Η Αντίφαση της Θεαματικής Κριτικής του Θεάματος

        Θέαμα: […] μέθοδος θέσμισης διαδοχικών κοινωνικών διαχωρισμών μέχρι τον κατακερματισμό προσώπων, σχέσεων και κοινωνικών μορφωμάτων για να επανενωθούν στη συνέχεια με τους όρους και τις προοπτικές που θέτει η κυριαρχία. Το χαρακτηριστικό όπλο αυτής της μεθόδου είναι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων της εικόνας.

Ωχρά Σπειροχαίτη

Αρχικώς, θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε το ζήτημα του κινήματος των Αγανακτισμένων Λευκού Πύργου καταφατικά και όχι αφαιρετικά. Σαφώς και αυτή η ερμηνεία που δίνουμε δεν μπορεί να μας κατατάξει στο πεδίο των «αντικειμενικών» παρατηρητών, αλλά στο πεδίο όπου τρείς άνθρωποι βιώνουν άμεσα το κίνημα, αισθητηριακά και διανοητικά. Άλλωστε ποιο είναι το νόημα του να μελετάς κάτι, εκ του οποίου δεν είσαι μέλος και δεν έχεις καμία επαφή; Το να δίνεις νόημα σε κάτι που δεν καθορίζεις και δεν σε καθορίζει, το θεωρούμε ετερονομία, δηλαδή την παραίτηση από την προσπάθεια για «να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας», να αλλάξουμε τη ζωή όπως θα έλεγε και ο Ρεμπώ.

Η ποικιλομορφία του κινήματος μέχρι στιγμής και η ετερότητα που αναδύεται εντός αυτού, μεταξύ άλλων, οδηγεί σε μια δυσκολία κοινής συναίνεσης του ποιός φταίει, ποιός μας έφτασε στο σημείο να παρατήσουμε την κομφορμιστική μας ζωή, το μέχρι πρότινος τρίπτυχο «δουλειά και κατανάλωση και στ’ άλλα θεατής» και να διεκδικήσουμε την μετατροπή μας σε πολίτες. Αυτή η δυσκολία εύρεσης των ηθικών αυτουργών, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε ένα πράγμα: ότι ζούμε σε μία κοινωνία Κυρίαρχων και Κυριαρχούμενων. Τέτοιες σχέσεις αναπτύσσονται μέσω του εργοδότη και του manager ενάντια στον εργαζόμενο, του εργαζόμενου ενάντια στον εργαζόμενο, του επαγγελματία πολιτικού ενάντια στον υπήκοο, του straight ενάντια στον gay, του άνδρα ενάντια στην γυναίκα ή του δάσκαλου ενάντια στον μαθητή, χωρίς να θεωρούμε πώς οι συγκεκριμένες σχέσεις έχουν συνεισφέρει ισότιμα στην σημερινή κατάσταση. Η παραγωγή των κοινωνικών σχέσεων είναι μονοδιάστατη, καθώς ο λόγος και η πράξη έχουν δοθεί σε σημαντικό βαθμό στον (εκάστοτε) Κυρίαρχο, νομιμοποιώντας την κυριαρχία του.

Ο ρόλος του γενικού συντονιστή των κυριαρχικών αυτών σχέσεων, παραδίδεται στα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης, εκεί όπου κάθε λόγος που εμφανίζεται στα πλαίσια του Θεάματος δεν αφήνει κανένα περιθώριο για απάντηση. Κοντολογίς, το Θέαμα είναι η πιστή αναπαραγωγή μιας πραγματικότητας που δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο εντός του Θεάματος: θεωρούμε λοιπόν πώς το Θέαμα είναι το αντίθετο του διαλόγου και της συνάντησης, άρα και το αντίθετο της πραγματικότητας. Η αναπαραγωγή της «Λογικής» του Κυριάρχου μέσω συσσωρευμένων εικόνων είναι τόσο παράλογη, ακριβώς και μόνο για το λόγο πως, η λογική δεν μπορεί να διαμορφωθεί παρά μέσα στο(ν) (κοινωνικό) διάλογο.

«Αλήθεια είναι η ανάμνηση αυτού που βρήκαμε στο δρόμο» Maurice Merleau-Ponty, Τα Σημεία

Παρατηρούμε εντός της συνέλευσης (βλ. Παρέμβαση ΕΤ3), την τάση να υποκατασταθεί η βιωμένη πραγματικότητα μιας εξέγερσης ενάντια στο Θέαμα (συνάντηση ανθρώπων σε αληθινά δημόσιους χώρους, ξεβόλεμα, πολιτικοποίηση), από το Θέαμα ενός happening (!) που πραγματοποιεί καθιστικές διαμαρτυρίες, γηπεδικού τύπου συνθηματολογίες, αναπεπταμένες σημαίες  και ομιλίες μέσω της τηλεόρασης (!). Η πυρηνική αντίφαση στη συγκεκριμένη μορφή παρέμβασης, έγκειται στο γεγονός πώς ενώ επιθυμούμε την απεμπλοκή του κάθε ανθρώπου από αλλοτριωτικές και διαμεσολαβητικές διαδικασίες όπως το Θέαμα, ταυτοχρόνως απαιτούμε οι ίδιοι άνθρωποι να συμμετέχουν σ’ αυτές τις διαμεσολαβητικές διαδικασίες προκειμένου να γίνουν τα αιτήματα του κινήματος γνωστά. Δηλαδή θέλουμε οι άνθρωποι να είναι αυτό που δεν θέλουμε να είναι, προκειμένου να μας ακούσουν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το κίνημα ενδίδει στην ταυτιστική σχέση Θεάματος – Θεατή, προσπαθώντας να αναπαράγει τις ήδη διαστρεβλωμένες σχέσεις μεταξύ πραγματικής πραγματικότητας και εικονικής πραγματικότητας. Αν αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ο κόσμος του πραγματικού, τότε θα πρέπει να προτάξουμε και τις αντίστοιχες δράσεις: εντός της πραγματικότητας και όχι εντός της εικόνας.

Το Θέαμα δεν πρόκειται να το νικήσουμε, αλλά να το ξεπεράσουμε. Και αυτό διότι κάθε μάχη μέσα στις θεαματικές διαδικασίες είναι εκ των προτέρων χαμένη· οποιαδήποτε διαλεκτική αντιπαράθεση μπροστά στις εικόνες, ακόμα κι αν είναι ουσιαστική, ηττάται από τις ίδιες τις εικόνες του Θεάματος. Για το Θέαμα μπορούμε να είμαστε είτε θεαματικοί είτε αντι-θεαματικοί και αυτό σημαίνει πώς ήδη έχουμε νοηματοδοτηθεί αρνητικά ως φαίνεσθαι αντί για είναι. Αυτό που θα νικήσει τελικά θα είναι η τηλεόραση και όχι η άποψη μας ή η άποψη άλλων συμμετεχόντων.

Η προπαγάνδιση του δημοκρατικού γεγονότος μέσω θεαματικών διαδικασιών, όπως αποφασίστηκε από το σώμα της συνέλευσης, διαιωνίζει την καπιταλιστική αντίληψη που λαμβάνει τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων μεσολαβημένη από εμπορευματοποιημένα πράγματα συμπιεσμένα σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνονται εικόνες. Και εκεί που η συνέλευση μετατρέπεται σε απλές εικόνες, οι απλές εικόνες, στα μάτια του τηλεθεατή γίνονται πραγματικά όντα και αποτελεσματικά κίνητρα μιας υπνωτικής συμπεριφοράς. Αυτή η αποσύνθεση αναδεικνύει και διαιωνίζει μια φετιχιστική αντίληψη για τον καπιταλισμό – μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία μοιάζει να μην υπάρχει καμία εναλλακτική λύση απέναντι στην παντοδυναμία της φαινομενικότητας. Και αυτό έρχεται σε ευθεία ρήξη με τους στόχους και τα όνειρά μας για μια άλλη κοινωνία.

Νικόλας Γκ., Γιώργος Κ., Σταύρος Π.
Ιούνιος 2011


Σύντομο URL: http://j.mp/mUOsGp

Αναρτήθηκε στις: 16/06/2011