«Δεν μας φοβίζουν τα νέα μέτρα»: μια επικαιροποίηση στο φως των νέων εξελίξεων

Με δεδομένο ότι το αρχικό κείμενο [«Δεν μας φοβίζουν τα νέα μέτρα (αυτοί θα έπρεπε να φοβούνται…)»] γράφτηκε πριν περίπου πέντε μήνες, είναι απαραίτητη μια επικαιροποίησή του που θα εστιάσει σε τρία κυρίως σημεία: α) Την παρούσα κατάσταση της διεθνούς, αλλά ιδιαίτερα της ελληνικής οικονομίας μετά την καταβολή της μεγάλης δόσης του Δεκέμβρη, η οποία έκανε πολλούς να μιλάνε για σταθεροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού, β) Τη σημασία των εξελίξεων στην Κύπρο τόσο για την Ελλάδα όσο και διεθνώς και γ) Τα καθήκοντα του κινήματος μέσα στο νέο πολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται από τη συνεχή ένταση του κυβερνητικού αυταρχισμού και την απρόσκοπτη συνέχιση του προγράμματος της τρόικας.

Ι. Στο διεθνή και ιδίως στον ευρωπαϊκό χώρο, δεν είχαμε τους τελευταίους μήνες καμία εξέλιξη που να επιτρέπει την αισιοδοξία του κεφαλαίου και των πολιτικών ελίτ ότι επίκειται μια διέξοδος από την κρίση.

Οι άνεργοι στην Ε.Ε. έφτασαν τα 26 εκατομμύρια (10,9 %) εκ των οποίων τα 19 εκ. στην Ευρωζώνη (12 %). Το 2012 έκλεισε με ύφεση 0,9 % στους 17 και 0,6% στους 27, με τις 11 από τις 17 χώρες της Ευρωζώνης να είναι υφεσιακές, μία με μηδενική και 5 με ισχνή ανάπτυξη, ενώ είχαμε και μείωση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 3,7 % με τις χώρες που βρίσκονται στο επίκεντρο της κρίσης να έχουν ποσοστά πολύ μεγαλύτερα του μέσου όρου (Ιταλία -7,6 %, Ισπανία -7,2 %, Ιρλανδία -6,6 % κλπ.). Ακόμη, πέρα από την επίθεση στην Κύπρο που θα εξετασθεί ξεχωριστά, βγήκε στην επιφάνεια η απειλή του σκασίματος της φούσκας των ακινήτων στην Ολλανδία όπου το ιδιωτικό χρέος έχει σπάσει κάθε ρεκόρ, είχαμε την επίθεση των ισχυρών της Ευρώπης σε Αυστρία και Λουξεμβούργο απαιτώντας άρση του τραπεζικού απορρήτου, εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος κα έλεγχο της φοροδιαφυγής, ενώ από μέρα σε μέρα αναμένεται η επίθεση των διεθνών αρπακτικών στη Σλοβενία, παρόλο που το δημόσιο χρέος της είναι μόλις στο 47 % του ΑΕΠ της και έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανάπτυξης στην Ε.Ε.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την άποψη ότι η κρίση είναι βαθύτατα συστημική και γι’ αυτό βγάζει διαρκώς στην επιφάνεια τις αντιθέσεις τόσο ανάμεσα στις διαφορετικές μερίδες του κεφαλαίου, όσο και ανάμεσα στους διαφορετικούς εθνικούς καπιταλισμούς. Με βάση το γεγονός ότι την περίοδο 1975-2005 το μερίδιο της εργασίας στο κόστος παραγωγής μειώθηκε κατά το ιλιγγιώδες ποσό του 10 % του παγκόσμιου ΑΕΠ, γίνεται φανερό ότι αιτία της κρίσης δεν είναι η υπερκατανάλωση, αλλά αντίθετα η έλλειψη ζήτησης, που, όσο εντείνονται τα μέτρα λιτότητας, επιστρέφει την κρίση στην εργοδοσία, η οποία καρπούμενη λιγότερη υπεραξία, αδυνατεί να κρατήσει ψηλά το ποσοστό του κέρδους της. Πρόκειται λοιπόν ταυτόχρονα για κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και άρα αξιοποίησής του και κρίση τρόπου παραγωγής, λόγω της όξυνσης της αντίθεσης παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων. Με αυτή την έννοια πρόκειται για κρίση ενός συστήματος σε ολική παρακμή.

Η θέση ότι η ύφεση και η ανεργία είναι συνειδητές επιλογές, ότι πρόκειται δηλαδή για μια μεγάλη εκκαθάριση με στόχους τη δραστική υποτίμηση της εργατικής δύναμης και την επιλεκτική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και πλεοναζόντων κεφαλαίων, παρόλο που έχει θεωρητική βάση, είναι στις δεδομένες συνθήκες προβληματική για δύο λόγους:

α) Η συμπίεση  του εργατικού κόστους δεν μπορεί να ξεπεράσει ατιμωρητί για το κεφάλαιο  ένα όριο, ιδιαίτερα όταν, όπως είδαμε έχουν κλείσει ή στενέψει οι άλλοι δρόμοι διαφυγής του από την κρίση.

β) Η σημερινή διασπορά του κεφαλαίου κάνει δύσκολη την επιλεκτική μαζική καταστροφή του. Αυτό ισχύει αν δεχτούμε, ότι ως συνειδητή επιλογή, η καταστροφή κεφαλαίων δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από αναδιανομή τους μέσα στα πλαίσια της εκάστοτε άρχουσας τάξης. Η καταστροφή λοιπόν, δεν γίνεται ποτέ στην τύχη, αλλά αποτελεί έναν άλλο τρόπο συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, έναν τρόπο, ας πούμε «εκτάκτου ανάγκης», που όμως στις παρούσες συνθήκες φαίνεται να μη λειτουργεί.

Περνώντας στην εξέταση της κατάστασης στην Ελλάδα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι παρά το κλίμα αισιοδοξίας που καλλιεργεί η κυβέρνηση και τα φιλομνημονιακά ΜΜΕ από το Δεκέμβρη και μετά, η σημερινή εικόνα της ελληνικής οικονομίας είναι πραγματικά τραγική:

Η αθροιστική ύφεση της πενταετίας 2008-2012 έφτασε το 20,1 % και θα ξεπεράσει το 25 % φέτος, η επίσημη ανεργία βρέθηκε το Γενάρη στο 27,2 % (1.348.742 άτομα) με τη νεανική στο 59,3 % και τη γυναικεία στο 31,4 %, ενώ το 65,3 % των ανέργων είναι χωρίς δουλειά πάνω από ένα χρόνο. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, η πραγματική ανεργία πρέπει να είναι γύρω στο 31 % και όπως όλα δείχνουν θα συνεχίσει να αυξάνεται, αφού το ΚΕΠΕ προβλέπει επίσημη ανεργία 30,1 % για το τέλος της χρονιάς και το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ 35 % πραγματική, ενώ το ΙΟΒΕ ανεβάζει στο 27,6 % το μέσο όρο του έτους. Πέρα από αυτά, όλοι οι δείκτες της οικονομίας παρουσιάζουν καθίζηση.

Οι επενδύσεις από 56,5 δισ. € το 2007 έπεσαν στα 23,5 δισ. € το 2012 και το ΙΟΒΕ προβλέπει νέα μείωση 10 % για το 2013, η εγχώρια ιδιωτική κατανάλωση από 151,8 δισ. € το 2008 έπεσε στα 119 δισ. € το 2012 και αναμένεται μείωση 9 % για φέτος, οι τραπεζικές καταθέσεις από 237  δισ. € τον Ιούνιο του 2009 κατρακύλησαν στα 150 δισ. € το Νοέμβρη του 2012, η μείωση της αγοραστικής δύναμης του μέσου μισθού φτάνει σχεδόν το 50 %, ως αποτέλεσμα του φονικού συνδυασμού πληθωρισμού, μείωσης των μισθών και αύξησης των φόρων και το κατά κεφαλήν εισόδημα από 84 % του μέσου όρου της Ε.Ε. το 2008, έφτασε στο 72 % το 2012 και προβλέπεται να πέσει στο 68 % το 2013, ανεβάζοντας το ποσοστό αυτών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας στο 30 % από 23 % το 2010. Μάλιστα, το δημόσιο χρέος για τον περιορισμό του οποίου υποτίθεται ότι γίνονται όλα, από 119 % του ΑΕΠ το 2009 έφτασε στο 157 % το 2012 και θα ξεπεράσει το 174 % το 2013, ενώ χωρίς το κούρεμα θα ήταν στο 224 %.

Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει αυτή την κατάσταση κόβοντας μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές παροχές και βάζοντας συνεχώς νέους φόρους. Στόχος υποτίθεται πως είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, η οποία όμως, όπως είδαμε, έπεσε κατά 29 θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη μεταξύ 2008 και 2012, παρά το γεγονός ότι το εύρος των περικοπών δεν έχει ιστορικό προηγούμενο στη μεταπολεμική ιστορία της Ευρώπης. Η μέση μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος έφτασε το 17,6 % έναντι στόχου 15 % και ενώ στην Ευρωζώνη είχαμε αύξηση κατά 2,8 %. Το μέσο ωριαίο κόστος εργασίας μειώθηκε το 2012 ακόμη 11,2 %, την ίδια στιγμή που στην Ε.Ε. είχαμε αύξηση 8,6 % και στην Ευρωζώνη 8,7 %, ενώ ακόμη και στις χώρες που είναι σε μνημόνιο, υπήρξε – έστω οριακή – αύξηση (Ιρλανδία + 0,8 %, Πορτογαλία + 0,4 %).

Όσο για τη συνεχή παρανοϊκή επιβολή φόρων, η κατάσταση αν δεν ήταν τραγική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κωμική. Με νέο συντελεστή φορολογίας εισοδήματος στο 26 % έναντι 20,5 % στην Ε.Ε. και ένα σωρό έμμεσους και έκτακτους φόρους, τα φορολογικά έσοδα αντί να αυξηθούν μειώνονται. Οι ανείσπρακτοι φόροι αυξήθηκαν κατά 13 δισ. € το 2012, δηλαδή κατά 1,1 δισ. € το μήνα, φτάνοντας συνολικά τα 56 δισ. €. Η υστέρηση του ΦΠΑ του 2012 έφτασε το 16 % σε σχέση με το 2011, ενώ ήδη μέσα στο πρώτο δίμηνο του 2013 έχουμε υστέρηση εσόδων 161 εκ. € από το ΦΠΑ, 153 εκ. € από έμμεσους φόρους και 134 εκ. € από τα τέλη κυκλοφορίας αφού, παρά την υπέρογκη αύξησή τους, το όφελος αντισταθμίστηκε από τις 115.000 καταθέσεις πινακίδων. Το ίδιο έγινε και με την αύξηση στους φόρους του πετρελαίου, οι οποίοι έφτασαν να  καλύπτουν το 42 % της τιμής του οδηγώντας το κόστος των χιλίων λίτρων  στα 1.266 € στην Καστοριά, τη στιγμή που στοιχίζουν 861 € στο Λονδίνο. Κι όμως η Ελλάδα ξεπάγιασε φέτος για ένα όφελος μόλις 55 εκ. € αφού η εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου έφερε μείωση της κατανάλωσής του κατά 66 % (374.000 τόνοι το πρώτο δίμηνο του 2013, έναντι 1,1 εκ. τόνων το πρώτο δίμηνο του 2012).

Ακόμη, το 2011 δεν πληρώθηκαν έγκαιρα 400.000 λογαριασμοί της ΔΕΗ και το 2012 700.000, η επιβολή ΦΠΑ σε ποσοστό 23 % στην εστίαση έκλεισε ήδη 4.000 επιχειρήσεις μόνο στην Αττική, η φορολόγηση των κερδών στα παιχνίδια του ΟΠΑΠ κοντεύει να κλείσει τα πρακτορεία, ενώ το χαράτσι απέφερε μόλις 488 εκ. € το πρώτο δίμηνο του 2013, ανεβάζοντας την υστέρηση των δημοσίων εσόδων στα 818 εκ. € για το πρώτο τρίμηνο του έτους, με την τρόικα να έχει ήδη αρχίσει να ζητάει νέα μέτρα, προβλέποντας τη συνολική υστέρηση του έτους στα 4 δισ. €.

Σα να μην έφταναν όλα αυτά, το χρέος του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα από 7,227 δισ. € το Δεκέμβρη του 2011, έφτασε στα 8,045 δισ. € το Δεκέμβρη του 2012 γιατί παρά τις υποσχέσεις, η αποπληρωμή των χρεών προς τους ιδιώτες προχωρά με εξαιρετικά αργό ρυθμό. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή, καθώς η κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να παρουσιάσει με αλχημείες ένα ισχυρό πρωτογενές πλεόνασμα έχει κηρύξει ουσιαστικά μια άτυπη στάση πληρωμών. Έτσι, μετά το δημόσιο τομέα βουλιάζει και ο ιδιωτικός: Η συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ βρίσκεται στο ιστορικό χαμηλό του 9 %, η ελληνική ναυτιλία βρίσκεται στα επίπεδα του 1998 με 1933 πλοία (από 2002 το 2011) και ζημιές 231,6 εκ. € το 2012, ενώ ο κλάδος των κατασκευών έχει κυριολεκτικά αφανιστεί.

Προσπαθώντας να αυξήσει τα δημόσια έσοδα η κυβέρνηση απειλεί με κατασχέσεις και φυλακίσεις τους μικροοφειλέτες, ρισκάροντας μια κοινωνική έκρηξη για να εισπράξει άραγε τι; Σήμερα 5.770 άτομα χρωστούν 35 δισ. €, 100.000 άτομα 3 δισ. € και σχεδόν 2 εκ. άτομα 1,1 δισ. €. Ποια απ’ αυτές τις κατηγορίες αξίζει να κυνηγήσει κανείς το καταλαβαίνουν όλοι. Όχι όμως ο Στουρνάρας και ο Σταϊκούρας.

Η βέβαιη αποτυχία υλοποίησης των εισπρακτικών μέτρων τους επόμενους μήνες και η αύξηση του αριθμού αυτών που θα χρωστάνε φόρους, εισφορές και λογαριασμούς ΔΕΚΟ σε πάνω από 2,5 εκ. φυσικά πρόσωπα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά μέγα πολιτικό γεγονός, καθώς είναι βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα θα αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση. Οι νέοι φόροι, οι συνεχείς μειώσεις μισθών και συντάξεων, το παρατεταμένο στραγγάλισμα της πραγματικής οικονομίας και του λαϊκού εισοδήματος προς όφελος των τραπεζών, η αδυναμία ελέγχου ακόμα και του πληθωρισμού, οι συνεχείς άστοχες επιλογές που φέρνουν αποτελέσματα αντίθετα από τα προσδοκώμενα και παράλληλα η ασταμάτητη προκλητική μπουρδολογία περί τάχα τελευταίων μέτρων και ανάπτυξης από το 4ο τρίμηνο του 2013, επιβεβαιώνουν τη θέση που εκφράστηκε στο προηγούμενο κείμενο, ότι το αστικό μπλοκ εξουσίας της χώρας έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.

Ακόμα και οι τράπεζες απειλούνται από την εκτόξευση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σύμφωνα με στοιχεία που ανακοινώθηκα στις 15.04.2013 από τον Πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας, Γεώργιο Ζανιά, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έφτασαν από 4 % το 2008 στο 24,6 % το Δεκέμβριο του 2012. Σ’ αυτό το ποσοστό πρέπει να προσθέσουμε άλλο ένα 7 % που αντιστοιχεί στα αναδιαρθρωμένα δάνεια. Την ίδια μέρα, με έκθεσή της η Moody’s εκτιμά ότι στο τέλος του έτους τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (στεγαστικά, καταναλωτικά, επιχειρηματικά κλπ.) στην Ελλάδα, θα ξεπεράσουν το 40 % απειλώντας με κατάρρευση το συνολικό τραπεζικό τομέα. Η ανάκαμψη του ελληνικού καπιταλισμού λοιπόν, είναι αδύνατη και ακόμα κι αν καταφέρει μια σταθεροποίηση, αυτή θα είναι προσωρινή και εξαιρετικά σύντομη, αφού τη θέση του δυσχεραίνουν δύο ακόμη παράγοντες: το γεγονός ότι μετά το PSI το ελληνικό χρέος έχει γίνει κυρίως διακρατικό και οι εξελίξεις στην Κύπρο.

ΙΙ. Το κούρεμα των καταθέσεων στην Κύπρο υπήρξε μια απρόβλεπτη και πρωτοφανής εξέλιξη που προσβάλλει τα διαχρονικά ιερά και όσια του καπιταλισμού αν σκεφτούμε ότι ούτε καν σε πολεμικές περιόδους δεν μπήκε ποτέ χέρι στις καταθέσεις. Η απόφαση αυτή αποτελεί μια ακόμα απόδειξη του δομικού χαρακτήρα και των ιστορικών διαστάσεων της σημερινής κρίσης. Ακριβώς λόγω της έντασης και του βάθους της, όλες οι αρχές του καπιταλισμού καταπατούνται σε μια απέλπιδα προσπάθεια να μείνει απαραβίαστη η πιο θεμελιώδης απ’ αυτές: η αρχή της εκμετάλλευσης. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί μια απόφαση που απειλεί με αποσταθεροποίηση το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, τσαλαπατώντας τη βασική καπιταλιστική αρχή του απαραβίαστου των καταθέσεων και αφήνοντας ανοικτή την πόρτα για μια γενικευμένη φυγή τους (bank run) κάθε φορά που υπάρχει – ή φαίνεται ότι υπάρχει – πρόβλημα.

Οι διεθνείς αντιδράσεις που ακολούθησαν την απόφαση του Eurogroup, δείχνουν ότι κανείς δεν πιστεύει τις διαβεβαιώσεις ότι η Κύπρος είναι μια ειδική περίπτωση, ότι το όριο των 100.000 ευρώ είναι απαραβίαστο κλπ. Αντίθετα, όλοι καταλαβαίνουν, ότι η πρακτική αυτή, που χωρίς κανείς να τους ρωτήσει, αναβιβάζει τους απλούς καταθέτες σε «επενδυτές» και συνεταίρους των τραπεζών – συνεταίρους μόνο στις ζημιές και όχι βέβαια στα κέρδη – θα γενικευτεί αν υπάρξει ανάγκη, όπως άλλωστε δήλωσε και ο ανεκδιήγητος Ντάισελμπλουμ.

Σχετικά τώρα με την επίδραση των γεγονότων της Κύπρου στην ελληνική οικονομία, αυτή θα είναι σίγουρα αρνητική, χωρίς να μπορεί ακόμα να μετρηθεί με ακρίβεια, αφού δεν είναι γνωστό ούτε το μέγεθος των ελληνικών κεφαλαίων που κουρεύονται, ούτε οι επιπτώσεις της ύφεσης στις ελληνικές επιχειρήσεις (λουκέτα, απολύσεις κλπ.). Αυτό που είναι βέβαιο, είναι ότι η κυπριακή κρίση θα επιβαρύνει την ελληνική οικονομία στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Πέρα απ’ αυτά όμως, η υπόθεση της Κύπρου μας οδηγεί σε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα όπως τα παρακάτω:

α) Σε περιπτώσεις κρίσης τα ανώτερα κλιμάκια του διεθνούς κεφαλαίου και το πολιτικό τους προσωπικό δρουν με απροκάλυπτα ληστρικό τρόπο. Η κυρίαρχη άποψη λέει ότι η Κύπρος τα ‘θελε και τα πάθε αφού είχε φορολογικό συντελεστή στο 10 % που της έδινε χαρακτηριστικά φορολογικού παραδείσου, ξέπλενε μαύρο ρώσικο χρήμα και με ΑΕΠ μόλις 18 δισ. €, είχε 68 δισ. € τραπεζικές καταθέσεις και 120 δισ. € συνολικό ενεργητικό του τραπεζικού τομέα, δηλαδή επταπλάσιο σχεδόν από το ΑΕΠ της. Όλα αυτά είναι σωστά, αλλά δεν σημαίνουν τίποτα, γιατί από τη μια ήταν γνωστά στους ευρωπαίους εταίρους της και από την άλλη δεν ισχύουν μόνο για την Κύπρο. Το Λουξεμβούργο για παράδειγμα έχει τραπεζικό τομέα 23 φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ του, ενώ ποιος ξέρει πόσες χιλιάδες φορές μεγαλύτερος από το ΑΕΠ τους, είναι ο τραπεζικός τομέας των νησιών Κέιμαν.

β) Το ευρώ που την περίοδο 2000-2008 λειτούργησε σαν πολλαπλασιαστής της ανάπτυξης, των επενδύσεων και των κερδών, δημιουργώντας ντοπαρισμένους καπιταλισμούς που συσσώρευαν υψηλά δημόσια και ιδιωτικά χρέη, λειτουργεί τώρα, μετά το αναπόφευκτο σπάσιμο της φούσκας, ως επιταχυντής της έντασης και των συνεπειών της κρίσης, οδηγώντας σε μια εξαιρετικά βίαιη προσαρμογή. Καθώς η κρίση βαθαίνει, γίνεται όλο και περισσότερο φανερό, ότι το ευρώ αποτελεί ένα εργαλείο επιβολής ανταγωνιστικής ύφεσης και λιτότητας και η Ευρωζώνη μια συμμαχία του ληστρικού καπιταλιστικού κεφαλαίου.

γ) Καμία επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου δεν είναι δυνατή στα πλαίσια της Ευρωζώνης και κανένα πρόγραμμα λιτότητας δεν μπορεί ν’ ανατραπεί χωρίς σύγκρουση μ’ αυτή. Αυτό αποδείχτηκε περίτρανα στην Κύπρο, όπου η ντόπια αστική τάξη συνετρίβη κάτω από τις απαιτήσεις των δανειστών μετά το αρχικό της όχι. Ωστόσο, το θέμα της εξόδου της χώρας από το ευρώ είναι πολύ λεπτό και χρειάζεται ιδιαίτερα προσεκτικούς χειρισμούς. Παρόλο που είναι σίγουρο ότι μέσα στην Ευρωζώνη δεν υπάρχει σωτηρία για την Ελλάδα, ο τρόπος της εξόδου είναι πολύ σημαντικός. Αν θεωρήσουμε ότι η Ελλάδα είναι ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης, τότε ο στόχος ενός πραγματικά ριζοσπαστικού προγράμματος από τη μεριά της εργατικής τάξης δεν μπορεί να είναι η απλή αποχώρηση από αυτήν, αλλά η μετάδοση της κρίσης σε όλη την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, με απώτερο σκοπό, αν είναι δυνατό, τη διάλυσή της. Δεν χρειαζόμαστε εθνική αναδίπλωση αλλά διεθνιστική επέκταση.

δ) Σε καμία χώρα η αστική τάξη δεν μπορεί να διαπραγματευτεί επιτυχώς τα εθνικά συμφέροντα, γιατί σε καμία χώρα δεν υπάρχουν κοινά συμφέροντα εργατικής και αστικής τάξης. Μάλιστα, όταν έχουμε να κάνουμε με περιπτώσεις χωρών με σχετικά αδύναμη οικονομία, η εθνική διαπραγμάτευση υπό την ηγεμονία της αστικής τάξης, οδηγεί πάντα όχι μόνο στο βάθεμα της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, αλλά και σε συνολική υπαγωγή της χώρας σε αποικιακό καθεστώς.

ΙΙΙ. Τι πρέπει να περιμένουμε το αμέσως προσεχές διάστημα; Σε διεθνές επίπεδο, σίγουρα θα συνεχιστούν οι κινήσεις πανικού του κεφαλαίου, που θα προσπαθήσει με τον έναν ή το άλλο τρόπο να εφαρμόσει κι αλλού αυτό που πρωτοδοκίμασε στην Κύπρο. Στην Ελλάδα, όπως όλα δείχνουν, θα έχουμε αποτυχία των εισπρακτικών μέτρων, ακόμη μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού καθώς πολλοί ευρωπαϊκοί πόροι θα κατευθυνθούν προς άλλες χώρες και πτώση όλων των οικονομικών δεικτών, δηλαδή μια γενική οικονομική καθίζηση. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες και όσο γίνεται σαφέστερο ότι το πρόγραμμα δεν βγαίνει, δεν αποκλείεται, ακόμα και μέρος της ελληνικής αστικής τάξης – ειδικά ό,τι έχει απομείνει από το παραγωγικό της τμήμα – ν’ αρχίσει να σκέφτεται έξοδο από το ευρώ.

Στο πολιτικό επίπεδο, μπροστά στο ενδεχόμενο της αλλαγής του σκηνικού όσο η κρίση βαθαίνει, και με την άρχουσα τάξη να έχει κάψει όλες της τις εφεδρείες, θα υπάρξει σίγουρα περαιτέρω ένταση του αυταρχισμού και της καταστολής με όργανα όχι μόνο την αστυνομία, αλλά πιθανότατα και τους φασίστες. Ωστόσο, η ρωγμή στο σύστημα υπάρχει και πρέπει να τη μεγαλώσουμε.

Με βάση τα προηγούμενα το λαϊκό κίνημα πρέπει να κινηθεί προς τρεις κυρίως μεγάλους στόχους:

1.Την προσπάθεια οργάνωσης μιας μαζικής στάσης πληρωμών που θα επιτείνει την αποτυχία των εισπρακτικών μέτρων και θα υπονομεύσει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, επιταχύνοντας την πτώση της, ενώ παράλληλα θα ανακουφίσει τον κόσμο και θα ανεβάσει το ηθικό του.

2.Την οργάνωση μιας γενικής πολιτικής απεργίας διαρκείας με άμεσο στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης. Μια τέτοια απεργία θα έχει πανευρωπαϊκό αντίκτυπο σε εχθρούς και φίλους, θα καταδείξει τις εσωτερικές αντιθέσεις της άρχουσας τάξης σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, θα ενεργοποιήσει ανενεργά τμήματα της εργατικής τάξης, θα αναδείξει ίσως νέες ηγεσίες σε κόμματα και συνδικάτα αποδεικνύοντας την ανεπάρκεια των παλιών ή και νέα σχήματα αυτοοργάνωσης, θα ξεμπροστιάσει τους ναζιστές και θα τους περιθωριοποιήσει δείχνοντας το βαθύτατα συστημικό ρόλο τους. Πάνω απ’ όλα όμως, θα σφυρηλατήσει στην πράξη την ενότητα των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων, από τον ελευθεριακό χώρο έως την αριστερά, καθώς οι διάφορες τάσεις και εκφάνσεις τους θα πρέπει εκ των πραγμάτων να συνεργαστούν, αρχικά για τη συγκρότηση ενός μίνιμουμ μεταβατικού προγράμματος και στη συνέχεια για την εφαρμογή του.

3.Τη συγκρότηση ενός δικτύου δομών λαϊκής (αντι)εξουσίας, ή άλλως, θεσμών επιβολής της λαϊκής θέλησης, που θα περικυκλώσουν το αστικό μπλοκ και θα εμποδίσουν την εφαρμογή της πολιτικής του. Δεν αναφερόμαστε σε λύσεις δοσμένες από τα πάνω που αποσκοπούν μόνο στη συγκρότηση αριστερής, ή ακόμα χειρότερα, αντιμνημονιακής κυβέρνησης, δηλαδή για λύσεις τύπου λαϊκού μετώπου, αλλά για δομές φτιαγμένες από τα κάτω, δομές πραγματικής λαϊκής εξουσίας και όχι απλά κινηματικές και διεκδικητικές, έστω μαχητικότερες ή μαζικότερες από τις συνήθεις. Με το δεδομένο συσχετισμό δυνάμεων, αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό το παραπάνω βήμα για το οποίο μιλούσαμε στο αρχικό κείμενο και το οποίο πρέπει να γίνει τώρα, ακόμα κι αν δεν ξέρουμε ακόμα πόσο μακριά μπορεί να μας οδηγήσει.

Συγγραφική ομάδα glid2

Αναρτήθηκε στις: 16/04/2013