Κίνα,ο γίγαντας της εξαθλίωσης

Η Κίνα δεν είναι μόνο απλώς μια υπερπληθυσμιακή χώρα όπως οι περισσότεροι φανταζόμαστε, με πλούσια πολιτισμική παράδοση που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Είναι, επίσης, και η χώρα με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, μια χώρα, όμως, που παρά τη ραγδαία της οικονομική ανάπτυξη, μαστίζεται από φτώχεια και εξαθλίωση και συγκλονίζεται από συχνότατες εξεγέρσεις. Την 11η Ιουνίου του 2010, ένα οργισμένο πλήθος 10.000 ατόμων συγκρούστηκε με τις δυνάμεις καταστολής στην πόλη Μαανσάν, στην επαρχία Ανχούι. Τον Ιούλη του 2009, 156 άτομα έχασαν τη ζωή τους και περίπου 828 τραυματίστηκαν στην πόλη Ουρούμτσι, πρωτεύουσα της επαρχίας Σιντζάν…

Όλα ξεκίνησαν όταν στην 1 Οκτωβρίου 1949, ο κομμουνιστής ηγέτης Μάο Τσε Τουνκ έπειτα από μια, σχεδόν, δεκαετία σκληρών συγκρούσεων και αγώνων ενάντια στους Ιάπωνες κατακτητές, καταλαμβάνει την εξουσία και κηρύσσει ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, η οποία σηματοδοτεί ταυτόχρονα και το οριστικό τέλος της αποικιοκρατίας, των φεουδαρχικών σχέσεων καθώς και την λήξη του αιματηρού Κινεζο-ιαπωνικού πολέμου που είχε διαρκέσει πάνω από έναν αιώνα, προβάλλοντας ταυτόχρονα και το όραμα της σοσιαλιστικής αλλαγής κατά το πρότυπο της Ρωσικής Οκτωβριανής «Επανάστασης». Ως εκ τούτου, το καθεστώς που θα αναπτύξει ο Κινέζος ηγέτης δεν θα διαφέρει και πολύ από αυτό της ΕΣΣΔ. Μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια, το όραμα της επανάστασης, της ισότητας και της ελευθερίας κατατροπώνεται από το πάθος του Μάο για επιβολή και κυριαρχία. Έχοντας καλλιεργήσει ένα είδος προσωπολατρίας και εξολοθρεύοντας κάθε πολιτικό του αντίπαλο (κυρίως αναρχικούς, αντι-μιλιταριστές, συνδικαλιστές και ελευθεριακούς κομμουνιστές), επιβάλλει σκληρή, συγκεντρωτική, στρατιωτική δικτατορία, που τυπικά ήταν του προλεταριάτου, αλλά στην πραγματικότητα της ηγεσίας του κόμματος. Η ελευθερία του λόγου και του τύπου καταργήθηκε. Οι παρακολουθήσεις, οι εκτελέσεις και οι φυλακίσεις πολιτικών αντιπάλων αποτελούσαν καθημερινότητα για την Κινεζική πραγματικότητα.

Το 1958 κήρυξε την έναρξη του κινήματος «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός», με αποτέλεσμα την αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής (κυρίως χάλυβα). Κατά την περίοδο του Μεγάλου Άλματος, διεπράχθησαν σωρεία λαθών που είχαν ως αντίκτυπο την οικονομική και οικολογική καταστροφή για όλη την τριετία 1959-1961, κατά την οποία η χώρα θρήνησε εκατομμύρια θύματα. Το 1966 ο Μάο κήρυξε την έναρξη της Πολιτιστικής Επανάστασης, η οποία διήρκεσε έως και τον θάνατό του, το 1976. Η Πολιτιστική Επανάσταση βύθισε τη χώρα στο χάος. Πολλοί διανοούμενοι εκδιώχθηκαν μεταξύ αυτών και στενοί συνεργάτες του δικτάτορα, όπως ο Λιου Σάοτσι (δεύτερος τότε στην κομματική ιεραρχία) ο οποίος πέθανε φυλακισμένος το 1969. Εκατομμύρια αντιφρονούντες εκτελέστηκαν είτε πέθαναν στις φυλακές.

Μετά τον θάνατό του, ο Ντένγκ Ξιαοπίνγκ θα αναλάβει την ηγεσία του ΚΚΚ εισάγοντας οικονομικές μεταρρυθμίσεις και καθιστώντας την Κίνα ως τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο φτάνοντας μάλιστα και στο σημείο να ξεπεράσει ακόμα και την Ιαπωνία.. Αυτή τη στιγμή η οικονομία της τρέχει με ρυθμούς ανάπτυξης της τάξεως του 9.6%. Το κατά κεφαλήν εισόδημα της Κίνας όμως φθάνει τα 3.800 δολάρια, γεγονός που την κατατάσσει στην 105η θέση παγκοσμίως, ενώ 105 εκατομμύρια Κινέζοι, επί πληθυσμού 1,3 δισεκατομμυρίων, ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας… Η ανάπτυξη, όμως, αυτή είναι τελείως δυσανάλογη με τις ανάγκες του Κινεζικού λαού, μιας και στην ουσία επρόκειτο για την ανάπτυξη ενός κρατικού (και όχι μόνο) καπιταλισμού. Μια ανάπτυξη που δεν κοιτά τις πραγματικές ανάγκες του Κινεζικού λαού, αλλά τις αυτές της κυρίαρχης ελίτ.

Ανθρώπινα δικαιώματα στην Κίνα

Η υπόθεση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ήρθε για πρώτη φορά στο προσκήνιο με τη διαμαρτυρία στην πλατεία Τιεν Αν Μεν το 1989. Πολλές πηγές αναφέρουν σημαντικές παραβιάσεις διεθνών κανόνων που διέπουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η κυβέρνηση της Κίνας, όμως, υποστηρίζει ότι η αντίληψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να σχετίζεται μόνο με τον τομέα της οικονομίας, και ως εκ τούτου, αρνείται κάθε κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα για την υγεία και την οικονομική ευημερία έχουν συμβάλλει αρκετά στην βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Κινέζων (ασχέτως και αν αυτό δεν συμβαίνει)…

Γιατί συνέβησαν όλα αυτά όμως; Ποια ήταν η βασική αιτία που το πολλά υποσχόμενο Κινεζικό καθεστώς αντί να μετατρέψει την χώρα σε σοσιαλιστικό παράδεισο κατέληξε σε μια στείρα δικτατορία; Ας εξετάσουμε μερικά βασικά χαρακτηριστικά της Κινεζικής πραγματικότητας πριν και μετά την «επανάσταση» του Μάο:

Σε πρώτη φάση, εάν θέλουμε να ασκήσουμε κριτική στο Κινεζικό καθεστώς (όπως επίσης και σε κάθε κομμουνιστικό καθεστώς Σταλινικού τύπου), θα πρέπει να πάμε αρκετά πίσω. Δηλαδή, θα πρέπει να σταθούμε κριτικά απέναντι ακόμα και στον Λένιν και στον Μαρξ. Διότι μοιραία οι αρχές του Μαρξισμού-Λενινισμού, κυρίως ο ντετερμινισμός του Μαρξ: οι νόμοι της ιστορίας, και ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός του Λένιν (που στην ουσία δεν μπορεί να υπάρξει συγκεντρωτισμός που να είναι ταυτόχρονα και δημοκρατικός) θα οδηγούσαν σε μια στυγνή δικτατορία.

Από την άλλη, θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως όταν μιλάμε για την προ-Μαοϊκή Κίνα αναφερόμαστε σε μια κοινωνία αδιάβροχη προς τις αξίες της ελευθερίας και της ισοπολιτείας. Δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να συγκρίνουμε την Κίνα με τα δικά μας Ευρωπαϊκά δεδομένα, όπως φυσικά δεν θα πρέπει να κρίνουμε με τα ίδια μέτρα και σταθμά μια Ισλαμική χώρα με μια Ευρωπαϊκή. Οι λόγοι δεν οφείλονται στο ότι ο Δυτικός άνθρωπος είναι ανώτερος από κάποιον Ανατολίτη βεβαίως! Αν εξετάσουμε την ιστορία της Ευρώπης, θα δούμε συμβάντα όπως η Γαλλική Επανάσταση, η Αγγλική Επανάσταση και διάφορες κοινωνικές εξεγέρσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την διάρκεια των προηγούμενων αιώνων και που έφτασαν στο σημείο να επιφέρουν ριζικές κοινωνικές αλλαγές. Η Κίνα και οι περισσότερες Ανατολικές κοινωνίες έμειναν πλήρως ανεπηρέαστες από κάτι τέτοιο. Η πρώτη συγκεκριμένα, βρισκόταν κάτω από την ηγεμονία ενός αυταρχικού αυτοκρατορικού καθεστώτος, παρόμοιο με αυτό που επικρατούσε κατά τον μεσαίωνα στην Ευρώπη.

Σε αντίθεση με την Ευρώπη όπου γενιές ολόκληρες είχαν γαλουχηθεί με τα ιδανικά της κοινωνικής ελευθερίας και διεκδίκησης δικαιωμάτων, οι Κινέζοι μόλις προσπαθούσαν να απεγκλωβιστούν από την αριστοκρατία των αυτοκρατόρων και τον Ιαπωνικό ιμπεριαλισμό. Μην έχοντας βιώσει λοιπόν το πρώτο στάδιο της κοινωνικής απελευθέρωσης, της αστικής δημοκρατίας, η ηγεσία του ΚΚΚ βρήκε την αφορμή να δράσει οπορτουνιστικά, επιβάλλοντας την δική της «αριστοκρατία» πάνω στις μάζες (χαλίφης στη θέση του χαλίφη). Δεν ήταν δύσκολο έργο άλλωστε. Έχοντας έναν πληθυσμό να μαστίζεται από τον αναλφαβητισμό, που όχι μόνο δεν έχουν ριζώσει μέσα του τα ιδανικά της κοινωνικής ισότητας και ελευθερίας ώστε να αποτελούν πλέον πολιτισμική παράδοση για τους Κινέζους πολίτες οι οποίοι απλώς εκτελούσαν διαταγές αιμοσταγών αυτοκρατόρων, η αλλαγή ενός αφέντη, δεν ήταν που θα συναντούσε ιδιαίτερη αντίσταση. Έτσι φτάνουμε λοιπόν στην σύγχρονη καπιταλιστικοποιημένη, πλέον, αλλά εξίσου γραφειοκρατική και ανελεύθερη Κίνα ενώ ταυτόχρονα συμπεραίνουμε ότι από τη μια το δόγμα του Μαρξισμού-Λενινισμού (είτε έτσι όπως εκφράστηκε μέσω του Μάο Τσε Τούνκ, είτε ακόμη και στην πιο «Ορθόδοξη» του μορφή) και από την άλλη το ιστορικό-κοινωνικό-πολιτικό υπόβαθρο της χώρας, οδήγησαν την κατάσταση σε αυτό το πολιτικό τέλμα (δίχως ταυτόχρονα αυτό να σημαίνει ότι αν δεν είχε επικρατήσει το ΚΚΚ τα πράγματα θα ήταν καλύτερα ή χειρότερα).

Τα αμφιλεγόμενα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα περιλαμβάνουν την θανατική ποινή, την “πολιτική του ενός παιδιού“, και την πολιτική τακτική προς το Θιβέτ και αρκετά άλλα…

– Πολιτική του ενός παιδιού

Το πρόγραμμα «ένα ζευγάρι, ένα παιδί» άρχισε να εφαρμόζεται για πρώτη φορά πριν από 31 χρόνια, επί Ντενγκ Χσιάο Πινγκ, με στόχο να μειωθεί ο αριθμός των γεννήσεων σε 1,7 παιδιά ανά οικογένεια. Ήταν η εποχή που ο πληθυσμός της Κίνας αυξανόταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και το καθεστώς φοβόταν ότι τα μέσα που διέθετε η χώρα δεν θα επαρκούσαν για να θρέψουν όλους τους Κινέζους. Στην αρχή το πρόγραμμα εφαρμόστηκε μόνο με μέτρα επιμόρφωσης και με την προπαγάνδα, αλλά στην πορεία ήρθαν πιο σκληρά μέτρα. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 άρχισε να εφαρμόζεται και ένα ευρύτατο πρόγραμμα στειρώσεων, ειδικά σε γυναίκες αγροτικών περιοχών. Υπολογίζεται ότι συνολικά “αποφεύχθηκαν” τουλάχιστον 400 εκατομμύρια γεννήσεις.

Όπως αναφέρεται σε άρθρο του tvxs.gr:

Σχεδόν 10.000 άτομα σχεδιάζουν να στειρώσουν οι Υγειονομικές Αρχές στη Νότια Κίνα κατά τη διάρκεια των επόμενων τεσσάρων ημερών, στο πλαίσιο ενός προγράμματος ελέγχου της αύξησης του πληθυσμού. Ορισμένα από τα άτομα στην πόλη Puning θα είναι υποχρεωμένα να πραγματοποιήσουν την διαδικασία παρά τη θέλησή τους. Η Διεθνής Αμνηστία καταγγέλλει ότι η καταναγκαστική στείρωση ουσιαστικά «αποτελεί βασανιστήριο»

– Θανατική ποινή

Η Κίνα διαθέτει την μερίδα του λέοντος στις εκτελέσεις. Πιο συγκεκριμένα, τα στοιχεία της Διεθνούς Αμνηστίας κάνουν λόγο για 1010 εκτελέσεις κατά τη διάρκεια του 2006. Όμως, η Διεθνής Αμνηστία υπογραμμίζει ότι ο πραγματικός αριθμός ενδεχομένως να ανήλθε σε περίπου 8 χιλιάδες, με πιο ευρεία τη χρήση της θανατηφόρας ένεσης ως τρόπο εκτέλεσης.

-Η διαμάχη στη “στέγη του κόσμου”

Tο 1950 ο Κινεζικός στρατός, υπό την καθοδήγηση του Μάο Τσε Τουνκ εισβάλει στο Θιβέτ. Οι κινεζικές αρχές ακόμα και σήμερα υποστηρίζουν ότι η κοινωνία στο Θιβέτ προοδεύει συνεχώς κάτω από μια σειρά αναπτυξιακών προγραμμάτων που εξασφαλίζουν την νομική αναβάθμιση του τόπου και τη χειραφέτηση των αγροτικών πληθυσμών. Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως απορρίπτονται από την εξόριστη κυβέρνηση του Θιβέτ αλλά και κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι Κινεζικές δυνάμεις διέπραξαν γενοκτονία στο Θιβέτ, συγκρίνοντάς την με τη ναζιστική Γερμανία.

Μία βίαιη εξέγερση των Θιβετιανών το 1959 καταπνίγηκε στο αίμα και ανάγκασε τον σημερινό 14ο Δαλάι Λάμα (κατά κόσμον Τέντσιν Γκάτσο) να καταφύγει στην Ινδία. Οι Θιβετιανοί μιλούν για δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες. Πολλά βουδιστικά μοναστήρια διαλύθηκαν από τις Αρχές στην δεκαετία του 1960 και μέσα στην Πολιτιστική επανάσταση. Η Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ, όπως είναι το επίσημο διοικητικό της όνομα, ιδρύθηκε το 1965 και παρέμεινε σχετικά απομονωμένη ενώ οι ξένοι επισκέπτες γίνονταν απλώς και μόνο ανεκτοί. Μόνο κατά την δεκαετία του 1980 χαλάρωσε κάπως ο ασφυκτικός κρατικός έλεγχος στο Θιβέτ.

Η επίσημη θέση του Δαλάι Λάμα είναι ότι οι Θιβετιανοί πρέπει να έχουν περισσότερη αυτονομία και διατήρηση της πολιτιστικής τους ταυτότητας μέσα στο κινεζικό κράτος και δηλώνει ότι δεν ζητά ανεξαρτησία. Υπάρχει πάντως εξόριστη κυβέρνηση του Θιβέτ που φροντίζει για την προβολή του θιβετιανού ζητήματος.

Η Κίνα αρνείται την προοπτική ανεξαρτησίας και αποδίδει στον Δαλάι Λάμα την καθοδήγηση ή και την αρχηγία ενός κινήματος για την ανεξαρτησία του Θιβέτ. Ο ίδιος τονίζει ότι «είμαι απλά και μόνο ένας μοναχός». Η ανάληψη των καθηκόντων συνέπεσε με την κινεζική εισβολή και έκτοτε η ζωή του ήταν κάθε άλλο παρά αδιατάρακτη. Η εξορία πάντως τον έφερε σε επαφή με προσωπικότητες στη Δύση –διανοούμενους αλλά και καλλιτέχνης και δεν έχει σταματήσει να περιοδεύει ασχολούμενος με τα πνευματικά του καθήκοντα όπως και το ζήτημα του Θιβέτ.

-Λογοκρισία

Η λογοκρισία στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας εκφράζεται μέσω της καταστολής και του περιορισμού της διατύπωσης και της μετάδοσης συγκεκριμένων πληροφοριών στην Κίνα. Το μεγαλύτερο μέρος της λογοκρισίας πραγματοποιείται κατόπιν εντολής του «Κομμουνιστικού» Κόμματος της Κίνας. Οι αυτόνομες περιοχές του Χονγκ Κονγκ και του Μακάο έχουν δικό τους νομικό σύστημα, ενώ η Δημοκρατία της Κίνας (Ταϊβάν) δεν ελέγχεται από την κυβέρνηση της ΛΔΚ για αυτό και οι τακτικές της λογοκρισίας εκεί διαφέρουν.

Το λογοκριμένο περιεχόμενο συνήθως σχετίζεται με την πορνογραφία, τη διαμαρτυρία στην πλατεία Τιέν Αν Μεν το 1989, τη διδασκαλία του Falun Gong, το κίνημα ανεξαρτησίας του Θιβέτ, την ανεξαρτησία της Ταϊβάν, την αστυνομική βία, τον αναρχισμό, εν μέρη με τον σοσιαλισμό, τον ελευθεριακό κομμουνισμό και τη δημοκρατία, συγκεκριμένες πηγές ενημέρωσης, συγκεκριμένο θρησκευτικό περιεχόμενο και πληθώρα ιστοσελίδων.

Τα λογοκριμένα μέσα περιλαμβάνουν κατά βάση όλα αυτά τα οποία μπορούν να φτάσουν την πλατιά μάζα του πληθυσμού συμπεριλαμβανομένων της τηλεόρασης, των έντυπων μέσων, του ραδιοφώνου, του κινηματογράφου, των μηνυμάτων SMS, των βιντεοπαιχνιδιών και του Διαδικτύου. Η οργάνωση Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα κατατάσσει την κατάσταση του τύπου της Κίνας στην κατηγορία «Πολύ Σοβαρή», όσον αφορά την ελευθερία του, ενώ το διεθνές ινστιτούτο Freedom House χαρακτηρίζει τον τύπο ως «Μη ελεύθερο» προσθέτοντας πως «ο κρατικός έλεγχος στα μέσα μαζικής ενημέρωσης της Κίνας επιτυγχάνεται μέσω ενός περίπλοκου συνδυασμού ελέγχου του περιεχομένου, νομικών απαγορεύσεων για τους δημοσιογράφους, και οικονομικών κινήτρων για αυτολογοκρισία».

Λογοκριμένο είναι φυσικά και το διαδίκτυο, με απαγόρευση των ιστοσελίδων YouTube, Twitter, Flickr, Tumblr αλλά και των ιστοσελίδων της Διεθνούς Αμνηστίας, Human Rights Watch, Δημοσιογράφοι χωρίς σύνορα, Technorati, Dailymotion και άλλα…

Χαρακτηριστική είναι η λογοκρισία της είδησης της απονομής του Νόμπελ Ειρήνης στον Λιου Σιαομπό, 54 ετών, κορυφαία φυσιογνωμία του κινήματος της Πλατείας Τιενανμέν για τη δημοκρατία το 1989 και συντάκτης μαζί με άλλους διαφωνούντες της Χάρτας 08 για τον εκδημοκρατισμό της Κίνας, ο οποίος καταδικάσθηκε τα Χριστούγεννα του 2009 σε φυλάκιση 11 ετών για ανατρεπτική δράση! Όπως μεταδίδει το athens indymedia:

Το καθεστώς της Κίνας ανακοίνωσε ότι οποιαδήποτε υπηρεσία VoIP εκτός από αυτές που προσφέρουν οι China Telecom και China Unicom, θα θεωρείται παράνομη και θα διώκεται, τόσο στο επίπεδο της παροχής της υπηρεσίας (πάροχοι) όσο και στο επίπεδο της χρήσης της (χρήστες-πελάτες-συνδρομητές). Έτσι λοιπόν, υλοποιήσεις όπως το Skype δε θα μπορούν πλέον να χρησιμοποιούνται εντός της κινέζικης επικράτειας από τους πολίτες. Η νομοθεσία απαγορεύει όλες τις λειτουργίες μιας VoIP επικοινωνίας, δηλαδή και τα γραπτά μυνήματα (chat) και την ηχητική συνομιλία και τις βιντεοκλήσεις.

Πρόσφατα το καθεστώς της Κίνας προειδοποίησε τους πολίτες για την επικινδυνότητα της ελευθερίας του τύπου όπως βλέπουμε στο παρακάτω βίντεο… Ωστόσο όμως, στο 0:40 παρατηρούμε τον εκφωνητή να λέει πως «παλαίμαχα μέλη του ΚΚ εκφράζουν την δυσαρέσκειά τους για την ανελευθερία του τύπου», κάτι που καταρρίπτει τους Δυτικούς μύθους πως οι Κινέζοι αντιφρονούντες είναι υποστηριχτές του καπιταλισμού και του φιλελευθερισμού, αλλά ένα μεγάλο κομμάτι αυτών είναι ιδεαλιστές που αντιτίθενται στην καπιταλιστικοποίηση της χώρας που έχει ως αποτέλεσμα την ολοένα και περισσότερο ενδυνάμωση της γραφειοκρατίας.

Συνθήκες εργασίας

Ο βίαιος κοινωνικός μετασχηματισμός της χώρας από αγροτική σε βιομηχανική κοινωνία συνοδεύεται από «ωδίνες» πιθανής κοινωνικής σύγκρουσης. Εκατομμύρια αγρότες εγκαταλείπουν τα χωράφια τους για να γίνουν φτηνοί εργάτες στις πόλεις, γεγονός που αυξάνει τον ρυθμό ανισοκατανομής του πλούτου. Έτσι μπορεί να συμβεί το παράδοξο σε λίγα χρόνια: η Κίνα να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ ως πρώτη παγκόσμια οικονομική δύναμη, αλλά με μια κοινωνία ισοπεδωμένη κι έτοιμη να καταρρεύσει από την εντατικοποίηση. Μολονότι οι Κινέζοι εργαζόμενοι εξακολουθούν να βλέπουν με το κιάλι την (έστω καταρρέουσα) αγοραστική δύναμη των Ευρωπαίων (μόλις 6.800 δολάρια κατά κεφαλήν ΑΕΠ), βιώνουν ήδη «ασθένειες» του καπιταλιστικού συστήματος… Η γενικευμένη εργασιακή αναταραχή ανάγκασε τις διοικήσεις να δώσουν αυξήσεις στα εργοστάσια της Honda, της Hyundai κ.α., ενώ ακόμη και ο πρωθυπουργός Τζιαμπάο υποσχέθηκε πως η κυβέρνηση θα δει ευνοϊκότερα τα εργατικά αιτήματα. Πρόσφατα, μάλιστα, η εταιρία KFC, η γνωστή αμερικανική πολυεθνική αλυσίδα ταχυφαγείων, που συμπεριλαμβάνει στη δύναμή της την Pizza Hut και το Taco Bell, με 36.000 εστιατόρια σε 110 χώρες, αναγκάστηκε να προχωρήσει σε αυξήσεις μισθών, μετά από πολυήμερη απεργιακή κινητοποίηση.

Οι πολυεθνικές, η βάση του σημερινού καπιταλιστικού συστήματος, έχουν στήσει στην Κίνα τα θεμέλια της κυριαρχίας τους, τις μονάδες παραγωγής, στηριζόμενες σε αυτές ακριβώς τις άθλιες συνθήκες εργασίας. Η εικόνα του χώρου ανάπαυσης των εργαζομένων της Apple στην Κίνα, είναι χαρακτηριστική της σύγχρονης δουλείας.

Μια εξέγερση έχει αρχίσει στην Κίνα εναντίον των απάνθρωπων συνθηκών εργασίας. Και φαίνεται να πετυχαίνει. Γιατί σε 120.000 εργοστάσια στην Κίνα, οι εργάτες αρνούνται πια να ζήσουν έτσι.Αυτοσχέδια συνδικάτα ξεπηδούν παντού, ζητούν αυξήσεις, ανθρώπινο περιβάλλον και εργατικά δικαιώματα. Πανικόβλητη, η κυβέρνηση επέτρεψε για πρώτη φορά τον ελεύθερο συνδικαλισμό. Όπως ήταν φυσικό, οι πρώτες που αντέδρασαν σε αυτό ήταν οι δυτικές πολυεθνικές. Και απείλησαν με τη γνωστή σ’ εμάς ατάκα : «Αυτό θα δημιουργήσει ένα αρνητικό επενδυτικό περιβάλλον», που σημαίνει «Θα χάσουμε κέρδη». Όσες δεν έφυγαν στο Μπανγκλαντές, όπου τα ημερομίσθια είναι ακόμη φθηνότερα από τα κινεζικά, υποχρεώθηκαν να κάνουν παραχωρήσεις: αυξήσεις μέχρι και 60%. Όμως, μπροστά στην απειλή ενός ευρύτερου εργατικού ξεσηκωμού, η κινεζική κυβέρνηση σκέφτεται να επιτρέψει και τις συλλογικές συμβάσεις. Αυτό οι δυτικές επιχειρήσεις και κυβερνήσεις το πολεμούν με νύχια και με δόντια, προκειμένου να εξακολουθήσουν να κρατούν καθηλωμένους στη γραμμή παραγωγής για 35 ώρες ανθρώπους σαν τον Γιαν Λι.

Ο αγώνας αυτών των ανθρώπων δεν είναι μακρινός από εμάς, λέει ο Τζόχαν Χάρι. Αν πετύχει, θα χρειαστεί να πληρώνουμε κάπως ακριβότερα μερικά προϊόντα, με αντάλλαγμα τη ζωή και την ελευθερία αυτών των ανθρώπων. Αυτήν ακριβώς την επιλογή, όμως, έκαναν και άλλοι πριν από εμάς, με την κατάργηση της δουλείας. Ποιος θέλει φθηνά πράγματα, όταν αυτά προέρχονται από το μαστίγωμα ανθρώπων; Ποιος θέλει υλικά αγαθά, όταν αυτά κοστίζουν σε ανθρώπινες ζωές;

Συγγραφή: Efor και Michael Theo


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-3Ml

Αναρτήθηκε στις: 30/12/2010