Σύγχρονος καπιταλισμός: έχει οργανωμένο σχέδιο ή στηρίζεται σε πήλινα πόδια;

Έχοντας επίγνωση ότι η πλειοψηφία της επιστημονικής κοινότητας αλλά και της κοινής γνώμης βλέπουν πίσω από τη σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση την ύπαρξη ενός καλά επεξεργασμένου σχεδίου που έχει ως στόχο την υπερσυγκέντρωση του κοινωνικού πλούτου στα χέρια λίγων και την επιστροφή σε έναν «εργασιακό μεσαίωνα», σ’ αυτό το άρθρο θα επιχειρηθεί να υποστηριχθεί η άποψη ότι από τις σημερινές επιλογές του παγκόσμιου καπιταλισμού και της προμετωπίδας του, του τραπεζικού κεφαλαίου, προκύπτει ξεκάθαρα το αντίθετο: ότι δηλαδή δεν υπάρχει «Διευθυντήριο» του κεφαλαίου, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο και ότι πίσω από τις ακολουθούμενες πολιτικές δεν υπάρχει ένα γενικό μακροπρόθεσμο σχέδιο με καθορισμένους στόχους, αλλά μάλλον μια τακτική του «βλέποντας και κάνοντας» και μια λογική του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Το σύστημα, κατά κοινή ομολογία, είναι ολοκληρωτικά μπλοκαρισμένο και οι πολιτικές ηγεσίες φαίνονται ανίκανες όχι μόνο να αντιδράσουν αλλά ακόμα και ν’ αντιληφθούν το πρόβλημα – γεγονός που προκύπτει από την έλλειψη κοινής γραμμής και μάλιστα όχι μόνο μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. αλλά και της Ε.Κ.Τ., της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Δ.Ν.Τ.

Η μετάθεση στους λαούς του κόστους διάσωσης των τραπεζών που τυχοδιωκτικά ανέλαβαν υψηλούς κινδύνους (π.χ. οι γερμανικές τράπεζες έχουν ίδιους πόρους μόνο το 1% των χορηγήσεών τους, ενώ το 99 % είναι πλαστικό χρήμα) είναι παράλογη και πλήττει όχι μόνο τους συνήθως πληττόμενους (εργάτες, αγρότες, γυναίκες, νέους, μετανάστες κλπ.), αλλά και τμήματα του πληθυσμού που ως τώρα θεωρούσαν τον εαυτό τους στο απυρόβλητο, όπως οι αυτοαπασχολούμενοι, οι έμποροι, οι μικροί, οι μεσαίοι και σε κάποιες περιπτώσεις – ειδικά σε παραγωγικούς τομείς – και οι μεγάλοι επιχειρηματίες. Αφού λοιπόν το δημόσιο έλλειμμα συνιστά ιδιωτικό πλεόνασμα, καθοριστικό πρόβλημα της οικονομίας δεν είναι το έλλειμμα καθαυτό, αλλά η συνολική αδυναμία της οικονομίας να παράγει εισοδήματα που να μπορούν να το καλύψουν. Σήμερα όχι μόνο δεν έχουμε παραγωγή νέου εισοδήματος αλλά αντίθετα κατάσχεση του υπάρχοντος, και μάλιστα όχι μόνο του τρέχοντος, αλλά και του προηγούμενου (π.χ. με τα αλλεπάλληλα χαράτσια που εξαντλούν την αποταμίευση) και του μελλοντικού καθώς με το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας γίνεται αδύνατη η άσκηση οποιασδήποτε κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής ακόμα και στο μακρινό μέλλον.

Δεδομένης της φτήνιας του πολιτικού προσωπικού και της άρχουσας τάξης σε όλο τον κόσμο, οι διανοούμενοί της και οι πολιτικοί παλαιότερης γενιάς προσπαθούν να κρούσουν για λογαριασμό της τον κώδωνα του κινδύνου, προτείνοντας μία εντελώς αντίθετη πολιτική από αυτήν που ακολουθείται στην Ευρώπη, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μικρογραφία ενός νέου new deal, μια μορφή σύγχρονου κεϋνσιανισμού.

Όμως όλες αυτές οι απόψεις αποσκοπούν σε μια «διόρθωση», μια εκλογίκευση του καπιταλισμού, ο οποίος με τη σημερινή του μορφή οδηγεί την ανθρωπότητα στην βαρβαρότητα, υποσκάπτοντας ταυτόχρονα το δικό του μέλλον. Το αν τελικά θα επικρατήσουν, κερδίζοντας έτσι άλλη μία μικρή ή μεγαλύτερη παράταση ζωής για το σύστημα, μένει να το δούμε. Αυτό που είναι σίγουρο, είναι ότι η λύση των προβλημάτων της παγκόσμιας οικονομίας είναι αδύνατον να βρεθεί εντός του οικονομικού κύκλου.

Η άποψη περί ανυπαρξίας «Διευθυντηρίου» του κεφαλαίου και έλλειψης ενός γενικού και μακροπρόθεσμου σχεδίου με καθορισμένους στόχους, στηρίζεται προεχόντως στους ακόλουθους συλλογισμούς:

1. Οι μονεταριστικές πολιτικές ύφεσης, αποπληθωρισμού, μείωσης χρεών και ελλειμμάτων, αύξησης της ανεργίας και πτώσης της κατανάλωσης που εφαρμόζονται σε όλες τις χώρες με πρόβλημα χρέους, δεν μπορεί να αποτελούν προϊόντα ορθολογικής επιλογής από μέρους του κεφαλαίου όποιος κι αν είναι ο κρυφός ή φανερός σκοπός που υποτίθεται ότι εξυπηρετούν. Οι πολιτικές αυτές προκύπτουν από την διόγκωση των ανισορροπιών μεταξύ των διάφορων μορφών κεφαλαίου, από την ιστορικά πρωτοφανή υπερσυγκέντρωση του πλούτου σε ελάχιστα χέρια, από την αδυναμία του κεφαλαίου να διατηρήσει μακροπρόθεσμα υψηλό ποσοστό κέρδους σε οποιουδήποτε είδους επενδύσεις και από τη στροφή στην εικονική οικονομία και τον παρασιτισμό.

Οι πολιτικές αυτές αποτελούν σπασμωδικές επιλογές που μάλλον φανερώνουν πανικό και έλλειψη στοχοθεσίας εκ μέρους των ελίτ και των κυρίαρχων στρωμάτων, παρά μέρος ενός σκοτεινού, σατανικού σχεδίου. Κι αυτό γιατί οι επιλογές αυτές, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα θα αποβούν καταστροφικές για το ίδιο το κεφάλαιο ή έστω για τεράστιο μέρος του, ενώ ταυτόχρονα συνδέονται με το σημερινό στάδιο ανάπτυξης ή καλύτερα, σήψης, του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Καπιταλισμός χωρίς ανάπτυξη, κατανάλωση και μεσαία τάξη δεν υπήρξε ποτέ και ούτε τώρα θα υπάρξει. Η υπερσυγκέντρωση του χρήματος οδηγεί στη γενική αφαίμαξη της κοινωνίας, με αποτέλεσμα τον περιορισμό έως εξαφάνισης της μεσαίας τάξης. Δεν είναι μόνο η πτώση της κατανάλωσης που θα είναι δύσκολα διαχειρίσιμη, αλλά περισσότερο η διάλυση της πολιτικής συμμαχίας στο πλαίσιο της οποίας, η μεσαία τάξη σε όλο τον κόσμο αποτελούσε πάντα και για όσο είχε ένα minimum αξιοπρεπούς διαβίωσης, δεκανίκι σε κάθε συντηρητική επιλογή του κεφαλαίου.

Η εσωτερική ανισορροπία του καπιταλισμού μας φέρνει μπροστά σε απροσδιόριστες ακόμα εξελίξεις, στις οποίες το σύστημα δεν έχει δοκιμαστεί ποτέ στο παρελθόν. Το μπλοκ εξουσίας θα συναντήσει κυρίως τέσσερα μεγάλα εμπόδια στην προσπάθειά του να επιβάλλει την πολιτική του:

α) Απέναντί του έχει μια κοινωνία, που αν και τα τελευταία 30 χρόνια απέχει ουσιαστικά στο μεγαλύτερο τμήμα της από τους κοινωνικούς αγώνες, έχει όμως υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από παλιά και μνήμες ευμάρειας που πάνε τουλάχιστον δυο γενιές πίσω.

β) Η κρίση από κάποιο σημείο και πέρα, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, θα επιστραφεί στην άρχουσα τάξη. Ακρότατη συνέπεια της φτώχειας θα είναι πιθανόν ακόμα και η κατάρρευση των τραπεζών και των μεγάλων εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων, λόγω απόσυρσης των καταθέσεων, της μείωσης των κερδών από τα δάνεια, της υποκατανάλωσης κλπ.

γ) Η αυτοδιάλυση του κράτους μπορεί να προκαλέσει γενική πολιτική αναταραχή, ειδικά σε χώρες σαν την Ελλάδα όπου το κράτος παίζει παραδοσιακά πολύ μεγάλο ρόλο στους τομείς της ρύθμισης της αγοράς εργασίας, της αναδιανομής εισοδήματος και της σταθεροποίησης της οικονομικής ζωής. Παράλληλα, το κράτος αποτελεί τον κεντρικό διαχειριστή του λαϊκού φαντασιακού με τη διάχυση των εθνικιστικών στερεότυπων στο κοινωνικό σώμα μέσω των ιδεολογικών μηχανισμών του. Ο αυτοπεριορισμός του κράτους σε φοροεισπράκτορα και κατασταλτικό μηχανισμό έρχεται σε αντίθεση με βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις του συλλογικού φαντασιακού που το θεωρούν όχι μόνο εγγυητή της «εθνικής ασφάλειας» και σύμβολο της «εθνικής υπερηφάνειας», αλλά και ενσάρκωση της «εθνικής ταυτότητας»…

Ένα κράτος δοσιλογικού τύπου, που εξαθλιώνει το λαό για να πληρώσει αμφιβόλου νομιμότητας δάνεια σε ξένους τοκογλύφους, είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν θα μπορέσει να διατηρήσει αυτούς τους ρόλους.

δ) Ιδεολογικά, η άρχουσα τάξη και το πολιτικό της σύστημα δεν έχει κανένα άλλοθι, καμία δικαιολογία για την κρίση που είναι κυριολεκτικά «όλη δική της». Ούτε δυνατό συνδικαλιστικό κίνημα υπάρχει πουθενά, ούτε η Αριστερά έχει την κοινωνική απήχηση που είχε την περίοδο από το τέλος του β’ παγκοσμίου πολέμου ως περίπου το 1980, ούτε υπάρχει πια το αντίπαλο δέος της Ε.Σ.Σ.Δ. και του ανατολικού μπλοκ που υποτίθεται ότι εξανάγκαζε τις δυτικές χώρες σε αυξημένη ροή κοινωνικών πόρων προς τους εξοπλισμούς. Ο καπιταλισμός παίζει την τελευταία 20ετία χωρίς αντίπαλο και ό,τι ζούμε σήμερα είναι ολοκληρωτικά δικό του δημιούργημα.

2. Η ανυπαρξία κεντρικού μακροπρόθεσμου σχεδίου των ελίτ σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν μερίδες ή φυσικά πρόσωπα του κεφαλαίου τα οποία θα ωφεληθούν από την κρίση. Αυτό όμως δεν αφορά την άρχουσα τάξη, τα κυρίαρχα στρώματα, ως σύνολο αλλά μόνο κάποια άτομα ή ομάδες που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένους τομείς. Κάποια τμήματα του μεγάλου κεφαλαίου και κυρίως του τραπεζικού, ίσως να βγουν ενισχυμένα από την κρίση – γεγονός που καθόλου δεν συνεπάγεται ότι θα ενισχυθούν συνολικά τα κυρίαρχα στρώματα. Για να συμβεί όμως αυτό (δηλαδή η συνολική ενίσχυση των κυρίαρχων μέχρι σήμερα στρωμάτων) χρειάζεται ιδεολογική ηγεμονία επί της κοινωνίας και, κυρίως, εγκαθίδρυση όρων που να εγγυώνται τη συνολική κερδοφορία του κεφαλαίου – προαπαιτούμενα που είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν μέσα στις συνθήκες της σημερινής κρίσης, αφού ένα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου δεν θ’ αντέξει μέσα σ’ ένα περιβάλλον αδυσώπητου ανταγωνισμού μεταξύ κρατών, διαφορετικών μορφών κεφαλαίου και επιχειρήσεων του ίδιου τομέα.

Η λύση που ήδη δρομολογείται είναι η πολιτική συγχωνεύσεων και απορροφήσεων των πιο αδύνατων επιχειρήσεων από τις ισχυρότερες – διαδικασία που βέβαια δεν αποτελεί λύση στο πρόβλημα αφού οι κολοσσοί που θα δημιουργηθούν θα λειτουργούν σαν μαύρες τρύπες, καταπίνοντας τα πάντα στο πέρασμά τους. Όσο η υπερσυγκέντρωση του πλούτου θα αυξάνεται, τόσο περισσότερο θ’ αποτελεί από μόνη της υφεσιακό παράγοντα πρώτου μεγέθους, καθώς θα στεγνώσει από χρήμα και πόρους την παγκόσμια αγορά και κάθε κλάδο της οικονομικής δραστηριότητας.

3. Η αντίληψη ότι «αποκλείεται οι εγκέφαλοι του παγκόσμιου καπιταλισμού να μην ξέρουν τί κάνουν» είναι μεταφυσική αντίληψη και δεν βασίζεται ούτε σε διαλεκτική θεώρηση της ιστορίας ούτε στην σημερινή πραγματικότητα.

Η ιστορία είναι γεμάτη σφάλματα στα οποία έχουν υποπέσει τα εκάστοτε κυρίαρχα στρώματα και «τυχαιότητες» που δεν κατάφεραν να υπολογίσουν και να προβλέψουν οι πάσης φύσεως «ειδικοί» και οι «αυθεντίες». Διαφορετικά πώς θα μπορούσε να ερμηνευτεί η παρακμή και διάλυση τόσων αυτοκρατοριών, το ξέσπασμα τόσων επαναστάσεων και η αδυναμία πρόβλεψης των ιστορικών εξελίξεων διαχρονικά;

Η τυφλή πίστη σε έναν άκρατο ντετερμινισμό και σε εργαλειακές μεθόδους πρόβλεψης των πάντων και δη της ιστορίας του ανθρώπου δεν δικαιώνεται ιστορικά και αποτελεί απλώς μεταφυσική σύλληψη της ανθρωπότητας.

Η σημερινή κρίση μπορεί κάλλιστα να είναι προϊόν λανθασμένων επιλογών του κεφαλαίου και των κυρίαρχων στρωμάτων, εφόσον η κρίση αυτή δεν συμφέρει το ίδιο όλες τις μερίδες τους, ούτε δρομολογήθηκε με ίση ευθύνη όλων των τμημάτων τους.

Άλλωστε, τα άτομα και οι κοινωνικές τάξεις, τα κοινωνικά στρώματα, έχουν περιορισμένη θέαση και εποπτεία πάνω σε μεγάλης κλίμακας ιστορικές εξελίξεις, καθώς τα άτομα βιώνουν την ιστορία μέσα από τα περιορισμένα μέτρα της ζωής τους.

Για παράδειγμα, ποιος θα μπορούσε να προβλέψει το 1788 την έλευση της γαλλικής επανάστασης ή το 1988 την επικείμενη κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ο οποίος θρυμματίστηκε σαν γυάλινος πύργος;

4. Τέλος, η ανυπαρξία καπιταλιστικού διευθυντηρίου και οργανωμένου σχεδίου που υποστηρίζεται εδώ, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι δεν αποτελεί ούτε αισιόδοξη ούτε απαισιόδοξη θεώρηση των πραγμάτων, αλλά απλώς ένα λογικό συμπέρασμα το οποίο θα αποδειχθεί ορθό ή εσφαλμένο.

Σε περίπτωση που αποδειχθεί σωστή η εικασία που υποστηρίζεται εδώ, περί μη ύπαρξης ενός γενικού μακροπρόθεσμου σχεδίου με καθορισμένους στόχους, η τελική λύση του δράματος φαίνεται ότι θα είναι πολιτική και όχι οικονομική.

Ακόμα και η στροφή της οικονομίας σε μία πολιτική «ανάπτυξης» όπως προτείνουν πλέον κάποιοι από τους διανοούμενους της άρχουσας τάξης, είναι πολύ αμφίβολο αν θα βοηθούσε στην επίλυση της κρίσης χρέους, αφού ακριβώς η ανάπτυξη της προηγούμενης περιόδου βασίστηκε και χρηματοδοτήθηκε από μια οικονομία τύπου καζίνο που τώρα βυθίζεται. Θα χρειαζόταν όχι στροφή σε ανάπτυξη γενικά, αλλά σε άλλου είδους ανάπτυξη, με έμφαση στον πρωτογενή, και δευτερογενή τομέα , καθώς και στην έρευνα και μάλιστα υπό το πρίσμα μίας άλλου τύπου προσέγγισης της οικονομίας με βάση τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων και όχι την υπερπαραγωγή και τον υπερκαταναλωτισμό.

Μια τέτοια πολιτική όμως είναι αδύνατο να εκπονηθεί από τους αρχιερείς του Νεοφιλελευθερισμού που κυβερνούν τα κράτη και ηγούνται των διεθνών οργανισμών. Μ’ αυτή την έννοια, η λύση δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική όπως υποστηρίχθηκε.

Το αν θα επιχειρηθεί από τη μεριά του κεφαλαίου και των κυρίαρχων στρωμάτων η έξοδος από τη σημερινή κατάσταση π.χ. με διεξαγωγή πολέμων ή με εγκαθίδρυση δικτατοριών ή αν θα δοθεί πολιτική λύση από την πλευρά των κοινωνιών με τη δρομολόγηση εξελίξεων που θα οδηγήσουν στη ριζική μεταβολή του κοινωνικού συστήματος, είναι ακόμα άγνωστο.

Ωστόσο η γνώση από την πλευρά των λαών ότι ο εχθρός δεν είναι αήττητος αλλά ότι βρίσκεται και αυτός σε αδιέξοδο, μπορεί ν’ αποδειχτεί πολύ μεγάλης σημασίας για την διεθνοποίηση και μαζικοποίηση του κινήματος, για τον εμπλουτισμό του με νέες τακτικές και για τη στροφή του σε πολύ πιο φιλόδοξους στόχους από την απλή ανάκτηση ενός μέρους των όσων χάθηκαν την τελευταία τριετία.

Υπάρχει μια λέξη που καίει τη γλώσσα όλων και κανείς δεν τολμά να την ξεστομίσει, μια λέξη που δείχνει το δρόμο και η οποία δεν είναι ούτε η «ρήξη», ούτε η «ανατροπή», ούτε η «εξέγερση», αλλά απλώς και μόνο η επανάσταση.

Το άρθρο στα αγγλικά

Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-9fE

Αναρτήθηκε στις: 19/11/2011