Όλη η εξουσία στις συνελεύσεις

«Κανείς δεν περίμενε την Ισπανική Επανάσταση», είχε γράψει σε ένα κομμάτι από χαρτόνι διαδηλωτής που συμμετείχε στις κινητοποιήσεις των Ισπανών Indignados (αγανακτισμένοι) στην Puerta Del Sol της Μαδρίτης. Η φωτογραφία αυτή, μόλις μέσα σε λίγες ημέρες έκανε τον γύρο του κόσμου. Πραγματικά, κανείς δεν περίμενε ότι κάποια στιγμή, στην ήμερη Ισπανία θα ξεσπούσαν μαζικές διαμαρτυρίες. Πως η πλατφόρμα του Democracia Real Ya” (Πραγματική Δημοκρατία Τώρα), δίχως να υπηρετεί καμία κομματική ατζέντα, θα κατόρθωνε να συγκεντρώσει πλήθος λαού στις πλατείες! Σπάζοντας, λοιπόν, τη ρουτίνα και την θολή πραγματικότητα, στις πλατείες η συντροφικότητα, η συμμετοχή και η αλληλεγγύη βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να ανθίσουν. Ιστορικά η πόλη της Μαδρίτης είχε πάρα πάρα πολλά χρόνια να δείξει κάτι αντίστοιχο. Ακόμη περισσότερο όμως, ελάχιστοι θα μπορούσαν να φανταστούν ότι ένα παρόμοιο «κίνημα» θα επεκτείνονταν κι εκτός των συνόρων, φτάνοντας και στην κομματοκρατούμενη Ελλάδα.

Για πρώτη φορά, λοιπόν, στην σύγχρονη Ευρώπη, βλέπουμε να αναπτύσσεται ένα κίνημα, που θα μπορούσε, ίσως, να αποτελεί γονιμοποιό σπέρμα για την γέννηση νέων ριζοσπαστικών προταγμάτων. Αυτό που, ωστόσο, αποτελεί αφορμή για προβληματισμό, σε ότι αφορά τις κινητοποιήσεις αυτές, είναι η στάση της αριστεράς και μεγάλο κομμάτι του αναρχικού χώρου, που σνομπάρουν συστηματικά το υπό-ανάδυση κίνημα αυτό, εξαπολύοντας την γνωστή ξύλινη και στείρα κριτική εναντίον του: «ρεφορμιστικό», «αταξικό», «απολίτικο», και κάνοντας οτιδήποτε περνά από το χέρι τους προκειμένου να απομονωθούν, επιδιδόμενοι στον ναρκισσισμό της ορθοδοξίας και της ιδεολογικής καθαρότητας, που δεν σηκώνει καμία αμφισβήτηση και καμία διαφωνία. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Για πολλούς θα φάνταζε παράδοξο που τόσο η αριστερά όσο και πολλοί αναρχικοί, δυο πολιτικοί χώροι που χρόνια καλούσαν τον Ελληνικό λαό σε αφύπνιση, ξαφνικά με το που βλέπουν τους πολίτες να εγκαταλείπουν την απάθεια και τον κομφορμισμό, να επιδίδονται με τέτοια αποδοκιμασία απέναντί τους, να επιδεικνύουν τέτοια απέχθεια, να εκφράζονται με τόση καχυποψία απέναντί στο κίνημα των «αγανακτισμένων», και τέλος, να φτάνουν ακόμη και στο σημείο να το κατονομάζουν ως υποκινούμενο…

Τα επιχειρήματα και οι τοποθετήσεις αυτών των χώρων περί «έλλειψης πολιτικής ταυτότητας», «έλλειψης ταξικής συνείδησης των διαμαρτυρόμενων» θα μπορούσαν απλά και μόνο να χαρακτηριστούν ως μια «ατυχής στιγμή» για τους εκπροσώπους τους που βλέπουν ότι πλέον οι σκουριασμένες τους θεωρίες δεν βρίσκουν την ανταπόκριση που θα περίμεναν. Κάτι τέτοιο, στην ουσία, αποτελεί μια αντανάκλαση των νέων χειραφετησιακών τάσεων που αναπτύσσονται ραγδαία εντός των κοινωνιών των P.I.G.S, τάσεις που δείχνουν πως έχουν ανάγκη από νέες προσεγγίσεις πάνω στο παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι (αν εξαιρέσουμε φυσικά τους συνωμοσιολόγους κι εθνικιστές που διεισδύουν εντός των κινημάτων των πλατειών). Μια ακόμη απάντηση, σχετικά με τον αναχρονισμό της αριστεράς (αλλά και πολλών αναρχικών οι οποίοι κρατούν την ίδια στάση με τις αριστερές γραφειοκρατίες αναπαράγοντας τις ίδιες απόψεις περί «μικροαστιμού» των πλατειών), μας δίνει ο Γιώργος Οικονόμου στο άρθρο του «Το τέλος της Αριστεράς»:

Οι σημερινές συνθήκες χρειάζονται άλλη νοοτροπία, απαιτούν άλλο τρόπο ύπαρξης, σκέψης και δράσης, άλλες ιδέες και πρακτικές, που θα εμπνέονται και θα εκκινούν από την αυτοδιεύθυνση και τον αυτοπροσδιορισμό, θα προσανατολίζονται και θα καταλήγουν στην αυτοσυγκρότηση και την αυτοοργάνωση, θα έχουν ως μέσο και ως σκοπό την αυτοκυβέρνηση, την (άμεση) δημοκρατία. Αυτόν τον προσανατολισμό δεν μπορεί να τον προσφέρει η παραδοσιακή Αριστερά λόγω της φύσεώς της και της ιστορίας της, λόγω της αντιθέσεώς της προς τον αντιγραφειοκρατικό και άμεσο χαρακτήρα της δημοκρατίας, λόγω του ότι βρίσκεται σε αγεφύρωτη αντίθεση με την αυτοκυβέρνηση των ανθρώπων. Ο δημοκρατικός δρόμος διέρχεται λοιπόν έξω από τους χώρους της Αριστεράς και εναντίον της, την αμφισβητεί στα βασικά ιδεολογικά, πολιτικά και οικονομικά συμφέροντά της, την καθιστά άχρηστη και περιττή. Ως εκ τούτου το δημοκρατικό κίνημα θα την βρει απέναντί του, και ιδίως την σταλινική, η οποία, όπως κάθε εξουσία, δεν θα εγκαταλείψει αμαχητί.

Η αριστερά κατά βάση, δεν έχει να αντιπροτείνει τίποτα ιδιαίτερο ενάντια στην Νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα, τίποτα ουσιαστικό πέρα από την αλλαγή του πολιτικού συστήματος, εντός της υπάρχουσας θέσμισης της κοινωνίας. Πως, όμως, το «αταξικό» κίνημα της άμεσης δημοκρατίας, θα μπορούσε να έρθει στο σημείο να αμφισβητήσει τους υπάρχοντες πολιτικούς θεσμούς εφόσον (όπως λένε οι Σταλινικοί), «δεν παρουσιάζει καμία συγκρουσιακή τάση με την κυρίαρχη ελίτ και δεν αντιπροτείνει εργατική εξουσία;» Οι απαντήσεις που θα μπορούσαν να δοθούν είναι οι εξής:

  1. Η αριστερά (και όλες οι παραφυάδες της, όπως και μεγάλο κομμάτι του αναρχικού χώρου) δεν βλέπει τις τάσεις κάθε κοινωνίας που διαρκώς τείνει να δημιουργε έναν κόσμο φαντασιακών σημασιών: να δίνει στον εαυτό της τα πρωτογενή ερωτήματα της ύπαρξης της, καθώς και να παράσχει απαντήσεις πάνω σ’ αυτά[1], εν ολίγοις να αυτοθεσμίζεται. Εφόσον, λοιπόν, οι κοινωνίες έχουν την τάση να αυτοθεσμιζονται, αυτό σημαίνει πως υπερβαίνουν την «πάλη των τάξεων»­ η οποία στην τελική, αποτελεί κι αυτή δημιούργημα της ίδιας της κοινωνίας, αναδεικνύοντας την ετερονομία της. Εντός μιας ταξικής κοινωνίας, το ζητούμενο δεν είναι να ανέβει στην εξουσία η μία τάξη έναντι της άλλης, καθώς κάτι τέτοιο αναπαράγει τη διαλεκτική σχέση Αφέντη – Δούλου και ανακυκλώνοντας την κοινωνική ταξική σύνθεση την οποία φυσικά και επιθυμούμε να υπερβούμε. Ως εκ τούτου, στόχος του δημοκρατικού κινήματος είναι η εξάλειψη του φαντασιακού του κοινωνικού και οικονομικού ανταγωνισμού που νομιμοποιεί τις ταξικές ανισήτοτες και την συσσώρευση κεφαλαίων στα χέρια μιας ολιγαρχίας. Για να γίνει κάτι τέτοιο, φυσικά, απαιτείται και η δημιοργία πολιτικών σωμάτων, όπου όλοι οι συμμετέχοντες θα αποφασίζουν ταυτόχρονα επί ίσοις όροις και όχι μικρές γραφειοκρατίες (μελλόντικές ολιγαρχίες) οι οποίες θα κατευθύνουν από το χεράκι τους διαδηλωτές, οδηγώντας τους νομοτελειακά στην «νίκη» εν μέσω μιας νυκτός.
  2. Η άμεση δημοκρατία προϋποθέτει την ίση συμμετοχή όλων των ανθρώπων μιας κοινωνίας στην εξουσία. Βέβαια, το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι το εξής: Πως, πρακτικά, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μας ωφελήσει; Πως είναι δυνατόν η συμμετοχή μας και μόνο στα κοινά να εμποδίσει τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες που είναι εν μέρη αποτέλεσμα των πολιτικών ανισοτήτων: τα κόμματα (μιλώντας για την σύγχρονη αντιπροσωπευτική διαχείριση [2]) διακατέχονται από πολλά μη δημοκρατικά στοιχεία. Διότι τα κόμματα είναι ιεραρχικοί μηχανισμοί στα οποία άρχουν οι λίγοι (ολιγαρχία). Κι εφόσον «άρχουν οι λίγοι» ο δήμος (δηλ. ο λαός, οι πολίτες) δεν μπορεί άμεσα να συμμετέχει και να ρυθμίζει πολλά από τα πολιτικά ζητήματα που τον αφορούν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, σταδιακά, την ανάδειξη συγκεκριμένων ανθρώπων (συνήθως αυτών που έχουν πιο κοντινούς δεσμούς με τους άρχοντες) σε συγκεκριμένα αξιώματα, δηλαδή την δημιουργία μιας νέας ελίτ, οικονομικής και ιδεολογικής. Εν ολίγοις, η οικονομική ανισότητα είναι απόρροια της πολιτικής, όπως ισχυρίστηκε και ο Ρουσσώ [3]. Έτσι, εφόσον λοιπόν, θέτουμε ως πρωταρχικής σημασίας αξία του ιδεατού μας κοινωνικού μετασχηματισμού την άμεση συμμετοχή όλων των πολιτών στα κοινά, αυτόματα αμφισβητούμε το καπιταλιστικό φαντασιακό, αντιπροτείνουμε, εν ολίγοις, μια κοινωνία όπου θα κυριαρχούν τελείως διαφορετικές αξίες, όπου, δηλαδή, βασική επιδίωξη κάθε ανθρώπου δεν θα είναι ο οικονομισμός, αλλά η πολιτική συμμετοχή, ο διάλογος και η συλλογική αυτο-οργάνωση.
  3. Θα πρέπει, ωστόσο, το ζήτημα της «άμεσης δημοκρατίας» να αποτελέσει κύριο αίτημα του κινήματος, κάτι που σημαίνει πως θα πρέπει να σταματήσει να προβάλλεται ως κύριο ζήτημα απλά και μόνο η στάση μας απέναντι στο μνημόνιο, δηλαδή, να σταματήσει να τοποθετείται το θέμα εξόδου από το ΔΝΤ πιο ψηλά από το ουσιαστικότερο πρόβλημα που είναι ο ριζικός μετασχηματισμός της κοινωνίας και όχι απλά η επιστροφή στην προ-μνημονιακή Ελλάδα, στις μέρες ενός λιγότερο κακού καπιταλισμού.

Η αριστερά, εξακολουθεί να αγνοεί πως όλοι όσοι έχουν κατακλύσει τις πλατείες και τους δρόμους δεν έχουν ως πρόταγμα τους τον σοσιαλισμό. Αδυνατεί να σκεφτεί ότι οι συγκεντρωμένοι α) δεν έχουν όλοι διαβάσει τον Λένιν (ορθώς θα μπορούσε να πει κανείς) και πως β) ο όντως «διαταξικός» χαρακτήρας αυτού του υπό-ανάδυση κινήματος είναι κάτι το οποίο πρέπει να μετουσιωθεί, μαζί και η οργή του. Και αυτό δεν είναι σε θέση να το καταλάβει γιατί πίσω από αυτό βρίσκεται η κλασική εργαλειακότητα με την οποία αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι Σταλινικοί ή «αναρχομαρξιστές» τον κόσμο, αψηφώντας τόσα χρόνια βιώματος, προπαγάνδας και τρόπου ζωής. Για αυτούς η κοινωνία είναι απλά ένα άθροισμα ατόμων, τα οποία προσαρμόζονται ή πρέπει να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες (που θέλουμε εμείς;). Αυτό οδηγεί λοιπόν τις περισσότερες μαρξιστικές ή αναρχικές σέχτες στο να κριτικάρουν από την πρώτη στιγμή αυτό το κίνημα, προσάπτοντας του τα σχήματα που αυτοί έχουν στο μυαλό τους (σχήματα του περασμένου αιώνα), και που εν τέλει δεν προσφέρουν τίποτα (δεν είναι παρά απολιθώματα). Και αυτό είναι σύμφυτο με το γεγονός ότι εδώ και αρκετά χρόνια, τόσο η αριστερά όσο και ένα κομμάτι του αναρχικού χώρου δεν μπορούν να εμπνεύσουν με τον λόγο τους. Αρέσκονται απλά και μόνο στο να γράφουν άρθρα που να αναλύουν το πόσο «μικροαστοί» είναι αυτοί που φωνάζουν στο σύνταγμα. Συνεπώς είναι επόμενο γι΄αυτούς να μην μπορούν να αναγνωρίσουν ότι αυτό, το «κίνημα των αγανακτισμένων» είναι, στην ουσία, πολυμορφικό. Συνυπάρχουν, συζητούν, αντιπροτείνουν και μερικές φορές και συγκρούονται πολλές «ταυτότητες». Η μόνη που έχει ρητά (αυτο)αποκλειστεί είναι αυτής της Χρυσής Αυγής. Ναι λοιπόν, υπάρχουν και οι πατριώτες, υπάρχουν και οι συντηρητικοί (που όπως όλα δείχνουν, δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυναμικές μετεξέλιξης) [4]. Υπάρχουν όμως και οι αριστεροί, υπάρχουν και οι αναρχικοί, υπάρχει όμως και μια κρίσιμη μάζα, που δεν έχει  εσωτερικεύσει όλες αυτές τις σημασίες και που δίχως να το περίμενε κανείς, μοιάζει να είναι είναι αρκετά προοδευτική σε σχέση με αυτό που έχει (που θέλει να έχει μάλλον) στο μυαλό του ο τυχαίος φίλος σταλινικός. Αυτός ο τυχαίος «φίλος», λοιπόν, αρέσκεται στην ιδέα ότι ο κόσμος καθόταν στον καναπέ και αγωνιούσε για το αν θα υπάρξει συναίνεση μεταξύ των Σαμαρά και Παπανδρέου. Διότι, στην πραγματικότητα, απεχθάνεται κάθε συλλογική δημιουργία, κάθε τι κινηματικό που δεν έχει (και δεν θέλει να έχει) την στάμπα του σφυροδρέπανου.

Ένα από τα μεγαλύτερα χαρακτηριστικά του κινήματος, είναι η υιοθέτηση της μη βίας. (Είχαμε, άλλωστε, δημοσιεύσει το παρακάτω άρθρο σχετικά με τον «αναρχισμό και την στρατηγική μη βία»). Ωστόσο, όμως, τα γεγονότα μας επιβάλουν να επανεξετάσουμε και να αναθεωρήσουμε κάποιες από τις απόψεις αυτές. Καλό θα ήταν, βέβαια, να μην γίνει κάποια περαιτέρω ανάλυση πάνω σ’ αυτό το ζήτημα αυτήν την στιγμή μιας και δεν είναι επί του παρόντος. Το μόνο που θα άξιζε να ειπωθεί είναι ότι: η μη βία δεν θα πρέπει να ταυτίζεται απαραίτητα με την παθητικότητα και την αδράνεια.  Το ότι η μη βία δεν σημαίνει παθητικότητα φάνηκε ξεκάθαρα από την ριζοσπαστικοποίηση της πλατείας, ασχέτως και αν αυτή βαδίζει με ρυθμούς αργούς. Εξάλλου, όπως θα έλεγε και η Χάνα Άρεντ, στον συλλογικό πολιτικό χώρο, εκεί δηλαδή που οι πολίτες δημιουργούν μια εκκλησία του δήμου, μια αγορά, μια συνέλευση όπου κρίνουν, συνδιαμορφώνουν και συναποφασίζουν η βία αποτελεί ένα τελείως περιθωριακό φαινόμενο, σε αντίθεση με την συγκρουσιακή βία η οποία λαμβάνει χώρα εκτός του πολιτικού πεδίου, είτε για να το προστατέψ ει από εξωτερικές επιθέσεις, είτε για οποιονδήποτε άλλο μή πολιτική λόγο. Η τυφλή βία (που άθελά τους αρκετά άτομα του αναρχικού χώρου ασπάζονται) είναι αποτέλεσμα μιας έκφρασης ενός ακραίου ατομικισμού και αναπαραγωγή ενός στείρου Χομπσιανού συντηρητισμού (ως γνωστό η βία είναι μή πολιτικό μέσο). Αυτό προκύπτει λόγω της απλουστευτικής και ρομαντικής τους προσέγγισής του πάνω στον όρο «εξουσία»: η αδυναμία του κινήματος να ορίσει την εξουσία ως κοινωνική σχέση, να την διαχωρίσει νοηματικά από την βία, την καταπίεση και την ιεραρχία. Εν ολίγοις, αρκετοί αναρχικοί, βλέπουν την εξουσία σαν κάτι εξωτερικό των κινημάτων και της κοινωνίας, τη βλέπουν μονάχα στο κράτος και το κεφάλαιο, και αυτό διότι την ταυτίζουν αποκλειστικά και μόνο με την κρατική καταστολή. Από εδώ, λοιπόν, απορρέει η άποψη πολλών αναρχικών μηδενιστών που αρνούνται ν’ αναλάβουν την εξουσία, αλλά στοχεύουν στο να την εξαλείψουν. Τούτο το σκεπτικό είναι αν μη τι άλλο αφηρημένο και αφελές. Διότι η εξουσία και η βία είναι δυο αντίθετες έννοιες. Η εξουσία γεννιέται εντός των πολιτικών σωμάτων και των συνελεύσεων. Είναι κάτι συλλογικό, σε αντίθεση με την ισχύ που είναι ατομική και προαπαιτεί ένα είδος ανταγωνισμού μεταξύ ατόμων.

Ως εκ τούτου, θα πρέπει όλοι οι πολίτες να διαχειριστούν την εξουσία αυτόνομα και να μην την παραδώσουν σε λίγους ετερόνομους θεσμούς (αντιπροσώπους). Με βάση λοιπόν την άμεση δημοκρατία («όλη η εξουσία στις συνελεύσεις»), η εξουσία  μ ο ι ρ ά ζ ε τ α ι σε ίσα κομμάτια για όλους τους πολίτες. Η άποψη πολλών αναρχικών «εφόσον η εξουσία είναι αρνητική, πρέπει να καταργηθεί» οδηγεί (υποσυνείδητα) στην καλλιέργεια της λογικής του «δεν μοιράζομαι τίποτα με κανέναν, κι εφόσον δεν μοιράζομαι τίποτα με κανέναν δίνω στον  ε α υ τ ό μου την απόλυτη κυριότητα κάθε δράσης», χαρακτηριστικό παράδειγμα νετσαγιεφικού ατομικισμού, προς το ιερό καθήκον ενάντια στο κράτος και κάθε αρχή, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα…

Η αριστερά και μεγάλο κομμάτι του αναρχικού χώρου τρέφονται από το μίσος που του επιτρέπει να αντλεί το ταξικό πρόσημο που επιβάλλει σε κοινωνικές ομάδες και που αδυνατεί να δει τα πράγματα διαφορετικά (βαθύτερα), έστω και για λίγο. Φορώντας το επαναστατικό προσωπείο της μοναδικής λύσης ή όπως φαντασιώνονται κάποιοι, το μοναδικό προσωπείο της επαναστατικής λύσης, επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά πόσο αντεπαναστάτες θα μπορούσαν να γίνουν, μιας και όλη η εργατόλαγνη ταξική ανάλυση, όλο το αξιακό σύνολο που αντλούν από την παράσταση του κομμουνισμού (αταξική κοινωνία, ελευθερία) δεν είναι παρά κενό νοήματος, από την στιγμή α) που αρνούνται να έρθουν σε επαφή, να συνδιαμορφώσουν και να συνδιαμορφωθούν β) που η διαδικασία για την πραγμάτωση αυτών των αξιών, απαιτούν ένα «μεταβατικό στάδιο»,το οποίο θα τις καταπατά στην ουσία (ελευθερία δεν είναι εργάζομαι και παίρνω σταθερό μισθό, όπως και σοσιαλισμός δεν είναι «τα εργοστάσια στο κράτος»). Αυτές είναι οι στιγμές που σταλινικοί λάγνοι της εργασίας (όπως άλλωστε και οι χυδαίοι καπιταλιστές) καθώς και όλοι όσοι ακολουθούν αυτόν τον ιδεολογικό δρόμο, είτε ορθόδοξοι είτε αιρετικοί, είτε πρόκειται για τους θεματοφύλακες του «επιστημονικού σοσιαλισμού», δείχνουν το πραγματικό τους πρόσωπο.

Ο εργάτης γίνεται επαναστάτης όχι όταν γίνεται περισσότερο εργάτης, αλλά όταν καταστρέφει την ‘‘εργατοσύνη’’ του… Το ίδιο ισχύει και για το γεωργό, το φοιτητή, τον υπάλληλο, το στρατιώτη, το γραφειοκράτη, τον επαγγελματία― και το μαρξιστή. Ο εργάτης δεν είναι λιγότερο ‘‘αστός’’ από το γεωργό, το φοιτητή, τον υπάλληλο, το στρατιώτη, το γραφειοκράτη, τον επαγγελματία― και το μαρξιστή.

Η ‘‘εργατοσύνη’’ του είναι η αρρώστια από την οποία υποφέρει, ή κοινωνική επιδημία σμικρυμένη σε ατομικές διαστάσεις. […] Ο εργάτης αρχίζει να γίνεται επαναστάτης… όταν φτάνει στο σημείο να απεχθάνεται την ταξική του θέση εδώ και τώρα, όταν αρχίζει να ξεφορτώνεται εκείνα ακριβώς τα χαρακτηριστικά για τα οποία οι μαρξιστές τον εξυμνούν περισσότερο:  την ηθική της δουλειάς, τη δομή του χαρακτήρα που προέρχεται από τη  βιομηχανική πειθαρχία, το σεβασμό για την ιεραρχία, την υπακοή σε αρχηγούς, τον καταναλωτισμό, τη δολαριοφροσύνη, την οικονομιστική νοοτροπία, την δουλοφροσύνη, την ιδεολογία της ‘‘σοβαρότητας’’, τα στοιχεία πουριτανισμού.

(Μ.Bookchin, Άκου Μαρξιστή)

Οι συνελεύσεις είναι και θα παραμείνουν ανοικτές για όλους. Η άμεση δημοκρατία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά ένα μέσο ή ακόμα καλύτερα, ένας τρόπος και μια δυνατότητα προκειμένου να κάνουμε κάτι [5]. Δεν υπάρχει έπαρση όσων αφορά τις συνελεύσεις, ούτε ονειρώξεις περί έλευσης της ουτοπίας. Θα θέλαμε να υπάρχει όμως η παθιασμένη υποστήριξη αυτού που είναι υπό δημιουργία, και οι προφανείς οικονομίστικοί και ρεφορμιστικοί στόχοι να μπορέσουν γίνουν κάτι άλλο, κάτι πιο ουσιαστικό και βαθύ. Από αυτήν την οπτική, θα ήταν σωστότερο και χρήσιμο κιόλας, να ασκήσουμε κάποια (αυτο)κριτική. Το σημαντικό είναι ότι δεν έχει να χαθεί τίποτα. Ακόμα και αν ένας Θεοδωράκης αρθεί στον «θρόνο» είτε με μια «οικουμενική» κυβέρνηση στην οποία ο Άδωνις Γεωργιάδης θα ήταν υπουργός Δημοσίας Τάξης, αυτό το κίνημα θα (πρέπει να) έχει αφήσει μια πείρα-σπόρο για το μέλλον.


[1] Ένα παράδειγμα είναι η ηθικοποίηση της εργασίας κατά την Βιομηχανική Επανάσταση, το πέρασμα, δηλαδή, από τη φεουδαρχία στο homo οeconomicus­ (αλλαγή των κοινωνικών σημασιών). Από εκεί, λοιπόν, που κεντρικό στοιχείο (φαντασιακό) στις μεσαιωνικές κοινωνίες ήταν η «κατοχή ευγενών τίτλων», με το ξέσπασμα της Βιομηχανικής Επανάστασης και της ανάπτυξης της καπιταλιστικής παραγωγής, αυτό το φαντασιακό μετατρέπεται σε «κατοχή κεφαλαίου και εργασίας» και κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στην φύση.

[2] Χρησιμοποιείται ο όρος αντιπροσωπευτική διαχείριση, αντί του αντιπροσωπευτική ή κοινοβουλευτική «δημοκρατία» όπως συνηθίζεται εδώ και πολλά χρόνια, διότι κρίνεται ως ο σωστός όρος για τα συγκεκριμένα πολιτεύματα για δύο λόγους: αφενός, διότι δημοκρατία και αντιπροσώπευση είναι το ακριβώς αντίθετο, μιας και η δημοκρατία προϋποθέτει τη συμμετοχή στο πολιτικό γίγνεσθαι από το ίδιο το υποκείμενο, χωρίς αντιπροσώπους ∙ αφετέρου ακόμα και στην οριακή περίπτωση όπου ο όρος «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» ταυτίζεται με το κευνσιανού τύπου κοινωνικό κράτος πρόνοιας και την διαβούλευση μεταξύ ομάδων συμφερόντων και κεντρικής εξουσίας (αυτό που καλείται ως «πλουραλιστική προσέγγιση»), είναι πρόδηλο πώς κάτι τέτοιο είχε υπόσταση μέχρι τη δεκαετία του 1980, όπου διάφορες ομάδες συμφερόντων (συνδικαλισμός, αντιπολιτευτικά κόμματα, νέα κοινωνικά κινήματα) διεξήγαγαν διάλογο με την εξουσία και οδηγούσαν σε ορισμένες νίκες «από τα κάτω» όπως η αναγνώριση της ισότητας των δύο φύλων, η βελτίωση των μισθών, διάφορες παροχές σε δημόσιους τομείς (υγεία, παιδεία) κ.ο.κ. Αυτές οι νίκες πραγματοποιήθηκαν σαφώς κατά τόσο του ίδιου του κράτους, όσο και της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Αντιθέτως στις μέρες μας αυτό που βλέπουμε είναι απλώς τα πολιτικά συστήματα να επιδίδονται στη διαχείριση των οικονομικών σχέσεων – και αυτό, απροκάλυπτα προς όφελος της οικονομικής ελίτ – σε τέτοιο σημείο, όπου οι έννοιες «πολιτικός» ή «πολιτικός επιστήμων» να καταντούν τα πιο σύντομα ανέκδοτα. Επομένως, μαζί με τον ρεφορμισμό ως μέθοδο επίλυσης ορισμένων κοινωνικών αιτημάτων, πέθανε και ο ίδιος ο ρόλος του Κράτους ως «ανεξάρτητη πηγή κυριαρχίας».

[3] Από το βιβλίο «η Γέννεση της ανισότητας» (A Discource on the Origins of Inequality). Ακριβής αναφορά: Rousseau Jean Jacques. The Social Contract and Discources, J.M Dent & Sons LTD, London, Second Edition, 1968.

[4] Σαφέστατα και η παρουσία μαχαιροβγαλτών ακροδεξιών μέσα σε ένα κίνημα/πορεία ή διαδήλωση θα πρέπει να μας προβληματίζει. Ωστόσο, θα πρέπει να γνωρίζουμε πως εφόσον έχουμε να κάνουμε με ένα αυθόρμητο κίνημα, δεν είναι δυνατόν να απουσιάσουν αυτές οι τάσεις, οι οποίες συνυπάρχουν στην Ελληνική κοινωνία. Ο αγώνας ενάντια στον φασισμό αποτελεί, ωστόσο, διαφορετικό κεφάλαιο.

[5] Το εκπληκτικό με την δημοκρατία, είναι πώς αυτό το κάτι, το τόδε τι, το τι αντί τίνος το κάνουμε εμείς οι ίδιοι και το ακόμα πιο εκπληκτικό είναι πώς ακόμα κι αν αυτό το κάτι, το τόδε τι, το τι αντί τίνος το κρίνουμε ως λαθεμένη επιλογή έχουμε την πραγματική δυνατότητα να το αλλάξουμε. Αυτό αναδεικνύει και τα γρήγορα αντανακλαστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος, εν αντιθέσει των υπολοίπων (συμπεριλαμβανομένων και των φιλελεύθερων – αντιπροσωπευτικών) όπου για να αφυπνιστεί μια κοινωνία και να διεκδικήσει έπρεπε να περάσουν δεκάδες χρόνια, όπως συμβαίνει σήμερα. Αυτό σαφώς και είναι κριτική στους κριτικούς της δημοκρατίας, που την αντιλαμβάνονται ως ένα βραδυκίνητο πολίτευμα.


Αναρτήθηκε στις: 20/06/2011