Οικονομική δημοκρατία αντί της μετα-βιομηχανικής φεουδαρχίας

Του Wolfgang Hoeschele μέσω: Εφημερίδα Δράση

Το κίνημα Occupy Wall Street έχει φθάσει πολύ πέρα από τις απαρχές του, με παρόμοια κινήματα να λαμβάνουν χώρα σε όλο τον κόσμο, ενώ απηχεί προηγούμενα κινήματα κατάληψης δημόσιων χώρων στην Αίγυπτο, την Ισπανία, και το Ισραήλ. Τα κινήματα αυτά έχουν σαφώς αγγίξει μια ευαίσθητη χορδή ενός τεράστιου αριθμού ανθρώπων, όχι μόνο εκείνων που παίρνουν μέρος σε καταλήψεις δημόσιων χώρων, αλλά και εκείνων που τους υποστηρίζουν με τρόφιμα και άλλες προμήθειες, καθώς και εκείνων που υψώνουν τη φωνή τους για υποστήριξη. Ποια είναι αυτή η χορδή, και ποια μπορεί να είναι τα αποτελέσματα του ερεθισμού της;

Μεταξύ των βασικών σημείων του κινήματος Occupy είναι ο ισχυρισμός ότι εκφράζει το ”99%”, δηλαδή όλους εκείνους οι οποίοι δεν ελέγχουν τις χρηματοοικονομικές υποθέσεις του κόσμου, οι οποίοι δεν μπορούν να κινήσουν τα νήματα για να χειριστούν οικονομικά θέματα σε όλο τον κόσμο, και οι οποίοι δεν μπορούν να περιμένουν να δοθεί ένα χρυσό αλεξίπτωτο εάν καταστρέψουν μια εταιρεία και ρίξουν ολόκληρες χώρες σε αποδιοργάνωση. Σε συμβολικό επίπεδο, το κίνημα Occupy έχει εμπλακεί σε καταλήψεις δημόσιων ή ημι-δημόσιων χώρων (τεχνικώς ιδιωτικούς χώρους που είναι ανοικτοί για το κοινό) ως ένας τρόπος να πει “εμείς είμαστε το κοινό!” Το “εμείς” εδώ αναφέρεται στο 99%, και αποκαλύπτει είτε ότι οι εν λόγω δημόσιοι χώροι προορίζονται για ένα πολύ επιλεκτικό και αποκλειστικό “δημόσιο”, είτε ότι η δημόσια έκφραση σε αυτούς τους χώρους είναι αυστηρά οριοθετημένη. Ο ισχυρισμός ότι το 99% δικαιούται να καταλαμβάνει δημόσιους χώρους επεκτείνεται στον σχετικό ισχυρισμό ότι θα πρέπει να έχει λόγο στις δημόσιες υποθέσεις, στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών και “της οικονομίας”. Όλα αυτά έρχονται σε αντίθεση με αυτό που αποκαλώ βιομηχανική φεουδαρχία.

Τι είναι η βιομηχανική φεουδαρχία; Αναφέρεται στην αποτυχία της νεωτερικότητας να κρατήσει τις υποσχέσεις της για απελευθέρωση από την παλιά τάξη, ιδιαίτερα από το βασικό δομικό χαρακτηριστικό της φεουδαρχικής (ή αγροτο-φεουδαρχικής) τάξης, που ήταν ότι μερικοί φεουδάρχες έλεγχαν όλους τους παραγωγικούς πόρους. Ένα σύγχρονο εργοστάσιο μοιάζει πολύ με μια φεουδαρχική φυτεία· όπως οι δουλοπάροικοι έκαναν όλη τη δουλειά αλλά αναγκάζονταν να δίνουν το αποτέλεσμα της εργασίας τους στους ιδιοκτήτες των φυτειών, έτσι και οι εργαζόμενοι μιας εταιρείας παρέχουν τα προϊόντα της εργασίας τους “σε είδος” στους εργοδότες τους, οι οποίοι μπορούν να τα πουλήσουν στη συνέχεια στην αγορά. Και όπως ακριβώς το φεουδαρχικό σύστημα προωθούσε μια υποτακτική νοοτροπία στους δουλοπάροικους και τους υπηρέτες, έτσι και η φεουδαρχική βιομηχανική κοινωνία καλλιεργεί μια υποτακτική νοοτροπία στους εργαζόμενους και στους κυβερνητικούς αξιωματούχους (“πρέπει να ευχαριστήσουμε τους επενδυτές, διότι ποιος άλλος θα προσφέρει θέσεις εργασίας;”).

Υπάρχει μια συλλογική αποτυχία της φαντασίας όταν οι άνθρωποι αποτυγχάνουν να συνειδητοποιήσουν ότι όλοι οι εργαζόμενοι μαζί μπορούν να κατέχουν μια επιχείρηση και να διαχειρίζονται δημοκρατικά τις υποθέσεις της, και ότι όλοι οι άνθρωποι που ζουν σε έναν τόπο μπορούν να διαχειριστούν δημοκρατικά και βιώσιμα τους κοινούς φυσικούς πόρους, προκειμένου να παρέχουν αρκετά για όλους (όπως και για τις μελλοντικές γενιές). Ομοίως, δεν καταφέρνουμε να αναγνωρίσουμε ότι αν διαλυθούν οι μεγάλες εταιρείες, ο καθένας μπορεί να βγάλει τα προς το ζην πουλώντας σε όλους τους άλλους σε μια πιο ισότιμη βάση από ό,τι επικρατεί σήμερα. Αδυνατούμε συνεχώς να συνειδητοποιήσουμε ότι μέσα ανταλλαγής μπορούν να δημιουργηθούν από οποιαδήποτε ομάδα ανθρώπων, όχι μόνο από τις τράπεζες και τις κυβερνήσεις. Αυτή η αποτυχία είναι εν μέρει αποτέλεσμα του κλεισίματος της φαντασίας από το σύνδρομο “Tina”: την αίσθηση ότι ”δεν υπάρχει εναλλακτική λύση”.

Η βιομηχανική φεουδαρχία αναφέρεται επίσης στο γεγονός ότι, ενώ ακόμη στο πολιτικό επίπεδο έχουμε δημοκρατίες (όμως ατελείς) στις οποίες κάθε πολίτης έχει δικαίωμα ψήφου, οι οικονομικές δομές μας είναι ακόμη σε μεγάλο βαθμό οργανωμένες όπως τα αυταρχικά βασίλεια. Η ιδιωτική ιδιοκτησία είναι πολύ παρόμοια με την κυριαρχία του βασιλιά, ο οποίος υποτίθεται ότι έχει το θεϊκό δικαίωμα να καθορίζει τις υποθέσεις του βασιλείου, και να το μεταφέρει στους κληρονόμους του (ανεξάρτητα από το αν έχουν τα προσόντα για αυτό). Και όπως ακριβώς η δημοκρατία θεωρήθηκε απειλή διότι θα υπονόμευε την αριστοκρατία, και όπως ακριβώς υποστηρίχθηκε ότι η δημοκρατία θα εμπόδιζε την έγκαιρη λήψη αποφάσεων, η οικονομική δημοκρατία θεωρείται απειλή για τις σημερινές ελίτ, και οι συνεργατικές επιχειρήσεις απορρίπτονται ως αναποτελεσματικές. Ωστόσο, δεν μπορούμε ποτέ να έχουμε πραγματική πολιτική δημοκρατία αν δεν έχουμε, επίσης, οικονομική δημοκρατία – δηλαδή, τη δυνατότητα όλων των ανθρώπων να διαχειρίζονται από κοινού τους χώρους εργασίας τους, να συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων για το πώς χρησιμοποιούνται τα πλεονάσματα στη δημιουργία των οποίων συμβάλλουν, να διαχειρίζονται από κοινού τους τοπικούς φυσικούς πόρους στους οποίους βασίζονται, και να μοιράζονται τα οικονομικά όσο και πολιτιστικά, κοινωνικά, πνευματικά, διανοητικά και άλλα οφέλη που προκύπτουν από τους κοινόχρηστους πόρους. Όσο έχουμε μια αγορά διαιρεμένη μεταξύ εκείνων που δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν παρά μόνο την εργασία τους και εκείνων που κατέχουν όλα τα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, δεν θα υπάρχει οικονομική δημοκρατία, και η πολιτική δημοκρατία θα είναι ελλιπής.

Για λίγο, στις πλούσιες βιομηχανικές δημοκρατίες από τη δεκαετία του 1950 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ίσως να φάνηκε σαν η φορολόγηση του πλούτου και η χρησιμοποίηση του κράτους στην αναδιανομή του εισοδήματος να μπορούσε να λειτουργήσει για τη διατήρηση κάποιου βαθμού κοινωνικής ισότητας, διατηρώντας ταυτόχρονα τη βιομηχανική ανάπτυξη. Αλλά το μοντέλο αυτό εγκαταλείφθηκε με την προώθηση του νεοφιλελευθερισμού από τη δεκαετία του 1980. Από τότε, το καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης αντιμετωπίζει επίσης όλο και πιο προφανή περιβαλλοντικά όρια, διότι βασίζεται στην ατέρμονη ανάπτυξη σε έναν πλανήτη σταθερού μεγέθους (και σε μια ατμόσφαιρα που μπορεί να απορροφήσει μόνο συγκεκριμένη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα χωρίς να βγει εκτός ισορροπίας). Καθώς οι δυνατότητες αποκόμισης κερδών από την πώληση αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκαν, η ”δημιουργικότητα” των κεφαλαιούχων επενδυτών στράφηκε στην ανάπτυξη όλο και πιο αφηρημένων “παραγώγων” στις χρηματοπιστωτικές αγορές, τα οποία δημιούργησαν τελικά τη μεγάλη φούσκα που έχει εκραγεί τώρα. Ποιος, μπορούμε να ρωτήσουμε, είναι ο δρόμος προς τα εμπρός τώρα;

Αν αφήσουμε κατά μέρος την αντίληψη της πολιτικής των συντηρητικών ότι το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να πάμε πίσω στις μυθικές παλιές καλές μέρες, τότε υπάρχουν βασικά δύο εναλλακτικές διαδρομές για το μέλλον: η μία είναι η διατήρηση του καπιταλισμού καθιστώντας τον αποτελεσματικό στη διαχείριση της ενέργειας και των πόρων (πράσινος καπιταλισμός, ή ένα είδος μετα-βιομηχανικής φεουδαρχίας), ενώ η άλλη είναι να επεκταθεί η δημοκρατία από την πολιτική στην οικονομική σφαίρα (και, συνεπώς, η αναζωογόνηση της πολιτικής δημοκρατίας επίσης).

Με τι θα μπορούσε να μοιάζει ένας μετα-βιομηχανικός φεουδαρχικός κόσμος; Τα ”παγκόσμια κοινά” (αντιμετωπιζόμενα ως ιδιοκτησία κανενός, διαθέσιμα για κατάληψη) θα συνεχίσουν να διαμελίζονται μεταξύ των μεγαλύτερων πλειοδοτών – για παράδειγμα, εκείνων που είναι πρόθυμοι να πληρώσουν περισσότερα για τα δικαιώματα εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Αυτό θα δημιουργούσε νέα, εξαιρετικά κερδοφόρα μονοπώλια, οδηγώντας σε “οικονομική ανάπτυξη” όπου θα πλουτίσουν λίγοι, ενώ όλοι οι υπόλοιποι θα πρέπει να υποταχθούν στην ”πειθαρχία της αγοράς” (δηλαδή, στις ελλείψεις που επιβάλλονται από αυτούς που ελέγχουν την αγορά). Από την άλλη πλευρά, οι εταιρείες που επιδιώκουν να ελέγξουν την αγορά αιολικής ενέργειας (για παράδειγμα) θα προσπαθήσουν για την παραγωγή ενέργειας όσο το δυνατόν φθηνότερα, κάτι που σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να γίνει με την απαλλοτρίωση των ανθρώπων που ζουν σε αυτή τη γη (δείτε μια αναφορά για το θέμα αυτό στην Ινδία). Ο λόγος περί έλλειψης πόρων θα μας πει ότι όλοι πρέπει να ζούμε με λιγότερα, ακόμη κι αν τα κέρδη συσσωρεύονται σε λίγους. Η μετα-βιομηχανική φεουδαρχία θα μπορούσε κάλλιστα να είναι περισσότερο βιώσιμη περιβαλλοντικά από το σημερινό καπιταλισμό, αλλά θα μπορούσε να υπονομεύσει την κοινωνική δικαιοσύνη και να οδηγήσει σε συνεχή κοινωνική αστάθεια και διαμάχη. Βασικά, αν η ιδιοκτησία συνίσταται στο δικαίωμα να αποκλείει άλλους από την απόλαυση ενός πόρου, ακόμη και οι πιο «πράσινοι» κάτοχοι ιδιοκτησίας θα προσπαθήσουν να αρπάξουν όσα περισσότερα μπορούν και να αποκλείσουν όλους τους άλλους.

Με τι θα μπορούσε να μοιάζει το μέλλον της οικονομικής δημοκρατίας; Σε ένα τέτοιο μέλλον, η “ιδιοκτησία” δεν θα είναι πλέον διευθετημένη όπως υπό τη φεουδαρχική μοναρχία, αλλά αντίθετα θα μοιάζει με δημοκρατία (ένα “κοινό πράγμα”), στην οποία κάθε πολίτης μοιράζεται τα οφέλη αυτής της ιδιοκτησίας, καθώς και την ευθύνη για τη διαχείρισή της. Κάθε “πολίτης” σημαίνει ο καθένας που είτε συμβάλλει στη δημιουργία αυτής της ιδιοκτησίας (όπως στους εργατικούς συνεταιρισμούς ή στη δημιουργία κοινών [creative commons]) ή τη χρησιμοποιεί ή την απολαμβάνει (όπως συμβαίνει με τους φυσικούς πόρους, την ατμόσφαιρα, τα υπόγεια και επιφανειακά ύδατα, την αλιεία, αλλά και την κοινή πολιτιστική κληρονομιά κάθε ομάδας ανθρώπων με κοινή ταυτότητα). Οι άνθρωποι που κατέχουν τέτοια κοινή ιδιοκτησία δεν θα έχουν μια ενσωματωμένη ορμή για επέκταση της σφαίρας της περιουσίας τους, γιατί μαζί με την μεγαλύτερη έκταση της ιδιοκτησίας τους θα υπάρξει επίσης ένας μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων με τους οποίους θα πρέπει να τη μοιραστούν. Σε ατομική βάση, κανείς δεν θα βγει μπροστά. Αντίθετα, θα ενδιαφέρονται περισσότερο για τη διατήρηση της ιδιοκτησίας σε μια κλίμακα στην οποία θα μπορεί να διαχειρισθεί επιτυχώς δημοκρατικά – για παράδειγμα, με το σπάσιμο των εργατικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεων σε δύο αν μεγαλώνουν πέρα από ένα ορισμένο μέγεθος. Η επιτακτική ανάγκη για μεγαλύτερη παραγωγή θα σταματήσει, καθώς πέρα από ένα ορισμένο σημείο οι συνιδιοκτήτες θα θέλουν να έχουν περισσότερο χρόνο παρά περισσότερα αγαθά (η πλεονεξία ξεφεύγει από τον έλεγχο μόνο μεταξύ εκείνων που δεν χρειάζεται να εργαστούν προκειμένου να επιτύχουν περισσότερα έσοδα). Θα είμαστε σε θέση να χαλαρώσουμε περισσότερο, να απολαύσουμε τη ζωή, και να αφιερώσουμε ενέργειες για να ζήσουμε τη ζωή ως τέχνη – ζώντας τη ζωή μας με τρόπο που να εκφράζει τις αξίες και τις προσδοκίες μας, το πώς θέλουμε να ζήσουμε σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους και με τη φύση.

Ο δρόμος της οικονομικής δημοκρατίας περιλαμβάνει σημαντική επανεξέταση και ενδοσκόπηση, ακόμη και μεταξύ εκείνων από εμάς που βρίσκονται στη δομική θέση των δουλοπάροικων στην παρούσα κατάσταση. Επίσης, απαιτεί δημιουργία πολλών θεσμών, η οποία συμβαίνει σε όλη τη χώρα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Το κίνημα Occupy είναι ένα κάλεσμα στη συνείδηση της ανάγκης για το 99% να ενωθεί και να διεκδικήσει χώρο, να διεκδικήσει τη δημόσια σφαίρα, και να μετατρέψει πολλά από αυτά που είναι τώρα ιδιωτικά σε δημόσια (κοινά).

Μετάφραση: Κ.Χ.

Το πρωτότυπο κείμενο: The Future of Occupy

Αναρτήθηκε στις: 02/12/2012