Σε αναζήτηση λογικής!!!

Όταν πριν από μερικές εβδομάδες αναρτήσαμε άρθρο σχετικά με τις θεωρίες συνωμοσίας, πολλοί bloggers θέλησαν να το αναδημοσιεύσουν στους ιστοχώρους που οι ίδιοι συμμετέχουν και δραστηριοποιούνται. Μέσα σε λίγες μόνο ώρες, έγινε αντικείμενο σφοδρής – κακόπιστης θα λέγαμε – και επιθετικής κριτικής, γεγονός το οποίο αν και θεωρούσαμε αναμενόμενο, αν μη τι άλλο, δείχνει τον φανατισμό/διπολισμό που επικρατεί στην Ελληνική κοινωνία (άσπρο ή μαύρο, κομμουνιστής ή φασίστας, αριστερός ή Νεοφιλελεύθερος). Κατά την άποψή μας, η συζήτηση που έγινε στα διάφορα ιστολόγια – όπως στην περίπτωση του Παραλληλόγραφου – αναφορικά με τις θέσεις μας περί καταδίκης των θεωριών συνωμοσίας (και ανάδειξης του ρόλου που διαδραματίζουν στην πολιτική πραγματικότητα), δεν ήταν επί της ουσίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο κάθε σχολιαστής αρκούνταν στο να αρπάζει ένα κομμάτι της ανάρτησης που θεωρούσε ότι τον θίγει – προφανώς γιατί η συνωμοσιολογία ήταν παρούσα και στη δική του κοσμοθεωρία – και απομονώνοντάς το από το υπόλοιπο άρθρο, προσπαθούσε να αποδείξει την «ορθότητα» της σκέψης του, δίχως να δείχνει διάθεση για αντιπαράθεση ουσιαστικών επιχειρημάτων, (ασχέτως και αν οι απαντήσεις στα ζητήματα που ο/η ίδιος/α έθετε δίνονταν ήδη σε άλλα σημεία του άρθρου!)

Επρόκειτο για δημοσίευμα που δεν είχε στόχο «να ρίξει φως» σε συγκεκριμένες υποθέσεις που απασχόλησαν, ιστορικά, την ανθρωπότητα ή την πολιτική, αλλά να  καταδείξει ακριβώς την φύση μιας θεωρίας συνωμοσίας, τον τρόπο που διαχέεται σε μια κοινωνία και τον αντικειμενικό ρόλο που παίζει. Το άρθρο αυτό, όπως ακριβώς διασαφηνίζει, δεν είχε σκοπό να πείσει κανέναν ότι συνωμοσίες δεν υπάρχουν – ότι, για παράδειγμα, δεν υπάρχει καμία περίπτωση η υπόθεση της 11ης Σεπτεμβρίου να αποτελεί «εσωτερική δουλειά» – αλλά πως είναι προτιμότερο να προσπαθεί κανείς να σκέφτεται και να ερευνά το παρασκήνιο ενός γεγονότος (όπως αυτό της 9/11) που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη σύγχρονη πολιτική ιστορία, δίχως να φαντάζεται και να πλάθει σενάρια επιστημονικής φαντασίας, και, κυρίως, χωρίς να καταφεύγει σε κατάφωρο αντι-σημιτισμό, ή κοινώς να βρίσκει εχθρούς εκεί που δεν υπάρχουν, υιοθετώντας μισανθρωπικές αντιλήψεις!

Στο άρθρο, λοιπόν, αυτό, ρητά και με σαφήνεια εκφράστηκε ότι οι θεωρίες συνωμοσίας αναφέρονται συχνά, σε κάτι που «θα μπορούσε να είναι αληθινό ή πιθανό εξαιτίας της αληθοφάνειάς του.» Η θεωρία συνωμοσίας έχει συνήθως την ίδια δομή με τη σκέψη ενός παραληρητικού που πιστεύει ότι τον απατά η σύζυγός του ενώ αυτή όλη τη μέρα σφουγγαρίζει πατώματα ή σφραγίζει επιταγές. Θα μπορούσε, βέβαια, να τον απατά! Πόσο συχνά δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο; Στα πλαίσια της συζήτησης αυτής, όμως, δεν μας ενδιέφερε αν η σύζυγος «είναι άπιστη ή όχι!» Αντίθετα, θελήσαμε να εστιάσουμε  την προσοχή μας στο πώς μπορούμε να ελέγξουμε  τον εαυτό μας, ώστε να φτάσουμε, κατά το δυνατόν, σ’ ένα αξιοπρεπές και  λογικό συμπέρασμα (το οποίο βέβαια, μπορούμε να αναθεωρήσουμε κατόπιν καλύτερης και πιο διεισδυτικής σκέψης και ανάλυσης των γεγονότων).

Για τα γκρουπούσκουλα της αριστεράς, που δεν διστάζουν να υπερασπιστούν με θρησκευτική ευλάβεια πάντα (αρκεί φυσικά να μένει άθικτος ο ναρκισσισμός τους), ακόμα και τον Ιωσήφ Τζουγκασβίλι, τον Μαχμούτ Αχμεντινετζάντ, τον Μουαμάρ Καντάφι και διάφορους άλλους «επαναστάτες» δολοφόνους, οι θέσεις που εκφράστηκαν στο άρθρο ήταν από «ενδιαφέρουσες αλλά τελείως λάθος» έως και «φιλελεύθερες ή αντιδραστικές!». Με τους (υπερ)εθνικιστές προγονόπληκτους… μάλλον δεν θα άξιζε να ασχοληθούμε καν, μιας και θα χρειαζόταν πάνω από δύο εβδομάδες συζήτησης, επίπονης και επίμονης δακτυλογράφησης προκειμένου να βρεθεί κάποια κοινή γραμμή συνεννόησης, λόγω της ομίχλης και του κομφουζιονισμού που κυριαρχεί στον ταραγμένο (είτε άδειο) τους εγκέφαλο!

Το καίριο ζήτημα όμως είναι το εξής: ότι η κατασκευή εχθρών, διαχρονικά, στηρίζεται σε ανορθολογικά επιχειρήματα, βεβιασμένα ή αναπόδεικτα συμπεράσματα, εικασίες, εκλογικεύσεις και γενικεύσεις, λογικά άλματα και μεταφυσική διάθεση (είναι προφανές ότι μια θεωρία συνωμοσίας δεν θα είχε καμμία απήχηση αν δεν εκμεταλλευόταν το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι επιρρεπείς στο να αποδέχονται κάθε εξήγηση που δεν απαιτεί ιδιαίτερο πνευματικό κόπο – αν δηλαδή δεν απευθυνόταν στις, με ευρεία έννοια, μεταφυσικές ανησυχίες  τους). Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σε κάποια πολιτική ή θρησκευτική σέχτα η οποία δημιουργεί έναν αποστειρωμένο μικρόκοσμο, πλάθει, εν ολίγοις, μια εικονική πραγματικότητα και βασίζει την ερμηνεία των όσων συμβαίνουν σε καθημερινό επίπεδο στη συνωμοσιολογία: η αναζήτηση εχθρών εκεί που δεν υπάρχουν αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της προπαγάνδας τέτοιων οργανώσεων, μιας και εξυπηρετεί σε πολύ μεγάλο βαθμό τον λόγο ύπαρξης τους! Αλλά και η άκριτη ή αδικαιολόγητη ενοχοποίηση του πολιτικού αντιπάλου, η με κάθε τρόπο δαιμονοποίησή του και η κατακεραύνωσή του για «οτιδήποτε δεν πάει καλά σ’ αυτό τον κόσμο», η άλλη όψη δηλαδή της συνωμοσιολογίας, δεν διαφέρει και πολύ από αυτήν που περιγράψαμε παραπάνω, ειδικά ως προς τα αποτελέσματά της.

Πρόσφατο παράδειγμα που περιγράφει αυτή την πλευρά του ίδιου νομίσματος, είναι τα γεγονότα της 20/10/2011, οι αλληλοκατηγορίες που ακολούθησαν τα γεγονότα και ο πόλεμος ανακοινώσεων που εξαπέλυσαν όλοι εναντίον όλων. Όπως είπαμε και σε σχετικό άρθρο μας που αφορά τα γεγονότα της ημέρας εκείνης, το ΚΚΕ προσπάθησε να δαιμονοποιήσει αρχικά τους αναρχικούς – αντεξουσιαστές – αυτόνομους, προκειμένου να εκμεταλλευτεί την κατάσταση και να τελειώνει μια για πάντα με κάθε εσωτερική ή έξωθεν κριτική που του γίνεται για την ολοκληρωτική, δογματική και γραφειοκρατική δομή του και τις, αντίστοιχα, υπερσυντηρητικές (και αντεπαναστατικές) θέσεις του και πρακτικές του. «Τους αντιπάλους σου ή πρέπει να τους παίρνεις με το μέρος σου ή να τους εκμηδενίζεις» (Νικολό Μακιαβέλι – «Ο Ηγεμόνας»). Όταν τα γεγονότα το διέψευσαν, επιτέθηκε εναντίον όλων, εξαπολύοντας ένα κατηγορητήριο σύμφωνα με το οποίο, χρυσαυγίτες, μπάτσοι και ασφαλίτες, μέλη του κόμματος του Καρατζαφέρη, σε συνεργασία με αναρχοαυτόνομους και αντεξουσιαστές και υπό τις ευλογίες του ΣΥΡΙΖΑ «που ελέγχει το Δεν Πληρώνω» και «αρνείται να καταδικάσει τους «κουκουλοφόρους»» ήρθαν σε συνεννόηση προκειμένου να το βλάψουν. Ένα κατηγορητήριο σύμφωνα με το οποίο το ΚΚΕ είναι ο μόνος υπερασπιστής του δοκιμαζόμενου λαού και όλοι οι υπόλοιποι είναι προβοκάτορες που θέλουν να το αφανίσουν, συνεργαζόμενοι μεταξύ τους (ακόμα κι αν οι διαφορές τους είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές που το ίδιο το ΚΚΕ έχει με κάποιους από αυτούς, όπως π.χ. η ΕΛ.ΑΣ. ή ο ΛΑ.Ο.Σ.)

Αντίστοιχα, αρκετές φωνές από τον α/α/α χώρο, θεώρησαν ότι οι πρακτικές τους ήταν οι μόνες σωστές, ότι αναπόφευκτα εκφράζουν όλους τους υπόλοιπους διαδηλωτές που, δικαίως, είχαν εξοργιστεί με την πρακτική του ΠΑΜΕ, επιχειρώντας να πείσουν ότι για όλα φταίει το ΠΑΜΕ, χωρίς να τους περάσει από το μυαλό ότι και αυτοί έδρασαν με τρόπο παρόμοιο, επιλέγοντας τον τρόπο και την χρονική στιγμή της σύγκρουσης χωρίς καμία (πολιτική) σκέψη (για παράδειγμα, αν ο διαδηλωτής που έχασε τη ζωή του είχε πεθάνει από πέτρα που εκτοξεύτηκε, ο α/α/α χώρος σύσσωμος θα καλούνταν να αντιμετωπίσει τις, δικαιλογημένες, κατηγορίες όλων, ενώ το ΚΚΕ θα αναβαπτιζόταν, εντελώς απροσδόκητα και πέρα από κάθε λογική, ως ο «ήρωας του λαϊκού κινήματος»), χωρίς να εκπροσωπούν κανένα εκτός από τον εαυτό τους, χωρίς να γνωρίζουν καν αν ο διπλανός τους ήταν ή όχι σύντροφός τους….

Η μανιχαΐστική λογική του: «όποιος δεν συμφωνεί σε όλα μαζί μας, είναι προδότης», μία λογική εντός της οποίας δεν περιγράφεται ποτέ με σαφήνεια «ποιές είναι οι δικές μας θέσεις με τις οποίες οφείλεις να συμφωνήσεις» και η οποία στηρίζεται σε συμπεράσματα ή εικασίες για το ποιός είναι ο άλλος και τί επιδιώκει ο άλλος, χωρίς ποτέ να εστιάζει ταυτόχρονα στο «ποιός είμαι εγώ, τί θέλω και πώς θα το πραγματοποιήσω», έρχεται να καλύψει το κενό που αφήνει η έλλειψη στοχασμού – που δεν μπορεί παρά να προϋπάρχει της πράξης (αν βέβαια επιθυμούμε αυτή η πράξη να είναι σύμφωνη με τις προσδοκίες μας και τα οράματά μας).

Οι ρίζες του σεχταρισμού και η Ελληνική πραγματικότητα

Ο στρατηγικός αντίπαλος είναι ο φασισμός … ο φασισμός σε όλους μας, στο μυαλό μας και στην καθημερινή μας συμπεριφορά, ο φασισμός που μας κάνει να αγαπάμε την εξουσία, να επιθυμούμε το ίδιο το πράγμα που μας επιβάλλεται και μας εκμεταλλεύεται.

(Michel Foucault, πρόλογος)

Αν θέλουμε όμως να εξετάσουμε το ζήτημα σε μεγαλύτερο βάθος, κυρίως θα πρέπει να εστιάσουμε στο ποιοί είναι οι λόγοι που η νοοτροπία του σεχταρισμού ανθεί! Σε πρώτη φάση, αυτό που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Δυτική κοινωνία – συμπεριλαμβανομένης και της Ελληνικής – είναι η «έλλειψη παράστασης του εαυτού της» (Καστοριάδης σ. 25). Για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία εκλείπει κάθε πρότυπο και αξία. «Η κρίση των σημερινών Δυτικών κοινωνιών μπορεί, κατ’ εξοχήν, να γίνει κατανοητή σε σχέση με αυτήν τη διάσταση: με την κατάρρευση των παραστάσεων που η κοινωνία σχηματίζει για τον εαυτό της, με το γεγονός όπου οι κοινωνίες δεν μπορούν να αυτοτεθούν ως κάτι», (Καστοριάδης σ. 26) πράγμα που ωθεί το άτομο να στραφεί σε ολοκληρωτικού τύπου οργανώσεις που απλά και μόνο συμπληρώνουν το κενό αυτό (εθνικιστικές, αριστερές, θρησκευτικές), ένα είδος μικρής κοινωνίας που διαφοροποιείται από τον υπόλοιπο θλιβερό «θρυμματισμένο» κόσμο!» «Οι οργανώσεις-βιτρίνα» (ή στη δική μας περίπτωση, τα μεμονωμένα άτομα που σκέφτονται με βάση την λογική του ιδεολογικού δογματισμού) «περιβάλλουν τα μέλη ενός κινήματος με ένα προστατευτικό τείχος που τους χωρίζει από το εξωτερικό, κανονικό κόσμο» (Arendt σ. 367)  «Η μοναξιά» με την έννοια της κοινωνικής απομόνωσης, ή αλλοτρίωσης/ξένωσης [1] «αποτελεί την υλική βάση για την τρομοκρατία και ουσία του ολοκληρωτισμού» (Αrendt σ. 475). Η αλλοτρίωση αυτή, «έχει γίνει μια καθημερινή εμπειρία…. Η ανελέητη διαδικασία με την οποία οδηγεί στον ολοκληρωτισμό και οργανώνει τις μάζες μοιάζει με αυτοκτονική διαφυγή από την πραγματικότητα» (Αrendt σ. 478). Έτσι, «οι βιτρίνες-οργανώσεις όχι μόνο απομονώνουν τα μέλη τους, αλλά τους προσφέρουν μια επίφαση εξωτερικής ομαλότητας που αποκρούει τις επιπτώσεις της αληθινής πραγματικότητας πιο αποτελεσματικά και από κάποια απλή κατήχηση» (Αrendt σ. 367). Ως εκ τούτου, το άτομο, καταντά υποχείριο μιας ψευδαίσθησης που καλλιεργεί μια γραφειοκρατική (ολοκληρωτική) σέχτα μέσω της «υπόσχεσης» ότι η τυφλή βία θα αλλάξει την παγκόσμια πραγματικότητα (θα οδηγηθούμε, δηλαδή, στη γη της επαγγελίας), καταντά πειθήνιο όργανο μιας σιδερένιας ιεραρχίας όπου θα υπακούει με τυφλή θέληση στους ανώτερούς του (αυτούς δηλαδή που τον καταπιέζουν), και η καταπίεση αυτή θα εκδηλώνεται με το να καταπιέζει το ίδιο το άτομο τους κατώτερούς του στην πυραμίδα!

Στην περίπτωση της Ελλάδας, όμως, το πρόβλημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο! Διότι δεν είναι μόνο η αστική/ατομικιστική νοοτροπία που συστηματικά προωθείται τα τελευταία χρόνια, οδηγώντας σε τεράστια πολιτισμικά (και κατ’ επέκταση κοινωνικά) αδιέξοδα. Αυτό που ως επί το πλείστον απουσιάζει από την αντίληψη του σύγχρονου Έλληνα είναι η λογική συνοχή (κοινώς, ο ανορθολογισμός) στον τρόπο σκέψης και κατανόησης των καταστάσεων. Μάρτυρες αυτής της βαρβαρότητας γινόμαστε σχεδόν κάθε μέρα, βλέποντας μητροπολίτες και κληρικούς να εμφανίζονται σε tabloid εκπομπές, επικαλούμενοι την φυλετική καθαρότητα και τον Χριστιανικό φονταμενταλισμό, τηλεπαρουσιαστές και δημοσιογραφίσκους να προωθούν σενάρια «εθνικής απειλής» βασισμένα σε εύπεπτες θεωρίες συνωμοσίας, από την άλλη ανθρώπους να πιστεύουν ότι ένα καθεστώς σαν αυτό του Στάλιν και του Χότζα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια «καλή εναλλακτική λύση…»: πάντα κάποιος εχθρός θα κρύβεται πίσω στο παρασκήνιο (που φυσικά θα πρέπει να τον εξολοθρεύσουμε έχοντας ιερό χρέος απέναντι στο έθνος, στην εργατική τάξη, στην φυλή, στον θεό), πάντα κάποιος άλλος θα φταίει (οι Εβραίοι, οι μουσουλμάνοι, οι μετανάστες, οι δημόσιοι υπάλληλοι, ο άγνωστος Χ), ποτέ όμως εμείς οι ίδιοι που με την απάθειά μας και την αδιαφορία μας για την πολιτική, επιτρέπουμε την κατάσταση να χειροτερεύει.

Το γεγονός αυτό, λοιπόν, σε συνδυασμό με την όξυνση των οικονομικών προβλημάτων, τη γιγάντωση των ταξικών ανισοτήτων, και την κοινωνική απομόνωση της ατομικιστικής καταναλωτικής κουλτούρας, οδηγεί στον σεχταρισμό (αναζήτηση νοήματος στη ζωή μας μέσω μιας οργάνωσης), τον φανατισμό (ιδιαίτερα σε περίπτωση όπου ο πολίτης πλήττεται άμεσα από τον οικονομικό κανιβαλισμό του Νεοφιλελευθερισμού, όπου τα εύκολα σενάρια περί μασόνων και «μυστικών αδελφοτήτων» θα οδηγήσουν το θυμό του προς έναν λάθος στόχο), αλλά ως επί τω πλείστον, δίνουν τροφή για μια κοινωνική έκρηξη, που όπως βλέπουμε, εμφωλεύει εντός της Ελληνικής κοινωνίας. Μια έκρηξη που δεν δείχνει να σηματοδοτεί την έναρξη μιας καινούριας πολιτικά εποχής, αλλά, αν κρίνουμε από τα όσα γράφονται καθημερινά σε αναρτήσεις διαφόρων ιστοσελίδων, από τα όσα ξεστομίζουν συμπολίτες μας στο δρόμο, στα λεωφορεία, στις καφετέριες κλπ., μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε το ξέσπασμα ενός γενικευμένου μίσους που έχει επιφέρει η διαρκής απογοήτευση και η έλλειψη πραγματικά δημοκρατικών/λαϊκών κινηματικών στόχων, μια έκρηξη μίσους όλων προς όλους, ανεξαρτήτως πολιτικού χώρου και ιδεολογίας, ταξικής προέλευσης και κοινωνικής θέσης.

Οι Ιδεολογίες…

Ο Γάλλος στρουκτουραλιστής Louis Althusser (βλ. AlthusserA Critique: Competing Interpellations and the Third Text) έλεγε πως η ιδεολογία έχει πολύ λίγο να κάνει με τη «συνείδηση​​». Ο ίδιος βρίσκει στους Ορθόδοξους Μαρξιστές ένα μεγάλο κοινό με αυτό που συναντάμε εμείς σήμερα στην οχλοκουλτούρα των εθνικιστών, την άρνηση της ιδεολογίας. Με βάση τους Ορθόδοξους Μαρξιστές, λέει ο Althusser, η ιδεολογία είναι ένα εργαλείο στα χέρια της άρχουσας τάξης που το χρησιμοποιεί προκειμένου να εξαθλιώσει τις υπόλοιπες, και, ταυτόχρονα, εμφανίζεται σαν η διαστρέβλωση της αλήθειας. Παρομοίως οι (υπερ)εθνικιστές λένε ότι κάθε είδους ιδεολογία (π.χ. αριστερός ή δεξιός) χρησιμοποιείται από τα φιλελεύθερα κέντρα εξουσίας προκειμένου να διχάσει το «Έθνος» και να το μετατρέψει σε μια χειραγωγίσιμη μάζα. Γι’ αυτόν κιόλας τον λόγο πολλές φορές καταφεύγουν στο εξής ρητό: «δεν είμαστε δεξιοί ούτε αριστεροί, παρά μόνο Έλληνες». Απεναντίας, οι μη ορθόδοξοι Μαρξιστές πιστεύουν ότι η ιδεολογία είναι απαραίτητη προκειμένου να καθοριστεί ο ρόλος ενός ανθρώπου μέσα στην κοινωνία. Ο Michael Freeden χαρακτηρίζει την ιδεολογία σαν την δράση μιας σκέψης. Οι «ιδεολογίες είναι γνωστές για τον επιστημονικό τους χαρακτήρα: συνδυάζουν την επιστημονική προσέγγιση με τα αποτελέσματα της φιλοσοφικής τους συνάφειας και προσποιούνται, έτσι ότι είναι επιστημονικές φιλοσοφίες», λέει η Arendt (σ.468), η οποία τονίζει παρακάτω ότι οι ιδεολογίες του δέκατου ένατου αιώνα δεν είναι από μόνες τους ολοκληρωτικές. Όσο και αν ο ρατσισμός και ο Σταλινικός κομμουνισμός έχουν γίνει το καθοριστικό ιδεολογικό εργαλείο του εικοστού αιώνα δεν ήταν, από την αρχή τα πιο ολοκληρωτικά γνωρίσματα. Όμως, «όλες οι ιδεολογίες περιέχουν ολοκληρωτικά στοιχεία» (σ. 470) τα οποία αναπτύσσονται μέσα από την πολιτική δράση των ολοκληρωτικών κινημάτων, «και αυτό δημιουργεί την παραπλανητική εντύπωση ότι μόνο ο ρατσισμός και ο Κομμουνισμός είναι ολοκληρωτικά σε χαρακτήρα».

Πρόταγμα vs ιδεολογίες

Βλέποντας την αποσάθρωση του Δυτικού κόσμου, την καταρράκωση των κοινωνικών αξιών μέσα στο τσίρκο του Νεοφιλελευθερισμού και την ολοένα και περισσότερο έντονη επίθεση στα πολιτικά κεκτημένα μας δικαιώματα, επίθεση όχι μόνο μέσω της κρατικής καταστολής, αλλά κυρίως μέσα από την ντετερμινιστική αντίληψη που για πάνω από δύο δεκαετίες κυριαρχούσε στις περισσότερες χώρες της «αναπτυγμένης» Δύσης: «Οι άνθρωποι στη Δύση λένε: «αυτός είναι ο σοσιαλισμός, άλλος δεν υπάρχει, συνεπώς οι κοινωνίες μας, με όλα τα κουσούρια τους είναι οι καλύτερες ανθρώπινες δυνατές»» (Καστοριάδης σελ.16), μια αντίληψη που ωθεί το άτομο να κλείνεται στον εαυτό του, νοιώθοντας ανήμπορος να αλλάξει τα κακώς κείμενα του πολιτικού σκηνικού, εξαγοράζοντας την ελευθερία του μέσω της κατανάλωσης και αδιαφορώντας για τη συμμετοχή:

Στερημένος από πολιτικά δικαιώματα, το άτομο, στο οποίο δημόσια και επίσημα η ζωή εκδηλώνεται με το πρόσχημα της αναγκαιότητας, αποκτά ένα νέο και αυξημένο ενδιαφέρον στην προσωπική του ζωή και μοίρα. Εξαιρούμενος από τη συμμετοχή στη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων που αφορούν όλους τους πολίτες, χάνει τη δικαιωματική του θέση στην κοινωνία και τη φυσική του ζωή – συγκρίνοντάς την με άλλους – και τις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του. Μπορεί να κρίνει τώρα την ατομική ιδιωτική του ζωή μόνο συγκρίνοντάς την με αυτήν των άλλων, και οι σχέσεις του με τους συνανθρώπους του στο εσωτερικό της κοινωνίας παίρνουν τη μορφή ενός ανταγωνισμού. (Arendt σ.141)

Ασκώντας κριτική στον «φιλόσοφο της μπουρζουαζίας,» τον Thomas Hobbes, η Arendt προβλέπει την κατάληξη του σύγχρονου ανθρώπου, εθισμένο στην κατανάλωση, όπου και η διέξοδος από αυτήν την μίζερη πραγματικότητα, εκδηλώνεται με τη μορφή ενός δογματικού τερατογεννεσιακού ναρκισσισμού: «Η προπαγάνδα υπέρ του ολοκληρωτισμού μπορεί να προσβάλλει την κοινή λογική εξωφρενικά μόνο στην περίπτωση που η κοινή λογική έχει χάσει το κύρος της» (Arendt σ. 352) Απάθεια και κομφορμισμός, έλλειψη πολιτικής κατανόησης και, συνεπώς, αδυναμία αυτο-κυβέρνησης, όλα αυτά μαζί οδηγούν στην καταρράκωση της πολιτικής φύσης του ανθρώπου και οδηγούν στη καλλιέργεια μιας λογικής εξάρτησης από την ετερονομία! (Μια από τις πιο βάρβαρες μορφές ετερονομίας είναι ο ολοκληρωτισμός, του οποίου τα σημάδια βλέπουμε στην Ελληνική κοινωνία, μέσω της πόλωσης που επικρατεί στο κοινωνικο-πολιτικό πεδίο).

Το ζητούμενο…

Αυτό λοιπόν που θα πρέπει να μας απασχολεί εδώ, δεν είναι το εάν θέλουμε επανάσταση, το αν, δηλαδή, θα πρέπει να δρομολογήσουμε έναν αγώνα με σκοπό την ριζική κοινωνική μεταστροφή, αλλά το τι είδους επανάσταση θέλουμε… «Η επανάσταση δεν σηµαίνει χείµαρρους αίµατος, την κατάληψη των χειµερινών ανακτόρων κοκ. Η επανάσταση σηµαίνει τον ριζικό μετασχηµατισµό των θεσµών της κοινωνίας» (Καστοριάδης).

Οι απεργιακές διαδηλώσεις έχουν από την μια είτε τα κόμματα της αριστεράς των οποίων η λογική βρίθει από οικονομιστική νεκροφιλία, και ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτα, είτε τον μισαλλόδοξο εθνικιστικό όχλο που μιλά για «προδότες» ονειρεύεται «χαμένα μεγαλεία», διαμελισμένα πτώματα μεταναστών στον Έβρο και τείχη πελώρια που θα εμποδίζουν την είσοδό τους, αλλά και από την άλλη, τις αδυναμίες του α/α/α χώρου όπου η ύπαρξη ατόμων που δεν επιθυμούν τη μεταστροφή των «αστών», των «φασιστών» ή των «μπάτσων», αλλά τη φυσική εξόντωσή τους, δεν απουσιάζει. Ίσως, μάλλον θα έπρεπε να ελπίζουμε σε μια αναζωπύρωση του κινήματος των πλατειών (ή παρόμοιας μορφής κινήματος), όπου ο κάθε πολίτης θα έχει τη δυνατότητα να ακούσει και να ακουστεί, να μάθει και να διδάξει, να έρθει σε επαφή με τον συνάνθρωπό του, αποβάλλοντας έτσι τον απομονωτισμό που τον οδηγεί στον σεχταρισμό και τον φανατισμό, όπου η πράξη δεν θα είναι το αποτέλεσμα μιας δοτής θεωρίας, μιας ιδεολογίας αλλά το αποτέλεσμα πολιτικών συζητήσεων.

O πιο ριζοσπαστικός επαναστάτης θα γίνει συντηρητικός την ημέρα μετά την επανάσταση;

Η Επανάσταση δεν αποτελεί μια συγκεκριμένη απάντηση – βάση ενός σερβιρισμένου μπαγιατισμένου σετ ιδεών – στα τερατώδη προβλήματα που απασχολούν μια κοινωνία, αλλά μια διαρκή Ερώτηση που θα πρέπει να θέτουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας και ό,τι πράξουμε να το πράξουμε συνειδητά, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα και τη δυνατότητα αναίρεσης της πράξης αυτής ή της απόφασης που έχει παρθεί με σκοπό να εκτελεστούν οι συγκεκριμένες αποφάσεις! Έπειτα, επανάσταση δεν σημαίνει μόνο αλλαγή μιας κατάστασης, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει ταυτόχρονα και αλλαγή ακόμη και των μέσων με τα οποία η κοινωνία θα αλλάξει (τον εαυτό της!) Ίσως, τελικά, μόνο έτσι θα καταφέρουμε ξεπερνώντας τον απατηλό μας μικρόκοσμο ν’ απελευθερωθούμε από την μεταφυσική και άκριτη αποδοχή των «ευαγγελίων» μας, είτε πρόκειται για το κατά Λένιν είτε για το κατά Σμιθ, είτε για το κατά Hobbes, είτε για το κατά Μπακούνιν, είτε το κατά Άδωνι. Ίσως τότε μόνο να έχουμε κάνει ένα σημαντικό βήμα προς την εύρεση απαντήσεων στα ερωτημάτων που μας ταλανίζουν.

[1] Αλλοτριωμένο είναι εκείνο το άτομο που οι συνειδητές πράξεις του είναι αποτέλεσμα  ασυνείδητων ψυχικών διεργασιών όπως απωθημένα βιώματα, στην λογική ότι το παρελθόν κάθε ατόμου είναι παρόν μέσα στο παρόν, όσο  και στην λογική της  εξουσίας που του ασκείται από τις κοινωνικές επιταγές/πρότυπα/θεσμούς. Συνοπτικά η ξένωση/ετερονομία είναι μια  κατάσταση όπου το άτομο (το Εγώ) βρίσκεται υπό το κράτος του λόγου του  Άλλου (ενορμήσεις και  κοινωνικές επιταγές).

Συγγραφή: Ian Delta, Michael Th

Η επαναστατική δύναμη της Οικολογίας, αποσπάσματα συνέντευξης του Κ. Καστοριάδη (1993)
Καστοριάδης Κορνήλιος (2000) «Η άνοδος της ασημαντότητας,» Ύψιλον βιβλία
Καστοριάδης Κορνήλιος (2001) «Είμαστε Υπεύθυνοι για την Ιστορία μας,» Πέμπτη έκδοση, Πόλις
Arendt Hannah (1996) The Origins of Totalitarianism, Third Edition, London
Το απόσπασμα του Foucault είναι από τον πρόλογο της Αγγλικής έκδοσης του βιβλίου: Deleuze Gilles, Guattari Félix (1972) Anti-Oedipus, Penguin books, UK
Freeden Michael (2006) “Ideologies and Political Theory,@ Second Edition, Oxford University Press


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-91t

Αναρτήθηκε στις: 25/10/2011