24/09/2011 |
» Republication
*ή για κάθε λογής ΦΥΤΑ (Φοιτητές Υπέρ Των Ανοιχτών σχολών)
Αναδημοσίευση από: Πρόταγμα
Οι φοιτητικές κινητοποιήσεις που έχουν ξεσπάσει τον τελευταίο καιρό, αντιδρώντας στην ψήφιση του νέου νόμου της Διαμαντροπούλου, έχουν οδηγήσει στην κατάληψη 200 περίπου πανεπιστημιακών σχολών και στην οργάνωση συγκεντρώσεων και πορειών σε όλες τις μεγάλεις πόλεις. Αυτό το κίνημα μπορεί να ταλαιπωρείται από γραφειοκρατικές συμπεριφορές, να αφήνεται να χειραγωγείται από τις αριστερίστικες νεολαίες και να εγκλωβίζεται σε μια αντι-νεοφιλελεύθερη κριτική χωρίς να εξετάζει πιο βαθιά τα εκπαιδευτικά ζητήματα, αλλά, σε ό,τι αφορά στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνει τις αποφάσεις του, είναι πέρα για πέρα δημοκρατικό.
Η δημοκρατία των Γενικών Συνελεύσεων
Οι Γ.Σ. κατά τις οποίες αυτό το κίνημα παίρνει τις αποφάσεις του, ως θεσμός, είναι ίσως ο μόνος δημοκρατικός θεσμός που υπάρχει, όντας επίσημα αναγνωρισμένος, μέσα στη σύγχρονη κοινωνία: σε αντίθεση με το κοινοβούλιο, σε μια Γ.Σ. μπορεί ο καθένας και η καθεμία να πάρει το λόγο και να μιλήσει ισότιμα με όλα τα υπόλοιπα μέλη ενός φοιτητικού συλλόγου, δίχως να χρειάζεται να είναι εκλεγμένος ή εκλεγμένη[U1] . Με άλλα λόγια, η ισηγορία είναι θεσμικά κατοχυρωμένη ενώ η ενεργός συμμετοχή αντικαθιστά την ανάθεση της επίλυσης των συλλογικών ζητημάτων στους «ειδικούς» (όπως συμβαίνει, αντίθετα, στις φοιτητικές εκλογές με την ανάδειξη των γραφειοκρατικών Διοικητικών Συμβουλίων).
Το ότι οι κομματικές νεολαίες προσπαθούν συνεχώς να μονοπωλούν το μικρόφωνο και το χρόνο της Γ.Σ., το ότι πλακώνονται μεταξύ τους, προσπαθώντας να κομματικοποιήσουν τη διαδικασία, είναι κάτι που δεν έχει τίποτε να κάνει με το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο και τη λογική της Γ.Σ. Ίσα ίσα: αυτά τα φαινόμενα συμβαίνουν, επειδή οι περισσότεροι φοιτητές αδιαφορούν για τα κοινά, αφήνοντας έτσι το πεδίο ανοιχτό στους εκπρόσωπους της κομματικής πολιτικής να καπελώσουν και να γραφειοκρατικοποιήσουν μια πέρα για πέρα δημοκρατική διαδικασία. Κι έτσι οι Γ.Σ. καταντούν να γίνονται σαν τα τηλεοπτικά παράθυρα του Πρετεντέρη και τις κοινοβουλευτικές κοκορομαχίες (αμφότερα εκ των οποίων, φυσικά, δεν έχουν τίποτε το μεμπτό για τους εκσυγχρονιστές τιτάνες του πνεύματος)[1].
Ο κυνισμός των «διαδικτυωμένων» φοιτητών
Αν η συνήθης πρακτική των διάφορων «αναλυτών» και «αρθογράφων» ήταν μέχρι πρόσφατα η απαξιωτική στάση, η υποτίμηση, η διασπορά συκοφαντιών (ή ακόμα και η αποσιώπηση της ύπαρξης των ίδιων των κινημάτων), η σκλήρυνση των χυδαία φιλελεύθερων πολιτικών και ο συντονισμός των μονάδων του μνημονιακού στρατού έφτασαν στο σημείο να εφεύρουν και να προωθήσουν ένα νέο «κίνημα» από το πουθενά, στο χώρο της παιδείας: την προσπάθεια συντονισμού πολλών φοιτητών γύρω από το αίτημα τερματισμού των καταλήψεων. Από τις περίφημες «σιωπηρές μειοψηφίες» του Ρουσόπουλου, πίσω στα 2006-2007, οι οποίες υποτίθεται ότι είχαν το δικαίωμα να αποφασίζουν για το αν θα γίνονται ή όχι καταλήψεις, δίχως να πατάνε ποτέ στα αμφιθέατρα των ΓΣ, σήμερα περάσαμε σε μια πιο εκλεπτυσμένη και εκσυγχρονισμένη εκδοχή του ίδιου επιχειρήματος. Οι εν λόγω πρωτοβουλίες των «υπεύθυνων» φοιτητών (αλλά και αρκετών καθηγητών) αποστασιοποιούνται από κάθε είδος πολιτικού διαλόγου, ανάλυσης ή διαβούλευσης και συμπυκνώνουν το μήνυμά τους στο άθροισμα ψήφων υπέρ μιας ομαλής λειτουργίας του πανεπιστημίου, όπως κι αν αυτό μπορεί να επιτευχθεί. Σνομπάροντας τις ΓΣ, προσπαθούν να ασκήσουν πίεση μέσω δηλώσεων στους χειραγωγούς του ΣΚΑΪ και άλλων, αντίστοιχων, εντυποσιωθηρικών κινήσεων, όπως οι συλλογές υπογραφών, η διάδοση φημών περί «ανοίγματος» της Χ ή Ψ σχολής, η συνεργασία με τους τραμπούκους της ΔΑΠ κ.λπ.
Κι όμως, θα υπάρχουν πάντοτε ηλίθιοι που θα σπεύσουν να θεωρητικοποιήσουν τέτοιες χυδαίες στάσεις. Σύμφωνα, π.χ., με τον καλλιτεχνικό ογκόλιθο Απόστολο Δοξιάδη -που ηγήθηκε της αντίστασης απέναντι στη «βαρβαρότητα» της εξέγερσης του Δεκεμβρίου του 2008- «το καινούριο “κίνημα για τις ανοιχτές σχολές στα ελληνικά πανεπιστήμια” είναι αληθινά νεανικό, γνήσιο, αυθόρμητο και αποτελεί την πιο ουσιαστικά προοδευτική αντίδραση στο αίσχος που μας περιβάλλει», καθώς «αυτόνομες ομάδες νέων ανθρώπων, χωρίς καθοδήγηση από κόμματα, κρατικούς ή πολιτικούς ταγούς, παίρνουν την τύχη τους στα χέρια τους και αποφασίζουν να δράσουν, από κοινού, για να υπερασπιστούν το πραγματικό τους συμφέρον: τη μόρφωση, την πρόοδο και την προκοπή τους». Δεν είναι τυχαίο, υπό αυτήν την έννοια, που «το κίνημα για τις ανοιχτές σχολές ορθά, ορθότατα, δεν παίρνει θέση στο θέμα του νόμου. Άλλοι είναι υπέρ, άλλοι εναντίον, άλλοι ίσως αδιάφοροι, δεν έχει αυτό σημασία. Με σωστό, γνήσια νεανικό ένστικτο αφήνουν την αντιδικία για τον νόμο έξω, πέρα, από το πιο πολύτιμο πράγμα που αποζητούν από τα χρόνια των σπουδών τους: το δικαίωμα στη μάθηση, στη σωστή, συνεχή λειτουργία των πανεπιστημίων τους, των σχολών τους»[2]. Φυσικά, το είδος και το περιεχόμενο της μόρφωσης θα πρέπει να μας είναι αδιάφορο. Το γεγονός ότι και τα δύο διαποτίζονται από την επιβολή και την αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας –ή, απλούστερα, ότι αποτελούν κομμάτι του γενικότερου αναλφαβητισμού που κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος των ελληνικών πανεπιστημίων- είναι εδώ δευτερεύον μπροστά στη «χρησιμότητα» των γνώσεων και των δεξιοτήτων που μαζεύουμε μία προς μία στις καριερίστικες τσέπες μας.
Η ενορχηστρωμένη προπαγάνδα στην Ελλάδα του μνημονίου και του δίχως βιβλία σχολείου φυτρώνει από τις μακιγιαρισμένες με μια πρέζα εκσυγχρονιστικής αισθητικής στήλες της Athens Voice και του Protagon.gr μέχρι τα κέντρα χειραγώγησης της κοινής γνώμης των Καθημερινών και άΔΟΛων εφημερίδων (εκπληκτική είναι η μεταστροφή των Νέων από προπύργιο του παλαιοπασοκικού λαϊκισμού σε άντρο της μνημονιακής ιδεολογίας, υπό την αρχηγία των Γιώτα Κάππα, Τ. Θεοδωρόπουλου, Γ. Βούλγαρη). Οι πνευματικοί καθοδηγητές του έθνους δε διστάζουν να επιδοκιμάσουν και να εκθειάσουν το τρίπτυχο βαθμοί-πτυχίο-καριέρα. Η ρητορική τους έρχεται να συμπληρώσει την επέκταση του νέου ανθρωπολογικού μοντέλου που αναπαράγει ο σύγχρονος καπιταλισμός, δηλαδή του ανθρώπου που κυνηγάει σαν τρελός λίγες ώρες εργασίας για ένα ξεροκόμματο, λίγα ένσημα για μια ψωροσύνταξη, λίγο ακόμα άγχος για να γεμίσει την όποια καταναλωτική γαλήνη του και να κοροϊδέψει τα ματαιωμένα όνειρα κοινωνικής ανόδου.
Στη μνημονιακή Ελλάδα, όπου οφείλουμε να γίνουμε περισσότερο «ανταγωνιστικοί», οι φοιτητές πρέπει να ασχολούνται μόνο με τα μαθήματά τους, να παίρνουν το πτυχίο χωρίς καθυστέρηση (λες κι οι «αιώνιοι» φοιτητές επιβαρύνουν το πανεπιστήμιο ή ενοχλούν κανέναν) και, πάνω από όλα, να μην έχουν την παραμικρή σχέση με την πολιτική: για οποιαδήποτε «ύποπτη» ανησυχία τους, αρκεί το lifestyle άσυλο του Facebook και του Tweeter. Αρκεί να μη σπάει η εξατομίκευση και η απομόνωση.
Κι έτσι, η συλλογική λήθη καταπίνει όλο και περισσότερες έννοιες, μέσα σε αυτή την περίεργη μηντιακή Νέα Γλώσσα, όπου οι λέξεις φτάνουν να σημαίνουν το αντίθετό τους: «δημοκρατία» είναι τα κομματικά ξεκατινιάσματα και οι ρεμούλες, «πολιτικό κίνημα» είναι η δημιουργία groups στις σελίδες κοινωνικής (sic) δικτύωσης, «υπευθυνότητα» είναι να κοιτάς μόνο το τομάρι σου και να αδιαφορείς για το που πάει η κοινωνία μέσα στην οποία ζεις κ.λπ. Και φυσικά αυτή η τεχνοφιλική μανία, η οποία στην υπερβολή της φτάνει να υποκαθιστά την διαβούλευση, τη δράση, την ίδια την άσκηση της πολιτικής με με τη φλύαρη χρήση του Facebook και του Tweeter. Όπως και στην περίπτωση των εξεγέρσεων στις αραβικές χώρες -όπου η ακατάσχετη φλυαρία σχετικά με αυτές τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης προσπάθησε να περιθωριοποιήσει το βασικό συστατικό ενός ξεσηκωμού: την αποφασιστικότητα ενός λαού να πολεμήσει και να πεθάνει, αν χρειαστεί, για την ελευθερία του- έτσι κι εδώ, περνά μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η πολιτική δεν έχει πλέον νόημα ως δραστηριότητα: τι γενικές συνελεύσεις και πράσινα άλογα, αυτά είναι ξεπερασμένα -πλέον όλα τα προβλήματα μπορούν να λύνονται ωραία και ήρεμα, νοικοκυρεμένα και δίχως φασαρίες, μέσα από την οθόνη του υπολογιστή.
Η «δημοκρατία» βρήκε επιτέλους τον ιδεώδη «πολίτη» της: τον επιμελή νέο που (σπουδά)ζει απομονωμένος και αδιάφορος, περνώντας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μπροστά από μια οθόνη, τον κυνηγό πτυχίων και βαθμών που μπροστά σε οποιαδήποτε «εκτός ορίων» κινητοποίηση θα είναι έτοιμος να αναφωνήσει σιωπηλά αλλά αποφασιστικά «την κατάληψη να σπάσω και στα 20 ας γεράσω!». Στον υπαρκτό φιλελευθερισμό η τήρηση της εύρυθμης λειτουργίας του πανεπιστημίου επαφίεται στον κυνισμό των φοιτητών. Εκσυγχρονισμός, όχι μαλακίες!
Κάτω η «δημοκρατία» του Facebook
Ζήτω οι καταλήψεις
[1] Δεν είναι καθόλου τυχαίο, υπό αυτή την έννοια, που το επιτηδευμένα αφελές κείμενο του Γ. Χατζηγώγα, «Ποιος διοικεί σήμερα τα ελληνικά πανεπιστήμια;», συγχέει τεχνηέντως το ζήτημα του δημοκρατικού θεσμικού πλαισίου των ΓΣ με την εκπόρνευσή του από τους κομματικούς γραφειοκράτες: κι έτσι ο αρθρογράφος καταλήγει να λοιδορεί την άμεση δημοκρατία για τα εκφυλιστικά φαινόμενα που είναι προϊόν της κομματικής και γραφειοκρατικής πολιτικής η οποία, ως τέτοια, συνιστά το αντίθετο της άμεσης δημοκρατίας!
[2] Παρόμοιες φιλελεύθερες χαζομάρες ξεστομίζουν συγχρονισμένα, καλοκουρδισμένα και περήφανα στις στήλες τους ο Πάσχος, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος και ο Δημήτρης Φύσσας, σύμφωνα με τον οποίον «αυτό το κίνημα είναι ό,τι πιο δημοκρατικό έχει εμφανιστεί εδώ και πολλά χρόνια στο πανεπιστήμιό μας» (μόνο που ο συγκεκριμένος αρθρογράφος δε μας διευκρινίζει αν σε αυτό το «δημοκρατικό» «κίνημα» εντάσσονται και οι τραμπουκισμοί της ΔΑΠ στις φοιτητικές συνελεύσεις). Τα Νέα σε κύριο άρθρο τους μας έκαναν την τιμή να μας πληροφορήσουν πως οι «ανεξάρτητοι» φοιτητές άσχετα αν συμπλέουν ή όχι με την κυβέρνηση και τον νόμο για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση που ψήφισε, συμπλέουν ωστόσο με τη λογική (!!).



Pingback: Ανοιχτές σχολές για κλειστά μυαλά* « Ώρα Κοινής Ανησυχίας