια υγεία και πρόνοια, εκπαίδευση για όλους, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε γενικές γραμμές, το πολιτικο-ιδεολογικό πεδίο χωρίζεται πλέον σε τρία στρατόπεδα: 1) όλες οι δυνάμεις του κέντρου έχουν συγχωνευτεί στη λογική του laissez-faire φιλελευθερισμού, 2) οι ακροδεξιές δυνάμεις παίζουν το ρόλο του εθνικού προστατευτισμού ενάντια στο laissez faire δόγμα και 3) οι αριστερές δυνάμεις (ως επί τω πλείστο στο νότο) προτάσσουν κοινωνικό προστατευτισμό.

Αυτό το τρίπολο φυσικά δεν είναι αυστηρά καθορισμένο. Στο οικονομικό κυρίως πεδίο υπάρχουν συσχετισμοί και αμφιταλαντεύσεις μεταξύ κομμάτων της ακροδεξιάς και της κεντροδεξιάς αλλά καί μεταξύ ακροδεξιάς και αριστεράς (όπως και μεταξύ κεντροαριστεράς και αριστεράς). Για παράδειγμα:

  1. το UKIP του Φαράτζ διαφέρει από το προστατευτικό δόγμα που επικαλείται το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν, που προτείνει παρεμβατισμό με στόχο την προστασία της εθνικής οικονομίας από τις δυνάμεις των παγκοσμιοποιημένων αγορών (π.χ., μιλά για εμπάργκο στη μετανάστευση με στόχο να «προστατευθούν» τα εγχώρια εργατικά χέρια και να «μειωθεί η ανεργία», καμία χορήγηση κρατικών επιδομάτων σε μετανάστες ώστε να περιοριστούν οι δημόσιες δαπάνες με αυτόν τον τρόπο αντί να γίνονται περικοπές από την παιδεία ή την υγεία, δασμοί και φόροι στα ξένα προϊόντα με στόχο να προτιμήσουν οι καταναλωτές τα εγχώρια) ενώ αντίθετα ο Φαράτζ παρότι συμφωνεί με τον αποκλεισμό των μεταναστών από τα κρατικά επιδόματα αντιπροτείνει ταυτόχρονα πλήρη ιδιωτικοποίηση της οικονομίας (αν και στην ουσία το πρόγραμμα του UKIP βρίθει από διγλωσσία και ακαθοριστία, πέρα από τις κορώνες για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση). Αυτό συμβαίνει διότι πολύ απλά, όντας αυτά τα κόμματα βαθιά εθνικιστικά, προσπαθούν με κάθε τρόπο να αναβιώσουν τις εθνικιστικές φαντασιακές σημασίες της κάθε χώρας οι οποίες διαφέρουν. Όντας οι πολιτισμικές παραδόσεις των (προτεσταντών) Άγγλων βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην ιδεολογία του laissez-faire («όποιος δεν δουλεύει δεν τρώει») σε σύγκριση με έναν μέσο Γάλλο. Αυτό εξηγεί γιατί οι Άγγλοι εθνικιστές δεν αντιτάσσονται στις ιδιωτικοποιήσεις, σε αντίθεση με τους Σουηδούς ή τους Φινλανδούς ομόλογούς τους (κάτι ανάλογο είχαμε δει επίσης και στις Η.Π.Α. με το Κίνημα του Τσαγιού, το οποίο εξέφραζε υπερπατριωτικά αλλά και lesaiz-faire αιτήματα ταυτόχρονα, ένα δόγμα βαθιά ριζωμένο στο εθνικιστικό φαντασιακό των Αμερικανών).
  2. Τόσο η αριστερά (βλ. ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Podemos) όσο και η ακροδεξιά (σύσσωμη) κάνουν λόγο για επανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας (που στη δική τους λογική συμβαδίζει απόλυτα και με ανάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας και δημοκρατίας). Στην περίπτωση αυτή ο εθνικός προστατευτισμός και ο κοινωνικός επίσης ταυτίζονται απόλυτα, αλλά στην κάθε περίπτωση νομηματοδοτούνται διαφορετικά: ο εθνικισμός της αριστεράς είναι περιεκτικός και ευέλικτος. Εξίσου περιεκτικός φυσικά μπορεί να είναι και ο εθνικισμός της ακροδεξιάς (ουδέποτε ο Φαράτζ ή η Λεπέν απέκλεισαν μειονοτικούς πληθυσμούς είτε από το να γίνουν μέλη του κόμματος ή να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους, αρκεί φυσικά να αποδέχονται τον Ευρωπαϊκό τρόπο ζωής) με τη μέγιστη διαφορά ότι η αριστερά δεν αμφισβητεί τις ελεύθερες μετακινήσεις ούτε θεωρεί τη μετανάστευση απειλεί για την κοινωνική συνοχή η οποία είναι προϊόν κάποιας πολιτισμικής ομογένειας (αν και, επί της ουσίας, αδυνατεί να εκφράσει κάποιο ανθρωπιστικό πρόταγμα τόσο ενάντια στο φθαρμένο πολυπολιτισμικό μοντέλο όσο και στον – κάθε άλλο παρά αθώο – αφομοιωτισμό και πολιτισμικό απομονωτισμό της ακροδεξιάς). Αυτή είναι κατά βάση η σημαντικότερη διαφορά μεταξύ των δύο «αντικαθεστωτικών» ρευμάτων: η αριστερά δίνει έμφαση στα κοινωνικά δικαιώματα χρησιμοποιώντας εργαλειακά το φαντασιακό του έθνους-κράτους, ενώ η ακροδεξιά το υιοθετεί ως αυτοσκοπό.
  3. Τέλος, όσοι ταυτίζουν το Εθνικό Μέτωπο, τους Φινς, το Λαϊκό Κόμμα της Δανίας (και όλα τα υπόλοιπα αντίστοιχα κόμματα) με την Χρυσή Αυγή και το Γιόμπικ ξεχνούν ότι ακραίες ρατσιστικές φωνές έχουν πάρα πολλές φορές εκφραστεί μέσα από κεντροδεξιά σχήματα. Ποιά ήταν η στάση του Σαρκοζύ, για παράδειγμα, απέναντι στους τσιγγάνους της Ρουμανίας; Τί είναι το Δίκτυο 21 του Σαμαρά, ή το Cornerstone Group – Think Tank στο Συντηρητικό Κόμμα της Βρετανίας (η πιο συντηρητική πτέρυγα του κόμματος που επιθυμεί επαναφορά της θανατικής ποινής για τρομοκρατία – στην ποινική νομοθεσία της Αγγλίας, φυσικά, τρομοκρατία θεωρείται ακόμα και ο βανδαλισμός ενός καταστήματος -, εμπάργκο στη μετανάστευση και αναβίωση των εθνικών αξιών); Τί ήταν ο νόμος του Ραχόι για απαγόρευση των διαδηλώσεων μπροστά στο Ισπανικό Κοινοβούλιο και πλήρη απαγόρευση των εκτρώσεων (νόμοι που ευτυχώς βρίσκουν αντίθετη την πλειοψηφία των Ισπανών); Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι για την διαπόμπευση των Οροθετικών (στην Ελλάδα), για το κυνήγι μαγισσών «Ξένιος Ζευς», για τα στρατόπεδα κράτησης στην Αμυγδαλέζα δεν ευθύνεται καμία ακροδεξιά παράταξη (ούτε καν από το ΛΑ.Ο.Σ), όσο οι δυνάμεις του κέντρου (ΠΑ.ΣΟ.Κ και Ν.Δ αντίστοιχα). Και τέλος, να μην μας περνά απαρατήρητος ο χυδαίος αντισημιτισμός της αριστεράς (που πολλές φορές ταυτίζεται απόλυτα με τον αντισημιτισμό των εθνικοσισιαλιστών, κυρίως σε ότι αφορά το Παλαιστινιακό ζήτημα), όπως για παράδειγμα οι εξωφρενικές δηλώσεις Καρυπίδη ή το σιγοντάρισμα στη Χαμάς, τη Χεζμπολά και το καθεστώς του Ιράν από τα διάφορα αριστερά γκρουπούσκουλα.

3. Μερικά πρώιμα συμπεράσματα

Επί της ουσίας, λοιπόν, το βασικό διακύβευμα των ευρωεκλογών είναι ξεκάθαρο. Η διαίρεση της Ευρώπης σε βορρά και περιφέρεια (νότος και Ιρλανδία) είναι εμφανής. Από τη μια βλέπουμε τους πληθυσμούς του βορρά να κλείνονται ερμητικά στον εαυτό τους ενώ ο νότος κουτσά στραβά επιθυμεί μεν απεγκλωβισμό από τις ίδιες συντηρητικές πολιτικές, και αυτό το βλέπουμε από τα αυξημένα ποσοστά της αριστεράς στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία (μια χώρα που για πάνω από 2 χρόνια θεωρούνταν υπόδειγμα από τους ευρωκράτες ενώ για πάνω από μια δεκαετία πόζαρε ως το παράδειγμα επιτυχίας του οικονομικού φιλελευθερισμού) να εμφανίζει στροφή προς τα αριστερά, με το Sinn Fein να αγγίζει το 17% (και μάλιστα με πρωτιά στην πρωτεύουσα). Η Ιταλία αντίστοιχα, κουρασμένη από μια δεκαετία Μπερλουσκονικού συντηρητισμού επιλέγει το κεντροαριστερό κόμμα του Ρέντσι (τρέφοντας αυταπάτες ότι έτσι θα μπει τέλος στις πολιτικές Μέρκελ-Βρυξελλών) ενώ μόλις μέσα σε 2 μήνες ο σχηματισμός Μια Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα κατάφερε να συγκεντρώσει ένα 4%. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων ωστόσο παραμένει ακόμα μια αδιευκρίνιστης κατεύθυνσης πολιτική δύναμη: ενώ αρχικά κατάφερε να συσπειρώσει άτομα κυρίως σοσιαλφιλελεύθερων και προοδευτικών αντιλήψεων – εξ’ ου και το όνομα Πέντε αστέρων: 1) δημόσιο νερό, 2) βιώσιμες μεταφορές, 3) βιώσιμη ανάπτυξη, 4) ελεύθερο διαδίκτυο και 5) οικολογία – ο βασικός του εμπνευστής, ο κωμικός Πέπε Γκρίλο (γνωστός για τις ευρωσκεπτικιστικές του τάσεις), κατέληξε σε διαβουλεύσεις με τον Φαράτζ (αναζητώντας συμμαχίες στην ευρωβουλή) πράγμα που ωστόσο έχει εξοργίσει πολλούς οπαδούς του (μεταξύ αυτών και του Dario Fo). 

Η ανυπαρξία δεξιόστροφου ευρωσκεπτικισμού και ακροδεξιών παρατάξεων πλατιάς υποστήριξης στις χώρες του νότου-περιφέρειας, καθώς και η αύξηση των ποσοστών της αριστεράς είναι σίγουρα κάτι που από τη μια αναιρεί όλη την υστερία που κάνει λόγο για «φασιστικό τσουνάμι» (και κατά κάποιον τρόπο λειτουργεί ως μέσο προβολής της ακροδεξιάς) και από την άλλη μπορεί να μας γεμίζει ελπίδα ότι οι τάσεις για νέα δημοκρατικά κινήματα είναι ορατές. (Φυσικά η άνοδος της Χρυσής Αυγής θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με τρόπο τέτοιο ώστε να αμφισβητήσει το παραπάνω αξίωμα. Βέβαια, η περίπτωση της Ελλάδας είναι sui generis και μάλλον η εκτόξευση των ποσοστών του ναζιστικού μορφώματος δεν έχει τόσο να κάνει με την κρίση όσο με το ότι η Ελλάδα αποτελεί την κύρια πύλη προσφύγων στην Ευρώπη, και φυσικά θύμα των κανονισμών του Δουβλίνου ΙΙ που μετάτρεψε τη χώρα σε αποθήκη και «κάδο απορριμάτων» μεταναστών για την υπόλοιπη Ευρώπη, πράγμα που οξύνει τις τριβές και τις εντάσεις μεταξύ γηγενών και προσφύγων-μεταναστών, ενώ η συμμαχία του ΛΑ.Ο.Σ. με την κυβέρνηση Παπαδήμου είχε ως αποτέλεσμα την απαξίωση του ακροδεξιού αυτού κόμματος από τους ψηφοφόρους του και την αναζήτηση ενός «καλύτερου Καρατζαφέρη». Αυτός ο «καλύτερος Καρατζαφέρης» λοιπόν δεν θα μπορούσε να είναι άλλος παρά ο Μιχαλολιάκος και η παρέα του. Κάποιος επίσης θα αναρωτιόταν για τη Λίγκα του Βορρά στην Ιταλία, η οποία ωστόσο κυριαρχεί περισσότερο στις περιοχές της Λομβαρδίας και του Βένετο παρά στην κεντρική και νότια Ιταλία – στη δε Τοσκάνη τα ποσοστά της είναι αμελητέα. Έτσι μένει να δούμε ποιά θα είναι η κατεύθυνση που θα ακολουθήσει το Κ5Α και σε τί ποσοστό οι οπαδοί του θα εγκρίνουν μια πιθανή συμμαχία Γκρίλο-Φαράτζ).

4. Η στάση των αυτο-οργανωμένων δημοκρατικών κινημάτων/προταγμάτων

Συνοψίζοντας και υπενθυμίζοντας: όπως είπα και παραπάνω, μπορεί η άνοδος της αριστεράς να γεμίζει ελπίδα σε κάποιους, αλλά ο δρόμος που έχουμε μπροστά μας είναι μακρύς και δύσβατος. Πρώτα απ’ όλα διότι έχουμε και ένα μεγάλο ποσοστό αποχής (συνήθως παθητικής αποχής), μια τάση απροσδιόριστη, ένα κενό σημαίνον που δύσκολα μπορεί να καταστεί πολιτικό υποκείμενο μέσα σε όλο αυτόν τον βούρκο της απάθειας δίχως να χειραγωγηθεί ή να οδηγηθεί από μόνο του στον γκρεμό. Επιπλέον, οι βαρύγδουπες δηλώσεις για «αλλαγές μέσα από τις κάλπες» δεν είναι τίποτα περισσότερο από παραμύθι για μικρά παιδιά, ακόμα και αν προέρχονται από εμπνευστές-ηγέτες κομμάτων οι οποίοι, υποτίθεται, δεν είναι όπως οι παλιές δυνάμεις αλλά δρουν με τρόπο διαφορετικό και μή συγκεντρωτικό (όπως για παράδειγμα το Ισπανικό Podemos που στην ουσία επικαλείται το κίνημα 15Μ των πλατειών με στόχο να αυξήσει τα ποσοστά του – και αυτό επειδή στην Ισπανία η αριστερά κατά τη διάρκεια των πλατειών απείχε συνειδητά καταδικάζοντας το κίνημα ως «ανίκανο» και «υποκινούμενο» – ένας νέος ΣΥ.ΡΙΖ.Α εφόσον δεν υπήρχε έπρεπε να εφευρεθεί από τα γραφειοκρατικά μυαλά). Μόνο η απαγκίστρωση των μαζών από το φαντασιακό της γραφειοκρατίας (που στην ουσία προτάσσει τις ίδιες κοινωνικές διεργασίες με απλά διαφορετικό τρόπο, λειτουργώντας είτε ως παυσίπονο στα σύγχρονα προβλήματα είτε ως ψευδολύση) μπορεί να δώσει καρπούς. Είτε αυτό (το φαντασιακό) εκφράζεται μέσα από συγκεντρωτικά κόμματα είτε άλλους ιεραρχικούς θεσμούς, η ρήξη μας με αυτό θα πρέπει να είναι ρητή και σαφής – όπως και με την ιδέα της ντετερμινιστικής ηττοπάθειας του «τίποτα καλύτερο δεν θα μπορούσε να υπάρξει»  – με στόχο τη μετατροπή του ομογενοποιημένου πλήθους σε πολίτες με ατομική βούληση και θέληση για επικοινωνία και αλληλεγγύη. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν είναι εύκολο και απαιτεί μεγάλη και συνεχόμενη προσπάθεια.

Ως πρώτος μας στόχος λοιπόν δεν είναι άλλος παρά η κοινή συσπείρωση όλων των δυνάμεων που αντιτάσσονται με την ιεραρχία και η δημιουργία καταστάσεων που θα δώσουν έναυσμα και ερέθισμα για νέες διεκδικήσεις. Τέτοιου είδους πρωτοβουλίες πρέπει να ξεκινήσουν όσο το δυνατό πιο σύντομα γίνεται, παίρνοντας παράδειγμα είτε τις Ισπανικές κολεκτίβες που οργανώνονται τώρα σε διάφορες περιοχές της χώρας, είτε από αμεσοδημοκρατικά στοιχεία του αρχαιοελληνικού παραδείγματος, ή των αυτο-οργανωμένων παρεμβάσεων του Σπετσάνο Αλμπανέζε, είτε με το να αντλούμε έμπνευση από μεγαλειώδεις ιστορικές στιγμές, όπως η Ισπανική Επανάσταση του 36 ή η Ουγγρική του 56. Αν οι κινηματικές πρωτοβουλίες δεν καταφέρουν να ξεφύγoyn από τις γραφειοκρατικές τουw αγκυλώσεις, και τη ναρκισσιστική τους ιδεολογικοποίηση τότε έχουν ήδη αποκηρύξει τον εαυτό τους μια για πάντα. Θα έχουν την ίδια μοίρα του εργατικού κινήματος που εκφυλίστηκε κάτω από τις συγκεντρωτικές ηγεσίες των Κομμουνιστικών Κομμάτων, καταδικασμένες να μαραζώσουν αλλά και να τους αποδοθούν ιστορικές ευθύνες ως οι κατεξοχήν ανασταλτικοί παράγοντες που εμπόδισαν την ανάδυση της κοινωνικής αυτονομίας, κάτι που ήδη συμβαίνει με τα Κομμουνιστικά Κόμματα, τις κεντροαριστερές γραφειοκρατίες, τα αστικά συνδικάτα που σήμερα κατηγορούνται για τον θάνατο της εργατικής πάλης, με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να στρέφονται προς τον κομφορμισμό.

On the euro-elections results (2014)

EU-Flags_2907981b

Feelings are mixed regarding the results of the European elections. So far the center-right coalition, the European People’s Party (EPP) comes first, occupying in total 213 seats, whilst the center-left Social Democrats (PES) stands in opposition (191 seats). In the third place are the Liberal Democrats (ALDE) with 64 seats, followed by the Coalition of the Greens with 53, and the Conservative Reformists (AECR) with 46 (a number expected to increase, if the anti-euro, Alternative For Germany AFD, joins). Finally, the European Left (GUE/NGL) won 42 seats and the right-wing coalition Europe of Freedom and Democracy (EFD) 38, while in total 104 MEPs come from unregistered parties (they are either newly elected members not allied to any of the political groups set up in the outgoing Parliament or even members not affiliated with any current group: from far-right and Nazi parties – such as Golden Dawn, the National Democratic Party of Germany and the British National Party, which has now disappeared from the electoral map – or secessionist/separatist and usually leftist factions, such as the Basque Party, formerly belonging to the European Free Alliance group, also centrist organizations like the Greek River, the Spanish anti-nationalist and pro-European UPyD, the Czech liberal ANO, the Dutch Party for the Animals – PvDD etc).

Although there is a lot of talk regarding the far-righ eurosceptic ‘earthquake’, others emphasize on the low turnout (in some countries like Britain abstention is nearly 60%). The victory of SYRIZA – which leaves behind New Democracy – is also being discussed in the international press, as the triumph of the far-right National Front of Marine Le Pen and Nigel Farage’s right-wing populist United Kingdom Independence party. Meanwhile, right-wing populist majorities also come from Denmark with the Dansk Folkeparti giving 4 MEPs (26%) whilst similar parties in Sweden, Austria, Finland and Belgium increased their percentages. In the Netherlands, nonetheless, Geert Wilders came fourth with 12,2% which is considered a big loss in comparison with 2009, where his party scored second (17%). Le Pen’s NF (just like the Swedish Democrats, the Belgian Nationalists, or its Dutch and Austrians counterparts) might seek a new alliance as it did not come into agreement with the leader of the EFD, Nigel Farage. Right now FN (like the Swedish and Austrian similar groups) remains unregistered; this practically means that the total number of far-right/right-wing MEPs exceeds the 80.

Many consider the rise of the right as a protest-vote, while others attribute it to the large abstention rates. What is, however, the truth? We know that the Euro elections were always a kind of soft vote for many European citizens, an opportunity to express their disagreement with the direction of European Union where all powers are concentrated in oligarchic institutions, while the voices of citizens are systematically ignored; we have seen the vulgar refusal of many Euro leaders to accept the Irish rejection of the Lisbon Treaty. We have paid the consequences of their obsession with the unpopular and devastating austerity programmes and their overt intervention in the internal affairs of Greece where George Papandreou – an elected MP – after proposing public referendum for the implementation of austerity measures was replaced overnight by an unelected technocrat – as in the case of the Italian PM, Silvio Berlusconi – aiming to the implementation of heavy austerity budgets. We cannot also ignore that during the pre-election era of 2012 (in Greece) blackmailing – directed from Germany – prevailed in the media, aiming to convince the Greek public to vote in favour of pro-EU parties that will secure the continuance of the same unpopular policies of privitization. Undoubtedly all these events triggered eurosceptic reactions whilst abomination for the derailed european vision has led millions to despair.

Nonetheless, it would sound superficial and frivolous to attribute the far-right tsunami solely on the arbitrariness of eurocrats and the cynical treatment of countries by the forces of the European Central Bank. In fact, most of the far-right eurosceptic (and anti-EU) parties come from regions that have much less been affected by austerity than the exhausted southern countries which insist on supporting pro-European alliances, or instead of investing in the predictable anti-EU rhetoric welcomed soft eurosceptic groups (mainly left-wing parties, which although they sharply criticize EU’s policies, do not embrace the idea for returning to the old Europe of nation-states). In Italy the major protest party (which appears among the non-registered groups) of Pepe Grillo came second; it is big tent party that aims to bring together leftists, disappointed Social Democrats, anarchocommunists, hipsters, conspiracy theorists, conservatives, anarchocapitalists, and even former right-wing supporters of the Northern League whose percentages dropped to 6%. It is a populist force which, unlikely the far-right factions, does not support the withdrawal of Italy form the EU, but rather referendum for the drop of euro.

As aforementioned, pro-European centrist forces prevailed massively in Spain and Portugal, whilst the left (in both countries) made significant gains. In Spain the equivalent to SYRIZA La Izquierda Plural won the 10% of the total votes, but at the same time a new promising force appears – the Podemos party -, a coalition of leftist academics, citizens and organizers of the 15M movement which is probably likeliest to join the European Greens or the European United Left, increasing the total GUE/NGL seats from 42 to 47 (and finally the Italian Altra Europa con Tsipras –  a left-wing electoral list in support of Alexis Tsipras – is expected to give 3 additional seats to the leftist coalition). A considerable increase of the left is seen in Ireland, where the Sinn Fein (a party broadly supportive of migrant’s rights and same-sex couples, proposing at the same time a health service along the model of the British NHS, but at certain times has become quasi anti-Semitic, mainly regarding the Palestinian question) comes third with 17% (3 seats in total). Therefore, the claim that right-wing Euroscepticism is a tout court reaction to the arbitrariness of EU institutions is partially inaccurate, since in the countries of the eurozone periphery (which are more severely affected by EU’s arbitrary powers than the affluent north) no sign of far-right victory has been recorded[2]. How can, therefore, this so called «far right tsunami» be explained?

Before we arrive to a concrete conclusion, it would be crucial to take into account two important factors: a) the high percentage of abstention, which makes the interpretation of the results a difficult task (ie does Le Pen’s victory reflect a far-right tendency within the French society, provided the low turnout 42%?). Although a right-turn in many European societies is undeniable, as support for the right-wing populist coalitions (even regarding the parliamentary elections) appears to have been doubled (according to official polling behaviour polls) within the past two years, this high rate of non-participation makes it difficult for us to understand whether these quantitative data can be acknowledged as a real reflection of the social prattein or not. Additionally, we should know that b) voters in many countries – especially in the north and probably the majority of the British public – during the euro-elections choose parties with different criteria than during the national elections. For example: no-one denies the gradual increase of support for UKIP (which promises complete exit from the European Union and strict quotas on the number of immigrants from European countries) in the last municipal election (which for many British is equally a chance for protest vote). But despite its strengthening it failed to win a council whilst for the upcoming national elections (UKIP) polls between 13-15 %, a rate significantly higher than two years ago, but it is still far from making it a leading party. Finally, the proportion of Britons who stand in favor of remaining in the Europen Union has been increased significantly comparing to last year’s polls, which more or less tells us that the so called UKIP ‘earthquake’ does noway represent the views of the whole population.

In fact the rise of the eurosceptic far-right has less to do with rejection of the EU as a whole. It mostly has to do with the expression a) of a generalized xenophobia in most of the rich countries of the north, where the majority demands an end to the right of free movement, especially from the countries of the South where unemployment is soaring (in fact it is an expression of individual privatization and apathy), a measure that could be implemented only if these countries pull out of the EU whose laws allow European citizens to settle in any member state. Also, b) these parties propose an end to financial help for the impoverished South; in fact, during the past four years the populist mass media and the tabloid press have been trying hard to misinform the European public that the bail outs for Spain, Portugal and (essentially) Greece are overwhelmingly spent to fund the easy-going lifestyle of the spoiled, lazy, irresponsible and incompetent southerners who desire to live at the expense of the hard-working tax-payers of the north.

In overall, such parties pose a major threat to fundamental rights, such as free movement – perhaps the most important institution for cooperation between European nations. Although it would be wrong to call them fascist or Nazi parties (this characterization is more appropriate for parties like Golden Dawn, the Hungarian Jobbik and the National Democratic Party of Germany – which also wins a seat) they are reactionary, national conservative populist groups, wishing to remove legislations that protect minorities, and the elimination of anti-racist laws, abolition of maternity leave, holiday and sick pay respectively. This, then, is one of the reasons their supporters despise the European Union, calling it a communist organization, due to their fanaticism with the doctrine of the self-regulating markets and their obsession with the anti-immigrant divisionist rhetoric.

Certainly the rise of both the populist extreme right and neo-Nazism denotes on one hand the failure of the left which invested in the passive attitude that «people deterministically will choose the left way for the overthrow of austerity programs» within a climate of widespread apathy and amoralism, and thus failed to tackle such catastrophic tendencies. On the other hand we cannot ignore the sociological and psychological factors underlying this issue: the fear that the unemployed from the south will invade the north is a par excellence key factor for the domination of social and individual introversion: in the eyes of the squeezed middle classes (which refuse to accept that their days of abundance are finished) the waves of migrants arriving in the north appear symbolically like an onslaught of poverty in their affluent and prosperous ivory tower. Thus, the illusion of living in a society fully secured from the turmoils of the outside world becomes a fragile vessel. Once the de-politicized mass-men see in the face of depersonalized and pauperized foreigners their own possible bleak future (that nobody wants to be reminded), instead of elucidating on the root of problem (that is lack of proper democracy), seeking for answers and solutions collectively, become easily a target of the isolationist propaganda of the right-wing demagogues.

Finally, another important question has to be answered: what chances the far-right has to pursue its own agenda? In a place dominated by pro-European coalitions – such as EPP, PSOE and ALDA (that at least, in regards to the issue of free movement between countries pose neither vetos nor do they radically disagree) – especially if one takes into account the percentages of Greens (who as surprised in Sweden came second) and the increase of the radical left that are overwhelmingly pro-human right groups – it seems a very difficult task for the eurosceptics to pass legislations in favour of their agenda, lesislations that remove fundamental European rights. But there is another possible scenario here: the prevalence of EPP also secures the continuation of austerity policies. These forces persist in the continuation of privatizations and cuts and here the far-right could play a catalytic role; the majority of these parties (with an exception of the Finns) call for zero public spending and the full privatization of the economy. The center-right would not hesitate to collaborate with them (as it happened in Greece after Papandreou was forced to resign, and the appointed technocrat in his position, Loukas Papademos, formed a new temporary coalition with New Democracy – the current ruling party – and the far-right LAOS, whose key members later on joined ND). In addition, their calls for zero tolerance on crime and lawlessness could easily strengthen the crackdown of anti-austerity movements through supporting new «anti-terrorist» laws.

Whatever our conclusions are, one thing is certain: we should avoid excessive pessimism or even optimism after seeing the results of the controversial left-wing victory of SYRIZA. Undeniably the far-right has gained momentum, but the Social Democratic group (which many chose as an antidote to austerity, ignoring that it was the center-left that begun the imposition of neoliberal reforms) recorded a better performance in comparison with the catastrophic outcome of 2009. We should not also ignore the increase of the seats for the non- registered coalitions, within which there are both progressive initiatives (such as the Swedish Feminist Initiative which won a seat), and Nazi monsters on the other hand. What we need to know of course is that austerity, racism and deprivation of rights earned through hard struggles cannot be successfully fought via the ballot box, nor we can place our hopes in centralized institutions such as parliaments and representative bodies, (like political parties that day after day become more and more bureaucratized). Only the spontaneous mobilization of the progressive elements of our societies can bring positive results. If we really aim at the social transformation, to a world of equality, justice and freedom (that is real democracy) if we intend to strengthen emancipatory imperatives instead of seeking for ephemeral solutions to such monstrous problems, then we cannot abandon our fortunes to the hands of such organizations. If we desire a democratic Europe, a Europe of friendship and equality, then we only have to get it in our hands. If our societies today wish to fight for a better future then no other choice exists apart from dynamically reclaim it through positive initiatives… or there will be no future left for us at all.

[1] During the elections in France, 18.49.000 people went to the polls – of which only 4,600,000 chose the National Front – whilst during the parliamentary elections of 2012 the party received 6,421,000 votes.

[2] Although Golden Dawn has increased its electorate support in Greece, the party does not advocate withdrawal from the European Union. Greece in fact is a sui generis case for the study of the European far-right; it would be controversial to associate the rise of GD with EU’s cynical stance, since in Greece traditionally – and for a variety of historical and political reasons – both hard and soft euroscepticisms are elements of the left, whilst the right was always in favour of the EU project.

Για τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών 2014

EU parliament election in Belgium

Ανάμεικτα είναι τα συναισθήματα αναφορικά με τα αποτελέσματα των Ευρωπαϊκών εκλογών. Μέχρι στιγμής ο κεντροδεξιός συνασπισμός, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (EPP), έρχεται πρώτος πανευρωπαϊκά σύμφωνα με τα επίσημα αποτελέσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Συνολικά καταλαμβάνει 213 έδρες, με τους κέντρο-αριστερούς σοσιαλδημοκράτες  (PΕS) να έρχονται δεύτεροι (190 έδρες). Στην τρίτη θέση έρχονται οι φιλελεύθεροι (ALDE) με 64 έδρες και ακολουθεί ο συνασπισμός των Πρασίνων με 53, οι Συντηρητικοί μεταρρυθμιστές (ECR) με 46 (ποσοστό που αναμένεται να αυξηθεί, αν τελικά το αντι-φεντεραλιστικό κόμμα Εναλλακτική Για τη Γερμανία AFD ενταχθεί στο ίδιο γκρουπ), η Ευρωπαϊκή Αριστερά (GUE/NGL) με 42 και ο ακροδεξιός συνασπισμός Ευρώπη Ελευθερίας και Δημοκρατίας (EFD) με 38 έδρες, ενώ 104 βουλευτές συνολικά θα δώσουν μή εγγεγραμμένα κόμματα (πρόκειται είτε για νεοεκλεγέντες που δεν ανήκουν σε πολιτική ομάδα του απερχόμενου Κοινοβουλίου ή απλά βουλευτές που δεν συγγενεύουν με καμία πολιτική ομάδα: από ακροδεξιά και ναζιστικά μορφώματα – όπως η Χρυσή Αυγή, το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας και το πρώην Εθνικό Βρετανικό Κόμμα που πλέον εξαφανίστηκε από τον εκλογικό χάρτη – ή αποσχιστικές και συνήθως αριστερίζουσες παρατάξεις, όπως το Κόμμα των Βάσκων, που προηγουμένως άνηκαν στο European Free Alliance γκρούπ, κεντρώες οργανώσεις επίσης, όπως το Ποτάμι, το Ισπανικό αντι-εθνικιστικό και φιλοευρωπαϊκό UPyD, το Τσεχικό φιλελεύθερο ANO, το Ολλανδικό Κόμμα Για Τα Ζώα – PvDD κ.α).

Κάποιοι μιλάνε για ακροδεξιο-ευρωσκεπτικιστικό σεισμό, άλλοι τονίζουν την μεγάλη αποχή (που σε μερικές χώρες όπως η Βρετανία αγγίζει σχεδόν το 60%). Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ – ο οποίος αφήνει πίσω του την Νέα Δημοκρατία – αποτελεί εξίσου αντικείμενο συζητήσεων στο διεθνή τύπο, όπως και ο θρίαμβος του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου της Λεπέν και του Κόμματος της Ανεξαρτησίας του Φαράτζ (για τους οποίους αν κοιτάξει κανείς τα Βρετανικά Μέσα Ενημέρωσης, με πόση υστερία θριαμβολογούν υπέρ της νίκης τους θα νομίζει ότι πρόκειται για ανερχόμενους πλανητάρχες). Παράλληλα, ακροδεξιές πλειοψηφίες είδαμε και στη Δανία με το Λαϊκό Κόμμα να δίνει 4 ευρωβουλευτές (με ποσοστό 26%) ενώ παρόμοια κόμματα σημείωσαν άνοδο και στη Σουηδία, την Αυστρία, λιγότερο (απ’ ότι αναμένονταν) στην Φινλανδία και το Βέλγιο, ενώ στην Ολλανδία ο Γκιρτ Βίλντερς είδε τα ποσοστά του να καταποντίζονται σε σύγκριση με την αναμέτρηση του 2009 όπου ξεπέρασε το 17% αγγίζοντας τη δεύτερη θέση. Βέβαια, το κόμμα της Λεπέν (όπως ακριβώς και των Σουηδών Δημοκρατών, των Βέλγων εθνικιστών, των Ολλανδών και των Αυστριακών) αναζητά νέα συμμαχία – δεδομένου ότι δεν κατάφερε να έρθει σε κοινή συμφωνία με τον πρόεδρο του EFD, Nigel Farage – κι έτσι παραμένει και αυτό (όπως και το αντίστοιχο των Σουηδών και των Αυστριακών) μεταξύ των μή εγγεγραμμένων (κάτι που σημαίνει ότι συνολικά ο αριθμός των ακροδεξιών ξεπερνά τις 80 έδρες).

Πολλοί μιλούν για ψήφο αντίδρασης, άλλοι πάλι χρεώνουν την άνοδο των ποσοστών της ακροδεξιάς στη μεγάλη αποχή. Τί ισχύει στην πραγματικότητα; Γνωρίζουμε ότι οι ευρωεκλογές πάντα αποτελούσαν ένα είδος soft vote για πολλούς Ευρωπαίους, μια ευκαιρία για να εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους σε μια Ευρώπη όπου όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται στις Βρυξέλλες, και οι φωνές των πολιτών συστηματικά αγνοούνται, ιδιαίτερα έπειτα από την χυδαία άρνηση της ευρωηγεσίας να δεχθεί την απόρριψη των Ιρλανδών για την συνθήκη της Λισαβόνας, την εμμονή στα καταστροφικά προγράμματα λιτότητας, και τέλος την απροκάλυπτη επέμβαση του Βερολίνου στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας και της Ιταλίας (όπου και εκλεγμένες κυβερνήσεις έπρεπε να αντικατασταθούν εν μέσω μιας νυκτοίς από έμπειρους τεχνοκράτες οι οποίοι θα εφάρμοζαν στο ακέραιο το δόγμα των περικοπών και στη συνέχεια να διενεργηθούν εκλογές όπου οι λαοί, σαν να πρόκειται για κακομαθημένα παιδιά θα έπρεπε να μην αγνοήσουν τις τρομολαγνικές υποδείξεις των ευρωηγετών, ψηφίζοντας κόμματα που με κάθε μέσο θα συνέχιζαν τις ίδιες πολιτικές). Αναμφισβήτητα όλα αυτά όξυναν τις αντιδράσεις πολλών Ευρωπαίων πολιτών καθώς και την αποστροφή τους για ένα όραμα που στην πραγματικότητα έχει μετατραπεί σε εφιάλτη.

Μπορούμε όμως να πούμε ότι αυτή είναι η μοναδική αιτία ανόδου της ακροδεξιάς; Στην πραγματικότητα η τοποθέτηση αυτή είναι επιφανειακή και επιπόλαιη, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσει κανείς ότι τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα προέρχονται από χώρες οι οποίες ελάχιστα έχουν πληγεί από τη λιτότητα, σε σύγκριση με τις εξουθενωμένες χώρες του νότου οι οποίες επιμένουν σε φιλοευρωπαϊκές συμμαχίες – με μικρή εξαίρεση την Ιταλία όπου το κατεξοχήν κόμμα διαμαρτυρίας (που συγκαταλέγεται εξίσου στους μή εγγεγραμμένους) του ηθοποιού Πέπε Γκρίλο ήρθε δεύτερο (μια big tent παράταξη που συγκεντρώνει στους κόλπους της αριστερούς, απογοητευμένους σοσιαλδημοκράτες, οπαδούς που μισούν τον πρώην πρωθυπουργό της χώρας – Σίλβιο Μπερλουσκόνι – και χρεώνουν σε αυτόν όλα τα δεινά της ανθρωπότητας, μέχρι και αναρχοκαπιταλιστές, ακροδεξιούς πρώην υποστηρικτές της Λίγκας του Βορρά που είδε τα ποσοστά της να περιορίζονται στο 6%), μια λαϊκιστική δύναμη που φυσικά δεν στηρίζει την έξοδο της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά αντίθετα μιλά για δημοψήφισμα με στόχο την έξοδο μόνο από το ευρώ. Και τέλος, χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία επιμένουν στα παραδοσιακά κόμματα – κεντροδεξιά και κεντροαριστερά – με σημαντική φυσικά άνοδο των ποσοστών της αριστεράς καί στις δύο χώρες, όπως και στην Ισπανία όπου εκτός από τις μέτριες επιδόσεις του αντίστοιχου ΣΥΡΙΖΑ μια νέα αριστερή δύναμη εμφανίζεται – το Podemos -, μια συμμαχία ακαδημαϊκών αριστερών που προέκυψε από πολίτες και οργανωτές του κινήματος 15Μ και όπως όλα δείχνουν θα ενταχθεί στον GUE/NGL συνασπισμό, αυξάνοντας τις θέσεις του από 43 σε 48 (όπως και το Ιταλικό αριστερό Altra Europa con Tsipras αναμένεται να δώσει 3 έδρες που κατά πάσα πιθανότητα θα ενισχύσουν τον συνασπισμό Ευρωπαϊκής Αριστεράς στις 51). Μεγάλη άνοδος της αριστεράς όμως σημειώνεται καί στην Ιρλανδία, όπου το Sin Fein που μιλά για ίσα δικαιώματα σε μετανάστες, για αναγνώριση των γάμων των ομοφυλόφιλων και προτείνει σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις (κόμμα που ωστόσο φημίζεται για την αντισημιτική στάση του, κυρίως σε ότι αφορά το Παλαιστινιακό ζήτημα) έρχεται τρίτο με 17% (δίνοντας 3 έδρες συνολικά), ενώ στην Ιρλανδική πρωτεύουσα (το Δουβλίνο) καταγράφει σημαντική πρωτιά έναντι άλλων συνασπισμών. Όσοι λοιπόν διατείνονται ότι ο ευρωσκεπτικισμός είναι απλά και μόνο μια συνιστώσα αντίδρασης στην ευρωπαϊκή κατρακύλα της λιτότητας παραβλέπουν μάλλον την ανυπαρξία τέτοιων σχηματισμών στις χώρες της περιφέρειας. Μήπως τελικά πίσω από το «ακροδεξιό τσουνάμι» κρύβεται κάτι άλλο;

Προτού φτάσουμε σε κάποιο καίριο συμπέρασμα, καλό θα ήταν να έχουμε κατά νου δύο σημαντικές παραμέτρους: α) το μεγάλο ποσοστό αποχής που αναμφισβήτητα μας δυσκολεύει να καταλάβουμε τις πραγματικές δυναμικές των ευρωπαϊκών κοινωνιών (κατά πόσο δηλαδή η νίκη της Λεπέν αντανακλά κάποια ακροδεξιά κοινωνική τάση μέσα στη Γαλλική κοινωνία, δεδομένου ότι το ποσοστό συμμετοχής στη Γαλλία άγγιξε το 42% – δηλαδή 18.490.000 άτομα προσήλθαν στις κάλπες – εκ των οποίων μόνο το 4.600.000 προτίμησε το Εθνικό Μέτωπο ενώ στις βουλευτικές εκλογές του 2012 το κόμμα είχε λάβει 6.421.000 ψήφους). Σίγουρα ως ένα βαθμό η συντηρητικοποίηση πολλών Ευρωπαϊκών κοινωνιών είναι γεγονός αναμφισβήτητο καθώς τα ποσοστά αυτών των κομμάτων σημειώνουν άνοδο καί στις βουλευτικές εκλογές, ωστόσο η υψηλή αποχή δεν μας επιτρέπει να καταλήξουμε σε κάποιο βασικό συμπέρασμα αναφορικά με το κατά πόσο τα ποσοτικά αυτά δεδομένα αποτελούν μια πραγματική αντανάκλαση του κοινωνικού πράττειν. Έπειτα, β) οι ψηφοφόροι πολλών χωρών – κυρίως του βορρά και πιο πολύ οι Άγγλοι πολίτες – κατά τη διάρκεια των ευρωεκλογών επιλέγουν κόμματα με τελείως διαφορετικά κριτήρια απ’ ότι στις εθνικές εκλογές. Για παράδειγμα: αν και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την άνοδο του ξενοφοβικού κόμματος του Φαράτζ (που υπόσχεται πλήρη έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αυστηρές ποσοστώσεις στον αριθμό μεταναστών από χώρες της Ευρώπης) στις τελευταίες δημοτικές εκλογές (που για πολλούς Βρετανούς αποτελούν εξίσου έκφραση ψήφου διαμαρτυρίας) δεν κατάφερε να κερδίσει απολύτως κανέναν δήμο ενώ στις δημοσκοπήσεις ποντάρει γύρω στο 13-15% – πάντα με βάση τις στατιστικές του Yougov που ως επί τω πλείστο αποτελεί και την πιο έγκυρη δημοσκοπική πηγή – ποσοστό σαφέστατα υψηλότερο σε σύγκριση με δύο χρόνια πριν, αλλά επί της ουσίας απέχει πολύ από την πρωτιά, παρά τη γενικευμένη ξενοφοβία και ευρωφοβία που επικρατεί στην Βρετανία (αν και το ποσοστό των Βρετανών που δηλώνουν υπέρ της παραμονής της χώρας στην Ε.Ε. έχει αυξηθεί κατά πολύ σε σύγκριση με πέρυσι, κάτι που ούτε λίγο ούτε πολύ μας λέει ότι η νίκη του Φαράτζ μόνο αντιπροσωπευτική δεν είναι για το σύνολο του πληθυσμού).

Στην πραγματικότητα, η άνοδος των ποσοστών της ακροδεξιάς οφείλεται λιγότερο στον αυταρχισμό των Βρυξελλών απ’ ότι α) σε μια γενικευμένη έξαρση της ξενοφοβίας στις χώρες του βορρά, που συντριπτικά πλέον οι πληθυσμοί απαιτούν να μπει τέλος στις ελεύθερες μετακινήσεις ανέργων από τις χώρες του νότου που επιζητούν μια θέση εργασίας στα πλουσιότερα κράτη (στην ουσία πρόκειται για μια έκφραση μαζικού ατομικισμού, ιδιωτικοποίησης και απάθειας), κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με έξοδο των χωρών αυτών από την Ε.Ε., ώστε που επιτρέπουν τους Ευρωπαίους πολίτες να εγκαθίστανται σε οποιαδήποτε χώρα της ένωσης επιθυμούν (και ταυτόχρονα να έχουν πρόσβαση σε κρατικά επιδόματα) να πάψει πλέον να ισχύει. Έπειτα, οφείλεται και β) στην μαζική απαίτηση των πολιτών του βορρά να σταματήσει η χρηματοδότηση προς τις χώρες του νότου – και κυρίως την Ελλάδα – των οποίων οι πολίτες, με βάση το βορειοευρωπαϊκό ρατσιστικό στερεότυπο, αντί να επενδύουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια, τα σπαταλούν διατηρώντας το παλιό lifestyle της ανεμελιάς και ανευθυνότητας, όντας ανίκανοι να διαπρέψουν ή να σταθούν από μόνοι τους στα πόδια τους. Τα κόμματα αυτά αναμφισβήτητα στη συντριπτική τους πλειοψηφία αποτελούν μια ορατή απειλή για θεμελιώδη δικαιώματα, όπως – οι ελεύθερες μετακινήσεις – ίσως ο πιο σημαντικός θεσμός για τη συνεργασία των Ευρωπαϊκών λαών για τον περιορισμό των επιθετικών εθνικισμών. Αν και θα ήταν λάθος να τα αποκαλέσουμε φασιστικά ή ναζιστικά (αυτός ο χαρακτηρισμός αρμόζει περισσότερο στο μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, του Ουγγρικού Γιόμπικ, του Εθνικού Κόμματος της Γερμανίας – το οποίο εξίσου κερδίζει μία έδρα) επί της ουσίας πρόκειται για αντιδραστικά, εθνοσυντηρητικά λαϊκιστικά κόμματα που επιθυμούν την άρση μέτρων προστασίας μειονοτήτων, την επαναφορά της θανατικής ποινής (σε πολλές περιπτώσεις) και την κατάργηση των αντι-ρατσιστικών νόμων, κατάργηση επίσης του επιδόματος μητρότητας, της υποχρέωσης ενός εργοδότη να μισθώνει υπαλλήλους ενώ αυτοί/ες βρίσκονται σε διακοπές (holiday pay) ή αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα υγείας και δεν μπορούν να παραστούν στη δουλειά τους. Αυτός είναι, λοιπόν, ένας από τους λόγους που τα κόμματα αυτά και οι οπαδοί τους απεχθάνονται την Ευρωπαϊκή Ένωση, θεωρώντας την ως άντρο κομμουνιστών, λόγω του φανατισμού τους με το δόγμα της ελεύθερης αγοράς (που στη δική τους λογική δεν θα πρέπει να βρίσκει εμπόδιο πουθενά) και της εμμονής τους με την αντιμεταναστευτική ρητορική (που πολλές φορές αγγίζει τα όρια του μίσους) με βάση την οποία η πολιτική των ανοιχτών συνόρων και οι νόμοι που προστατεύουν τους μετανάστες ως ανθρώπους ικανούς να ζουν ισάξια με τους ιθαγενείς «διαλύει την εθνολογική υπόσταση των εθνών κρατών».

Σίγουρα η άνοδος τόσο της λαϊκιστικής ακροδεξιάς όσο και των νεοναζιστικών μορφωμάτων αντικατοπτρίζει από τη μια την ενίσχυση των συντηρητικών προτεσταντικών ηθών των λαών του βορρά (και κυρίως του ατομικιστικού φαντασιακού «όποιος δεν δουλέψει δεν θα φάει» ή «ας μην πληρώνουμε από τους φόρους μας τον τεμπέλη άνεργο») και πάνω απ’ όλα την αποτυχία της αριστεράς μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης απάθειας και αποσύνθεσης να απομακρύνει τους πληθυσμούς από αυτές τις καταστροφικές τάσεις, επενδύοντας στον ξύλινο λόγο και την παθητική της στάση πως «οι λαοί νομοτελειακά μην έχοντας να χωρίσουν τίποτα μεταξύ τους θα επιλέξουν τον αριστερό δρόμο για την ανατροπή των προγραμμάτων λιτότητας» (αυτή τουλάχιστον είναι η στάση των Βρετανών συνδικαλιστών). Από την άλλη δεν μπορούμε να αγνοούμε και τις κοινωνιολογικές και ψυχολογικές προεκτάσεις του προβλήματος: ο φόβος ότι οι ορδές ανέργων του νότου, που όντας εξαθλιωμένοι θα εισβάλλουν μαζικά στις χώρες του βορρά λειτουργεί ως φόβητρο για τις ψευδαισθήσεις του μέσου Ευρωπαίου πολίτη ο οποίος/α αρνείται να πιστέψει ότι οι μέρες της αφθονίας του/της ήταν μετρημένες. Βλέποντας τις στρατιές απεγνωσμένων νέων να συρρέουν συνεχώς στον εξορθολογισμένο του/της παράδεισο, η φαντασίωση ότι βρίσκεται προστατευμένος/η από τα προβλήματα του έξω κόσμου μετατρέπεται σε εύθραυστο βάζο. Συνεπώς, ο απο-πολιτικοποιημένος μαζάνθρωπος της πλαστικής ευημερίας, που με τίποτα δεν θέλει να καταλάβει ότι η εποχή του άκρατου καταναλωτισμού έχει παρέλθει, αντικρίζοντας τη φτώχεια να παρελαύνει στο «σαλόνι» του/της στο πρόσωπο ενός περιφρονημένου άνεργου βλέπει το πιθανό δικό του/της μέλλον. Μπροστά στο φόβο της καταστροφής επιλέγει να κλείσει τα μάτια ώστε να μην βλέπει την εν γένει πραγματικότητα, επιλέγοντας την «έσχατη λύση», την μοναδική σανίδα σωτηρίας στο φόβο του αύριο, τον ακροδεξιό λαϊκισμό που του/της χαϊδεύει τ’ αυτιά σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή.

Κατεστραμένο billboard που προτείνει στο Βρετανικό κοινό να ψηφίσει UKIP με στόχο την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως μοναδικό μέσο για τον περιορισμό της μετανάστευσης από χώρες του νότου.

Κατεστραμένο billboard που προτείνει στο Βρετανικό κοινό να ψηφίσει UKIP με στόχο την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως μοναδικό μέσο για τον περιορισμό της μετανάστευσης από χώρες του νότου.

Μένει, τέλος, ένα ακόμα σημαντικό ερώτημα να απαντηθεί: τί δύναμη θα έχουν πλέον αυτές οι παρατάξεις μέσα στο νεοσύστατο ευρωκοινοβούλιο; Η αλήθεια είναι ότι μέσα σε ένα χώρο που συνεδριάζει μονάχα δύο φορές το χρόνο ελάχιστα μπορεί να επηρεάσει η αντι-ευρωπαϊκή τους ατζέντα, δεδομένου ότι και πάλι το ευρωκοινοβούλιο θα κυριαρχείται από φιλοευρωπαΐκούς συνδιασμούς – όπως EPP, PSOE και ALDA που τουλάχιστον σε ότι αφορά το ζήτημα των ελεύθερων μετακινήσεων μεταξύ κρατών δεν θέτουν ούτε βέτο ούτε ασκούν διαφωνίες, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσει κανείς και τα ποσοστά των Πρασίνων (που ως προ εκπλήξεως στην Σουηδία ήρθαν δεύτεροι). Ως εκ τούτου με μεγάλη δυσκολία θα καταφέρουν να περάσουν νομοσχέδια που αφαιρούν ευρωπαϊκά δικαιώματα και κεκτημένα. Υπάρχει όμως και ένας άλλος παράγοντας εδώ: η επικράτηση του EPP σηματοδοτεί ταυτόχρονα και τη συνέχιση των πολιτικών λιτότητας και φτωχοποίησης. Αυτές οι δυνάμεις που εμμένουν στο δόγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής και των περικοπών (που οι ίδιες άλλοτε προωθούσαν την Ιρλανδική πειθαρχία ως υπόδειγμα για την «ακαταστασία του νότου» και αντιμετώπιζαν ανοιχτά την Ιρλανδία ως το «αγαπημένο τους παιδί», «τον καλύτερο μαθητή» από το οποίο οι «ανεύθυνοι του νότου έχουν να μάθουν πολλά» – ασχέτως και αν η Ιρλανδία έχει ήδη αρχίσει με αργά και σταθερά βήματα να γυρνά την πλάτη στις πολιτικές αυτές, δίχως όμως να μετατρέπεται σε έδρα ακροδεξιών ευρωσκεπτικιστών), όλοι αυτοί λοιπόν οι νεοφιλελεύθεροι Ταλιμπάν (όπως πολύ χαρακτηριστικά τους είχε αποκαλέσει και ο Κον Μπετίτ) που με βαρύγδουπες δηλώσεις διατείνονται ότι «η ανάπτυξη έχει έρθει» και σύντομα «η λιτότητα θα φέρει ευημερία» στην πραγματικότητα λειτουργούν με τον ίδιο ακριβώς δημαγωγικό τρόπο όπως οι ακροδεξιοί λαϊκιστές δημαγωγοί, ασχέτως και αν οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονται ως οι δυνάμεις της σύνεσης και της σοβαρότητας. Προσπαθούν με κάθε μέσο να διαλύσουν την εικόνα του φόβου της φτώχειας, καλλιεργώντας ένα κλίμα ψεύτικης αισιοδοξίας ότι σύντομα και πάλι οι μέρες της ατέλειωτης ευημερίας, της προσωπικής ευτυχίας και απεριόριστης κατανάλωσης θα έρθουν. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που οι Ισπανοί πολίτες δεν αποδοκίμασαν ριζικά το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα, σε συνδυασμό φυσικά και με το διαρκώς καλλιεργούμενο αίσθημα ενοχής, ότι οι Ισπανοί, οι Έλληνες και οι Πορτογάλοι πληρώνουν τις συνέπειες των δικών τους ευθυνών και συνεπώς δεν θα πρέπει να διαμαρτύρονται και πολύ, διαφορετικά οι «ευεργέτες» του βορρά θα σταματήσουν να είναι «γενναιόδωροι», κάτι που σημαίνει ότι το όνειρο της καταναλωτικής ευημερίας θα λήξει οριστικά. Εδώ, φυσικά, θα μπορούσαν οι ακροδεξιοί να παίξουν καταλυτικό ρόλο, η πλειοψηφία των οποίων επιθυμεί εκμηδένιση των δημόσιων δαπανών και πλήρη ιδιωτικοποίηση της οικονομίας. Τα καλέσματά τους για μηδενική ανοχή και πάταξη της ανομίας θα μπορούσαν άνετα να ενισχύσουν τα κατασταλτικά μέτρα ενάντια σε κινήματα αντι-λιτότητας, ενώ χρησιμοποιώντας πάντα το μεταναστευτικό ως απο-προσανατολιστικό φόβητρο οι ίδιες πολιτικές θα συνεχίζονται δίχως ιδιαίτερα εμπόδια.

Όποια και αν είναι τα συμπεράσματά μας ένα πράγμα είναι σίγουρο: θα πρέπει να αποφύγουμε από τη μια την καταστροφολογία (όπως και την υπεραισιοδοξία βλέποντας τα αποτελέσματα του αμφιλεγόμενου ΣΥΡΙΖΑ που εξίσου αναμφίβολο είναι αν ένα τέτοιο κόμμα για τους πολίτες των χωρών του βορρά αποτελεί ευχάριστη έκπληξη). Σίγουρα η ακροδεξιά – σε οποιαδήποτε μορφή της – φαίνεται ιδιαίτερα ενισχυμένη, όπως φυσικά ενισχυμένοι σε σχέση με το 2009 είναι οι σοσιαλδημοκράτες (τους οποίους πολλοί επέλεξαν ως αντίδοτο στη λιτότητα, ασχέτως και αν οι περισσότεροι ξεχάσαμε ήδη ότι οι ίδιοι υπήρξαν αρχιμάστορες της επιβολής νεοφιλελεύθερων μέτρων), και το ποσοστό των μή εγγεγραμμένων εντός των οποίων υπάρχουν τόσο προοδευτικές πρωτοβουλίες (με κύριο χαρακτηριστικό την Φεμινιστική Πρωτοβουλία των Σουηδών που κερδίζει μια έδρα), όσο και ναζιστικά τέρατα. Αυτό που θα πρέπει να γνωρίζουμε φυσικά είναι ότι η λιτότητα και ο ρατσισμός, η περιστολή δικαιωμάτων που κερδήθηκαν με σκληρούς αγώνες, δεν μπορούν να διαλυθούν μέσα από καμία εκλογική διαδικασία, ούτε μπορούμε να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε θεσμούς συγκεντρωτικούς, όπως τα κοινοβούλια και κάθε είδους αντιπροσωπευτικούς φορείς, μήτε σε κόμματα που όσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερο στρογγυλεύουν και γραφειοκρατικοποιούνται. Μόνο η αυθόρμητη και συνολική κινητοποίηση των πολιτών μπορεί σε μια τέτοια περίπτωση να φέρει καρπούς. Αν πραγματικά στοχεύουμε στο κοινωνικό μετασχηματισμό προς έναν κόσμο ισότητας, δικαιοσύνης και ελευθερίας (δηλαδή πραγματικής δημοκρατίας), αν πραγματικά μας ενδιαφέρει να ενισχύσουμε χειραφετησιακά προτάγματα αντί να αναζητούμε εφήμερες λύσεις σε τέτοια τερατώδη ζητήματα, τότε οφείλουμε να μην αφήσουμε τις τύχες μας στα χέρια των κομμάτων έτσι απλά, όσο κι αν αυτά μοιάζουν ελπιδοφόρα. Αν όνειρό μας είναι μια Ευρώπη δημοκρατική, μια Ευρώπη αλληλεγγύης και φιλίας τότε δεν έχουμε παρά να την πάρουμε στα χέρια μας. Αν οι κοινωνίες μας σήμερα, επιθυμούν να διεκδικήσουν έστω κάτι καλύτερο, σκοπός τους είναι να διεκδικήσουν δυναμικά τα πάντα. Αν παραχωρήσουμε το ρόλο μας αυτό για ακόμα μια φορά σε κάποιον άλλο, σύντομα θα διαψευστούμε• και δεν θα έχουμε κανένα μέλλον.

Με αφορμή το ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε…

Μόλις πριν από λίγες μέρες, οι δημιουργοί των Debtocracy και Catastroika κυκλοφόρησαν την τρίτη τους κατά σειρά δουλειά, το ντοκιμαντέρ με τίτλο ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε., με στόχο (όπως άλλωστε είναι προφανές) να προβληθούν στο ευρύ κοινό τα οικονομικά αίτια που συνέβαλαν στην άνοδο των φασιστικών καθεστώτων κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Σε γενικές γραμμές, το μήνυμα της ταινίας συνοψίζεται ως εξής: ο φασισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αντίδραση του κεφαλαίου (όπως είχε πει και ο Τρότσκι 1996, σ.9), δηλαδή μια συντονισμένη επίθεση της αστικής τάξης στο οργανωμένο εργατικό κίνημα. Αναμφισβήτητα, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι οι Ιταλοί φασίστες, οι Γερμανοί ναζί και οι Έλληνες ομόλογοί τους υπήρξαν μπροστάρηδες στα κέρδη κάποιων μεγαλοβιομηχάνων ή ότι οι φιλελεύθεροι ηγέτες κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου έκλειναν το μάτι τους στα φασιστικά καθεστώτα. Ωστόσο, ο πυρήνας αυτής της σκέψης που, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταλήγει στο εξής αξίωμα: ο φασισμός και ο καπιταλισμός πάνε πάντα χέρι χέρι, είναι μάλλον ανεπαρκής. Και αυτό διότι οποιαδήποτε αναγωγή στον οικονομισμό, επισκιάζει τις βαθύτερες πτυχές των εν γένει υπαρκτών καταστάσεων όπως αυτές διαμορφώνονται από το σύνολο των εκάστοτε ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων, οδηγώντας μας συχνά σε υπεραπλουστεύσεις και ντετερμινιστικά ή συνωμοσιολογικά σενάρια: αναμφίβολα, τα φασιστικά καθεστώτα σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή στήριξαν τα οικονομικά συμφέροντα των μεγαλοβιομηχάνων. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι ο φασισμός υπήρξε κατ’ ανάγκη γέννημα θρέμμα μιας συνωμοσίας ισχυρών και τίποτε άλλο. Συνεπώς, θα ήταν ωφέλιμο να προβάλουμε μια νέα προσέγγιση στο φαινόμενο αυτό, εξετάζοντας παράλληλα τρία πολύ σημαντικά ερωτήματα:

  1. ποιός είναι ο ρόλος του θεσμού του Κράτους μέσα σε μια κοινωνία (όχι μόνο ως φορέας κατασταλτικής εξουσίας αλλά και ως διαμορφωτής μιας Α τάξης πραγμάτων) και πώς αυτό (το Κράτος) συμβάλλει στη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών που ευνοούν την άνοδο του φασισμού;
  2. Τί συμβαίνει με το μεταναστευτικό ζήτημα πάνω στο οποίο όλα τα σημερινά ακροδεξιά κόμματα χτίζουν την ιδεολογική τους ατζέντα; Τέλος,
  3. αν υποθέσουμε ότι ένα φασιστικό καθεστώς πάντα είναι προϊόν συνωμοσιών και μακιαβελικών κινήσεων, γιατί οι ίδιες οι μάζες τον αποδέχονται; Γιατί έλκονται από αυτόν; (βλ. επίσης: ΟΙΚΟΝΟΜΙΣΜΟΣ Α.Ε. του Άκη Γαβριηλίδη) Γιατί, με άλλα λόγια, το καθεστώς του Χίτλερ χρειάστηκε μια εκλογική πλειοψηφία για να εδραιωθεί στην εξουσία; Γιατί ο Μουσολίνι και ο Φράνκο είχαν με το μέρος τους εκατομμύρια οπαδούς;

Καπιταλισμός, δαρβινισμός και Κράτος: η προσωποποίηση της βαρβαρότητας

Απέναντι στην τυπική παλαιοαριστερή προσέγγιση που θέλει τον φασισμό να αποτελεί το «μακρύ χέρι» του κεφαλαίου, οι φιλελεύθεροι μας λένε ότι τα φασιστικά καθεστώτα δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά υβρίδια ιδεολογιών της προ-Γαλλικής Επανάστασης και προ-Διαφωτισμού εποχής. Για τους ίδιους, τα φασιστικά κινήματα απορρέουν από τις τάσεις του όχλου να παρεκτρέπεται από την καθοδήγηση του κοινού νου, επενδύοντας στην κουλτούρα της ανομίας και της διάχυτης δημαγωγίας, παρασυρόμενος ταυτόχρονα από τις παρορμήσεις και τους συναισθηματισμούς ενάντια στον Ορθό Λόγο. Σε αντίθεση με όλες αυτές τις επιδερμικές αναλύσεις, ο Zygmunt Bauman – βλ. The Ambivalence of Modernity και Modernity and The Holocaust – θα μας δώσει να καταλάβουμε ότι ο φασισμός είναι στην ουσία αποτέλεσμα των ήδη υπαρκτών κοινωνικών τάσεων της ρασιοναλιστικής κυριαρχίας του ανταγωνιστικού παραδείγματος που πρεσβεύει η νεωτερικότητα (δηλαδή η πεμπτουσία του καπιταλιστικού φαντασιακού). Με βάση, λοιπόν, το παράδειγμα αυτό οι πληθυσμοί θα πρέπει να διαιρεθούν σε αυτούς που είναι άξιοι, δηλαδή σε αυτούς που πετυχαίνουν, προοδεύουν, σκαρφαλώνουν ψηλά στην καπιταλιστική πυραμίδα, και στους αποτυχημένους οι οποίοι στάθηκαν ανίκανοι να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις του ανταγωνισμού (είτε γιατί δεν εργάστηκαν σκληρά ή, στις πιο ακραίες περιπτώσεις, στερούνταν τις έμφυτες προαπαιτούμενες δυνατότητες ώστε να αντεπεξέλθουν, κι επομένως θα πρέπει να μάθουν να ζουν με τα λίγα και δίχως να διαμαρτύρονται). Πρόκειται ίσως για την πιο ακραία εκδοχή του κοινωνικού Δαρβινισμού – δηλαδή της θεωρίας που μας λέει ότι ο ισχυρότερος και ο καταλληλότερος θα επιβιώσει νομοτελειακά, μια λογική που ενσωματώνεται πλήρως στο φαντασιακό του βιομηχανικού καπιταλισμού του 17ου αιώνα (με κύριους εκφραστές τον φιλόσοφο Herbert Spencer).

Το σύγχρονο Βεμπεριανό (γραφειοκρατικό, ιεραρχικό και καπιταλιστικό) Κράτος αποτελεί βασικό όργανο για την επιβολή και διαιώνιση αυτής της τάξης πραγμάτων (άλλωστε υπήρξε και δημιούργημα της ίδιας της αστικής τάξης). Ταυτόχρονα, όμως, εκτός από το να προστατεύει και να ενισχύει το ρασιοναλιστικό κοινωνικό παράδειγμα, λειτουργεί και ως «παιδαγωγός». Παρέχει τα πάντα: εκπαίδευση και κουλτούρα, αυτό καλλιεργεί εθνική συνείδηση και κατασκευάζει εθνικές ταυτότητες – όπως λέει και ο Hobbsbawm (1990, σ.91) παίρνοντας ως παράδειγμα την Γαλλία – προσδίδοντας συγκεκριμένα εθνικά χαρακτηριστικά (που συχνά θεωρούνται απόλυτα εξιδανικευμένα) σε όσους υπάγονται σε αυτό, διαχωρίζοντάς τους ταυτόχρονα από τους ξένους, τους «άλλους» που «διαφέρουν». Και τέλος, όπως ακριβώς ο κηπουρός (πρόκειται για μια αλληγορία που χρησιμοποιεί ο Bauman) καλείται να ξεχωρίσει τα αγριόχορτα από τα χρήσιμα φυτά, ξεριζώνοντας τα πρώτα με στόχο να προστατέψει τα δεύτερα, έτσι και το Κράτος με στόχο να προστατέψει την «κοινωνική ειρήνη» και την τάξη από τα «μιάσματα» από τη μια θα τιμωρήσει τους ποινικούς παραβάτες (οι οποίοι δεν αντιμετωπίζονται ως το λογικό αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που νοσεί σε όλα τα επίπεδα, αλλά ως άνθρωποι κατώτερης φύσης που δεν επιθυμούν – είτε δεν έχουν τη δυνατότητα – να συμμορφωθούν με την έννομη τάξη) άλλοτε φυλακίζοντάς τους και άλλοτε εξολοθρεύοντάς τους. Από την άλλη, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο θα γκετοποιήσει τους («άχρηστους») ανέργους οι οποίοι (πάντα με βάση το ανταγωνιστικό παράδειγμα) έχουν υποπέσει σε μείζον σφάλμα, την τεμπελιά επειδή επιθυμούν να ζουν ως τζαμπατζήδες εις βάρος του σκληρά εργαζόμενου φορολογούμενου (άποψη ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Βρετανία σήμερα) ή απλά είναι ανίκανοι (βιολογικά και πνευματικά) να προσφέρουν στην αγορά εργασίας και κατ’ επέκταση στην ίδια την κοινωνία. Επιπλέον, οι μετανάστες και οι μειονοτικοί πληθυσμοί (οι «άλλοι») που δεν καταφέρνουν να ακολουθήσουν αυτήν τη γραμμή που οι φορείς εξουσίας επιβάλλουν, αντιμετωπίζονται ως ανίκανοι ζήσουν μέσα σ’ ένα σύστημα κοινωνικής ομαλότητας, που αρνούνται να ενσωματωθούν στο ορθολογικό και εξελιγμένο Δυτικό σύστημα [1]. Με λίγα λόγια, καί στις τρεις περιπτώσεις η ευθύνη επιρρίπτεται στο θύμα αναντίρρητα, κάτι που σιγά σιγά και υπόρρητα καλλιεργεί μίσος και περιφρόνηση για τον αδύναμο και τον «διαφορετικό», ενώ από την άλλη ανατιμά και ειδωλοποιεί τον ισχυρό, αυτόν που πάτησε επί πτωμάτων. Ταυτόχρονα, η ρασιοναλιστική κοινωνική θέσμιση διέπεται αυστηρά από σχέσεις εξουσίας που αναπαράγουν τη νόρμα διαταγή-υπακοή, ενώ την ίδια στιγμή η ομοιομορφία και η υποταγή στο κυρίαρχο ρεύμα επιδοκιμάζονται ως ύψιστες κοινωνικές αρετές. Ο φασισμός πατά ακριβώς πάνω σε αυτήν την δαρβινιστική πραγματικότητα, μεταφράζοντας το ίδιο ανταγωνιστικό παράδειγμα με αυστηρά εθνικούς και πιο συχνά (όπως στην περίπτωση του εθνικοσοσιαλισμού) φυλετικούς όρους.

Μπορεί ο Goebbels σε δημόσιες εμφανίσεις του να αφόριζε τους φιλελεύθερους ως εχθρούς της Αρίας Φυλής, ωστόσο το αστικό Κράτος και η δυνατότητά του να αναστέλλει (δήθεν προσωρινά) πολιτικά δικαιώματα επικαλούμενο το κοινό συμφέρον και την έννομη τάξη (κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, ή βλ. επίσης: Mark Neocleous,Security, Liberty and the Myth of Balance: Towards a Critique of Security Politics) χρησιμοποιήθηκε από τη ναζιστική ηγεσία στο ακέραιο, με στόχο την «πάταξη του εβραιοκίνητου μπολσεβικισμού», τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνη και της ευημερίας των Γερμανών πολιτών. Για τη ναζιστική τάξη (και με βάση πάλι τον παραλληλισμό του Bauman), τα αγριόχορτα και τα μιάσματα δεν ήταν μόνο οι άνεργοι και οι ποινικοί παραβάτες, αλλά κυρίως οι «ξένοι», οι Εβραίοι, οι τσιγγάνοι, κοινώς οι «άλλοι». Αυτές οι κοινωνικές ομάδες, είχαν ωστόσο ήδη στιγματιστεί και κατά την περίοδο της προ-χιτλερικής Γερμανίας, ως τα παράσιτα που δεν κατάφεραν να ενσωματωθούν στην εξορθολογισμένη Γερμανική κοινωνία. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τον ενδημικό αντισημιτισμό των Ευρωπαίων (που αναζωπυρώθηκε από την εποχή του Affaire Dreyfus και τις μηχανορραφίες της μυστικής Ρωσικής Τσαρικής αστυνομίας αναφορικά με τη διάδοση του αντισημιτικού πλαστογραφήματος των Πρωτοκόλλων της Σιών) οδήγησε στην Τελική Λύση, σε μια από τις πιο χυδαίες μορφές ύβρεως που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, η οποία ωστόσο σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε από τους φορείς επιβολής και κυριαρχίας που επισήμως αποτελούν γέννημα θρέμμα της νεωτεριστικής περιόδου [2]. Με λίγα λόγια, η καπιταλιστική ρασιοναλιστική τάξη πραγμάτων (δίχως την οποία το Κράτος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως και το αντίθετο) προετοίμασε το έδαφος επιβάλλοντας διαιρέσεις σε πληθυσμούς, μια συνθήκη που απλά οι αντιδραστικές και φυλετικές θεωρίες εκμεταλλεύτηκαν, ανοίγοντας το δρόμο για την άνοδο του φασισμού, του οποίου ανώτατο στάδιο είναι οι γενοκτονίες και οι μαζικές εξοντώσεις πληθυσμών.

Ο μαζάνθρωπος και η ιδεολογία

Είδαμε λοιπόν πώς η νεωτερικότητα, και αντίστοιχα οι θεσμοί που φροντίζουν για την διαιώνιση της κοινωνικής δόμησης που η ίδια εξιδανικεύει, χτίζουν σιγά σιγά τα θεμέλια για το Κράτος εξαίρεσης. Ωστόσο όμως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο φασισμός/ναζισμός είναι κατά κύριο λόγο μια ιδεολογία, (όπως και κάθε άλλο ολοκληρωτικό κίνημα, βλ. Σταλινισμός), με βάση την Hannah Arendt (1976). Ο ναζισμός έχτισε τη θεωρία της Αρίας Φυλής πάνω στους νομούς της Φύσης – των οποίων η επικράτηση είναι νομοτελειακά βέβαιη (δεδομένου ότι η ίδια η φύση το επιβάλει) ενώ αντίστοιχα ο Σταλινισμός επένδυσε στους αδήριτους νόμους της Ιστορίας, υπάγοντας έτσι την εν γένει πραγματικότητα σε ένα σύνολο απαράβατων αξιωμάτων που διατείνονται ότι ο κομμουνισμός θα ανατείλει ως επίγειος παράδεισος μέσα από τον κεντρικό σχεδιασμό και τη δικτατορία του προλεταριάτου (που στην πραγματικότητα ήταν η δικτατορία του κόμματος). Έτσι, όσοι αντιστέκονται (στην Ιστορία είτε στη Φύση) θα πρέπει να αφανιστούν, όντας παράσιτα που αρνούνται να ακολουθήσουν την τελειότητα της ανθρώπινης ολοκλήρωσης. Αυτή η ακραία μορφή εξελικτισμού που στην ουσία επικαλείται την ανθρώπινη παντοδυναμία (ότι το ανθρώπινο ον είναι ικανό για τα πάντα) αποτελεί κατά βάση κληροδότημα της ίδιας της νεωτερικότητας, της απόλυτης κυριαρχίας των ανθρώπων στη φύση. Αυτή την μεταφυσική υπαγωγή στο απροσδιόριστο άπειρο (που την ουσία αποτελεί η εκλαΐκευση των Χριστιανικών νόμων, όπου οι θνητοί Αδάμ και Εύα ανά πάσα στιγμή μπορούν να μοιάσουν τον δημιουργό τους) αναπαράγουν εξίσου και οι δύο ολοκληρωτικές ιδεολογίες, όντας κληροδοτήματα των ίδιων νεωτεριστικών παραδόσεων. Μένει, ωστόσο, ένα από τα βασικότερα ερωτήματα αναπάντητα: γιατί οι μάζες συναινούν στην ύβρη του φασισμού (και του ολοκληρωτισμού εν τέλει), ή ακόμα περισσότερο, γοητεύονται από αυτόν; Διότι το Κράτος, οι θεσμοί που διαιωνίζουν την ετερόνομη εξουσία και κάθε μορφή κοινωνικής ιεραρχίας (δίχως τα οποία, φυσικά, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ένα τόσο μεγάλης κλίμακας έγκλημα όπως το Ολοκαύτωμα) αποτελούν δημιουργήματα των ίδιων των κοινωνιών κάτι που φυσικά σημαίνει ότι πολύ πριν οι θεσμοί αυτοί χρησιμοποιηθούν για να αφανίσουν πληθυσμούς ολόκληρους, οι κοινωνίες αντίστοιχα είχαν ανοίξει το δρόμο για την επώαση του αυγού του φιδιού [3].

Επιπλέον, για την Arendt, η εκκόλαψη του αυγού οφείλεται και σε έναν εξίσου σημαντικό παράγοντα: στη διάλυση της δημόσιας σφαίρας, στην απάθεια και τον εγκλεισμό του καθενός/καθεμιάς στο ιδιωτικό του/της κλουβί (μερικά από τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το παζλ της αποσάθρωσης των δυτικών κοινωνιών, και της ελληνικής συμπεριλαμβανομένης). Έτσι μέσα στη χαβούζα του γενικευμένου κομφορμισμού, του kitsch θεάματος της ευτελούς τηλενοβέλας και σαπουνόπερας, του χυδαίου σεξισμού και της αποκτήνωσης, βλέπουμε την μετάλλαξη του ανθρώπου από σκεπτόμενο (πολιτικό) ον σε μαζάνθρωπο, που απλά νοηματοδοτεί την ύπαρξή του μέσα από τις διάφορες φετιχιστικές εικόνες και διαφημίσεις, στην εύκολη και ανέμελη ζωή. Ο συγκεκριμένος τύπος ανθρώπου διακρίνεται χαρακτηριστικά από την πλήρη ανικανότητα να έρθει σε επαφή με τον ίδιο του/της τον εαυτό, με την πραγματικότητα που ο ίδιος/α δημιούργησε ή με τη συμμετοχή του στον αμοραλισμό της ιδιώτευσης. Το απότομο τέλος, όμως, των ονειρώξεων και η προσγείωση στη πραγματικότητα με το σκάσιμο της μεγάλης φούσκας/απάτης της κατανάλωσης, συνθλίβει ριζικά τον ψυχισμό του. Κι έτσι, ο μίζερος μαζάνθρωπος βλέποντας μπροστά του τον κόσμο στον οποίο είχε πιστέψει να θρυμματίζεται, τρομαγμένος θα κλειστεί ερμητικά στον εαυτό του. Η στιγμή της αυτο-κριτικής του έχει έρθει! Αλλά, αντί να επενδύσει στην επώδυνη αυτή λύση, όντας άγνωστος μεταξύ αγνώστων, αναζητά μια νέα φούσκα για να κουρνιάσει μέσα της, να πατήσει στη γη που έφυγε από τα πόδια του. Πως θα ξεπεράσει και την καλλιεργούμενή του ροπή προς την ανευθυνότητα, την αδιαφορία, την ιδιοτέλεια, την αδράνεια, τον φετιχισμό, την λυσσαλέα υπερβολή, την ιδιώτευση και την ασημαντότητα; Πώς θ’ απομακρυνθεί και πάλι απ΄ τον δύσβατο δρόμο της κοινωνικής δημιουργίας που απλώνεται ανοιχτός μπροστά του; O εθνικιστικός ναρκισσισμός ή κάποια παρόμοιας φύσης τελολογική ιδεολογία (άλλωστε οι ιδεολογίες πάντοτε απευθύνονται στις μάζες παρά στην ατομική βούληση του κάθε ανθρώπου ως πολιτικού ζώου, νοηματοδοτώντας και φορτίζοντας θετικά ή αρνητικά διάφορα σημαίνοντα) και πάλι σαν κανονικό ναρκωτικό θα του προσφέρει μια χείρα βοηθείας, μια ψυχική υποστήριξη που έχει ανάγκη έτσι ώστε να του/της προσφερθεί και πάλι το βάθρο της (τάχα) φυλετικής ανωτερότητας, να δικαιολογήσει τα λάθη του παρελθόντος ρίχνοντας τις ευθύνες σε Εβραίους, Ιλλουμινάτι, ψεκασμούς αεροπλάνων, αυτο-καλλιεργώντας και πάλι την ψευδαίσθηση του υπερανθρώπου και ανακυκλώνοντας την παθολογική του λατρεία για την κυριαρχία, που όπως έλεγε και ο Wilhelm Reich (1983) κάθε άτομο εσωτερικεύει σε μια κοινωνία όπου οι σχέσεις εξουσίας διέπονται αυστηρά από την Χομπσιανή νόρμα: διαταγή-υπακοή.

Αυτή ακριβώς η ανασφάλεια του απελπισμένου μαζανθρώπου, που μέχρι χθες ήξερε να ζει σε καθεστώς πλαστικής ευμάρειας, ενισχύεται ακόμα περισσότερο από της εικόνες εξαθλίωσης που προβάλλονται συνεχώς από τα Μέσα Ενημέρωσης (όπως τα καραβάνια μεταναστών από τις χώρες της Αφρικής) και λειτουργούν σαν σκιάχτρο στην ψυχοσύνθεσή του. Ο ίδιος, που πεισματάρικα αρνείται να πιστέψει ότι οι μέρες της αφθονίας του ήταν μετρημένες, αισθάνεται ότι η ευημερία του απειλείται από τις «ορδές» αυτών των «τριτοκοσμικών», κι έτσι η εικόνα ενός αυστηρά προστατευμένου κόσμου, μιας αδιαπέραστης γυάλινης σφαίρας όπου εντός της ο κάθε άνθρωπος εξασφαλίζει στο ακέραιο το κυνήγι της ευτυχίας μετατρέπεται σε εύθραυστο βάζο. Ως εκ τούτου, όντας γαλουχημένος σε αξίες ξέφρενου κοινωνικού κανιβαλισμού που προωθεί το ανταγωνιστικό παράδειγμα του κοινωνικού δαρβινισμού (όπου όλοι πατάμε επί πτωμάτων για μια «καλύτερη θέση»), σε αξίες ακραίου αμοραλισμού και κρετινισμού, έλκεται από τις χυδαίες φωνές που μιλούν για περιορισμό της μετανάστευσης (ακόμα και με απώλειες, όπως είχε δηλώσει και κάποιος βΟλευτής της ΝΔ πριν από λίγους μήνες), δίχως να αναρωτιέται καν έστω και ελάχιστα αν η στάση του είναι δίκαιη και ηθικά αποδεκτή (φτάνει μόνο το εξορθολογισμένο Κράτος να εφαρμόσει τη συνταγή που «οδηγεί στην επιτυχία»).

Εν κατακλείδι,

«Ο στρατηγικός αντίπαλος είναι ο φασισμός … ο φασισμός σε όλους μας, στο μυαλό μας και στην καθημερινή μας συμπεριφορά, ο φασισμός που μας κάνει να αγαπάμε την εξουσία, να επιθυμούμε το ίδιο το πράγμα που μας επιβάλλεται και μας εκμεταλλεύεται» είχε πει πριν μερικά χρόνια ο Michell Foucault (2004, σ.xiv). Ή, όπως πιο σωστά το θέτει ο Κορνήλιος Καστοριάδης (1999, σ.22-23), «το χάος το έχουμε και μέσα μας με τη μορφή της ύβρεως, δηλαδή της άγνοιας ή της αδυναμίας αναγνωρίσεως των ορίων των πράξεων μας. Διότι αν τα όρια ήταν σαφή και αναγνωρίσιμα εκ των προτέρων, δεν θα υπήρχε ύβρις, θα υπήρχε απλώς παράβαση ή αμάρτημα, έννοιες χωρίς κανένα βάθος». Άλλωστε ο εθνικισμός από μόνος του αποτελεί μια από τις πιο έντονες μορφές ύβρεως. Η φυλετική ή εθνική υπερηφάνεια (που λόγω της έντασής της εκλαμβάνεται ως ανωτερότητα) υιοθετείται ως ύψιστο ιδανικό προσδιορίζοντας κύρος και αναγνωρισιμότητα σε όλους όσους βλέπουν τον κόσμο γύρω τους να καταρρέει και τις παλιές αξίες, που για χρόνια εξαγόραζαν την θνητότητά του προτάσσοντας κατανάλωση και καριερισμό, να σβήνουν ολοσχερώς, αναπληρώνουν έτσι το κενό. Ως εκ τούτου, ο (μαζ)άνθρωπος μετατρέπεται σε εργαλείο ικανό να σκοτώσει και να σκοτωθεί για ένα καλύτερο χθες, όπως λέει και ο Δεσποινιάδης (2008). Αυτός είναι, λοιπόν, ο φασισμός: η πιο τερατώδης έκφραση της ύβρεως, αυτής της οργιώδους και καλλιεργούμενης τάσης να αυτό-ικανοποιούμε συνέχεια το εγώ μας δίχως κανένα όριο και κανένα μέτρο. Μέχρι που θα έρθει η στιγμή να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτήν ακριβώς την ύβρη πρέπει να καταγγείλουμε, τόσο στον εαυτό μας όσο και στους γύρω μας, και ταυτόχρονα να υιοθετήσουμε μια νέα ηθική, αυτήν του αυτο-περιορισμού (Castoriadis 2007, σ.150), τότε θα παραμένουμε διαρκώς εγκλωβισμένοι σε παιδιάστικες ψευδο-αναλύσεις επί αναλύσεων πάνω σε τέτοια τερατώδη ζητήματα.

___________________________
[1] Αυτό, με λίγα λόγια, εξηγεί και τα κρούσματα Ισλαμοφοβίας και αντιτσιγγανισμού που συναντά κανείς στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι δεξιοί λαϊκιστές θεωρούν υπεύθυνες εξ’ ολοκλήρου καί τις δύο αυτές μειονότητες για την μή ενσωμάτωσή τους με την υπόλοιπη κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα, κανείς δεν φαίνεται να θέτει το ερώτημα αν πραγματικά η αφομοίωση – και συνεπώς η πολιτισμική ομοιομορφία – είναι μονόδρομος για την αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων. Με παρόμοιο τρόπο μπορεί εξίσου να ερμηνευτεί και ο ευρωπαϊκός ανθελληνισμός: όλες οι φωνές που μιλούν για την «έμφυτη τεμπελιά» των νεοελλήνων και την τάση τους να «κοροϊδεύουν» το Κράτος και «πόσο διεφθαρμένοι είναι» υπάγεται ακριβώς στο γεγονός ότι για τους βορειοευρωπαίους οι νεοέλληνες δεν καταφέρνουν ποτέ να συγκροτήσουν ένα σύγχρονο, εξορθολογισμένο έθνος (με τη βιομηχανία του, την κεντρική-γραφειοκρατική διοίκηση του κράτους, την ομογενοποίηση του πληθυσμού), που θα έχει τα χαρακτηριστικά της Γερμανίας.

[2] «Γνωρίζουμε ότι πολλές σφαγές, πογκρόμ, μαζικές δολοφονίες, μάλιστα περιπτώσεις που δεν διαφέρουν από μια γενοκτονία, έχουν πραγματοποιηθεί δίχως τη σύγχρονη γραφειοκρατία, τις δεξιότητες και τις τεχνολογίες που αυτή καθοδηγεί, καθώς και τις επιστημονικές αρχές της εσωτερικής της διαχείρισης. Το Ολοκαύτωμα, βέβαια, ήταν σαφώς αδιανόητο χωρίς μια τέτοια γραφειοκρατία. Το Ολοκαύτωμα δεν ήταν μια παράλογη εκροή καταλοίπων της προ-νεωτερικής βαρβαρότητας που απλά δεν εξαλείφθηκαν. Ήταν ένα παράγωγο του οίκου της νεωτερικότητας» (Bauman 1991, σ.16), ένα φυσικό αποτέλεσμα όχι μόνο του αιώνιου αντισημιτισμού, αλλά και της ρασιοναλιστικής κυριαρχίας του αστικού πολιτισμού, κατεξοχήν φορέας της οποίας είναι το Κράτος, παρά της κυριαρχίας των παρορμήσεων πάνω στον κοινό νου. Εξάλλου (Sabini & Silver 1980, σ.329-30) ο συνήθης αριθμός των νεκρών ακόμα και έπειτα από συνεχόμενα πογκρόμ συνήθως δεν υπερβαίνει τους εκατό. Αυτό σημαίνει ότι θα απαιτούνταν σχεδόν 200 χρόνια καθημερινών διώξεων προκειμένου ο αριθμός των νεκρών να αγγίξει τα οχτώ εκατομμύρια (Εβραίοι, τσιγγάνοι – βλ. Porajmos, ομοφυλόφιλοι) που εξόντωσαν οι ναζί μέσα σε λιγότερο από 4 χρόνια. «Η βία του όχλου στηρίζεται σε μια εσφαλμένη ψυχολογική βάση για βίαιη συγκίνηση. Οι άνθρωποι μπορεί να καταφύγουν στη μανία, αλλά αυτή η μανία ​​δεν μπορεί να διατηρηθεί για 200 χρόνια. Τα συναισθήματα και η βιολογική τους βάση έχουν μια συγκεκριμένη πορεία στο φυσικό χρόνο» Sabini & Silver 1980, σ.329-30). Έτσι, μόνο με τη βοήθεια ενός σύγχρονου εξορθολογισμένου και τεχνολογικά εξοπλισμένου κράτους θα μπορούσε να εφαρμοστεί ένα τόσο ευρείας κλίμακας σχέδιο αφανισμού πληθυσμών. Αυτό πιθανότατα εξηγεί το γεγονός ότι η φασιστική – αλλά πάνω απ’ όλα μη εκβιομηχανισμένη (που δεν είχε, δηλαδή, ενσωματωθεί πλήρως στη ρασιοναλιστική καπιταλιστική τάξη πραγμάτων) – Ιταλία του Μουσολίνι ελάχιστα συνέφερε στο σχέδιο judenrein, έως ότου οι χιτλέρικές δυνάμεις κατέλαβαν εξ’ ολοκλήρου τη χώρα (Arendt 2006, σ.179), πάντα φυσικά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ίδια η χώρα ουδέποτε γνώρισε τον τόσο ακραίο αντισημιτισμό της Γερμανίας και της Γαλλίας και, ως εκ τούτου, «υπήρξε μια από τις λίγες χώρες στην Ευρώπη όπου όλα τα αντί-εβραικά μέτρα δεν ήταν δημοφιλή» (Arendt 2006, σ.178).

[3] Το γεγονός και μόνο ότι το Ολοκαύτωμα και τα στρατόπεδα εξόντωσης φάνταζαν αδιανόητα πριν τη δεκαετία του ’40 για τον μέσο Ευρωπαίο – όπως λέει ο Bauman (1989) – φανερώνει ακριβώς αυτήν την ετερονομία των δυτικών κοινωνιών. Οι ίδιες δεν κατάφεραν να γνωρίζουν ότι από μόνες τους οδηγούνται στην ύβρη σιγά σιγά μέσα από θεσμούς (που εξασφάλισαν την κυριαρχία της ρασιοναλιστικής τάξης πραγμάτων), θεσμούς που οι ίδιες δημιουργούσαν δίχως να το ξέρουν (συχνά χρειάζεται να λεχθεί ότι οι θεσμοί προήλθαν από κάπου αλλού  όπως μας λέει και ο Καστοριάδης, από τον θεό, από την ιστορία, από τους νόμους της φύσης ή των προγόνων).

Αναφορές:

Δεσποινιάδης, Κ., 2008. Πόλεμος και Ασφάλεια, Θεσσαλονίκη: Πανόπτικον.
Καστοριάδης, Κ., 1999Η Αρχαία Ελληνική δημοκρατία και η Σημασία της για μας Σήμερα. Αθήνα: Υψιλον βιβλία.
Arendt, H., 1976. The Origins of Totalitarianism. 6th ed. USA: A Harvest Book.
Arendt, H., 2006 (1963). Eichmann in Jerusalem: A Report on the Banality of Evil. London: Penguin Books.
Castoriadis., C., 2007. Figures Of The Thinkable. California: Stanford University Press.
Deleuze, G., Guattari., F., Foucault. M., 2004. Anti-Oedipus. London: Bloomsbury Publishing.
Bauman, Z., 1991. Modernity and Ambivalence. London: Polity Press.
Bauman, Z., 1989. Modernity and The Holocaust. New York: Cornell University Press Ithaca.
Hobbsbawm, E., 1990. Nations and Nationalism since 1780: Programme, Myth, Reality. Cambridge: Cambridge University Press.
Read, A., 2004. The Devil’s Disciples: Hitler’s Inner Circle, 1st American ed. New York, New York: W. W. Norton & Company.
Reich, W., 1983. The Mass Psychology of Fascism. Middlesex: Penguin Books.
Sapini, P., J., & Silver, M., 1980. Survivors, Victims and Perpetrators: Essays in the Nazi Holocaust. Washintgon: Hemisphere Publishing Corporation.
Trotsky, L., 1996 (1944). Fascism: what is and how to fight it. US: Pathfinder.

Ένα μήνυμα ενότητας και φιλίας: τίποτα δεν μας χωρίζει πια…

Εξάρχεια, Αθήνα: η φωτογραφία του Berkin Elvan στο σημείο όπου ο Αλέξης Γρηγορόπουλος δολοφονήθηκε από αστυνομικά πυρά.

Tο άρθρο στα Αγγλικά (link) ή Τουρκικά (link)

Η είδηση του θανάτου του 15χρονου Berkin Evan μετά από 269 ημέρες σε κόμμα λόγω τραυματισμού στο κεφάλι κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων στην πλατεία Gezi τον περασμένο Ιούνιο στην Κωνσταντινούπολη, δεν μας προκάλεσε έκπληξη. Μας θύμισε δίχως άλλο τον θάνατο του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στην Αθήνα, πέντε χρόνια πριν, ο οποίος οδήγησε στην εξέγερση του Δεκέμβρη. Σήμερα η φωτογραφία του εμφανίζεται σε αφίσες και πλακάτ δίπλα σε αυτή του Berkin.

Όπως ακριβώς η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η υπόλοιπη Ευρώπη, έτσι και η Τουρκία βιώνει με παρόμοιο τρόπο τις συνέπειες της ανεξέλεγκτης κρατικής βίας σε συνδυασμό με μια τεράστια επίθεση στις δημοκρατικές ελευθερίες. Είναι προφανές ότι σε όλον τον κόσμο το κράτος και όλοι οι κατασταλτικοί μηχανισμοί γίνονται ολοένα πιο αυταρχικοί καθώς η πολιτική ισχύς συγκεντρώνεται ολοένα περισσότερο στα χέρια μιας ολιγαρχίας, έχοντας ταυτόχρονα ως αποτέλεσμα τη δραματική διόγκωση της ωμής βίας, του κοινωνικού αποκλεισμού, των ανισοτήτων και της αδικίας. Η αυθαιρεσία των ολιγαρχικών καθεστώτων ενάντια στα θεμελιώδη μας δικαιώματα δεν αποτελεί πλέον ψευδαίσθηση ή αποκύημα της φαντασίας, αλλά μια προφανή πραγματικότητα. Οι ειρηνικές διαδηλώσεις υφίστανται διαρκώς επιθέσεις από βαριά οπλισμένες αστυνομικές δυνάμεις – η Ελλάδα και η Τουρκία αποτελούν μόνο δύο παραδείγματα, καθώς έχουμε δει τη βίαιη καταστολή στην Ισπανία, τη Βρετανία, τη Βραζιλία. Σχεδόν παντού στον κόσμο όπου οι άνθρωποι μάχονται αγωνιζόμενοι να διατηρήσουν τις σκληρά κερδισμένες ελευθερίες τους, οι τρέχοντες θεσμοί που ασκούν αυθαίρετα την εξουσία απαντούν με βία και καταναγκασμό. Την ίδια στιγμή, ο κόσμος των media παραμένει κατά κύριο λόγο απαθής, περιφρονητικός ή μεροληπτικός υπέρ της εξουσίας. Γι’ αυτόν το λόγο:

  • Έχει φτάσει η στιγμή που πρέπει να κατανοήσουμε ότι η κατάσταση βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια μας και ότι θα πρέπει να ενταθούν οι λαϊκοί αγώνες των απλών πολιτών. Πώς, ωστόσο, μπορούμε να συνεχίσουμε να οργανωνόμαστε προς μια ουσιαστική και καίρια πολιτική αλλαγή; Πώς μπορούμε να μετασχηματίσουμε πραγματικά το πολιτικό τοπίο; Κανένας ουσιαστικός μετασχηματισμός δεν μπορεί να προκύψει αν δεν αναγνωρίσουμε τη σημασία της διεθνούς αλληλεγγύης σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, αν δεν ξεπεράσουμε τα εθνικά σύνορα και δεν διαδώσουμε το μήνυμα της φιλίας και της αδελφοσύνης.
  • Σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων, που υφίστανται μια παρόμοια επίθεση νιώθουν επιτακτική την ανάγκη να εκφράσουν την συμπαράστασή τους, απαιτώντας ταυτόχρονα τον άνευ όρων τερματισμό κάθε ιστορικής και πολιτιστικής διαίρεσης. Ενώ τα οδοφράγματα στην πλατεία Ταξίμ στην Κωνσταντινούπολη και τις άλλες μεγάλες πόλεις της Τουρκίας υψώνονται ξανά, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες νέων ανδρών και γυναικών πλημμυρίζουν τους δρόμους εκφράζοντας την αγανάκτησή τους, η πλειονότητα των δημοκρατικών Ελλήνων πολιτών νιώθουν την ηθική υποχρέωση να στείλουν ένα μήνυμα ενότητας. Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες του Berkin και του Γρηγορόπουλοου τοποθετημένες η μια δίπλα στην άλλη μας θυμίζουν ότι η καταπίεση και τα βάσανα δεν οφείλονται στις εθνικές διαφορές. Αντιθέτως, προκύπτουν από τις τρέχουσες θεσμοθετημένες σχέσεις εξουσίας, που είναι σχεδιασμένες να διαιωνίζουν τις ανισότητες, τη διαφθορά, τον ελιτισμό και κάθε είδους αδικία, στοιχεία που μπορούμε να καταφέρουμε να εξαλείψουμε μόνο μέσω της ενότητας του αγώνα.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο υστερικός εθνικιστικός λαϊκισμός και η γεωπολιτική αντιπαλότητα μεταξύ μας έχουν επί αιώνες θρέψει το μίσος και τις εντάσεις. Ξέρουμε ότι οι καιροσκόποι έμποροι όπλων υποκινούμενοι από το προσωπικό τους συμφέρον θα συνεχίσουν να καλλιεργούν και να τρέφουν το μίσος μεταξύ των δύο λαών (Τούρκων και Ελλήνων) που έχουν τόσα πολλά κοινά. Γνωρίζουμε ότι οι δημαγωγοί, οι ιεροκήρυκες του μίσους, οι ιστορικοί της πλάκας και οι προπαγανδιστές προσπαθούν επί χρόνια να μας πείσουν ότι δεν είμαστε τίποτε άλλο από εχθροί, ότι δεν έχουμε τίποτα κοινό εκτός από το ξίφος. Ότι θα πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι να δώσουμε τη ζωή μας στον «επικείμενο πόλεμο ενάντια στους κακούς γείτονές μας» αναζητώντας την αναβίωση ένδοξων παρελθόντων. Η κρίση μας δεν κινείται πλέον από τη φιλικότητα αλλά από την άγνοια. Το μίσος μεταξύ μας έχει καταλάβει τη σκέψη μας. Είναι ώρα, ωστόσο, για όλους τους δημοκρατικούς πολίτες και των δύο χωρών, που απορρίπτουν κάθε είδους υβριστικό, εθνικιστικό ή θρησκευτικό απομονωτισμό να αναμετρηθούν με αυτές τις προκλήσεις. Όλοι εμείς που επιθυμούμε την εξάλειψη της χρήσης δομικής βίας και τη δημιουργία αυτόνομων και δημοκρατικών κοινωνιών, πρέπει να εναντιωθούμε και να αναδείξουμε στην ολότητά της τη χυδαιότητα των εθνικιστικών λαϊκιστικών ιδεολογιών σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή όπου ο απλός πολίτες –είτε Τούρκος, είτε Έλληνες- βιώνει εξίσου τον εκφοβισμό, την φτωχοποίηση και την ταπείνωση.

Προκειμένου να αντιμετωπίσουμε αυτή την αθλιότητα, πρέπει να αναλάβουμε συλλογική δράση, μέσω ενός ενωμένου διεθνούς επαναστατικού δικτύου. Είναι καιρός να προχωρήσουμε σε αποφασιστικές δράσεις, μαζί. Στις πλατείες και τους δρόμους, η πραγματική δημοκρατία, η ανθρώπινη δημιουργία, και η επικοινωνία μπορούν να ξαναγεννηθούν.