Η ψυχολογία του ναζισμού, Έριχ Φρομ (μέρος τρίτο)

Μέρος ΠρώτοΜέρος Δεύτερο

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η διαπίστωση, πως σε συνδυασμό μ΄αυτόν το χοντροκομμένο δαρβινισμό ο «σοσιαλιστής» Χίτλερ γίνεται υπέρμαχος των φιλελεύθερων αρχών του απεριόριστου συναγωνισμού. Σε μια πολεμική του κατά της συνεργασίας ανάμεσα στις διάφορες εθνικές μειονότητες, αναφέρει: «Αν συμβεί αυτό, η ελεύθερη λειτουργία των ενεργητικοτήτων περιορίζεται και μπαίνει τέρμα στον αγώνα επιλογής του καλύτερου και επομένως η επιτακτική και τελική νίκη του υγιέστερου και ισχυρότερου αναστέλλεται δια παντός».  Αλλού αναφέρεται στην ελεύθερη λειτουργία των ενεργητικοτήτων, αποκαλώντας τη σοφία τής ζωής.

Είναι βέβαιο πως η θεωρία του Δαρβίνου αυτή καθαυτή δεν αποτελούσε την έκφραση αισθημάτων σαδομαζοχιστικού χαρακτήρα. Απεναντίας, για πολλούς οπαδούς της απηχεί την ελπίδα μιας παραπέρα εξέλιξη της ανθρωπότητας σε υψηλότερα επίπεδα πολιτισμού. Για το Χίτλερ όμως ήταν έκφραση και ταυτόχρονα δικαίωση τού δικού του σαδισμού. Ο Χίτλερ αποκαλύπτει με πολλή αφέλεια την ψυχολογική σημασία που είχε γι΄αυτόν η θεωρία του Δαρβίνου. Όταν έμενε στο Μόναχο, την εποχή που ήταν ακόμη άγνωστος, συνήθιζε να ξυπνά στις πέντε το πρωί. «Είχα –αναφέρει- αποκτήσει τη συνήθεια να ρίχνω μπουκιές ψωμιού ή ξερές κόρες στα μικρά ποντίκια που περνούσαν τον καιρό τους στο μικρό χώρο τού δωματίου και κατόπιν να παρατηρώ τα αστεία αυτά ζωάκια να καυγαδίζουν γι΄αυτές τις σπάνιες λιχουδιές». Αυτό το «παιγνίδι» ήταν ο δαρβινικός «αγώνας για τη ζωή» σε μικρή κλίμακα. Για το Χίτλερ ήταν το μικροαστικό υποκατάστατο των θεαμάτων των Ρωμαίων καισάρων και προεισαγωγή στα ιστορικά θεάματα που θα οργάνωνε ο ίδιος.

Η τελευταία αιτιολόγηση του σαδισμού του, η εξήγηση της άμυνας στις επιθέσεις των άλλων, βρίσκει πολύπλευρη έκφραση στα κείμενα του Χίτλερ. Αυτός και ο γερμανικός λαός είναι οι μόνοι αθώοι και οι άλλοι είναι τα σαδιστικά κτήνη. Μεγάλο μέρος αυτής τής προπαγάνδας αποτελείτε από εσκεμμένα, συνειδητά ψέματα. Κατά ένα μέρος όμως έχουν την ίδια συναισθηματική «ειλικρίνεια» που συναντάμε στις κατηγορίες των παρανοϊκών. Οι κατηγορίες αυτές έχουν σα σκοπό την άμυνα για να μην αποκαλυφθεί ο σαδισμός ή η ροπή καταστροφής εκείνου που εκτοξεύει τις κατηγορίες. Και παίρνουν αυτή τη μορφή: Εσύ έχεις τη σαδιστική πρόθεση. Άρα, εγώ είμαι αθώος. Στο Χίτλερ αυτός ο αμυντικός μηχανισμός φτάνει στα άρα του παραλογισμού, αφού κατηγορεί τους εχθρούς του για πράγματα που ο ίδιος ομολογεί ξεκάθαρα πως είναι δικοί του σκοποί. Έτσι κατηγορεί τους Εβραίους, τους κομμουνιστές και τους Γάλλους για πράγματα που δεν κρύβει πως αποτελούν τους πιο νόμιμους σκοπούς των ενεργειών του. Πολύ σπάνια μπαίνει στον κόπο να καλύψει τις αντιφάσεις του με αιτιολογίες. Κατηγορεί τους Εβραίους πως έφεραν τα γαλλοαφρικανικά στρατεύματα στο Ρήνο με την πρόθεση να καταστρέψουν, με την επιμιξία που αναγκαστικά θα επακολουθούσε, τη λευκή φυλή και έτσι «με τη σειρά τους ν’ ανέλθουν προσωπικά στη θέση του κυρίαρχου».  Ο Χίτλερ ασφαλώς θα είχε επισημάνει την αντίφαση που βρίσκεται στο να κατηγορεί άλλους για κάτι που ισχυρίζεται πως αποτελεί τον ευγενέστερο σκοπό της φυλής του και προσπαθεί να αιτιολογήσει την αντίφαση λέγοντας για τους Εβραίους πως το ένστικτό τους αυτοσυντήρησης στερείται τον ιδεαλιστικό χαρακτήρα που ενυπάρχει στην άρια παρόρμηση για κυριαρχία.

Οι ίδιες κατηγορίες απευθύνονται και στους Γάλλους. Τους κατηγορεί πως θέλουν να στραγγαλίσουν τη Γερμανία και να της κατακλέψουν τη δύναμή της. Και ενώ η κατηγορία αυτή χρησιμοποιείται σαν επιχείρημα για την ανάγκη καταστροφής της «γαλλικής παρόρμησης για την ηγεμονία της Ευρώπης», ομολογεί πως αν ήταν στη θέση του Κλεμανσώ θα ενεργούσε κατά τον ίδιο τρόπο.

Οι κομμουνιστές κατηγορούνται για ωμότητα και οι επιτυχίες του μαρξισμού αποδίδονται στον πολιτικό του προγραμματισμό και στην ακτιβιστική του βαρβαρότητα. Ταυτόχρονα όμως ο Χίτλερ διακηρύσσει: «Αυτό που λείπει στη Γερμανία είναι η ωμή δύναμη και η αυθεντική πολιτική πρόθεση».

Η κρίση της Τσεχοσλοβακίας του 1938 και ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος δίνουν πολλά παρόμοια παραδείγματα. Δεν υπήρξε ούτε μια ναζιστική πράξη καταπίεσης που να μη δικαιολογήθηκε σαν άμυνα ενάντια στην καταπίεση των άλλων. Μπορεί να αποδεχτούμε πως οι κατηγορίες αυτές ήταν πλαστές και στερούνται τής παρανοϊκής «ειλικρίνειας» που διέκρινε τις κατηγορίες κατά των Εβραίων και των Γάλλων. Δεν παύουν όμως να έχουν προπαγανδιστική αξία και τα τμήματα εκείνα του πληθυσμού, και ιδιαίτερα η κατώτερη μεσαία τάξη, που εξαιτίας τής διαμόρφωσης τού χαρακτήρα της είναι επιδεκτική τέτοιων παρανοϊκών κατηγοριών, τις πιστεύει.

Η περιφρόνηση του Χίτλερ για τους ανίσχυρους προβάλλει ανάγλυφα όταν μιλάει για τους λαούς που οι πολιτικοί σκοποί τους –ο αγώνας για την εθνική ελευθερία- ήταν παρόμοιοι προς εκείνους που εξαγγέλλει ο ίδιος. Ίσως πουθενά αλλού η ανειλικρίνεια τού ενδιαφέροντος του Χίτλερ για την εθνική ελευθερία δεν είναι πιο ωμή από το χλευασμό του προς τους ανίσχυρους επαναστάτες. Έτσι, μιλάει με ειρωνικό και περιφρονητικό τρόπο για τη μικρή ομάδα των Εθνικοσοσιαλιστών, στην οποία προσχώρησε αρχικά στο Μόναχο. Να η εντύπωση του από την πρώτη συνεδρίαση που πήρε μέρος:

« Τρομερό, τρομερό. Ήταν μια ομάδα του χείριστου είδους. Σ΄αυτή την ομάδα ανήκω τώρα? Κατόπιν έγινε η συζήτηση για την εισδοχή νέων μελών, αυτό σημαίνει πως έφτασε κι η σειρά μου».

Τους αποκαλεί «γελοίο μικρό ίδρυμα», που το μόνο πλεονέκτημα που είχε να προσφέρει ήταν η «ευκαιρία για πραγματική προσωπική δραστηριότητα». Ο Χίτλερ αναφέρει πως ποτέ δε θα προσχωρούσε σ΄ένα από τα υφιστάμενα μεγάλα κόμματα και αυτή η στάση είναι ολότελα χαρακτηριστική γι΄αυτόν. Έπρεπε να ξεκινήσει από μια ομάδα που αυτός θα γνώριζε πως ήταν κατώτερη και αδύνατη. Η πρωτοβουλία και το θάρρος του δε θα μπορούσαν να αναπτυχθούν σε ένα χώρο όπου έπρεπε να αγωνιστεί κατά της υφιστάμενης εξουσίας ή να συναγωνιστεί με ίσους του.

Όσα αναφέρει σχετικά με τους Ινδούς επαναστάτες εκφράζουν την ίδια περιφρόνηση που δείχνει απέναντι στους ανίσχυρους. Ο ίδιος άνθρωπος που χρησιμοποιεί το σύνθημα της εθνικής ελευθερίας για να πετύχει τους σκοπούς του περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, νοιώθει μόνο περιφρόνηση για τους επαναστάτες εκείνους που δεν έχουν αρκετή δύναμη και δεν τολμούν να προσβάλλουν την πανίσχυρη Βρεταννική αυτοκρατορία. Θυμάται, λέει ο Χίτλερ, « κάποιον Ασιάτη ή άλλον, φακίρη ή ίσως…κάποιους αληθινούς Ινδούς «αγωνιστές της ελευθερίας» που γύριζαν την Ευρώπη προσπαθώντας να πείσουν, ακόμη και κείνους που έβλεπαν ξεκάθαρα, με την ιδέα πως η Βρεταννική αυτοκρατορία, που τη βάση της αποτελεί η Ινδία, βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης ακριβώς στην Ινδία… Οι Ινδοί αντάρτες όμως ποτέ δε θα το καταφέρουν αυτό… Είναι εντελώς αδύνατο ένας συνασπισμός σακάτηδων να κυριεύσει ένα ισχυρό κράτος. Γνωρίζοντας τη φυλετική τους κατωτερότητα, ποτέ δε θα συνέδεα τη μοίρα του έθνους μου με τη μοίρα τών λεγόμενων «καταπιεζόμενων εθνών»»

Η αγάπη για τους ισχυρούς και το μίσος για τους ανίσχυρους, που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα τού σαδομαζοχιστικού χαρακτήρα, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές ενέργεις τού Χίτλερ και των οπαδών του. Ενώ η δημοκρατική κυβέρνηση νόμιζε πως θα μπορούσε να «κατευνάσει» τους ναζί, εφαρμόζοντας απέναντί τους ήπια πολιτική, όχι μόνο δεν πέτυχε τον κατευνασμό τους, αλλά προκάλεσε το μίσος τους, επιδεικνύοντας έλλειψη ισχύος και σταθερότητας. Ο Χίτλερ μισούσε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης γιατί ήταν ανίσχυρη, και θαύμαζε τους βιομηχανικούς και στρατιωτικούς ηγέτες γιατί ήταν ισχυροί. Ποτέ δεν αγωνίστηκε ενάντια σε μια κατεστημένη ισχυρή εξουσία, αλλά πάντοτε ενάντια σε ομάδες που θεωρούσε πως ήταν ουσιαστικά ανίσχυρες. Η «επανάσταση» του Χίτλερ –και για τον ίδιο λόγο τού Μουσολίνι – πραγματοποιήθηκε με την προστασία της υπάρχουσας εξουσίας και οι προσφιλείς τους στόχοι ήταν εκείνοι που δεν μπορούσαν να αντιτάξουν άμυνα. Θα μπορούσε να φτάσει κανείς ως το σημείο να υποθέσει πως η στάση του Χίτλερ απέναντι στη Μεγάλη Βρετανία καθορίστηκε απ΄αυτό το ψυχολογικό πλέγμα. Όσο ένοιωθε πως η Βρετανία ήταν ισχυρή τη συμπαθούσε και τη θαύμαζε. Στο βιβλίο του εκφράζει αυτή τη συμπάθεια για τη Βρετανία. Όταν αναγνώρισε την αδυναμία τής θέσης τής Βρετανίας πριν και μετά το Μόναχο, η συμπάθειά του είχε μετατραπεί σε μίσος και σε επιθυμία να την καταστρέψει. Απ΄αυτή την άποψη, ο «κατευνασμός» ήταν μια πολιτική που για μια προσωπικότητα όπως τού Χίτλερ θα προκαλούσε το μίσος και όχι τη φιλία.

Μέχρι τώρα αναφερθήκαμε στη σαδιστική πλευρά τής ιδεολογίας του Χίτλερ. Όπως όμως είδαμε στην ανάλυση του ολοκληρωτικού χαρακτήρα, παράλληλα με τη σαδιστική πλευρά υπάρχει και η μαζοχιστική. Υπάρχει η επιθυμία υποταγής σε μια συντριπτικά ισχυρή δύναμη, του εκμηδενισμού του εγώ, παράλληλα με την επιθυμία τής απόκτησης εξουσίας πάνω στους άλλους. Αυτή η μαζοχιστική πλευρά τής ναζιστικής ιδεολογίας και πρακτικής είναι περισσότερο εμφανής σχετικά με τις μάζες. Σ΄αυτές επαναλαμβανόταν πολλές φορές: το άτομο δεν είναι τίποτε και δεν υπολογίζεται. Διαλύσου μέσα σε μια ανώτερη εξουσία και τότε θα αισθάνεσαι περήφανος που συμμετέχεις στην ισχύ και στη δόξα αυτής τής ανώτερης εξουσίας.

Ο Χίτλερ εκφράζει την ιδέα αυτή με σαφήνεια στον ορισμό του για τον ιδεαλισμό: «Ο ιδεαλισμός μόνο οδηγεί τους ανθρώπους στη θελημένη αναγνώριση τού προνομίου τής δύναμης και τής ισχύος και έτσι τους κάνει να γίνονται ένα μόριο σκόνης αυτής τής τάξης που σχηματίζει και μορφοποιεί ολόκληρο το σύμπαν».

Ο Γκαίμπελς δίνει παρόμοιο ορισμό σ΄αυτό που ονομάζει «σοσιαλισμό»: «Το να είσαι σοσιαλιστής – λέει- σημμαίνει την υποταγή του εγώ στο εσύ. Ο σοσιαλισμός θυσιάζει το άτομο στο σύνολο».

Η θυσία τού ατόμου και ο υποβιβασμός του σε μόριο σκόνης συνεπάγεται, κατά το Χίτλερ, την απάρνηση τού δικαιώματος να υποστηρίζει την ατομική του γνώμη, τα δικαιώματά του και την ευτυχία του. Η απάρνηση αυτή αποτελεί την ουσία τής πολιτικής οργάνωσης, στην οποία «το άτομο παραιτείται από το να παρουσιάζει την προσωπική του γνώμη και τα συμφέροντά του…». Εξυμνεί την ανιδιοτέλεια και διδάσκει πως «κυνηγώντας την ευτυχία τους, οι άνθρωποι πέφτουν ολοένα και περισσότερο από τον παράδεισο στην κόλαση». Σκοπός τής διαπαιδαγώγησης είναι να διδάξει το άτομο να μην υποστηρίζει το εγώ του. Το παιδί πρέπει να μάθει στο σχολείο «να σιωπά όχι μόνο όταν το μαλώνουν δίκαια, αλλά να μάθει επίσης αν είναι ανάγκη να ανέχεται σιωπηλά την αδικία».

Σχετικά με την τελική του επιδίωξη, αναφέρει:

« Στο φυλετικό κράτος, η φυλετική άποψη τής ζωής έχει τελικά επιτύχει να εισάγει σε μια ευγενέστερη εποχή, στην οποία οι άνθρωποι δεν έχουν πια να ενδιαφέρονται για την καλύτερη εκτροφή σκύλων, αλόγων και γατιών, αλλά μάλλον για την εξύψωση τής ίδιας τής ανθρωπότητας, μια εποχή στην οποία ο ένας απαρνείται με επίγνωση και σιωπηλά και ο άλλος δίνει και θυσιάζεται ευχάριστα

Αυτή η πρόταση είναι κάπως εκπληκτική. Θα περίμενε κανείς πως μετά τον τύπο τού ατόμου «που απαρνείται με επίγνωση και σιωπηλά» θα περιγραφεί κάποιος άλλος τύπος, ίσως αυτού που ηγείται, που αναλαμβάνει την ευθύνη ή κάτι τέτοιο. Αντί όμως γι΄αυτό ο Χίτλερ ορίζει τον «άλλο» τύπο επίσης με την ικανότητά του να θυσιάζεται . Είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τη διαφορά μεταξύ τού «απαρνείται σιωπηλά» και «θυσιάζεται ευχάριστα». Προσωπικά πιστεύω πως ο Χίτλερ είχε στο νού του να διαχωρίσει τις μάζες που θα πρέπει να υποτάσσονται και τον ηγέτη που θα πρέπει να κυβερνά. Ενώ όμως μερικές φορές παραδέχεται ξεκάθαρα τον πόθο για εξουσία, τον δικό του και τής ναζιστικής αφρόκρεμας, πολύ συχνά τον αρνιέται. Σ΄αυτή τη φράση δεν επιθυμεί προφανώς να είναι τόσο ειλικρινής, και γι΄αυτό αντικαθιστά τον πόθο της εξουσίας με τη φόρμουλα «να δίνει και να θυσιάζεται ευχάριστα».

Ο Χίτλερ αναγνώριζε ξεκάθαρα πως η φιλοσοφία του τής αυταπάρνησης και τής αυτοθυσίας απευθύνεται σε κείνους που η οικονομική τους κατάσταση δεν τους επέτρεπε την ευτυχία. Δεν επιθυμούσε να δημιουργήσει μια κοινωνική τάξη η οποία θα έκανε δυνατή για καθέναν τη προσωπική ευτυχία. Ήθελε να εκμεταλλευτεί τη φτώχεια τών μαζών για να τις κάνει να πιστέψουν στο ευαγγελικό του κήρυγμα της αυτοεκμηδένισης. Με πολλή ειλικρίνεια διακηρύσσει: «Απευθυνόμαστε στη μεγάλη στρατιά εκείνων που είναι τόσο φτωχοί, ώστε η προσωπική ζωή τους δε σημαίνει τη μεγαλύτερη τύχη στον κόσμο….»

Όλο το κήρυγμα τής αυτοθυσίας αποβλέπει σ΄έναν καταφανή σκοπό: οι μάζες πρέπει να υποκύψουν και να υποταχθούν για να πραγματοποιηθεί ο πόθος εξουσίας από την πλευρά του ηγέτη και της «αφρόκρεμας». Αλλ΄ αυτή  τη μαζοχιστική επιθυμία τη βρίσκουμε επίσης και στον ίδιο το Χίτλερ. Γι΄αυτόν, η ανώτερη δύναμη στην οποία υποτάσσεται είναι ο Θεός, η Ειμαρμένη, η Αναγκαιότητα, η Ιστορία,  η Φύση. Ουσιαστικά οι όροι αυτοί έχουν γι΄αυτόν την ίδια σημασία, συμβολίζουν δηλαδή μια συντριπτικά ισχυρή δύναμη. Ξεκινά την αυτοβιογραφία του με την παρατήρηση πως γι΄αυτόν ήταν «ευτύχημα που η Ειμαρμένη όρισε το Μπράουνάου επί τού Ιν σα γενέτειρά μου». Στη συνέχεια λέει πως ολόκληρος ο γερμανικός λαός πρέπει να ενωθεί σε ένα κράτος, γιατί μόνο τότε, οπότε το κράτος αυτό θα είναι πολύ μικρό για όλους, η αναγκαιότητα θα τους δώσει «το ηθικό δικαίωμα να αποκτήσουν νέα εδάφη».

Η ήττα τού πολέμου του 1914-1918 είναι «μια δίκαιη τιμωρία που επιβλήθηκε από τη θεία δικαιοσύνη». Τα έθνη που έρχονται σε επιμιξία με άλλες φυλές «αμαρτάνουν παρά το θέλημα τής Θείας Πρόνοιας», ή, όπως αναφέρει αλλού, «παρά το θέλημα του Αιώνιου Δημιουργού». Η αποστολή τής Γερμανίας έχει οριστεί από «το Δημιουργό του Σύμπαντος». Οι Ουρανοί είναι ανώτεροι από τους ανθρώπους, γιατί, ευτυχώς, ενώ εύκολα μπορεί να ξεγελάσει κανείς τους ανθρώπους, «οι Ουρανοί δεν εξαγοράζονται».

Η δύναμη που προκαλεί στο Χίτλερ μεγαλύτερη εντύπωση από το Θεό, τη Θεία Πρόνοια και την Ειμαρμένη, είναι η Φύση. Ενώ κατά τα τελευταία σαράντα χρόνια γενική τάση τής ιστορικής ανάπτυξης είναι η αντικατάσταση τής κυριαρχίας πάνω στον άνθρωπο με την κυριαρχία πάνω στη Φύση, ο Χίτλερ επιμένει πως είναι δυνατό και πρέπει να εξουσιάζει κανείς τους ανθρώπους, αλλά δεν είναι δυνατός ο εξουσιασμός της Φύσης. Έχω αναφερθεί στα λεγόμενα του πως η ιστορία της ανθρωπότητας δεν ξεκινά με την εξημέρωση τών ζώων, αλλά με την κυριαρχία πάνω σε κατώτερους λαούς. Ειρωνεύεται την ιδέα πως ο άνθρωπος μπορεί να κατακτήσει την Φύση, καθώς και κείνους που πιστεύουν πως μπορούν να γίνουν κυρίαρχοι της Φύσης, «ενώ δεν έχουν άλλο όπλο στη διάθεσή του παρά μια “ιδέα”». Λέει πως ο άνθρωπος «δεν κυριαρχεί πάνω στη Φύση, αλλά πως, στηριζόμενος στη γνώση λίγων νόμων και μυστικών τής Φύσης, έφτασε στη θέση να γίνει κυρίαρχος εκείνων των άλλων ζωντανών όντων που στερούνται αυτή τη γνώση». Η Φύση είναι η μεγαλύτερη δύναμη, στην οποία θα πρέπει να υποταχθούμε, αλλά τα ζωντανά όντα θα πρέπει να κυριαρχούνται.

Προσπάθησα να δείξω με τα κείμενα του Χίτλερ τις δύο τάσεις που έχουμε κιόλας περιγράψει σαν το θεμελιώδες γνώρισμα του ολοκληρωτικού χαρακτήρα: τον πόθο εξουσίας πάνω στους ανθρώπους και την επιθυμία υποταγής σε μια συντριπτικά ισχυρή εξωτερική δύναμη. Οι ιδέες του Χίτλερ ταυτίζονται λίγο-πολύ με τις ιδέες του ναζιστικού κόμματος. Οι ιδέες που εκφράζονται στο βιβλίο του είναι κείνες που διατύπωσε σε αναρίθμητους λόγους με τους οποίους εξασφάλισε τη μαζική προσχώρηση στο κόμμα του. Αυτή η ιδεολογία πηγάζει από την προσωπικότητά του, η οποία με το αίσθημα κατωτερότητας, μίσους προς τη ζωή, ασκητισμού, ζηλοφθονίας ενάντια σε κείνους που απολαμβάνουν τη ζωή, αποτελεί γόνιμο έδαφος των σαδομαζοχιστικών τάσεων. Απευθυνόταν η ιδεολογία αυτή σε ανθρώπους που, εξαιτίας τής ομοιότητας διαμόρφωσης χαρακτήρα μεταξύ τους, αισθάνονταν  έλξη και ερεθίζονταν από τις διδασκαλίες αυτές και έγιναν φλογεροί οπαδοί ενός ανθρώπου που εξέφραζε αυτό που ένοιωθαν. Αλλά η κατώτερη μεσαία τάξη δεν ικανοποιήθηκε μόνο από τη ναζιστική ιδεολογία. Η πολιτική πρακτική εφάρμοσε στην πράξη αυτά που υποσχόταν η ιδεολογία. Δημιουργήθηκε μια ιεραρχία, στην οποία καθένας είχε κάποιον ανώτερο να υποτάσσεται και κάποιον κατώτερο να ασκεί πάνω του την εξουσία του. Ο ηγέτης στην κορυφή, είχε την Ειμαρμένη, την Ιστορία, τη Φύση πάνω απ΄αυτόν σα δύναμη στην οποία υποτασσόταν. Κατ΄αυτόν τον τρόπο η ναζιστική ιδεολογία και πρακτική ικανοποιούσε τις επιθυμίες που ξεπηδούν από τη διαμόρφωση χαρακτήρα ενός τμήματος τού πληθυσμού και εδινε κατεύθυνση και προσανατολισμό σε κείνους οι οποίοι , μολονότι δεν απολάμβαναν την κυριαρχία και την υποταγή, είχαν ήδη υποταχθεί και είχαν εγκαταλείψει την πίστη στη ζωή, στις δικές τους αποφάσεις, σε κάθε τι.

Οι απόψεις αυτές παρέχουν τη δυνατότητα μιάς πρόγνωσης σχετικά με το μέλλον του ναζισμού. Από μέρους μου δεν νομίζω πως μπορώ να κάνω προβλέψεις. Όμως μερικά σημεία, όπως αυτά που προκύπτουν από τις ψυχολογικές προϋποθέσεις που μόλις εξετάσαμε, φαίνεται πως πρέπει να τονιστούν. Με τις υπάρχουσες ψυχολογικές συνθήκες δεν ανταποκρίνεται ο ναζισμός στις συναισθηματικές ανάγκες του πληθυσμού, και αυτή η ψυχολογική λειτουργία δεν αποτελεί έναν ευνοϊκό παράγοντα για τη σταθεροποίησή του? (Σ.τ.Μ- ο αναγνώστης δεν πρέπει να ξεχνά πως οι σκέψεις αυτές γράφτηκαν το 1940, οπότε ο ναζισμός βρισκόταν ακόμα στην ακμή του)

Απ΄όσα αναφέρθηκαν είναι προφανές πως η απάντηση σ΄αυτό το ερώτημα είναι αρνητική. Το γεγονός της εξατομίκευσης τού ανθρώπου, τής καταστροφής των «πρωτογενών δεσμών», δεν μπορεί να αναστραφεί. Το προτσές της καταστροφής του φεουδαρχικού κόσμου κράτησε τετρακόσια χρόνια και ολοκληρώθηκε στην εποχή μας. Αν δεν καταστραφεί και μεταβληθεί στο σύνολό του το βιομηχανικό μας σύστημα, στο σύνολό του ο τρόπος  παραγωγής για να επέλθει η ανθρωπότητα στο προβιομηχανικό επίπεδο, ο άνθρωπος θα παραμείνει άτομο που έχει ξεπροβάλλει ολοκληρωτικά μέσα από τον κόσμο που τον περιβάλλει.

[…]

Η λειτουργία της ολοκληρωτικής ιδεολογίας και η πρακτική της μπορεί να συγκριθεί με τη λειτουργία των νευρωτικών συμπτωμάτων. Τα συμπτώματα αυτού του είδους πηγάζουν από ανυπόφορες ψυχολογικές συνθήκες, ενώ ταυτόχρονα προσφέρουν μια λύση που κάνει τη ζωή υποφερτή. Αλλά δεν αποτελούν λύση που οδηγεί στην ευτυχία ή στην ανάπτυξη της προσωπικότητας. Αφήνουν αμετάβλητες τις συνθήκες που οδηγούν στη νευρωτική λύση. Ο δυναμισμός της φύσης του ανθρώπου είναι σπουδαίος παράγοντας, που τείνει στην αναζήτηση περισσότερο ικανοποιητικών λύσεων αν έχει τη δυνατότητα να τις πετύχει. Η μοναξιά και η αδυναμία τού ατόμου, η επιδίωξη πραγματοποίησης των δυνατοτήτων που αναπτύχθηκαν μέσα του, το αντικειμενικό γεγονός της αυξανόμενης παραγωγικής ικανότητας της σύγχρονης βιομηχανίας είναι δυναμικοί παράγοντες, που αποτελούν τη βάση για μια ολοένα και μεγαλύτερη εξασφάλιση ελευθερίας και ευτυχίας. Η φυγή στη συμβιωτική κατάσταση μπορεί ν΄ανακουφισεί τα βάσανα για λίγο, αλλά δεν τα εξαλείφει. Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία της ολοένα μεγαλύτερης εξατομίκευσης, αλλά είναι επίσης η ιστορία της ολοένα μεγαλύτερης ελευθερίας. Η επιδίωξη της ελευθερίας δεν είναι μεταφυσική δύναμη και δεν μπορεί να εκφραστεί σε φυσικό νόμο. Είναι η αναγκαιότητα που απορρέει από το προτσές της εξατομίκευσης και της ανόδου του πολιτισμού. Τα ολοκληρωτικά συστήματα δεν μπορούν να εξαφανίσουν τις βασικές συνθήκες που οδηγούν στην αναζήτηση της ελευθερίας. Ούτε μπορούν να εξαλείψουν την αναζήτηση της ελευθερίας που πηγάζει απ΄αυτές τις συνθήκες.

———————————
Σημείωση Eagainst: Πρόκειται για το τρίτο και τελευταίο μέρος του κειμένου “Η ψυχολογία του ναζισμού” του Έριχ Φρόμ. Όλα τα αποσπάσματα που βρίσκονται σε εισαγωγικά είναι από τα βιβλία των Χίτλερ και Γκαίμπελς “Mein Kampf” και “Michael” αντίστοιχα. Οι τονισμοί στο κείμενο δικοί μας.


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-aD3

Αναρτήθηκε στις: 04/05/2012