Η πολιτική δημιουργία ως επινόηση νέων τρόπων ζωής στο έργο του Κ.Καστοριάδη

του Νίκου Ηλιόπουλου

Εισαγωγή

Η προσέγγιση του έργου

Συνοψίζω σε τέσσερα σημεία τα χαρακτηριστικά της παρέμβασής μου. Θα παρουσιάσω τις ιδέες του Καστοριάδη παίρνοντας υπόψη το σύνολο του έργου του. Θεωρώ τον Καστοριάδη πολιτικό στοχαστή με μεγάλη πρωτοτυπία. Θεωρώ πως το έργο του αποτελεί εφαλτήριο για να προχωρήσουμε παραπέρα. Τέλος, προτείνω μια κριτική ματιά σε μερικές από τις θέσεις του. Μια τέτοια προσέγγιση θα μας επιτρέψει να διερευνήσουμε, με γόνιμο τρόπο ελπίζω, τι θα μπορούσε να είναι η πολιτική δημιουργία σήμερα.

Προσεγγίζουμε τη σκέψη ενός συγγραφέα που πάντοτε υποστήριζε πως ακόμα κι όταν κρίνουμε την παρούσα κοινωνία δεν παύουμε να είμαστε μέσα σε αυτή, και αναγνώριζε ρητά πως, μέσα σε μια κοινωνία σε «κρίση», «η σκέψη μας βρίσκεται και αυτή σε κρίση». «Έγκειται σ’ εμάς να κάνουμε κάτι», πρόσθετε.

Σήμερα, αυτό το «εμάς», μας περικλείει όλους. Εντούτοις – κι εδώ καταθέτω την πρώτη μου κριτική παρατήρηση –, στο εξής οφείλουμε να εγκαταλείψουμε την έννοια της κρίσης, τόσο όταν αναφερόμαστε σε μια κοινωνία σε συνεχή αυτο-μεταβολή, της οποίας η «κρίση» διαρκεί πάρα πολύ για να είναι κρίση, όσο και όταν αναφερόμαστε στη σκέψη μας, που οφείλει λόγω αυτού του γεγονότος να ανανεωθεί ριζικά. Αν έπρεπε να αποδώσω με μια λέξη τη σημερινή κοινωνική κατάσταση θα χρησιμοποιούσα τη λέξη δεινή, τρομερή, με τη διπλή έννοια του όρου. Θα επανέλθω στο τέλος της παρέμβασής μου.

Το σύνολο του έργου

Ετοιμάζοντας την παρέμβαση αυτή, ανέτρεξα και πάλι σε όλα τα γραπτά του Καστοριάδη, όπως και σε ό,τι γράφτηκε γι’ αυτόν. Και για μια ακόμη φορά διαπίστωσα, με θυμό, πως οι αναγνώσεις, οι ερμηνείες και οι κριτικές του έργου του είναι στην πλειονότητα των περιπτώσεων αποσπασματικές και ελλιπείς. Είναι συνεπώς ανεπαρκείς, μειωτικές ως προς τη συνεισφορά του, και κυρίως αποκρύπτουν το σημαντικότερο, την πρωτοτυπία του, που θα τολμούσα να χαρακτηρίσω απόλυτη. Θα πάρω λοιπόν υπόψη μου το σύνολο του έργου του Καστοριάδη, εκδοθέν και μη. Επίσης, κατά την παρουσίαση των βασικών ιδεών του, που υπάρχουν σε πολλά κείμενα, θα προσπαθήσω να αξιοποιήσω τα καλύτερα γραπτά του, προτείνοντας τις πιο εύστοχες διατυπώσεις του. Επισημαίνω ότι ο συγγραφέας μας, δηλαδή αυτός με τον οποίο θα ασχοληθούμε, έγραφε άρθρα και όχι βιβλία. Και τίθεται το ερώτημα : αποτελεί αυτό μια νέα μορφή – μια δημιουργία – γραπτής παρουσίασης της σκέψης ;

Ένας πρωτότυπος πολιτικός στοχαστής

Πριν απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, ας επισημάνουμε πως η εργασία του Καστοριάδη αποτελεί μια νέα διανοητική μορφή. Γι’ αυτό το λόγο, προσωπικά, αρνούμαι να προσδώσω ένα συμβατικό τίτλο σε αυτόν τον διανοητή, όπως αυτόν του φιλόσοφου, του οικονομολόγου ή του ψυχαναλυτή. Υπήρξε ένας σφαιρικός στοχαστής, που δημιούργησε μια μορφή σφαιρικής σκέψης. Ένας στοχαστής που ορίζει τη φιλοσοφία ως την «ενασχόληση με όλα όσα μπορούν να είναι αντικείμενο σκέψης, αφού απαιτείται για τον στοχασμό όλων των δραστηριοτήτων μας». Κι αν προτιμώ να ορίζω τον Καστοριάδη ως πολιτικό στοχαστή, είναι διότι δημιούργησε την πολιτική σκέψη, και την πολιτική, ως την πλέον αρχιτεκτονική μορφή. Δηλαδή, την πλέον σφαιρική και την πλέον συνθετική για να στοχαστεί την κοινωνία και να δράσει μέσα στην κοινωνία. Δίχως βεβαίως να ισχυρίζεται πως θα μπορούσαμε να συνάγουμε από τη «φιλοσοφία» του μια πολιτική ούτε όμως και πως θα μπορούσαμε να τις διαχωρίσουμε απόλυτα. Όπως γνωρίζουμε, αφετηρία της φιλοσοφίας είναι το θαυμάζειν και στόχος της η ατελεύτητη αναζήτηση της αλήθειας. Μα, χωρίς το πάθος για τα κοινά και το κοινό καλό, χωρίς τον θυμό – που κι αυτός είναι πάθος – εναντίον της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, και χωρίς τον αγώνα για αυτό που θα μπορούσε και θα όφειλε να υπάρχει, το έργο του Καστοριάδη, δημιουργία δική του, είναι αδιανόητο.

Αποτελεί λάθος να αναζητούμε τις πνευματικές επιρροές του Καστοριάδη, διότι καταρχάς δημιούργησε, και κυρίως διότι δημιούργησε ξεκινώντας από την πραγματικότητα, την παρατήρηση και τη διαύγαση, τη δική του διαύγαση αυτής της πραγματικότητας, την ανάγνωση της κοινωνίας όπως ενίοτε έλεγε. Πολλές φορές υπογράμμισε αυτή την πλευρά του έργου του. Πράγματι, τα χωρία στα οποία διατυπώνει με σαφήνεια αυτή την ιδέα είναι πάμπολλα, και από τα πλέον εύγλωττα, και γι’ αυτό θυμώνω για τις παρανοήσεις που συναντάμε συνεχώς στα κείμενα των σχολιαστών του. Αυτό ίσως είναι που εξόργιζε, μέχρι και την πλήρη αυτοταπείνωσή του, τον ίδιο τον Καστοριάδη, αφού σε μια συζήτηση δηλώνει : «Το δίχως άλλο, είμαι πολύ κακός στην εξήγηση των θέσεών μου». Κατά την ίδια συζήτηση, ομολογεί ότι «θίχτηκε», όταν για πολλοστή φορά του προσάπτουν ότι είναι «ελληνοκεντρικός».

Ο Καστοριάδης υπήρξε αδιαμφισβήτητα μεγάλος φιλόσοφος, μεγάλος ψυχαναλυτής (τόσο ως θεωρητικός της ανθρώπινης ψυχής όσο και ως ασκών την ψυχανάλυση στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι), μεγάλος οικονομολόγος, μεγάλος ελληνιστής, δημιουργός πολιτικής ανθρωπολογίας, δεινός γνώστης της σύγχρονης επιστήμης. Υπήρξε αγωνιστής με την πλήρη και την … «παράνομη» ακόμα έννοια του όρου – γεγονός που του στοίχισε 23 χρόνια ανωνυμίας. Παρέμεινε ένας κριτικός δημοκρατικός πολίτης. Τούτο εξηγεί γιατί σχεδόν πάντα προτιμούσε να γράφει άρθρα παρά βιβλία – αφού τα πρώτα ανταποκρίνονται περισσότερο στις ανάγκες μιας καίριας και επικεντρωμένης παρέμβασης – και τοποθετεί έτσι σε δεύτερη μοίρα το ερώτημα αν το άρθρο αποτελεί μια νέα μορφή γραπτής παρουσίασης της σκέψης. Διότι είναι η ίδια η σκέψη που δημιουργεί το καινούργιο προσπαθώντας να είναι σφαιρική.

Tο έργο ως σημείο εκκίνησης και όχι άφιξης

Κάθε προσπάθεια να αναζητήσουμε στο έργο ενός μεγάλου στοχαστή τις λύσεις για τα προβλήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε εδώ και τώρα, απορρίπτεται κατηγορηματικά. Η κοινωνία μάς καλεί πάντα να την αναλύσουμε με τα δικά μας μέσα. Ωστόσο, υπάρχουν στη δημιουργία της καστοριαδικής σκέψης σημεία άκρως ενδιαφέροντα που οφείλουμε να λάβουμε υπόψη για να προσανατολιστούμε πολιτικά. Η δημιουργία αυτή συνοψίζεται σε μια φράση απλή και κοινότοπη, που κι άλλοι συγγραφείς θα μπορούσαν άλλωστε να είχαν γράψει και έχουν ενίοτε γράψει : «Πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά». Η φράση αυτή δεν είναι σχήμα λόγου : συγκεκριμενοποιείται μέσα στο σύνολο του έργου του, όπως θα προσπαθήσουμε να το δείξουμε συνοπτικά. Η δημιουργία αυτή θέτει η ίδια τα όριά της με μια άλλη φράση, από τις ωραιότερες φράσεις ενός από τα πιο εμπνευσμένα κείμενα : «Όλα μπορούν να αφομοιωθούν εκτός από ένα πράγμα : τη δική μας στοχασμένη, κριτική, αυτόνομη δραστηριότητα.»

Η κριτική εξέταση των θέσεων

Θεωρούσα μέχρι τώρα πως η στάση που οφείλουμε να υιοθετήσουμε μπροστά στο έργο, υποδεικνύεται από τον ίδιο στο ακόλουθο χωρίο, το σημαντικότερο ως προς αυτό το θέμα, το οποίο είχα κάνει σημαία μου : «Δεν τιμάμε έναν στοχαστή εγκωμιάζοντας ή ακόμη και ερμηνεύοντας το έργο του, αλλά συζητώντας το, διατηρώντας το έτσι ζωντανό και αποδεικνύοντας στην πράξη πως αντέχει στο χρόνο και διατηρεί την ευστοχία του.»

Εντόπισα όμως ένα χωρίο του Καστοριάδη, πιο πρόσφατο, πολύ πιο αυστηρό «εις βάρος» του έργου του : «Υπάρχει ένα πράγμα που εδώ και καιρό με εκπλήσσει για να μην πω με σοκάρει. Υπάρχει ένα κωμικοτραγικό παράδοξο στο θέαμα ανθρώπων που θεωρούν τους εαυτούς τους επαναστάτες, θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, και την ίδια στιγμή προσπαθούν με κάθε τρόπο να αγκιστρωθούν σ’ ένα σύστημα αναφοράς, και θα ένιωθαν σαν χαμένοι αν τους αφαιρούσαμε αυτό το σύστημα ή τον συγγραφέα ο οποίος τους εγγυάται την ορθότητα των όσων σκέφτονται. Πώς να μη δούμε ότι οι άνθρωποι αυτοί διαλέγουν οικειοθελώς τη διανοητική υποδούλωση σ’ ένα έτοιμο έργο, και, θεωρώντας το υπέρτατη αλήθεια, δεν έχουν παρά να το ερμηνεύουν, να το επεξεργάζονται, κτλ. (στην ουσία, να το μπαλώνουν…).

Οφείλουμε να δημιουργήσουμε τη δική μας σκέψη προχωρώντας – και φυσικά αυτό γίνεται πάντοτε σε σύνδεση μ’ ένα ορισμένο παρελθόν, με μια ορισμένη παράδοση – και να πάψουμε να πιστεύουμε πως η αλήθεια αποκαλύφτηκε μια για πάντα σ’ ένα έργο γραμμένο πριν εκατόν είκοσι χρόνια. Έχει μεγάλη σημασία η πεποίθηση αυτή να γίνει κτήμα των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των νέων.»

Γενικές παρατηρήσεις

Όπως όλοι οι μεγάλοι στοχαστές, αρχής γενομένης τουλάχιστον από τον Αριστοτέλη, ο Καστοριάδης ορίζει με μεγάλη ακρίβεια τις έννοιες που εισάγει. Και μη μπορώντας βέβαια να αλλάξει τη γλώσσα, δίνει ένα άλλο νόημα σε αυτές τις έννοιες. Τούτο το άλλο νόημα είναι μια νέα μορφή της σκέψης, και άρα μια δημιουργία του συγγραφέα.

Ανήκει στη δημιουργία του Καστοριάδη αυτό που ονόμασε διαύγαση, δηλαδή μια νέα μορφή ανάγνωσης της ανθρώπινης κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα, διαύγαση είναι η επιχειρηματολογημένη αποσαφήνιση και κατανόηση της κοινωνικής κατάστασης (ή όποιας κατάστασης), σε αντιδιαστολή με τη θεωρία που παγώνει τη σκέψη ισχυριζόμενη ότι κατέχει εκ των προτέρων την ουσία της κοινωνίας και της ιστορίας. Επιπλέον, η διαύγαση «ομολογεί» ότι συνδέται με μια πολιτική βλέψη και με ένα πολιτικό πρόταγμα.

Ανήκει στην ίδια δημιουργία η ιδέα ότι ανθρώπινη κοινωνία είναι αποτέλεσμα της φαντασίας του ανώνυμου συλλογικού το οποίο δημιουργεί τις φαντασιακές κοινωνικές σημασίες. Στη δημιουργία αυτή επίσης ανήκει η ανακάλυψη του κυριότερου χαρακτηριστικού του ανθρώπινου όντος που είναι η ριζική φαντασία της ψυχής καθώς και η ικανοποίηση της επιτακτικής ανάγκης της ανθρώπινης ψυχής για νόημα και η συνακόλουθη ιδέα ότι οι θεσμοί της κοινωνίας δημιουργούνται για να προσφέρουν αυτό το νόημα.

Πολιτικός δημιουργός και ταυτόχρονα παιδαγωγός, ο Καστοριάδης πρότεινε επίσης έναν νέο ορισμό της πράξης : «Αποκαλώ πράξη τη διαυγή δραστηριότητα που έχει ως αντικείμενο την ανθρώπινη αυτονομία και για την επίτευξη της οποίας το μόνο “μέσο” είναι η ίδια η αυτονομία.»

Οι κεντρικές ιδέες του Καστοριάδη, οι μητέρες-ιδέες όπως τις αποκαλούσε ο ίδιος, αποτελούν μια ανακάλυψη. Πράγματι τίποτα απ’ ό,τι έγραψε για το κοινωνικο-ιστορικό δεν υπήρξε αποκύημα της φαντασίας του, τα πάντα αποτελούσαν ανάγνωση της κοινωνικής και ιστορικής πραγματικότητας. (Αν η ανάγνωση αυτή είναι ή όχι ορθή, έγκειται σ’ εμάς να το κρίνουμε.) Τούτο αποτελεί, και το υπογραμμίζω, πρωταρχικό στοιχείο για να κατανοήσουμε όχι μόνο το έργο του αλλά και το τι πρέπει να είναι η πολιτική σκέψη.

Στη συνάντησή μας αυτή γίνεται λόγος και για το θυμό. Αναγνωρίζω πως προσωπικά εξεγείρομαι ενάντια στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, και τούτο εμπεριέχει το θυμό και κάτι περισσότερο. Θυμώνω όμως επίσης με τις επίπεδες αναγνώσεις αυτής της πραγματικότητας, και με την αδυναμία των πολιτικών στοχαστών και των πολιτικών δυνάμεων να προτείνουν κάτι καινούργιο. Ούτως ή άλλως, νομίζω πως ο θυμός μας πρέπει να είναι διπλός : εναντίον μιας πραγματικότητας, απέναντι σε μια κατάσταση, που έχουν όλα τα χαρακτηριστικά για να μας κάνουν να εξεγειρόμαστε· κατόπιν, ενάντια στην απάντηση ή μάλλον στην ανυπαρξία απάντησης από την πλειοψηφία του πληθυσμού και ειδικότερα απ’ όσους σκέφτονται και δρουν με τρόπο κάτι παραπάνω και από παραδοσιακό.

Βρισκόμαστε μπροστά στην επιτακτική απαίτηση μιας πολιτικής δημιουργίας, απαίτηση που είναι επαναστατική από μια άλλη οπτική γωνία από αυτή του Καστοριάδη 30 χρόνια πριν. Για να ανταποκριθούμε σε αυτή την απαίτηση, θα βρούμε πολλά στοιχεία στη δημοκρατική πολιτική σκέψη του Καστοριάδη, που αποτελεί αυτή καθαυτή πολιτική δημιουργία.

1. Από τη δημιουργία γενικώς στην ανθρώπινη δημιουργία ειδικότερα : το πρόταγμα της αυτονομίας

Η δημιουργία αποτελεί μια από τις βασικές ιδέες του Καστοριάδη. Εμφανίστηκε κατά το νέο στάδιο του έργου του, που έχει ως αφετηρία την επεξεργασία των κειμένων της Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας και χρονολογικά συμπίπτει με τις αρχές της δεκαετίας του ’60. Αναφέρεται ως πρώτη βασική ιδέα στον Πρόλογο αυτού του έργου.

Είναι αναγκαίο να διευκρινίσουμε το ακριβές περιεχόμενο αυτής της έννοιας. Σ’ έναν άλλο Πρόλογο που είναι ουσιαστικά αφιερωμένος στον ενδεδειγμένο ορισμό των βασικών ιδεών, αφού ορίζει τον όρο καιρός : «στιγμή απόφασης, κρίσιμη ευκαιρία, περίσταση στην οποία έχει σημασία κάτι να γίνει ή να ειπωθεί», όρο που χρησιμοποιεί για να τον θέσει ως υπότιτλο στο πρώτο μέρος του βιβλίου του, η δημιουργία είναι η πρώτη έννοια που ορίζεται από τον Καστοριάδη. Ιδού λοιπόν ένας από τους πιο πλήρεις ορισμούς που προτείνονται με την πένα του ίδιου του συγγραφέα : «Δημιουργία. Μέσα στο είναι (το ον) [être/étant] αναδύονται άλλες μορφές – τίθενται νέοι προσδιορισμοί.

Αυτό που κάθε φορά (σε κάθε “στιγμή”) είναι, δεν προσδιορίζεται πλήρως, δηλαδή δεν προσδιορίζεται σε βαθμό που να αποκλείει την ανάδειξη άλλων προσδιορισμών. Δημιουργία, είναι, χρόνος, πάνε μαζί : είναι σημαίνει προς-είναι, χρόνος και δημιουργία αλληλοαπαιτούνται.» Έχουμε εδώ τον πλήρη ορισμό, τον φιλοσοφικό θα μπορούσαμε να πούμε ορισμό, της βασικής ιδέας της δημιουργίας. Η δημιουργία είναι το κύριο χαρακτηριστικό του όντος, όλων των τρόπων του είναι, και ειδικά του ανθρώπινου όντος.

Ανάμεσα στα αναρίθμητα αποσπάσματα στα οποία ο συγγραφέας ορίζει τι ακριβώς σημαίνει η βασική ιδέα της δημιουργίας, να ένας άλλος ορισμός ο οποίος ταυτόχρονα αποσαφηνίζει τη σημασία της πολιτικής δημιουργίας : «το ουσιώδες της δημιουργίας δεν είναι “ανακάλυψη” αλλά η συγκρότηση του καινούργιου : η τέχνη δεν ανακαλύπτει, συγκροτεί […] Και στο κοινωνικό επίπεδο, που μας ενδιαφέρει κυρίως εδώ, η ανάδυση νέων θεσμών και νέων τρόπων ζωής δεν αποτελεί “ανακάλυψη”, είναι μια ενεργός συγκρότηση.»

Αν θα έπρεπε να επιμείνουμε σ’ ένα σημείο, που αποτέλεσε πηγή παρανοήσεων και έλλειψης κατανόησης σχετικά με την έννοια της δημιουργίας κατά τον Καστοριάδη, αυτό θα ήταν η ιδέα ότι η δημιουργία είναι ex nihilo αλλά όχι cum nihilo ούτε in nihilo, δηλαδή εκ του μηδενός άλλά όχι χωρίς τίποτα ούτε μέσα στο τίποτα. Η δημιουργία τονίζει τη δυνατότητα της ανάδυσης του καινούργιου, του ριζικά νέου· υπογραμμίζει την ανάδυση της ετερότητας, δηλαδή αυτού που είναι άλλο και όχι διαφορετικό. «Το 34 διαφέρει από το 43, ένας κύκλος και μια έλλειψη διαφέρουν μεταξύ τους. Η Ιλιάδα και ο Πύργος δεν είναι διαφορετικά, είναι άλλα.» Σε όλους τους τομείς, και ειδικότερα στον τομέα της ανθρώπινης δημιουργίας, στον κοινωνικο-ιστορικό τομέα, το άλλο, το καινούργιο, δεν μπορεί να αναχθεί σε προϋπάρχοντα αυτού στοιχεία ούτε να (ανα)συντεθεί με τη χρησιμοποίηση αυτών των στοιχείων. Όταν λοιπόν ο Καστοριάδης μιλά για δημιουργία, δίνει έμφαση στο ριζικά νέο. Κι όταν λέγει ότι αυτό το νέο δημιουργείται από το τίποτα (αλλά όχι χωρίς τίποτα ούτε μέσα στο τίποτα), θέλει να πει πως το ιστορικό γεγονός, ως νέο, δεν μπορεί να ανάγεται στην κατάσταση που προηγήθηκε ούτε να ερμηνεύεται μόνο με βάση αυτή. Πολλά προϋπάρχοντα στοιχεία (άρα, όχι χωρίς τίποτα), που δημιουργούν μια συγκεκριμένη συγκυρία (άρα, όχι μέσα στο τίποτα), συνθέτουν τις συνθήκες (και όχι τις αιτίες) ενός γεγονότος, αλλά αυτό που συμβαίνει τελικά δεν μπορεί να ανασυσταθεί από αυτά τα στοιχεία, ούτε να θεωρηθεί εξ ολοκλήρου καθορισμένο από αυτές τις συνθήκες, ούτε να αναπαραχθεί από την οποιαδήποτε ανασύνθεση όλων αυτών των συνιστωσών. Αυτό που τελικά προκύπτει αποτελεί δημιουργία εκ του μηδενός.

Ας ανοίξουμε μια παρένθεση γύρω από τη συγγένεια των ιδεών του συγγραφέα μας με τις ιδέες της Hannah Arendt. «Αναπάντεχα», θα μας βοηθήσει να φωτίσουμε ακόμα περισσότερο την ιδέα της δημιουργίας εκ του μηδενός. Στον τομέα των ανθρώπινων πραγμάτων, η δημιουργία εκ του μηδενός κατά Καστοριάδη, τηρουμένων βεβαίως όλων των αναλογιών, αντιστοιχεί στην ιδέα του θαύματος, όπως αυτή παρουσιάζεται χωρίς καμιά θρησκευτική χροιά στο έργο της Arendt : «κάθε φορά που γίνεται κάτι το νέο, γίνεται απρόσμενα, απρόβλεπτα και τελικά αιτιωδώς ανεξήγητα, σαν ένα θαύμα, αν θέσουμε ως κριτήριο τα αναμενόμενα γεγονότα. Με άλλα λόγια, κάθε καινούργια αρχή, από την ίδια της τη φύση, αποτελεί ένα θαύμα, τουλάχιστον αν την δούμε και την κρίνουμε από τη σκοπιά των εξελίξεων που αναγκαστικά διακόπτει.» Το γεγονός είναι το απρόσμενο, το απρόβλεπτο, αυτό που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε πλήρως. Ωστόσο, μπορούμε να προσπαθήσουμε να το κατανοήσουμε, όπως έλεγε η Arendt, ή να το διαυγάσουμε όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης.

Διανοητής βαθιά και κατηγορηματικά άθεος, ο Καστοριάδης διακηρύσσει ότι η θέσμιση της κοινωνίας όπως και η ιστορία αποτελούν ανθρώπινες δημιουργίες. Ξεκινώντας από αυτή την ακλόνητη βάση, διαπιστώνει το γεγονός μιας πολύ σημαντικής διακλάδωσης της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών ανάμεσα σε αυτές που θεωρούν πως οι θεσμοί τους προέρχονται από μια έξω-κοινωνική πηγή και αυτές που γνωρίζουν πως οι θεσμοί τους αποτελούν δικό τους έργο. Οι πρώτες είναι οι ετερόνομες κοινωνίες, οι δεύτερες οι αυτόνομες ή, σύμφωνα με μια ακόμα πιο αυστηρή διατύπωση, οι κοινωνίες στις οποίες το πρόταγμα της αυτονομίας αναδύθηκε, δημιουργήθηκε.

Ο διαχωρισμός πραγματοποιείται συνεπώς με κριτήριο την ανάδυση, τη δημιουργία, ενός προτάγματος, του προτάγματος της αυτονομίας, που αποτελεί απαίτηση για αυτονομία τόσο συλλογική όσο και ατομική. Μαζί με τη δημιουργία, η αυτονομία, με την πλήρη της έννοια, γίνεται έτσι μία ακόμα από τις βασικές ιδέες του έργου του Καστοριάδη. Αυτονομία : αυτός-νόμος, σημαίνει κατά λέξη και επί της ουσίας, δημιουργία των νόμων μου από τον ίδιο τον εαυτό μου.

Η πρώτη ανάδυση του προτάγματος της αυτονομίας πραγματοποιείται στην αρχαία Ελλάδα και αποτελεί ταυτόχρονα κριτική των υπαρχόντων κοινωνικών θεσμών – είναι η δημιουργία της πολιτικής – και αμφισβήτηση των παραστάσεων της φυλής – είναι η δημιουργία της φιλοσοφίας (μιας φιλοσοφίας δημοκρατικής). Η συγγένεια και το ταυτόχρονο της εμφάνισης των δύο αυτών ανθρώπινων δημιουργιών επιβεβαιώνονται από τα ερωτήματα που θέτουν. Πράγματι, η πρώτη θέτει το ερώτημα : Αυτός ο νόμος είναι δίκαιος ; Η δεύτερη θέτει το ερώτημα : Τι είναι η δικαιοσύνη ; Στη βάση και των δύο βρίσκεται η υιοθέτηση από τα μέλη της κοινωνίας της ιδέας ότι τους νόμους μας τους δημιουργούμε εμείς, που συνοδεύεται από την ιδέα ότι η αναζήτηση της δικαιοσύνης δεν τελειώνει ποτέ· τούτο αποκλείει προφανώς την πεποίθηση πως η δικαιοσύνη είναι γνώρισμα, και μάλιστα αποκλειστικό, του Θεού. Κατά τον Καστοριάδη, το πρόταγμα της αυτονομίας, μετά μακρά έκλειψη, επανεμφανίζεται στις κοινωνίες της δυτικής Ευρώπης αρχής γενομένης από τους 12ο-13ο αιώνες.

Όταν αναφερόμαστε στο κοινωνικο-ιστορικό πεδίο, η ιδέα της δημιουργίας δεν παραπέμπει μόνο στη θεμελιώδη άποψη σύμφωνα με την οποία η κοινωνία και η ιστορία είναι ανθρώπινες δημιουργίες. Αποτελεί ιδέα που παραπέμπει επίσης στη ριζική φαντασία της ψυχής του ανθρώπινου όντος και στο θεσμίζον κοινωνικό φαντασιακό, βασικό χαρακτηριστικό του ανώνυμου συλλογικού.
Πράγματι, ριζική φαντασία (του ιδιαίτερου υποκειμένου) και θεσμίζον φαντασιακό (του ανώνυμου συλλογικού) χαρακτηρίζονται έτσι λόγω της ικανότητας του ατόμου και της κοινωνίας να δημιουργούν το ριζικά νέο και να συμβάλλουν στην ανάδυση της ετερότητας χάρη στη δυνατότητα τους για δημιουργία. Μπορούμε συνεπώς δικαιωματικά να υποστηρίξουμε ότι, για τον συγγραφέα μας, οι κυριότερες πηγές της ανθρώπινης δημιουργίας είναι η ριζική φαντασία του ιδιαίτερου υποκειμένου, ικανότητα επινόησης νέων μορφών, και το θεσμίζον κοινωνικό φαντασιακό, η δυνατότητα του ανώνυμου συλλογικού να δημιουργεί κοινωνικές φαντασιακές σημασίες και τους θεσμούς που ενσαρκώνουν αυτές τις σημασίες.

Όσον αφορά τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, ο Καστοριάδης πάμπολλες φορές εξήγησε τους όρους «σημασία», «φαντασιακή», και «κοινωνική». Σημασία : «Όταν ο άνθρωπος οργανώνει με λογική συνολικο- ταυτιστική δεν κάνει τίποτε άλλο από να αναπαραγάγει, να επαναλαμβάνει ή να επεκτείνει ήδη υπάρχουσες μορφές. Όταν όμως οργανώνει ποιητικά, δίνει μορφή στο Χάος. […] Η μορφή αυτή είναι το νόημα ή η σημασία. Σημασία που δεν είναι απλώς υπόθεση ιδεών ή παραστάσεων, αλλά που οφείλει να συμπεριλάβει, να συνθέσει σε μια μορφή, παράσταση, επιθυμία και αίσθημα». Φαντασιακή και κοινωνική : «Αποκαλώ τις σημασίες αυτές φαντασιακές διότι δεν αντιστοιχούν σε, και δεν εξαντλούνται από, αναφορές σε “ορθολογικά” ή “πραγματικά” στοιχεία, και διότι είναι αποτέλεσμα δημιουργίας. Και τις αποκαλώ κοινωνικές διότι υπάρχουν μόνο επειδή τις θεσμίζει και τις βιώνει από κοινού μια απρόσωπη και ανώνυμη συλλογικότητα.»

Τέλος, αναφορικά με την ιδέα του φαντασιακού, επισημαίνω ένα σημείο που συχνά παρερμηνεύεται : φαντασιακό δεν σημαίνει καθόλου πλασματικό (fictif). Το φαντασιακό είναι – βιώνεται ως – πιο πραγματικό κι από την κάθε «πραγματικότητα».

Ας παραθέσουμε εδώ έναν από τους καλύτερους ορισμούς των φαντασιακών κοινωνικών σημασιών που μας βοηθά να κατανοήσουμε την έννοια του φαντασιακού : «Η ιδιαίτερη οντότητα της κοινωνίας είναι οι θεσμοί και οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες τις οποίες οι θεσμοί αυτοί ενσαρκώνουν κάνοντάς τες να υπάρχουν πραγματικά μέσα στην κοινωνία. Αυτές ακριβώς οι σημασίες δίνουν νόημα – νόημα φαντασιακό, με τη βαθιά παραδοχή του όρου, με την έννοια δηλαδή μιας αυθόρμητης και δίχως κίνητρα δημιουργίας από την ανθρωπότητα – στη ζωή, στη δραστηριότητα, στις επιλογές, στο θάνατο των ανθρώπων, καθώς και στον κόσμο που οι σημασίες αυτές δημιουργούν, έναν κόσμο μέσα στον οποίο καλούνται οι άνθρωποι να ζήσουν και να πεθάνουν.»

2. Η πολιτική ως δημιουργία

Έσχατος και οριστικός ορισμός της πολιτικής και του αντικειμένου της

Σκέψη σε κίνηση, αφιερωμένη στην αναζήτηση της «αλήθειας ως ατελεύτητης κίνησης της σκέψης», η σκέψη του Καστοριάδη πέρασε από πολλούς ορισμούς της πολιτικής. Τούτο είναι απολύτως βέβαιο, αλλά στο πλαίσιο της εργασίας αυτής οφείλω να περιοριστώ στον τελευταίο και οριστικό ορισμό που βρίσκεται στο κείμενο «Εξουσία, πολιτική, αυτονομία», το οποίο είναι μακράν το σημαντικότερο από τα πολιτικά του κείμενα. Σπεύδω να σημειώσω ότι από το κείμενο αυτό κατανοούμε πόσο αισιόδοξη είναι τελικά η πολιτική σκέψη του συγγραφέα μας, με την κυριολεκτική σημασία όμως, της αίσιας δόξας (γνώμης), και όχι με την έννοια της αίσιας έκβασης των πραγμάτων η οποία στηρίζεται πάντα σ’ έναν αστήρικτο optimisme. Πράγματι, για να το πω με μια φράση που έχει άμεση σχέση με το θέμα μας, το κείμενο αυτό μας βοηθά να καταλάβουμε ότι η πολιτική δημιουργία, η οποία φτιάχνεται από ανθρώπινο χέρι, είναι πάντοτε στο χέρι μας : «Αν θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, οφείλουμε να δημιουργήσουμε το νόμο μας. Αν θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, κανείς δεν μπορεί να μας πει τι πρέπει να σκεφτόμαστε.» (σελ.129).

Σε τούτο το κείμενο, εμφανίζεται για πρώτη φορά ξεκάθαρα μια θεμελιώδης διάκριση ανάμεσα σε αυτό που ονομάζεται το πολιτικό και σε αυτό που ονομάζεται η πολιτική. Η διαφοροποίηση αυτή αντιστοιχεί στη διάκριση ρητής εξουσίας και υπο-εξουσίας. Το πολιτικό έχει σχέση με ό,τι αφορά τη ρητή εξουσία, δηλαδή τη θεσμισμένη αρχή (ή τις αρχές) που μπορεί να εκφέρει επιταγές (π. χ. νόμους) η παραβίαση των οποίων επιφέρει κυρώσεις. Η ρητή αυτή εξουσία υπάρχει απαραιτήτως σε κάθε κοινωνία, δίχως να έχει παντού και πάντοτε την ίδια μορφή (επί παραδείγματι τη μορφή του Κράτους). Επομένως, αυτό που οπωσδήποτε υπάρχει σε κάθε κοινωνία είναι το πολιτικό.

Αλλά, πριν από κάθε ρητή εξουσία, η θέσμιση της κοινωνίας ασκεί μια ριζική υπο-εξουσία σε όλα τα άτομα που διαμορφώνει. Η υπο-εξουσία αυτή «είναι, με μια έννοια, η εξουσία του ίδιου του κοινωνικο-ιστορικού πεδίου, η εξουσία που ασκεί ο Ούτις, δηλαδή κανείς.» (σελ. 119). Η δημιουργία της πολιτικής σχετίζεται με αυτή την υπο-εξουσία ή θεσμίζουσα εξουσία. Η πολιτική «είναι μια ανάδυση, μερική βεβαίως, του ίδιου του θεσμίζοντος αυτοπροσώπως» (σελ. 127). Ένα μέρος της υπο-εξουσίας, που είναι υπόρρητη, γίνεται ρητά αντικείμενο πολιτικής σκέψης και κυρίως πράξης.

Η θεσμίζουσα κοινωνία παίρνει κατά κάποιο τρόπο συγκεκριμένη μορφή, ως έκφραση της συλλογικότητας που στοχάζεται και δρα, και αμφισβητεί στην πράξη τη θεσμισμένη κοινωνία.

Από τις τέσσερεις κύριες και ομόλογες διατυπώσεις που υπάρχουν στο κείμενο ως ορισμοί της πολιτικής, θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στις δύο ακόλουθες που μπορούν να θεωρηθούν ως συμπληρωματικές : «Τόσο η αρχαιοελληνική πολιτική όσο και η πολιτική κατά τον ορθόν λόγον είναι δυνατό να οριστούν ως η ρητή συλλογική δραστηριότητα που επιδιώκει να είναι διαυγής (στοχασμένη και διαβουλευμένη προς απόφαση), και έχει ως αντικείμενο τη θέσμιση της κοινωνίας.» (σελ. 127). «Η πολιτική είναι πρόταγμα αυτονομίας : συλλογική δραστηριότητα στοχασμένη και διαυγής που έχει ως στόχο τη συνολική θέσμιση της κοινωνίας.» (σελ. 135).

Και η «ορθή διατύπωση» που συγκεκρινοποιεί το αντικείμενο αυτής της πολιτικής, ορίζοντάς την ως πολιτική της ελευθερίας, ως πολιτική της αυτονομίας, ως πολιτική θεμελιωμένη στην παιδεία, προτείνεται ως εξής : «Δημιουργία θεσμών οι οποίοι, εσωτερικευόμενοι από τα άτομα, διευκολύνουν όσο το δυνατόν περισσότερο την πρόσβαση στην ατομική τους αυτονομία και στη δυνατότητα πραγματικής συμμετοχής τους σε κάθε υπάρχουσα στην κοινωνία ρητή εξουσία.» (σελ.138, υπογραμμισμένο στο πρωτότυπο).

Οι άμεσες συνέπειες των σύνθετων αυτών ορισμών

Οι ορισμοί αυτοί μας εισάγουν καθ’ ολοκληρίαν στην επινόηση νέων τρόπων ζωής, μακριά από τον αγώνα δρόμου για «ένα επίπεδο ζωής ολοένα υψηλότερο». Πράγματι, εφόσον αποδεχόμαστε ότι η πολιτική αφορά το σύνολο των θεσμών της κοινωνίας – και, «κατ’ αρχήν, κανένας θεσμός της νεωτερικής (moderne) κοινωνίας δεν μπορεί να ξεφύγει από την αμφισβήτηση» – είμαστε πλήρως μέσα στη ζωή, «την πραγματική ζωή, αυτή που δεν έχει επίπεδο», για να θυμίσουμε μια πολύ εύστοχη παρατήρηση του Καστοριάδη.

Το 1980, σε μια παρέμβαση αμιγώς πολιτικού χαρακτήρα, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης με τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ και το κοινό της Λουβαίν-Λα-Νεβ, ο Καστοριάδης εκφράζει την εξής θέση : «μια άλλη κοινωνία, μια αυτόνομη κοινωνία, δεν συνεπάγεται μόνο την αυτοδιαχείρηση, την αυτοκυβέρνηση, την αυτοθέσμιση. Συνεπάγεται μια άλλη κουλτούρα, με τη βαθύτερη έννοια του όρου. Συνεπάγεται έναν άλλο τρόπο ζωής, άλλες ανάγκες, άλλους προσανατολισμούς της ανθρώπινης ζωής. […] Να θέσουμε το ζήτημα μιας νέας κοινωνίας σημαίνει να θέσουμε το ζήτημα μιας εντελώς ξεχωριστής πολιτισμικής δημιουργίας. Το ερώτημα που τίθεται, το ερώτημα που σας θέτω, είναι : υπάρχουν μπροστά στα μάτια μας προμηνύματα και προαναγγελτικά σημάδια αυτής της πολιτισμικής δημιουργίας ; »

Αν και μοιάζει λίγο παράξενο να τίθεται το ερώτημα με αυτόν τον τρόπο, θα εξετάσουμε στο τελευταίο μέρος αυτής της εργασίας το ενδεχόμενο να μην αναζήτησε ο πολιτικός στοχαστής «αυτά τα προμηνύματα και τα προειδοποιητικά σημάδια» εκεί ακριβώς όπου θα έπρεπε. (Χρειάζεται όμως επίσης να τα αναζητούμε με βάση τα κατάλληλα κριτήρια, σύμφωνα με τις ενδεικνυόμενες οπτικές, για να έχουμε περισσότερες πιθανότητες να ανιχνεύσουμε τα «προμηνύματα».) Και αυτό, ότι δηλαδή δεν αναζήτησε εκεί όπου θα έπρεπε και όπως έπρεπε, αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους ο Καστοριάδης προσθέτει : «Όσο για μένα, δεν θεωρώ τον εαυτό μου τόσο ικανό για να απαντήσει στο ερώτημα : τι θα θεωρούσε ως καλή ζωή μια αυτόνομη κοινωνία, και τι θα δημιουργούσε ως καλή ζωή ; Προσπαθώ μονάχα να αγωνιστώ ώστε αυτή η δυνατότητα να της δοθεί, να μας δοθεί. Αυτό αρκεί.» Επίσης στο τελευταίο μέρος αυτής της εργασίας, θα εξετάσουμε αυτή την άρνηση που μόλις ακούσαμε, μια σχεδόν ψυχαναγκαστική άρνηση του Καστοριάδη να προτείνει κάτι συγκεκριμένο ως συνολική πολιτική πρόταση για το σήμερα, στάση που όπως θα δούμε βρίσκεται σε δυσαρμονία με προηγούμενες θέσεις του.

Αν η πολιτική αποτελεί, όπως και η ιστορία, ανθρώπινη δημιουργία, είναι αλήθεια ότι η δημιουργία αυτή είναι σπάνια και εύθραυστη. Δεν εμφανίζεται ούτε σε όλες τις κοινωνίες ούτε σε όλες τις εποχές. Έτσι, αυτό που έχει σημασία εδώ και τώρα είναι να υπογραμμίσουμε πως η πολιτική υπήρξε στις κοινωνίες στις οποίες ζούμε, και τις μετασχημάτισε, κάτι που ξεχνάμε συχνά. Τίποτα δεν είναι προφανές εξ ορισμού, τίποτα απ’ ό,τι υπάρχει μπροστά στα μάτια μας δεν μας δείχνει ότι η παρούσα πραγματικότητα θα ήταν όπως είναι σήμερα χωρίς τους αγώνες όσων προηγήθηκαν.

Η θεσμισμένη κοινωνία υφίσταται πάντοτε την επίδραση της θεσμίζουσας κοινωνίας, πολύ περισσότερο όταν έχει πλέον δημιουργηθεί, όταν έχει υπάρξει και ασκηθεί η πολιτική. Η σημερινή κοινωνία είναι κατά ένα μέρος απόρροια της θεσμίζουσας κοινωνίας και κατά ένα άλλο μέρος αποτέλεσμα των συλλογικών και των ατομικών αγώνων, αγώνων ρητών αλλά και άρρητων και άτυπων. (Ο Καστοριάδης, άλλωστε, παλαιότερα, είχε ιδιαίτερα επιμείνει στη σημασία της άτυπης και υπόγειας μορφής μερικών εργατικών αγώνων.) Πολύ συχνά το ξεχνάμε, διαποτισμένοι από την ιδέα πως είμαστε εγκλωβισμένοι σε μια κατάσταση, σ’ ένα «σύστημα», πράγμα που δεν είναι πλήρως αληθινό, ενίοτε μάλιστα διόλου αληθινό.

Αν η πολιτική δημιουργία προϋποθέτει τη δημιουργία θεσμών που ευνοούν όσο το δυνατόν περισσότερο την ατομική και συλλογική αυτονομία, αυτό σημαίνει ξεκάθαρα πως απαιτεί από εμάς την επινόηση νέων θεσμών και συνεπώς νέων τρόπων ζωής. Πόσω μάλλον αφού οι ανθρώπινες κοινωνίες στην απαρχή τους ήταν ετερόνομες, πράγμα που σημαίνει επίσης πως οι θεμελιώδεις θεσμοί των κοινωνιών μέσα στις οποίες ζούμε είναι θεσμοί ετερονομίας. Ούτως ή άλλως, οι υπάρχοντες σήμερα θεσμοί, που βεβαίως έχουν την ιδιότητα να εδραιώνουν και να διαιωνίζουν τη σύγχρονη κοινωνία στο σύνολό της, περιλαμβάνουν ένα σημαντικό μέρος ετερονομίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ένας άλλος ορισμός της πολιτικής, πιο ριζοσπαστικός, προτάθηκε από τον Καστοριάδη στις τελευταίες φράσεις του έργου του Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας : «Η εγκαθίδρυση μιας ιστορίας μέσα στην οποία η κοινωνία, όχι μόνο γνωρίζει τον εαυτό της, αλλά πλάθει τον εαυτό της ως ρητά αυτοθεσμιζόμενο, συνεπάγεται μια ριζική καταστροφή της γνωστής θέσμισης της κοινωνίας, μέχρι τις πιο ανυποψίαστες γωνιές της, που δεν μπορεί παρά να είναι η θέση/δημιουργία όχι μόνο νέων θεσμών αλλά ενός νέου τρόπου του αυτοθεσμίζεσθαι και μιας νέας σχέσης της κοινωνίας και των ανθρώπων προς τη θέσμιση.»

Σε αυτή την προοπτική, θεωρώ από την πλευρά μου πως η σημερινή κοινωνική κατάσταση επιτάσσει την επικαιροποίηση και μάλιστα την τροποποίηση του τελευταίου ορισμού της πολιτικής από τον Καστοριάδη. Χωρίς να μπορώ να επεκταθώ σε αναλύσεις, προτείνω τρεις σημαντικές αλλαγές. Καταρχάς, η πολιτική δεν πρέπει να θεωρείται μόνο ως συλλογική αλλά και ως ατομική δραστηριότητα. Κατ’ ακολουθίαν, δεν μπορούμε να θεωρούμε πολιτικές μόνο τις πράξεις διεκδίκησης με ρητό τρόπο, αλλά όλες τις δραστηριότητες που ο Καστοριάδης αποκαλούσε αγώνες άτυπους και υπόγειους. Τέλος, από το γεγονός και μόνο πως η πολιτική σχετίζεται με όλους τους θεσμούς της κοινωνίας, επιβάλλεται μια νέα επεξεργασία της διάκρισης μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου.

Συνέχεια στην επόμενη σελίδα

Αναρτήθηκε στις: 26/08/2011