Menu

EAGAINST.com

Για να τελειώνουμε με την υπόθεση του ελληνικού σταλινισμού

Της πολιτικής ομάδας: Πρόταγμα

Ακόμα και οι τυφλοί μπόρεσαν να δουν το ρεσιτάλ χυδαιότητας που παρέδωσε το ΚΚΕ μέσω του συνδικαλιστικού του παραρτήματος, του περίφημου ΠΑΜΕ, την προηγούμενη Πέμπτη, 20/10, μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Δεν είναι μόνο η συμβολικά φορτισμένη στάση του στην πλατεία Συντάγματος, όπου τα περίφημα ΚΝΑΤ πήραν το ρόλο της Αστυνομίας και ανέλαβαν τα ίδια την περιφρούρηση της Βουλής με τα παλούκια και τα κράνη τους, λειτουργώντας ουσιαστικά σαν ασπίδα προστασίας  για  τη  Βουλή και την καθεστηκυία τάξη. Όπως διαβάζουμε σε ανταποκρίσεις από τις κινητοποιήσεις και σε άλλες πόλεις της χώρας, «από νωρίς δημιουργήθηκε ένταση μεταξύ μελών του ΠΑΜΕ και άλλων διαδηλωτών σε πολλές πόλεις της χώρας καθώς το ΚΚΕ θεωρούσε αποκλειστική του αρμοδιότητα τον αποκλεισμό κυβερνητικών και κρατικών κτιρίων, απαγορεύοντας σε άλλους διαδηλωτές και πορείες να διαδηλώσουν».

Όπως το προσπάθησε και στις 5 Μαΐου του 2010, το «Κόμμα του λαού» ανέλαβε την περιφρούρηση της Βουλής, προκειμένου να δώσει σαφές μήνυμα τόσο προς τη μεριά του Κράτους όσο και προς αυτήν της κοινωνίας: άμα χοντρύνει το πράγμα, εμείς θα είμαστε εδώ και θα θέσουμε τα κρανοφόρα ρομπότ και τους κομματικούς και συνδικαλιστικούς μας τραμπούκους στην υπηρεσία της υπεράσπισης του καθεστώτος. Αυτή η στάση είναι γνωστή. Αρκεί να θυμηθούμε τι είχε γίνει και το Δεκέμβριο του 2008, όταν οι φοιτητικές ορδές του Κόμματος περικύκλωναν και απέκλειαν ολόκληρες πανεπιστημιακές σχολές, προκειμένου να εμποδίσουν τη διεξαγωγή των Γενικών Συνελεύσεων των φοιτητών.

Το τέλος της ασυλίας του ΚΚΕ;

Όλα αυτά βέβαια σε καμία περίπτωση δε δικαιολογούν τις χουλιγκανίστικου τύπου επιθέσεις με μολότωφ μέσα σε συντεταγμένα μπλοκ, ακόμα κι αν αυτά απαρτίζονται, κατά μέγα μέρος, από κρανοφόρα ρομπότ. Έχουμε δει ότι συχνά αυτές οι πρακτικές επιδιώκουν μια έμμεση ηγεμονία επί του κινήματος, μέσα από μια θεαματική βία η οποία είναι συχνά πολύ επικίνδυνη για τους άλλους, μη «μάχιμους» διαδηλωτές. Το θέμα δεν είναι να τεθεί το ζήτημα με όρους δυναμικών μειοψηφιών (η «πρωτοπορία» του κινήματος ενάντια στα ΚΝΑΤ), αλλά η μεγάλη μάζα του κόσμου, η ίδια η κοινωνία, να καταλάβει το βρώμικο ρόλο του ΚΚΕ και να ενεργήσει συντονισμένα εναντίον του. Φυσικά η στάση του ΚΚΕ ήταν τόσο απροκάλυπτα καπελωτική μιας ολόκληρης πορείας, που ήταν επόμενο να προκαλέσει την οργή μεγάλου μέρους των διαδηλωτών οι οποίοι αμφισβήτησαν την κηδεμονία τους από αυτόκλητους προστάτες και καθοδηγητές. Έτσι, ήταν αναπόφευκτη η σύγκρουση με το κομμάτι εκείνο των διαδηλωτών που αποφάσισε να αντιτεθεί με ενεργητικό τρόπο στην αντικατάσταση της αστυνομικής καταστολής από τους θαυμαστές του Στάλιν, και το οποίο κομμάτι δεν απαρτιζόταν μόνο από αναρχικούς.

Τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά βέβαια αν το ζήτημα είχε τεθεί με πιο συντεταγμένη λογική, και αν σημαντικά κομμάτια της υπόλοιπης πορείας προσπαθούσαν να ανέβουν στην Αμαλίας. Τότε τα ΚΝΑΤ δε θα μπορούσαν να κάνουν πολλά πράγματα. Γενικώς, ο αγώνας ενάντια στο σταλινισμό θα πρέπει να έχει πάντοτε ως στόχο του να ενεργοποιεί το μεγαλύτερο δυνατό μέρος του κόσμου και να μην αφήνεται να μετατραπεί σε βεντέτα ανάμεσα στα ΚΝΑΤ και τις ατισταλινικές «ενεργητικές μειοψηφίες». Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμα και όπως έγινε, η σύγκρουση αποδείχθηκε, εκ των υστέρων, ως σωστή επιλογή. Διότι ξεμπρόστιασε το ΚΚΕ στα μάτια όλου του κόσμου.

Από τις 20/10 δεν είναι μόνο οι αναρχικοί ή οι ελευθεριακές ομάδες που μπορούν να μιλούν για το χαφιεδίστικο ρόλο του ΚΚΕ, αλλά το σύνολο του κόσμου που ήταν στο δρόμο. Και αυτό μπορεί να αποτελέσει πολύ σημαντική εξέλιξη, καθώς ίσως σημάνει επιτέλους το τέλος της ασυλίας του ΚΚΕ. Διότι μέχρι τώρα, ό,τι κι αν έκανε το ΚΚΕ, έχαιρε μιας γενικής ασυλίας. Η πλαστογράφηση της ιστορίας που έχει επιβάλει του επιτρέπει να ταυτίζεται με την Εθνική Αντίσταση και να τη μονοπωλεί (παρ’ όλο που, στην πραγματικότητα, οι ηγεσίες του δεν είχαν κανένα πρόβλημα να πουλήσουν τη χώρα αρχικά στους Άγγλους και στη συνέχεια στο Στάλιν), ενώ ο διωγμός των κομουνιστών από το κράτος της δεξιάς τους καθιστά συμπαθείς, απωθώντας από τη συλλογική μνήμη τις πρακτικές και τα εγκλήματά τους.

Η αριστερά έχει μεγάλη ευθύνη για αυτή την κατάσταση, καθώς ενώ πάντοτε υποτίθεται ότι ήταν κριτική προς το ΚΚΕ, στην πραγματικότητα ποτέ δεν αποκόπηκε πραγματικά από αυτό, ποτέ δε διαχώρισε ρητά τη θέση της, ποτέ δεν άσκησε κριτική ουσίας, υποφέροντας από το γνωστό σύνδρομο του απατημένου συζύγου. Όποτε κάποιος τολμούσε να μιλήσει για το θεάρεστο έργο των ΚΝΑΤ (τραμπουκισμοί και προπηλακισμοί μελών άλλων οργανώσεων κ.λπ.) αλλά και του ίδιου του Κόμματος (σκοτεινές διαπλεκόμενες σχέσεις, σπίλωση ανθρώπων από σταλινικά βαμπίρ όπως ο Μ. Μαΐλης, «δώσιμο» ανθρώπων στην αστυνομία κ.λπ.), καλούνταν να σωπάσει στο όνομα της μη διάσπασης της «ενότητας του κινήματος». Έτσι και τώρα, διαβάσαμε κατάπτυστες ανακοινώσεις από οργανώσεις όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και η ανεκδιήγητη ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που αναπαπαρήγαγαν εθελουσίως όλα τα ψέματα των νοσταλγών του Στάλιν («το ΠΑΜΕ δέχτηκε απρόκλητη επίθεση» κ.λπ. σε αντίθεση με ό,τι πραγματικά συνέβη).

Ο ρόλος του ΚΚΕ μέσα στη σημερινή φιλελεύθερη ολιγαρχία

Πολύς κόσμος διατηρεί ακόμα αυταπάτες σχετικά με το «Κόμμα του λαού», το ρόλο και τη λειτουργία του μέσα στην ελληνική κοινωνία. Μιλάμε για κόσμο ο οποίος δεν ανήκει στο Κόμμα αλλά, παρ’ όλα αυτά, το συμπαθεί: είτε ως ψηφοφόρος που το θεωρεί «τίμιο» και «καθαρό» κόμμα (έστω κι αν δε συμφωνεί απαραίτητα με τις θέσεις του) είτε ως ακροαριστερός ή ακόμα και αναρχικός που βλέπει σ’ αυτό ένα περίεργο είδος «συντρόφων» (περίεργο, διότι ενώ τους θεωρεί συντρόφους του, τους βλέπει, παράλληλα, να «προδίδουν» συνεχώς «το κίνημα»). Αν εξαιρέσουμε το φωτοστέφανο που έχει καταφέρει να δημιουργήσει το ΚΚΕ για τον εαυτό του (εκμεταλλευόμενο τη σχέση του με τις άρχουσες ολιγαρχίες, την αίγλη της αριστερής διανόησης μετά τον Εμφύλιο, αλλά και τη βλακώδη στάση του μεγαλύτερου μέρους της υπόλοιπης αριστεράς), αυτό συμβαίνει, επειδή δεν υπάρχει σοβαρή ανάλυση του «ιστορικού ρόλου» και της αντικειμενικής λειτουργίας του ΚΚΕ μέσα στην ελληνική κοινωνία.

Μετά την αποσταλινοποίηση και τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, τα κατά τόπους ΚΚ παύουν να είναι κόμματα με ολοκληρωτικές βλέψεις, κόμματα, με άλλα λόγια, που έχουν ως στόχο τους την κατάληψη της εξουσίας και την εγκαθίδρυση ενός «σοβιετικού» καθεστώτος (δηλαδή ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος βασισμένου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την απόλυτη εξουσία του Κόμματος/Κράτους). Αντίθετα, μετατρέπονται σε κόμματα που στηρίζουν το κοινοβουλευτικό καθεστώς της χώρας τους παίρνοντας ως αντάλλαγμα ένα κομμάτι της εξουσίας, οικονομική στήριξη κ.λπ. Η στάση του ΚΚ Γαλλίας κατά το Μάη του ’68 αποτελεί την πιο καθαρή έκφραση αυτού του φαινομένου: ο πολιτικός φορέας που στις κρίσιμες στιγμές στήριξε το γκωλικό καθεστώς δεν ήταν άλλος από το ΚΚΓ.

Στην περίπτωση του ΚΚΕ, αυτός ο ρόλος αρχίζει να παίζεται από τη Μεταπολίτευση και μετά, όταν, με το τέλος του μετεμφυλιακού κράτους της δεξιάς, ο Καραμανλής νομιμοποιεί το ΚΚΕ και επέρχεται ένα είδος ελληνικού «ιστορικού συμβιβασμού», ο οποίος ολοκληρώνεται με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης από το ΠΑΣΟΚ. Ο ρόλος που από τότε παίζει το ΚΚΕ αλλάζει, καθώς αρχίζει να υπερασπίζεται αυτή την εύθραυστη νέα νομιμότητα του Καραμανλικού κράτους, στο οποίο οφείλει την νομιμοποίησή του. Δεν εκκαθαρίζει πια τους αριστερούς πολιτικούς του αντιπάλους, με σκοπό να έχει τον απόλυτο έλεγχο της «επανάστασης» (δηλαδή του πραξικοπήματος με το οποίο σχεδιάζει να καταλάβει την εξουσία), όπως έκανε από την εποχή που ο Στάλιν διορίζει το Ζαχαριάδη Γενικό Γραμματέα του κόμματος (το 1931) και ειδικότερα κατά την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου.

Αυτό που τώρα κάνει είναι να χρησιμοποιεί μια, εξίσου σταλινικής παράδοσης, οριοθέτηση του «εσωτερικού εχθρού» αφενός, χαρακτηρίζοντας κάθε κίνημα που ξεφεύγει από τον σταλινικό μηχανισμό, ως «εξτρεμιστικό», «αριστερίστικο», «αναρχικό», «προβοκατόρικο» και αφετέρου, υπερασπιζόμενο την αστική κοινοβουλευτική νομιμότητα από κάθε επικίνδυνη ρήξη που θα την απειλούσε, συνεχίζοντας, παράλληλα, να πουλάει στους οπαδούς του το μύθο της δικτατορίας του προλεταριάτου, της ρήξης με το αστικό καθεστώς, την εξύμνηση του Στάλιν, της ΕΣΣΔ κ.λπ. Φυσικά, μέσα σε αυτά τα πλαίσια χρησιμοποιεί τη δύναμή του για να επαναδιαπραγματεύεται προς όφελός του τις σχέσεις του με τις κυρίαρχες δυνάμεις της φιλελεύθερης ολιγαρχίας. Αυτό όμως δεν αλλάζει την ουσία όσων λέμε, δεν αλλάζει με άλλα λόγια, τον αντικειμενικό ρόλο του ΚΚΕ ως προκεχωρημένου φυλακίου του κοινοβουλευτικού καθεστώτος, επιφορτισμένου με την προσπάθεια ελέγχου και καταστολής των κοινωνικών κινημάτων.

Αυτό που η αφελής αριστερά συνηθίζει να αποκαλεί «προδοτικό ρόλο» των εκάστοτε ηγεσιών του ΚΚΕ δεν είναι τίποτε άλλο από τη συντονισμένη και βασική του πολιτική: να χτυπάει, όπου μπορεί, κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης της φιλελεύθερης ολιγαρχίας και των δυνάμεών της (πολιτικών, οικονομικών κ.λπ.). Με καπελώματα και σαμποτάρισμα συνδικαλιστικών προσπαθειών, με βία ενάντια σε άλλες αριστερές και αναρχικές οργανώσεις, με λασπολογία και συκοφαντία ενάντια σε συγγραφείς και πολιτικούς φορείς κ.λπ. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, τα ΚΝΑΤ και οι περίφημοι οικοδόμοι, χρησιμοποιούνται ως δυνάμεις κρούσης που διασφαλίζουν την εφαρμογή αυτής της πολιτικής. Εννοείται, φυσικά, ότι, όπου χρειαστεί, αυτές οι δυνάμεις, μαζί ενδεχομένως με άλλες κοινωνικές ομάδες που ελέγχει το Κόμμα, θα χρησιμεύσουν και ως μέσο πίεσης προς την κυρίαρχη ολιγαρχία, με στόχο την απόσπαση περαιτέρω προνομίων, ανταλλαγμάτων κ.λπ.

«Ενδοκινηματική διαμάχη» ή σύγκρουση με ένα κομμάτι του Κράτους;

         Αυτός ο τύπος του « σταλινικού ρομπότ » όμοιου και ίδιου σ’ όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη του κόσμου, τουλάχιστον αυτής της εποχής, θα πρέπει κάποτε ν’ απασχολήσει και αναμφισβήτητα θα απασχολήσει τη ψυχιατρική και τη ψυχανάλυση. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει το προηγούμενό του ή το ανάλογό του σε καμιά εποχή από τότε που έκανε ο άνθρωπος την εμφάνισή του στη γη. Είναι μοναδικό και αποκλειστικό προϊόν της πιο σκοτεινής και της πιο βάρβαρης εποχής από όλες όσες έχει γνωρίσει η ανθρώπινη ιστορία.

Α. Στίνας, Αναμνήσεις

Πολλοί καλοπροαίρετοι και τίμιοι άνθρωποι που πιστεύουν ότι, εν πάση περιπτώσει, το ΚΚΕ -ή έστω η βάση του- είναι «μαζί μας» στο κάτω κάτω της γραφής, διαπράττουν ένα σοβαρότατο σφάλμα. Αδυνατούν να αναλύσουν το ρόλο του ΚΚΕ και παρασύρονται από τα καλά τους συναισθήματα. Κι έτσι βρίσκονται ανήμποροι να αντιδράσουν, όταν το ΚΚΕ, όπως την προηγούμενη Πέμπτη, θα κληθεί να κινηθεί ανοιχτά ενάντια σε κάποιο λαϊκό κίνημα το οποίο δεν ελέγχει. Τέτοιες αυταπάτες δε μας επιτρέπουν να συζητήσουμε και να προσπαθήσουμε να οργανώσουμε την αντιμετώπιση του ΚΚΕ, ως αντικειμενικού εχθρού κάθε κοινωνικού κινήματος. Με το να θεωρούμε ότι το ΚΚΕ αποτελεί, με όλα τα κακά του, «κομμάτι του κινήματος», απλώς χάφτουμε την προπαγάνδα του και ασχολούμαστε με δευτερεύοντα θέματα, πιστεύοντας ότι ο σταλινισμός είναι κάτι που ανήκει στο παρελθόν.

«Προταγματικά» ο σταλινισμός μπορεί όντως να ανήκει στο παρελθόν, καθώς το ΚΚΕ δεν έχει ως στόχο του να πάρει την εξουσία για να εγκαθιδρύσει καθεστώς «σοβιετικού» τύπου. Ωστόσο ο σταλινισμός συνεχίζει να υπάρχει ως μέθοδος δράσης, έστω ελαφρά παραλλαγμένος (με την φοβία του και την εχθρότητά του προς κάθε μαζικό κίνημα που το ξεπερνάει από τα αριστερά), έχοντας πλέον τεθεί στην υπηρεσία της φιλελεύθερης ολιγαρχίας. Διότι τι άλλο από σταλινισμός στην πιο ατόφια του μορφή είναι ο εργατοπατέρας Μανουσογιαννάκης, που εφορμούσε με το παλούκι στον αέρα, ως στρατηγός των ορδών των ΚΝΑΤ; Αυτών των ρομπότ που με το πρώτο πρόσταγμα δε δίστασαν να επιτεθούν σε ανυπεράσπιστο και άοπλο κόσμο (στη συμβολή Σταδίου και Β. Γεωργίου), χτυπώντας με παλούκια ανθρώπους σωριασμένους στο έδαφος, γυναίκες, σπρώχνοντας κόσμο στο κενό, πάνω από τη σπασμένη οροφή του Τερκενλή στην πλατεία Συντάγματος; Τι θα λέγαμε τώρα αν αυτές οι ορδές είχαν σκοτώσει κάποιον διαδηλωτή, είτε με τις καδρονιές τους, είτε με τις πέτρες που πετούσαν (όντας μάλιστα στην κορυφή μιας κατηφόρας) είτε σπρώχνοντας κόσμο στο κενό; Θα μιλάγαμε ακόμα για «απρόκλητη δολοφονική επίθεση κουκουλοφόρων στο ειρηνικό ΠΑΜΕ»;

 Από το Κόμμα του λαού στο Κόμμα της τάξης

Τόσον καιρό οι εκπρόσωποι του Κόμματος της Τάξης, οι φιλελεύθεροι, δηλαδή, «εκσυγχρονιστές», που υποστηρίζουν το Μνημόνιο, μας έχουν πρήξει για τις δυναμικές μειοψηφίες, τους «φασίστες» -και τα SS του Πάγκαλου- που απειλούν τη «δημοκρατία» και χρησιμοποιούν τραμπούκικες μεθόδους και βία κ.λπ. Το είχαμε μάθει το ποίημα από την εποχή του Δεκεμβρίου του 2008. Είδαμε όμως πώς στις 20/10, μπροστά σε μια ιδεοτυπική έκφραση φασιστικής, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, συμπεριφοράς (όπου ένα κόμμα έστειλε τις κρανοφόρες παρακρατικές του ομάδες να καταλάβουν το μπροστινό μέρος του κοινοβουλίου και να εμποδίσουν τους υπόλοιπους διαδηλωτές να περάσουν, χτυπώντας τους με πέτρες, καδρόνια κ.λπ.), όλοι έσπευσαν να δώσουν συγχαρητήρια στους εμπνευστές αυτής της κίνησης.

Είναι πλέον σαφές ότι έχει διαμορφωθεί ένα κοινό καθεστωτικό τόξο ανάμεσα στις βασικές δυνάμεις του κοινοβουλευτικού καθεστώτος, που ξεκινά από το ΛΑΟΣ και φτάνει  στο ΚΚΕ, περνώντας από το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ, τη Ντόρα και έχοντας τη γνωστή υποστήριξη των ΜΜΕ, η οποία αυτή τη φορά ξεπέρασε κάθε προηγούμενο σε ό,τι αφορά στα συγχαρητήρια που δόθηκαν στο ΚΚΕ (Πρετεντέρης, ΣΚΑΪ, Τατιάνα Στεφανίδου κ.λπ.).

Αυτό το τόξο το ακολουθούν βλακωδώς και διάφορες συνιστώσες της αριστεράς (ΔΗΜΑΡ, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κ.λπ. αλλά και ο αυτοανακηρυχθείς σε ουρά του σταλινο-αριστερισμού, Τ. Φωτόπουλος) που αναπαράγουν τα ψεύδη του ΚΚΕ σχετικά με τα γεγονότα της Πέμπτης. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος το 2008, παρά  τις αμφιταλαντεύσεις του και το μηχανιστικό διαχωρισμό που έκανε ανάμεσα σε ειρηνικές και βίαιες εκδηλώσεις του κινήματος, είχε κρατήσει μια θέση περισσότερο αντι-συστημική,  είχε υπερασπίσει την εξέγερση και είχε διαχωρισθεί από τη ΝΔ, το ΛΑΟΣ και το ΚΚΕ.  Δυστυχώς σήμερα,  έσπευσε να συνταχθεί και αυτός στο ίδιο συστημικό τόξο, αναπαράγοντας τα ψεύδη και τις συνωμοσιολογίες του ΚΚΕ σχετικά με τα γεγονότα της Πέμπτης και αποδεχόμενος τις σταλινικές του πρακτικές.

Αποτέλεσμα είναι ότι πλέον καθίσταται καθολικά αποδεκτή η ιδέα ότι όλοι οι μη «ειρηνικοί» διαδηλωτές είναι φασίστες που θέλουν να καταλύσουν τον κοινοβουλευτισμό και, ως τέτοιοι, θα καταστέλλονται. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια η αριστερά παίζει πλέον ανοιχτά το παιχνίδι του κοινοβουλευτισμού, πράγμα που δεν τόλμησε να κάνει κατά τη διάρκεια του κινήματος των πλατειών. Το γεγονός ότι το ΚΚΕ κατέβηκε αυτή τη φορά στο δρόμο ως έμμεσος κατασταλτικός μηχανισμός (με σκοπό να αποτρέψει την προσέγγιση των διαδηλωτών στη Βουλή), δείχνει πώς βλέπουν τα πράγματα οι κρατούντες. Έτσι, ενδεχομένως σε περίπτωση που τα πράγματα ριζοσπαστικοποιούνταν, να το χρησιμοποιούσαν και ως άμεσο και ενεργητικό κατασταλτικό μηχανισμό.

Το προσωπείο του ΚΚΕ δείχνει να έπεσε οριστικά. Όσο κι αν το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς (που βλέπει ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει από τα χέρια της, εφόσον δεν κατάφερε ούτε να ελέγξει το Σύνταγμα αλλά ούτε και να αποτρέψει τη γοητεία που ασκούν σε μεγάλο μέρος του κόσμου οι «δράσεις» αναρχικού τύπου μετά το Δεκέμβριο του 2008) προσπάθησε να αναστηλώσει αυτό το προσωπείο, ο κόσμος φαίνεται να έχει καταλάβει τι συμβαίνει. Την Πέμπτη το ΚΚΕ ταυτίστηκε πλήρως με τα πιο απαξιωμένα και φιλομνημονιακά ΜΜΕ (ίσως γι’ αυτό ο Ριζοσπάστης της 21/10 έβαλλε κατά του ΣΚΑΪ, σε μια προσπάθεια να συγκαλυφθεί αυτή η ταύτιση), ενώ η χυδαία του στάση απέναντι στον ίδιο «του» το νεκρό, τον Δ. Κοτσαρίδη -στα πλαίσια της οποίας χρησιμοποίησε το θάνατό του για να στηρίξει την αντι-«προβοκατορική» του ρητορική (υποστηρίζοντας πως ο άτυχος άνδρας πέθανε από τις πέτρες των «κουκουλοφόρων» και όχι από τα χημικά της ΕΛΑΣ, όπως είπαν οι γιατροί)- το έριξε ακόμα περισσότερο στα μάτια του κόσμου.

Πώς προχωράμε ως κίνημα;

Οι μεγαλειώδεις σε όγκο συγκεντρώσεις σε όλες τις πόλεις της χώρας δε συνοδεύτηκαν από αντίστοιχη ποιοτική αναβάθμιση των δράσεων και των μορφών αγώνα. Ας το πούμε καθαρά: η κοινωνία κατέβηκε στο δρόμο και δεν ήξερε τι να κάνει… Αντί οι πορείες και οι διαδηλώσεις να δημιουργήσουν συνθήκες για νέες και πιο σταθερές κινηματικές πρακτικές που θα άλλαζαν το πολιτικό πεδίο, αποτέλεσαν απλά μια σχεδόν συμβολική κορύφωση απεργιών και καταλήψεων που απλά τείνει να μας επαναφέρει στην προηγούμενη κατάσταση του αμήχανου και άπραγου κοινωνικού αναβρασμού. Επιπλέον, ο κόσμος που ψάχνει κάτι καινούριο, αδυνατεί να αντιπαρατεθεί με αποτελεσματικό τρόπο στις δυνάμεις της γραφειοκρατικής χειραγώγησης. Φαίνεται να παραδίνεται, στην πλειοψηφία του, στη λογική της ανάθεσης των αγώνων στις ήδη υπάρχουσες δομές και οργανώσεις. Κι εδώ ακριβώς πατάει η αριστερά για να εξαπολύσει την αντεπίθεσή της ενάντια στα κομμάτια του κόσμου που τόλμησαν να την αμφισβητήσουν (όπως συνέβη με τις λαϊκές συνελεύσεις των πλατειών), συνασπιζόμενη γύρω από το ΚΚΕ και τους κοινοβουλευτικούς τους εντολοδόχους.

Με την υποχώρηση του κινήματος των πλατειών, η διάχυτη κοινωνική οργή δε φαίνεται να βρίσκει κάποιο τρόπο να πολιτικοποιηθεί, να εκφραστεί, να ριζώσει σε μια πιο καθημερινή και ουσιώδη δράση, η οποία θα μπορούσε να σταθεί ως ανάχωμα στην προσπάθεια χειραγώγησης των κινητοποιήσεων από τις αριστερές γραφειοκρατίες. Οι άνθρωποι αυτο-εγκλωβίζονται και αναθέτουν την πάλη στους «ειδικούς» του ακτιβισμού και της επανάστασης. Φυσικά έχουμε μπει σε μια κατάσταση διαρκούς αναταραχής και δεν ξέρουμε τι μπορεί να προκύψει. Γι’ αυτό θα πρέπει να έχουμε πάντα στο νου ότι, αν θέλουμε να εξεγερθούμε για να αλλάξει η σημερινή κατάσταση, θα πρέπει να θέσουμε οι ίδιοι και οι ίδιες τους πολιτικούς μας στόχους. Αν επιθυμούμε πραγματικά να προκύψει κάτι νέο, καλούμαστε να παλέψουμε οι ίδιοι, να κουραστούμε, να πειραματιστούμε με νέες δομές, να αλλάξουμε συνήθειες, να ορίσουμε ξανά τις προτεραιότητές μας. Η χειραφέτηση της κοινωνίας δεν μπορεί παρά να είναι έργο της ίδιας της κοινωνίας.


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-93K